Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

Πρόγραμμα Ιερών Ακολουθιών της Ε Εβδομάδας Νηστειών στην Γραμματικού

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς ανακοινώνει το πρόγραμμα Ιερών Ακολουθιών που θα τελεσθούν την προσεχή εβδομάδα στην Γραμματικού της Αιτωλοακαρνανίας
Πιο συγκεκριμένα
  • Την Κυριακή 21 Μαρτίου 2010 περί ώραν 07:00πμ ο Ορθρος και Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Το απόγευμα της ιδίας ημέρας στις 17:00 ο Κατακυκτικός Εσπερινός
  • Την Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010 στις 17:00μμ η ακολουθία του Εσπερινού επί τη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου
  • Την Πέμπτη το πρωι στις 07:00 ο Όρθρος και Θεία Λειτουργία του Αγ Ιωάννου του Χρυσοστόμου και περί ώραν 10:00 η Δοξολόγία επί τη επετείω της 25ης Μαρτίου και εν συνεχεία επιμνημόσυνη δέηση στο μνημείο πεσόντων έξωθεν του Ιερού Ναού μετά καταθέσεως στεφάνων από τον πολιτιστικό σύλλογο  και των μαθητών του Δημοτικού Σχολείου Γραμματικούς
  • Την Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010 περί ώραν 16:00μμ η ακολουθία του Εσπερινού επί τη εορτή της Αναστάσεως του Λαζάρου στο Κοιμητήριο του χωριού στον Ιερό Ναό Αγίων Θεοδώρων
  • Το Σάββατο 27 Μαρτίου 2010 η ακολουθία του Όρθρου και Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό Αγίων Θεοδώρων στο Κοιμητήριο του χωριού
  • Το Σάββατο το απόγευμα η ακολουθία του Εσπερινού στον Ιερό Ναό Αποστόλου Φιλίππου περί ώραν 16:30
  • Την Κυριακή το πρωί η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στον Ιερό Ναό Αποστ Φιλίππου η ευλόγησις και διανομή των βαιών στους πιστούς
  • Την Κυριακή το απόγευμα η Ακολουθία του Νυμφίου περί ώραν 19:30 στον Ιερό Ναό Αποστόλου Φιλίππου
Προσκαλούνται οι ευσεβείς Χριστιανοί

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

Προσοχή !!! Οι μάρτυρες του Ιεχωβά, δρουν ανεξέλεγκτα στην Αιτωλοακαρνανία !!!

Προσοχή αδελφοί μου !!!
Την προσεχή Τρίτη σε γνωστό κέντρο του Αγρινίου, πρόκειτε να γίνει για άλλη μια χρονιά η συνάθροιση των μαρτύρων του Ιεχωβά εις ανάμνησιν του ''θανάτου του Ιησού''.
Όλοι μας  πρέπει να αφυπνισθούμε και να προβληματιστούμε, για την ευτυχώς πολύ μικρή μερίδα αυτών των πλανημένων προβάτων, που απομακρύνθηκαν από την Ορθόδοξη πίστη μας, την μόνη αληθινή πίστη ανα τον κόσμο. Ας προσευχηθούμε αγαπητοί αδελφοί μου, για τους ανθρώπους αυτούς, να τους φωτίσει η χάρις του Παναγίου Πνεύματος και να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία μας, στην Εκκλησία του Αναστημένου Χριστού, του μόνου αληθινού Θεού.
 Κάθε χρόνο παραμονές της Μεγάλης Εβδομάδος, παραμονές των Αγιών Παθών του Κυρίου μας, οι άνθρωποι αυτοί επιλέγουν συγκεκριμένο κέντρο του Αγρινίου που λυπούμαστε πολύ για τον ιδιοκτήτη του καταστήματος αυτού ,που για να βγάλει 5 δεκάρες βοηθά τους Μάρτυρες του Ιεχωβά να δηλητηριάσουν και άλλες ανθρώπινες ψυχές , να πραγματοποιήσουν την συνάθροισή τους έτσι ώστε με δόλιο, ύπουλο και σκοτείνο τρόπο να πλανέψουν και άλλους αφελείς ανθρώπους, ανθρώπους με ασθενή πίστη, ανθρώπους πονεμένους, ανθρώπους οικονομικά εξαθλιωμένους υποσχόντας τους στήριξη και βοήθεια,

ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ
Οι πιό βασικές αλήθειες τις πίστεως μας σε αντίθεση με τους Χιλιαστές που είναι από τους πιό φοβερούς αιρετικούς όλων των εποχών, διότι υιοθέτησαν και κηρύττουν τις περισσότερες από τις πλάνες, που στηρίχτηκαν κατά καιρούς από διάφορους αιρεσιάρχες. Σ' αυτές πρόσθεσαν και πολλές άλλες. Εδώ απλώς αναφέρουμε τις μεγαλύτερες.

1.Βασική αλήθεια του Χριστιανισμού είναι η πίστη στην Αγία Τριάδα. Ο Θεός είναι Ένας κατά την ουσία αλλά ταυτόχρονα Τριαδικός, δηλαδή τρία Πρόσωπα, ο Πατήρ, ο Υιός και το ’γιο Πνεύμα. 1. Οι Χιλιαστές όχι μόνο απορρίπτουν την πίστη στον Τριαδικό Θεό, αλλά φτάνουν να γράφουν πώς η Τριαδική διδασκαλία προέρχεται από τη "διάνοια του Σατανά"

2. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός είναι "Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού". Γεννημένος προαιώνια από το Θεό Πατέρα, είναι της ίδιας ουσίας και της φύσεως μ' Εκείνον. Όντας λοιπόν τέλειος Θεός, έγινε και τέλειος άνθρωπος "δια την ημετέρα σωτηρία" 2. Οι Χιλιαστές, όπως ο παλιός αιρεσιάρχης ’Αρειός, που καταδικάστηκε από την ’ οικουμενική Σύνοδο, αρνούνται τη θεότητα του Χριστού μας και διδάσκουν πως είναι κτίσμα, δηλαδή δημιούργημα του Θεού. Αυτή και μόνο η πλάνη τους δείχνει πως είναι "αντίχριστοί"

3. Το ’γιο Πνεύμα είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Όπως ο Υιός, που γεννιέται από το Θεό Πατέρα, είναι της ίδιας φύσεως μ' Εκείνον, έτσι και το ’γιο Πνεύμα, που εκπορεύεται επίσης από τον Πατέρα (Ιω. 15,26), είναι πάλι της ίδιας φύσεως και της ίδιας ουσίας, δηλαδή Θεός. 3. Για το ’γιο Πνεύμα οι Χιλιαστές προχωρούν ακόμη πιό πέρα και από τους παλιούς Πνευματομάχους, που καταδίκασε η ΄Β οικουμενική Σύνοδος. Δεν παραδέχονται όχι μόνο τη θεότητα Του, αλλά ούτε και την προσωπική Του υπόσταση. Το θεωρούν απλώς ενεργό δύναμη του Θεού.

4. Ο άνθρωπος δεν αποτελείται μόνο από σώμα. Έλαβε από το δημιουργό Θεό και ψυχή, που είναι αθάνατη. Ακόμη δεχόμαστε πώς η ζωή συνεχίζεται και μετά το θάνατο μάς. 4. Οι Χιλιαστές δεν πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής, όπως παλιά οι Θνητοψυχίτες. Γι' αυτούς ο άνθρωπος είναι μόνο σώμα. Ότι ονομάζουμε ψυχή, είναι απλώς η ζωή, όπως ακριβώς η ζωή των ζώων. Πεθαίνοντας ο άνθρωπος περιέρχεται στην ανυπαρξία. Εκμηδενίζεται.

5. Για μας τους Ορθοδόξους η Παναγία είναι "η μητέρα του Κυρίου" μας 5. Οι Χιλιαστές δεν αναγνωρίζουν την Παναγία ως Θεοτόκο και παρερμηνεύοντας , όπως το συνηθίζουν, διάφορα χωρία της Γραφής, απορρίπτουν οτι υπήρξε Αειπάρθενος.

6. Εμείς τιμούμε τους Αγίου του Θεού, δηλαδή εκείνους που αφιέρωσαν ολόκληρη τη ζωή τους στο Θεό και έζησαν ακολουθώντας πιστά το θέλημα Του. Δεχόμαστε ακόμη πως αυτή η μετοχή τους στη θεία ζωή, τους δίνει τη δυνατότητα να μεσιτεύσουν στο Θεό για μας. 6. Οι Χιλιαστές αρνούνται την ύπαρξη των Αγίων και επομένως τις μεσιτείες τους και την τιμητική προσκύνηση τους εκ μέρους των πιστών. Και είναι φυσικό, αφού δέχονται πως οι άνθρωποι- άρα και οι ’γιοι - μετά το θάνατο τους εκμηδενίζονται.

7. Ως χριστιανοί ανήκουμε στην Εκκλησία, που είναι το σώμα του Χριστού μας. Σωζόμαστε μόνο όταν έιμαστε μέλη της Εκκλησίας και όταν γινόμαστε μέτοχοι της θείας χάριτος μέσω των μυστηρίων, που συνέστησε και παράδωσε ο ίδιος ο Λυτρωτής μας Ιησούς. 7. Οι Χιλιαστές δεν πιστεύουν στην Εκκλησία. Αρνούνται τη σωστική χάρη των μυστηρίων. Πολεμούν και διαβάλλουν τους κληρικούς.

8. Ο Σταυρός του Κυρίου μας είναι το καύχημα όλων των πιστών, αφού επάνω του θυσιάστηκε ο Λυτρωτής μας. Τον μισούσαν και τον προσκυνούσαν οι χριστιανοί ήδη από τα αποστολικά χρόνια. Έτσι κι εμείς εξακολουθούμε να τον σεβόμαστε και να τον προσκυνούμε. 8. Οι Χιλιαστές δεν χρησιμοποιούν και δεν τιμούν το Σταυρό. Είναι χαρακτηριστικό: Δεν κάνουν ποτέ το σημείο του σταυρού! Φτάνουν μάλιστα ν' αποκαλούν εμάς τους χριστιανούς που τον κάνουμε ειδωλολάτρες!

9. Οι Ορθόδοξοι τιμούμε και ασπαζόμαστε τις ιερές εικόνες. Όχι βέβαια, τα ξύλα, αλλά τα εικονιζόμενα ιερά πρόσωπα. 9. Οι Χιλιαστές είναι εικονομάχοι. Όχι μόνο δεν τιμούν και δεν προσκυνούν τις εικόνες αλλά τις χλευάζουν και τις καταπατούν.

ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ
Ασφαλώς κάτι έχεις ακούσει για τους Χιλιαστές. Ακόμη είναι πιθανό να έχουν χτυπήσει και την πόρτα του σπιτιού σου ή να τους είδες κάπου (στη λαϊκή αγορά, σε μια πλατεία, σε κάποιο δρόμο), να πουλούν τα βιβλία και τα περιοδικά τους. Λοιπόν, τι ακριβώς είναι οι Χιλιαστές;
Πρόκειται για μιά ύπουλη και επικίνδυνη αίρεση. Μια ξενόφερτη και ξενοκίνητη οργάνωση. Μια τεράστια πολυεθνική μετοχική εταιρία, που εδρεύει στο Μπρούκλιν της Αμερικής και από εκεί, μέσω βιβλίων και περιοδικών της που διοχετεύει σ' ολόκληρο τον κόσμο, κηρύττει τις πιό χοντροκομμένες πλάνες και επαναλαμβάνει τις περισσότερες από τις αντιχριστιανικές διδασκαλίες, που μέχρι σήμμερα υποστήριξαν οι διάφοροι αιρετικοί.
Η οργάνωση των Χιλιαστών (" Βιβλική και Φυλλαδική Εταιρία Σκοπιά") ξεκίνησε τον περασμένο αιώνα (1881). Ιδρυτής και πρώτος αρχηγός της υπήρξε ο αμερικανοεβραίος έμπορος Κάρολος Ρώσσελ.
Οι Χιλιαστές μας παρουσιάζονται με διάφορα ονόματα. Είναι κι αυτό ένα από τα πολλά τεχνάσματα τους. Αλλάζουν συχνά όχι μόνο ονόματα αλλά και διδασκαλία, όταν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα τους.Τα πιό γνωστά ονόματα τους είναι Χιλιαστές και μάρτυρες του Ιεχωβά. ΧΙΛΙΑΣΤΕΣ ονομάστηκαν,. γιατί πιστεύουν πως ο Χριστός θα έρθει στη γή για να εγκαθιδρύσει μιά επίγεια βασιλεία, που θα διαρκέσει χίλια χρόνια. Έφτασαν μάλιστα να ορίσουν και χρονολογίες για "το τέλος του πονηρού κόσμου" και την έναρξη της βασιλείας, που βέβαια, διαψεύστηκα. Η τελευταία χρονολογία που είχαν ορίσει ήταν το φθινόπωρο του 1975. Για μιά ακόμη φορά έπεσαν έξω και γελοιοποιήθηκαν!
     Οι Χιλισαστές θέλουν να αποκαλούνται ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ. Με την ονομασία αυτή "Γιεχωβάδες") είναι και πιό γνωστοί στο λαό μας. Γιατί θέλουν να ονομάζονται έτσι; Διότι ισχυρίζονται πως ο Θεός πρέπει να αποκαλείται μόνο με το εβραϊκό του όνομα "Ιεχωβά". Όποιος δεν ονομάζει έτσι τον Θεό δεν σώζεται! Ο ισχυρισμός αυτός είναι τελείως αστήρικτος. Όχι μόνο διότι ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη ονομάζεται ακριβέστερα "Γιαχβέ" αλλά και διότι το όνομα αυτό δεν είναι το μοναδικό. Στην Π. Διαθήκη υπάρχουν κι άλλα ονόματα του Θεού (Ων, Θεός Αβρααμ κ.τ.λ.).
Τελευταία οι Χιλιαστές διεκδικούν ακόμη και το όνομα του ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ. Ωστόσο, είναι ολοφάνερο πως το κάνουν για να εξαπατήσουν τους απλούς και ακατόπιστους αδελφούς μας. Χριστιανοί είναι μόνο εκείνοι που πιστεύουν στο Χριστό. Όσοι αρνούνται τ θεότητα Του, όπως οι Χιλιαστές, είναι αντίχριστοι.

ΠΩΣ ΔΡΟΥΝ
Μιλώντας για την οργάνωση των μαρτύρων του Ιεχωβά, θα πρέπει να καταλάβουμε καλά πως πρόκειται για ένα κολοσσιαίο οικονομικό οργανισμό. Με κέντρο το Μπρούκλιν της Αμερικής η οργάνωση κατευθύνει μιά απίθανη προσηλυτιστική προπαγάνδα, για την οποία διατίθενται ανυπολόγιστα οικονομικά μέσα και στην οποία στρατεύονται τα ατυχή θύματα της χιλιαστικής πλάνης.
Κάθε μάρτυρας του Ιεχωβά είναι ένα εξάρτημα αυτού του τεράστιου μηχανισμού και όργανο των σχεδίων του Μπρούκλιν. Ο "ζήλος" που βλέπουμε να έχουν, δίδοντας τα έντυπα τους και κηρύττοντας τις ιδέες τους, είναι αποτέλεσμα ψυχολογικού καταναγκασμού.Το πιο σπουδαίο έργο των Χιλιαστών είναι η εξάπλωση των διδασκαλιών τους και η διάδοση των βιβλίων και των περιοδικών τους όπως η "ΣΚΟΠΙΑ" και το "ΞΥΠΝΑ". Είναι τόσο μεγάλη η πλύση εγκεφάλου που υφίστανται, ώστε τους κάνει να πιστεύουν πώς αυτό που κάνουν είναι το πιό σπουδαίο έργο και ότι αποτελεί υπηρεσία και λατρεία πρός τον Ιεχωβά!
Το σκοπό αυτό υπηρετεί ο μηχανισμός και η ιεραρχία της οργανώσεως που έχουν, το άφθονο χρήμα που ξοδεύουν και εισπράττουν, οι συναθροίσεις που πραγματοποιούν, τα συνέδρια που οργανώνουν.
Οι Χιλιαστές κινούνται παντού:


  • Επισκέπτονται συνοικίες και γυρίζουν απο σπίτι σε σπίτι συνήθως Κυριακές βρίσκοντας στον ύπνο ανθρώπους που δεν πατούν στην Εκκλησία μας.

  • Κυκλοφορούν στους δρόμους, τις πλατείες, τις στάσεις των λεωφορείων, και σταματούν ανύποπτους διαβάτες.

  • Στέκονται στους φωτεινούς σηματοδότες των δρόμων προτείνοντας τα περιοδικά τους σε οδηγούς αυτοκινήτων.

  • Τελευταία εμφανίζονται και στους χώρους των λαϊκών αγορών.
Οι Χιλιαστές αρέσκονται να ονομάζονται και "σπουδαστές των Γραφών". Κρατούν πάντοτε στα χέρια ή στις τσάντες τους την Αγία Γραφή και είναι έτοιμοι, αν χρειαστεί, ν' αρχίσουν να αραδιάζουν επιλεγμένα βιβλικά χωρία. Μην τους πιστεύεις. Για τους Χιλιαστές πάνω απο την Αγία Γραφή βρίσκεται το περιοδικό "ΣΚΟΠΙΑ". Τα χωρία της Αγίας Γραφής, που παρερμηνεύουν φρικτά, τα χρησιμοποιούν για να εξαπατήσουν τους αφελείς.Ένα απο τα πολλά τεχνάσματα που χρησιμοποιούν οι Χιλιαστές, είναι και η ευγένεια. Χτυπώντας την πόρτα ενός σπιτιού εμφανίζονται γλυκομίλητοι και χαμογελαστοί. Προσοχή! Δεν είναι αυθόρμητη η συμπεριφορά τους. Έχουν πάρει οδηγίες γι' αυτό. Και το κάνουν για να ξεγελάσουν τα υποψήφια θύματα τους.

ΠΩΣ Ν' ΑΝΤΙΔΡΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ
Πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε καλά: Οι μάρτυρες του Ιεχωβά είναι πολύ επικίνδυνοι.Τόσο για τις φοβερές πλάνες που διδάσκουν όσο και για το σύστημα που ακολουθούν, προκειμένου να μας αιχμαλωτίσουν στην αίρεση τους. Είναι ανάγκη, λοιπόν, να είμαστε πάντοτε προσεκτικοί και ν' αντιδρούμε σωστά.Αν χτυπήσουν την πόρτα μας, θα τους διώξουμε χωρίς καμιά συζήτηση. Είναι αφέλεια να πιστεύουμε πως με τη συζήτηση μαζί τους είναι πιθανό να τους βοηθήσουμε. Δεν έρχονται να μας ακούσουν. Έρχονται για να πλασάρουν το δηληρήριο της πλάνης τους, ακολουθώντας καλά μελετημένο και δοκιμασμένο σχέδιο. Συζήτηση μαζί τους σημαίνει γι' αυτούς πως δείξαμε ενδιαφέρον. Θ' ανοίξουν καρτέλλα με τα στοιχεία μας. Και μετά από λίγες μέρες θα μας ξανάρθουν.
Μακριά από τα χέρια μας τα περιοδικά τους "ΣΚΟΠΙΑ" και "ΞΥΠΝΑ", καθώς και τα διάφορα βιβλία τους. Ούτε μια δραχμή για τον κορβανά (ταμείο) των μαρτύρων του Ιεχωβά. Δεν αγοράζουμε, λοιπόν, τίποτε και δεν δεχόμαστε τίποτε, έστω κι αν μας το προσφέρουν δωρεάν.Αν εμφανιστούν Χιλιαστές στη συνοικία και τη γειτονιά μας, δεν φτάνει εμείς μόνο να μην τους ανοίξουμε την πόρτα. Πρέπει να ενημερώσουμε σχετικά και τους άλλους ενοίκους της πολυκατοικίας ή τους γείτονες μας. Να ξέρουν κι εκείνοι για τι πρόκειται. Ακόμη ας φροντίσουμε αμέσως να ειδοποιήσουμε και τον εφημέριο της ενορίας μας.
Τους ιερείς μας ακόμη ενημερώνουμε, αν μάθουμε πως σε κάποιο σπίτι της γειτονιάς μας γίνονται συναθροίσεις Χιλιαστών ή ακόμη αν πληροφορηθούμε πως κάποιος αδελφός μας χριστιανός κινδυνεύει να πέσει στα δίχτυα τους.Δεν παραλείπουμε επίσης να επισημαίνουμε τον κίνδυνο και στους συγγενείς και φίλους μας και να τους συνιστούμε να μή δέχονται επισκέψεις Χιλιαστών στα σπίτια τους.Είναι χρήσιμο και για μας τους ίδιους, αλλά και για να μπορέσουμς να προστατεύσουμς και άλλους, να είμαστε κατατοπισμένοι πάνω στα όσα διδάσκουν οι Χιλιαστές. Υπάρχουν σήμερα αξιόλογα αντιχιλιαστικά βιβλία, που μπορεί ο εφημέριος μας να υποδείξει ή και μόνοι μας να αναζητήσουμε στα χριστιανικά βιβλιοπωλεία.
ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ
Είμαστε ορθόδοξοι χριστιανοί. Ο Κύριος μας ζητά ν' αγαπάμε όλους τους ανθρώπους. Επομένως και τους Χιλιαστές, που έπεσαν θύματα μιάς καταχθόνιας προπαγάνδας.Λυπούμαστε βαθιά γιατί πρόδωσαν την πίστη τους κι απομακρύνθηκαν από την αλήθεια του Χριστού. Εκείνο που θέλουμε και προσευχόμαστε, είναι να τους φωτίσει ο Θεός να επιστρέψουν στο φώς και στην ορθή πίστη.Αν κάτι αποστρεφώμαστε, αυτό δεν είναι οι μάρτυρες του Ιεχωβά, αλλά οι φρικτές αιρέσεις που υποστηρίζουν και προσπαθούν με λυσσαλέο πείσμα να μας επιβάλλουν.Ανήκουμε ως χριστιανοί στην ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία που κράτησε ανόθευτη κι απαραχάρακτη την αλήθεια, την οποία αποκάλυψε στους ανθρώπους ο Χριστός μας και μας παρέδωσαν οι Απόστολοι του.Αυτό ασφαλώς αποτελεί για μας ένα υψηλό προνόμιο και μια μεγάλη τιμή. Ταυτόχρονα όμως, γεννά και ορισμένες υποχρεώσεις. Έχουμε χρέος να γνωρίζουμε την πίστη μας. Ποιά είναι η διδασκαλία της Εκκλησίας μας.Ιδιαίτερα οφείλουμε να μελετούμε την Αγία Γραφή, που είναι ο ζωντανός λόγος του Θεού. Πρέπει να τονίσουμε πως, αν οι Χιλιαστές καταφέρνουν μερικές φορές να εξαπατούν, αυτό γίνεται γιατί πολλοί απο μας τους χριστιανούς είμαστε ακατατόπιστοι στα θέματα της πίστεως.
Η ορθόδοξη πίστη, ωστόσο, δεν είναι μόνο υπόθεση γνώσεως. Κυρίως είναι ορθός τρόπος ζωής. Ο Χριστός καλεί όλους μας όχι απλώς να Τον γνωρίσουμε, αλλά να ζήσουμε τη δική Του ζωή μέσα στην Εκκλησία που ο ίδιος ίδρυσε.Η συνεπής χριστιανική ζωή όλων μας είναι η πιό πειστική απόδειξη οτι η πίστη μας είναι η μόνη ορθή πίστη.Ο χριστιανός που ζεί ενωμένος με το Χριστό με τη συχνή προσευχή, με τακτική συμμετοχή στα μυστήρια και την κοινή λατρεία, τη ζωή και τα έργα της ενορίας του, βρίσκεται σε ασφάλεια.Ανήκοντας οργανικά και όχι τυπικά στα λογικά πρόβατα της ποίμνης του Χριστού, που είναι η Εκκλησία, δεν κινδυνεύεις από τους λύκους, τους διάφρους δηλαδή αιρετικούς.

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

Ποια είναι τα ψυχικά και σωματικά πάθη; ποιες είναι οι ψυχικές και σωματικές αρετές;

 Toυ Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

    Πρέπει να ξέρουμε ότι ο άνθρωπος είναι διπλός, δηλαδή από σώμα και ψυχή, και έχει διπλές τις αισθήσεις και διπλές τις αρετές τους.Πέντε αισθήσεις έχει η ψυχή και πέντε το σώμα.Οι ψυχικές αισθήσεις είναι : νους, διάνοια, γνώμη, φαντασία, αίσθηση. Οι σοφοί τις ονομάζουν και δυνάμεις.
Οι σωματικές αισθήσεις είναι : όραση, όσφρηση, ακοή, γεύση, αφή.
Για αυτό και διπλές είναι οι αρετές, διπλές και οι κακίες.Ώστε αναγκαίο είναι να γνωρίζει καθαρά ο κάθε άνθρωπος, πόσες είναι οι ψυχικές αρετές και πόσες οι σωματικές. Και ποια είναι τα ψυχικά πάθη και ποια τα σωματικά πάθη.Ψυχικές αρετές είναι πρώτα οι τέσσερις γενικότερες αρετές, οι οποίες είναι: Ανδρεία, φρόνηση, σωφροσύνη, και δικαιοσύνη.
     Από αυτές γεννιούνται οι ψυχικές αρετές, πίστη, ελπίδα, αγάπη, προσευχή, ταπείνωση, πραότητα, μακροθυμία, ανεξικακία, χρηστότητα, αοργησία, Θεία Γνώση, ευφροσύνη, απλότητα, αταραξία, ειλικρίνεια, η χωρίς έπαρση διάθεση, η αφιλαργυρία, η συμπάθεια, ελεημοσύνη, μεταδοτικότητα, αφοβία, αλυπία, κατάνυξη, σεμνότητα, ευλάβεια, επιθυμία των μελλοντικών αγαθών, πόθος της Βασιλείας του Θεού και επιθυμία της Θείας Υιοθεσίας.
Σωματικές αρετές ή μάλλον εργαλεία των αρετών, που όταν γίνονται με γνώση κατά το Θέλημα του Θεού και μακριά από κάθε υποκρισία και ανθρωπαρέσκεια, κάνουν τον άνθρωπο να προκόβει στην ταπείνωση και την απάθεια, είναι οι εξής: εγκράτεια, νηστεία, πείνα, δίψα, αγρυπνία, ολονύκτια στάση στην προσευχή, συνεχής γονυκλισία, αλουσιά, χρήση ενός μόνου ενδύματος, ξηροφαγία, το να τρώει κανείς αραιά, να πίνει μόνο νερό, χαμαικοιτία, φτώχεια, ακτημοσύνη, αποφυγή περιποιήσεως (καλλωπισμού), αφιλαυτία, μόνωση, ησυχία, το να μην βγαίνει κανείς έξω, στέρηση, αυτάρκεια, σιωπή, το να κάνει κανείς εργόχειρο με τα χέρια του, και κάθε κακοπάθεια και σωματική άσκηση, και άλλα τέτοια, τα οποία όταν είναι το σώμα εύρωστο και ενοχλείται από τα σαρκικά πάθη είναι αναγκαιότατα και ωφελιμότατα. Όταν το σώμα είναι εξασθενημένο και έχει, με την βοήθεια του Θεού, νικήσει τα πάθη, δεν είναι αναγκαία, γιατί η αγία ταπείνωση και η ευχαριστία τα αναπληρώνουν όλα.
Τώρα πρέπει να κάνουμε λόγο και για τις ψυχικές και σωματικές κακίες, δηλαδή τα πάθη.Ψυχικά πάθη είναι η λήθη, η ραθυμία και η άγνοια.
     Από τα τρία αυτά σκοτίζεται το μάτι της ψυχής, δηλαδή ο νους, και κυριεύεται από όλα τα πάθη, τα οποία είναι: ασέβεια, κακοδοξία (δηλαδή η κάθε αίρεση), βλασφημία, θυμός, οργή, πικρία, οξυθυμία, μισανθρωπία, μνησικακία, καταλαλιά, κατάκριση, λύπη χωρίς λόγο, φόβος, δειλία, φιλονικία, ζήλια, φθόνος, κενοδοξία, υπερηφάνεια, υποκρισία, ψεύδος, απιστία, πλεονεξία, φιλοϋλία, εμπαθής προσκόλληση σε κάτι, σχέση με γήινα πράγματα, ακηδία, μικροψυχία, αχαριστία, γογγυσμός, οίηση, δολιότητα, αναίδεια, αναισθησία, κολακεία, υπουλότητα, ειρωνεία, διβουλία, συγκατάθεση σε αμαρτήματα του παθητικού μέρους της ψυχής και συνεχή μελέτη αυτών, περιπλάνηση των λογισμών, η μητέρα των κακών φιλαυτία και η ρίζα όλων των κακών η φιλαργυρία, κακοήθεια και πονηρία.

Σωματικά πάθη είναι: γαστριμαργία, λαιμαργία, απόλαυση, μέθη, λαθροφαγία, ποικιλότροπη φιληδονία, πορνεία, μοιχεία, ασέλγεια, ακαθαρσία, αιμομιξία, παιδεραστία, κτηνοβασία, κακές επιθυμίες και όλα τα παρά φύση αισχρά πάθη. Κλοπή, ιεροσυλία, ληστεία, φόνος, η κάθε σωματική άνεση και απόλαυση των θελημάτων της σάρκας, και μάλιστα όταν έχει υγεία το σώμα. Μαντείες, οιωνισμοί, κλυδωνισμοί, αγάπη για στολίδια, κομπασμοί, νωθρότητες, καλλωπισμοί, φτιασιδώματα του προσώπου, αξιοκατάκριτη αργία, φαντασιώσεις, τυχερά παιχνίδια, η εμπαθής παράχρηση των τερπνών του κόσμου, η φιλοσώματη ζωή που παχαίνει το νου και τον κάνει γήινο και κτηνώδη, και δεν τον αφήνει να σηκωθεί προς το Θεό και προς τις εργασίες των αρετών.
     Ρίζες όλων αυτών των παθών και πρωταίτιες είναι η φιληδονία, η φιλοδοξία, και η φιλαργυρία από τις οποίες γεννιέται κάθε κακό.Δεν αμαρτάνει ποτέ ο άνθρωπος, αν πρωτύτερα δεν υπερισχύσουν και δεν τον κατακυριεύσουν οι δυνατοί γίγαντες που αναφέρει ο σοφότατος ασκητής Μάρκος, δηλαδή η λήθη, η ραθυμία, και η άγνοια.Αυτές τις γεννά η ηδονή, η καλοπέραση και η αγάπη της δόξας των ανθρώπων και του περισπασμού. Πρώτη αιτία όλων αυτών και κακή μητέρα είναι η φιλαυτία, δηλαδή η παράλογη αγάπη του σώματος και η εμπαθής προσκόλληση σ' αυτό. Η διάχυση και η χαύνωση του νου με ευτραπελίες και αισχρολογίες προξενούν πολλά κακά και πολλές πτώσεις, όπως επίσης η θρασύτητα και το γέλιο.
     Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι η εμπαθής φιληδονία είναι πολύμορφη και πολύτροπη και είναι πολλές οι ηδονές που εξαπατούν την ψυχή, όταν δεν είναι στερεωμένη στο Θεό με νίψη και θείο φόβο, και δεν φροντίζει για την εργασία των αρετών με αγάπη προς τον Χριστό. Γιατί είναι πάρα πολλές οι ηδονές που τραβούν προς τον εαυτό τους τα μάτια της ψυχής. Είναι οι ηδονές των σωμάτων, των χρημάτων, της απόλαυσης, της ραθυμίας, της εξουσίας, της φιλαργυρίας, της πλεονεξίας.

Ο Μεγάλος Κανόνας στην υμνογραφία της Εκκλησίας μας

Του π Σπυρίδωνα Ιωάννου
Εφημερίου Ιερού Ναού Αποστόλου Φιλίππου
Γραμματικούς
 
      Την Ε εβδομάδα των νηστειών, αγαπητοί, η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, με πολλή απλοχεριά, δίνει 3 καλές ευκαιρίες στους Χριστιανούς, να συναχτούν στην Εκκλησία, να δέσουν τα τραύματά τους από τους δύσκολους πνευματικούς αγώνες τους και να ξεκινήσουν πάλι με νέες δυνάμεις, το δρόμο για την Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού. Αυτοί οι πνευματικοί σταθμοί για τον ανεφοδιασμό των αγωνιζομένων χριστιανών, είναι ο πρώτα ο Μεγάλος Κανόνας, ύστερα ο Ακάθιστος ύμνος και έπειτα ο βίος και η πολιτεία της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας που εορτάζεται την προσεχή Κυριακή.
     Την Πέμπτη ημέρα της Ε εβδομάδας των Νηστειών, κατά την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας, ψάλλεται σε όλους σχεδόν τους χριστιανικούς Ναούς η Ακολουθία του Μεγάλου και κατανυκτικού Κανόνος. Και ονομάζεται μεγάλος ο Κανόνας αυτός διότι ενώ όλοι οι άλλοι κανόνες μόλις περνάνε τα 30 τροπάρια, οΜεγάλος Κανόνας που διαβάζεται το απόγευμα της Τετάρτης της Ε Εβδομάδας μαζί με την ακολουθία του μικρού Αποδείπνου φτάνει τα 250 τροπάρια. Ποιητής και συγγραφέας του Μεγάλου Κανόνα είναι ο Αγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης, Αρχιεπίσκοπος Κρήτης που εορτάζεται στις 4 Ιουλίου. Υπήρξε Μοναχός κατ᾿ ἀρχάς στήν Μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα στά Ἱεροσόλυμα, μετεπειτα ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη γιά ἐκκλησιαστική ἀποστολή όπου εκεῖ παρέμεινε καί ἀνέλαβε διάφορα ἐκκλησιαστικά ὑπουργήματα καί τέλος ἀνεδείχθη ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης
     Ὁ Ἀνδρέας ἦταν λόγιος κληρικός καί ὑμνογράφος. Ἡ φιλολογική καί ὑμνολογική του παραγωγή εἶναι ἀξιόλογος. Τό σπουδαιότερο ὅμως ὑμνογραφικό του ἔργο εἶναι ὁ Μέγας Κανών. Τόν ἔγραψε, ὅπως φαίνεται ἀπό διάφορες ἐνδείξεις, περί τό τέλος τῆς ζωῆς του, κατά δέ τήν μαρτυρία ἑνός Συναξαρίου, στήν Ἐρεσό, λίγο πρίν πεθάνῃ.
    Ο Μεγας Κανόνας είναι ένα ποίημα λειτούργικό, πολύστροφο σπάνιας τέχνης που μοσχοβολάει άρωμα πνευματικής ευωδίας και αποστάζει δροσία κατανύξεως σε κάθε ανθρωπίνη καρδία. Στην αρχή ο Αγ Ανδρέας Κρήτης, με πολύ ταπείνωση, εκφράζει την απορία του από ποιο παράπτωμα ν αρχίσει , και αναφέρει « πόθεν άρξομαι θρηνείν τας του αθλίου μου βίου πράξεις »… Όλος ο Μ Κ σαν ένας ποταμός κλαυθμού και δακρύων πηγάζει από την Αγία Γραφή. Από εκεί ο Αγιος Ανδρέας πάιρνει τις εμπνεύσεις του και δεν αφήνει καμία ιστορία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης που να μην την αναφέρει, Από την ζωή των πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας της Παλαιάς Διαθήκης, μέχρι και την ζωή των Αγίων Αποστόλων στην Καινή Διαθήκη που να μην την συγκρίνει με την ζωή της ψυχής του. Άλλοτε για τις καλές πράξεις των προσώπων της Αγ Γραφής, κατηγορεί την ψυχή του από πραγματική ταπείνωση πως δεν τις ακολούθησε και δεν τις μιμήθηκε, και προτρέπει με ωραίο τρόπο σε κάθε ψυχή να μιμηθεί τα καλά έργα των Αγίων, και άλλοτε σε άλλα σημεία στις κακές πράξεις που αναφέρονται στην Αγ Γραφή, κακίζει και ταλανίζει την ψυχή του που τις ακολούθησε και μας συμβουλευει με πολλή θέρμη να αποφύγουμε το κακό και να επιστρέψουμε στο Θεό, πραγμα που γίνεται με αληθινά δάκρυα και έμπρακτη μετάνοια. Ο ποιητής με πλήθος δηλαδή αγιογραφικών ιστορημάτων και παραδειγμάτων, θετικών και αρνητικών, από την πτώση του Αδάμ ως την Ανάληψη του Χριστού και τον ευαγγελισμό της ανθρωπότητας από τους αποστόλους, παρακινώντας κάθε ψυχή να μιμείται τις καλές πράξεις, να αποφεύγει τις φαύλες και να καταφέυγει πάντα στο Θεό με μετάνοια, δάκρυα, εξομολόγηση και κάθε άλλη ευαρέστηση.

Ο Μεγάλος Κανόνας δηλαδή δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνα κύκνειο ᾆσμα, ἕνας θρῆνος προθανάτιος, ἕνας θρηνητικός μονόλογος. Ὁ ποιητής βρίσκεται στό τέλος τῆς ζωῆς του. Αἰσθάνεται ὅτι οἱ ἡμέρες του εἶναι πιά ὀλίγες, ὁ βίος του ἔχει περάσει. Ἀναλογίζεται τόν θάνατο καί τήν κρίσι τοῦ δικαίου Κριτοῦ, πού τόν ἀναμένει. Καί ἔρχεται νά κάμῃ μία ἀναδρομή, μία ἀνασκόπησι τοῦ πνευματικοῦ του κόσμου. Κάθεται νά συζητήσῃ μέ τήν ψυχή του. Ὁ ἀπολογισμός ὅμως δέν εἶναι ἐνθαρρυντικός. Ὁ βαρύς κλοιός τῆς ἁμαρτίας τόν συμπνίγει. Ἡ συνείδησις τόν ἐλέγχει. Καί ὁ ποιητής θρηνεῖ διαρκῶς γιά τήν ἄβυσσο τῶν κακῶν του πράξεων.Στόν θρῆνο αὐτό συμπλέκεται ἡ ἀναδρομή στήν Ἁγία Γραφή. Αὐτό κυρίως δίδει τήν μεγάλη ἔκταση στό ποίημα. Σάν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὁ ποιητής ἀνοίγει τό βιβλίο τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀξιολογήσῃ τά πεπραγμένα του. Ἐξετάζει ἕνα πρός ἕνα τά παραδείγματα τοῦ ἱεροῦ βιβλίου. Τό ἀποτέλεσμα τῆς συγκρίσεως εἶναι κάθε φορά τρομερό καί αἰτία νέων θρήνων. Ἔχει μιμηθῆ ὅλες τίς κακές πράξεις τῶν ἡρώων τῆς ἱερᾶς ἱστορίας, ὄχι ὅμως καί τίς καλές πράξεις τῶν Ἁγίων. Δέν τοῦ μένει παρά ἡ μετάνοια, ἡ συντριβή καί ἡ καταφυγή στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ἀνοίγει ἡ αἰσιόδοξος προοπτική τοῦ ποιητοῦ. Βρῆκε τήν θύρα τοῦ Παραδείσου, τήν μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δέν ἔχει νά παρουσιάσῃ·προσφέρει ὅμως στόν Θεό τή συντετριμένη του καρδιά καί τήν πνευματική του πτωχεία και όπως μας λέγει ο ιερός Ψαλμωδός, καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη ο Θεός ουκ εξουθενώσει. Τά βιβλικά παραδείγματα τοῦ Δαυίδ, τοῦ τελώνου, τῆς πόρνης καί τοῦ ληστοῦ τόν ἐνθαρρύνουν, Ὁ Κριτής θά εὐσπλαγχνισθῇ καί αὐτόν, πού ἁμάρτησε πιό πολύ ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους.

     Ψάλλεται σε ήχο πλ β που είναι ιδιαίτερα κατανυκτικός, εκφραστικός του πένθους και της συντριβής της καρδιάς. Ετσι αφενός μεν μας παρακινεί σε μετάνοια και κατάνυξη και αφετέρου μας ενθαρρύνει ώστε να υπομέίνουμε και εμείς και να γωνιστούμε με όλες μας τις δυνάμεις, με την ελπίδα ότι θα φτάσουμε στην 3ήμερη Ανάσταση του Χριστού και στην μετάληψη των Αγίων μυστηρίων του. Και τότε θα γνμωρίσουμε πραγματικά την μελλοντική του δόξα και θα γίνουμε κοινωνοί και μέτοχοί της μαζί μ Αυτόν, στην ανέσπερη ημέρα της αιωνίας βασιλείας Του.

Η Ακολουθία του Μεγάλου Κανόνος στην Γραμματικού την προσεχή Τετάρτη


Την προσεχή Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010 στις 18:00 το απόγευμα, στον Ιερό Ναό Αγίου ενδόξου Αποστόλου Φιλίππου στην Γραμματικού Αιτωλοακαρνανίας, θα τελεσθεί η ακολουθία του μικρού Αποδείπνου και η ακολουθία του Μεγάλου Κανόνα, ποίημα του Αγίου Ανδρέου, αρχιεπισκόπου Κρήτης.
Όσοι πιστοί προσέλθετε

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Το πνεύμα της εποχής μας και η πνευματικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας

Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου
κκ Ιεροθέου
   
    Ευρισκόμενοι λίγο εις το μέσον της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, οδεύουμε, όπως έχει ειπωθεί, σε ένα «πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα, η “εορτή των εορτών”». Η λειτουργική αυτή περίοδος, που στην αρχαία Εκκλησία αποτελούσε την κορύφωση και την ένταση της μακρόχρονης προετοιμασίας των κατηχουμένων, πριν οδηγηθούν στην πασχάλια και αναστάσιμη εμπειρία του Βαπτίσματος, είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να προβληματιστούμε για το νόημα και το περιεχόμενο της Πνευματικότητας στην Εκκλησία, σε αντιπαράθεση όμως με τις ποικίλες έννοιες που ο όρος αυτός προσλαμβάνει στην εποχή μας. Η αντιπαράθεση αυτή είναι μείζονος σημασίας, καθώς θεωρούμε ότι υπάρχει σύγχυση και απώλεια των προϋποθέσεων διάκρισης του «πνεύματος της εποχής» από την Πνευματικότητα της Εκκλησίας.
    Παρά τις συνήθεις οιμωγές και τους θρήνους για την έλλειψη ή την απώλεια της πνευματικότητας από τον σύγχρονο τρόπο ζωής, παρά την «κρισιολογία» που χαρακτηρίζει ποικίλες πλευρές του λόγου ηθικιστών διανοουμένων της κοσμικής σκέψης, αλλά πολλές φορές και το ίδιο το κήρυγμα και τον ποιμαντικό λόγο λειτουργών της Εκκλησίας μας, η «πνευματικότητα» θάλλει και βασιλεύει στην εποχή μας. Έχουμε «πληθωρισμό» πνευματικότητας σήμερα. Και είναι σημαντικό να το καταλάβουμε αυτό, γιατί πολλές φορές, εξαιτίας της αλλοτρίωσης που έχουν υποστεί τα εκκλησιαστικά μας κριτήρια όπως αναφέραμε, αδυνατούμε να διακρίνουμε και να διαφοροποιήσουμε το «πνεύμα της εποχής», της κάθε εποχής, από την πνευματικότητα της Εκκλησίας ως Σώμα Χριστού πορευόμενου εντός της ιστορίας, το οποίο αντιμετωπίζει τις εκάστοτε προκλήσεις που η ιστορία θέτει ενώπιον των μελών του.
     Η εποχή μας, θα λέγαμε, μοιάζει από μια άποψη με την πρωτοχριστιανική εποχή όπως αυτή περιγράφεται σε επιστολές των αποστόλων και σε κείμενα αντιαιρετικών συγγραφέων των πρώτων αιώνων (βλ. π.χ. Ειρηναίος Λυώνος). Ψευδοπροφήτες και ψευδομεσσίες ευαγγελίζονται και σήμερα τη σωτηρία και την πνευματική ευτυχία, σε ένα συγκρητιστικό περιβάλλον που απειλεί τον πνευματικό προσανατολισμό των πιστών, καθώς και εμείς, οι λειτουργοί του Σώματος, δεν αποτελούμε πολλές φορές την πνευματική πυξίδα, που θα οδηγήσει στην εύρεση της πνευματικής «οδού», της Εκκλησίας.
     Υπάρχει, λοιπόν, «πνευματικότητα» για όλους στο «πανέρι της Νέας Εποχής», όπως έχει ονομαστεί με διάθεση διθυραμβική η εποχή μας: «Πνευματικότητα» για τις οικονομικά και μορφωτικά υστερούσες κοινωνικές τάξεις, «πνευματικότητα» και για τους ευνοημένους και τυχερούς της παγκόσμιας και εγχώριας οικονομικής ανθοφορίας, τις «ελίτ» όπως τις ονομάζει η κοινωνιολογία. «Πνευματικότητα» για τις νεαρές ηλικίες που αναζητούν εναγώνια νόημα για να καλύψουν το κενό της εφηβικής ανασφάλειας. «Πνευματικότητα» και για τις μεγαλύτερες ηλικίες που πλησιάζουν το τραγικό τέλος της φθαρτής μας ύπαρξης και αναζητούν τρόπους να το ξορκίσουν. Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της «πνευματικότητας» των ημερών μας όμως είναι η ένταξή της στο παιχνίδι και στους κανόνες της οικονομίας και της αγοράς. Η «πνευματικότητα» σήμερα είναι ένα προϊόν, όπως όλα τα άλλα. Παράγεται ανάλογα με τις ανάγκες της «αγοράς πνευματικότητας», μπαίνει σε διανομή και κυκλοφορία, όπως όλα τα εμπορεύματα. Αγοράζεται και καταναλώνεται. Αίφνης, πρόκειται για μια «πνευματικότητα χωρίς πνεύμα», αλλά με οικονομικό υπόστρωμα, κατά το «πνεύμα της εποχής», όπως αναφέραμε.
     Μια φευγαλέα ματιά στις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών life-style θα μας πληροφορήσει για τις «συνταγές ευτυχίας» και απαλλαγής από το βάρος της προσωπικής, χωρίς δεκανίκια, υπεύθυνης και ελεύθερης αντιμετώπισης της ζωής. Την ευτυχία πλέον, την προσωπική επιλογή αναμέτρησης με το νόημα του βίου, την έχουν αναλάβει, αντί ημών για εμάς, τα ωροσκόπια των αστρολόγων, η χειρομαντεία και οι καφετζούδες, αλλά και άλλοι, ων ουκ έστιν αριθμός, επιτήδειοι ειδήμονες της ανθρώπινης υπαρξιακής ανασφάλειας και του φόβου[4] σ’ ένα μεταβαλλόμενο κόσμο του οποίου «σείονται τα θεμέλια». «Φοβάμαι όλ’ αυτά που θα γίνουν για μένα, χωρίς εμένα…», θα συμφωνούσαμε με τον σύγχρονο στιχουργό…

     Αν περάσουμε τώρα από την μοντέρνα έντυπη ενημέρωση στη μεταμοντέρνα εικονολογία της τηλεόρασης και του διαδικτύου, θα σαστίσουμε με την προσφερόμενη «εικονική πνευματικότητα». Από συζητήσεις για τη σκοτεινή πλευρά της «πνευματικότητας», βλ. Σατανισμός και Μασωνία, ομαδικές αυτοκτονίες ολόκληρων θρησκευτικών «σεκτών», μέχρι και την επικρατούσα μορφή της «πνευματικότητας» ως συμπλήρωμα του life-style, αξεσουάρ της σύγχρονης «ναρκισσιστικής προσωπικότητας», όπως το Feng Sui, η Yoga και άλλες μορφές εναλλακτικής πνευματικότητας. Ο σύγχρονος άνθρωπος, για να καλύψει το ακόρεστο κενό του ναρκισσισμού του, αλλά και αναζητώντας ψυχολογικά αναπληρώματα για την ψυχοφθόρα ένταση της σύγχρονης εργασίας και ζωής, αποζητά «αρχιμήδειο στήριγμα» σε κοσμοθεωρητικές παραδόσεις της αρχαιότητας, κυρίως από το λεγόμενο χώρο του «μυστικισμού», αλλά με σαφή προτίμηση στην απωανατολική φιλοσοφία και θρησκευτικότητα. Ανακαλύπτει το Βούδα μαζί με τον Χριστό, τις «μετεμψυχώσεις» μαζί με τη «θεολογία του ησυχασμού», τον «γκουρού» και τον «γιόγκι» μαζί με τον «πνευματικό πατέρα» και τον «γέροντα».
    Συγκρατώντας τις παραπάνω επισημάνσεις, θα λέγαμε ότι υπάρχει μια τάση να θριαμβολογούμε, καθώς μελετητές της σύγχρονης ζωής μιλούν για «επιστροφή του Θεού» στις μέρες μας και για «νέα θρησκευτική συνείδηση» της εποχής μας, αλλά και διαπιστώνουν ότι ξεπεράστηκε το στάδιο εκείνο της νεωτερικής εποχής που χαρακτηριζόταν από την «εκκοσμίκευση» και την κυριαρχία της αθεΐας σε επίπεδο ιδεολογίας αλλά και κοινωνίας. Η εποχή μας, λένε, είναι «μετα-μοντέρνα» και γι’ αυτό και «μετα-εκκοσμικευμένη» ο Θεός και η θρησκεία επιστρέφουν θριαμβευτές, παίρνουν τη «revanche».
     Οικειοποιούμενοι αυτές τις διαπιστώσεις, προσπερνάμε το γεγονός ότι η θρησκευτική αυτή αφύπνιση δεν αφορά αποκλειστικά τον Χριστιανισμό και την Εκκλησία, αλλά αντίθετα, και η Εκκλησία και η πνευματικότητά της παρασύρονται στη δίνη αυτή του καινούργιου «συγκρητισμού», όπου όλα γίνονται ανεκτά, στο σύγχρονο χωνευτήρι της αγοραίας διακίνησης εμπορευμάτων, ιδεών και προσώπων. Πλήρης σχετικοποίηση των πάντων, ή μάλλον όχι των πάντων, κάτι ξεφεύγει. Η ίδια η αγορά μένει ακλόνητη στην απόλυτη αλήθεια της και αναλαμβάνει τη διακίνηση και την εμπορία ακόμη και «αληθειών», θρησκευτικών και μεταφυσικών πεποιθήσεων, ευρύτερα πολιτισμικών αγαθών. Στον γενικότερο καταναλωτικό αφιονισμό της κοινωνίας περίοπτο καταναλωτικό προϊόν είναι και η «πνευματικότητα», πνευματικότητα κάθε μορφής και προελεύσεως, μείγμα Δύσης και Ανατολής, μείγμα θρησκείας και επιστήμης, μεταφυσικής και πολιτικής, Χριστού και Βούδα, Ανάστασης και Μετεμψύχωσης.
     Συμπτώματα, τα παραπάνω, ενός κλίματος ανορθολογισμού που χαρακτηρίζει τη ζωή μας, μας κάνουν να σκεφτούμε ότι η πολεμική μιας εκκλησιαστικής απολογητικής μερίδας στην ορθολογικότητα πλήττει και την ίδια την Εκκλησία. Κι αυτό καθώς, στο πλαίσιο μιας παράλογης σχετικοποίησης των πάντων, σχετικοποιείται και η αλήθεια της Εκκλησίας, που, χωρίς να βάλλεται ευθέως όπως παλαιότερα, αλλοιώνεται και αλλοτριώνεται με δόσεις και ενέσεις «νέας πνευματικότητας».

    Αυτή λοιπόν η New Spirituality (νέα πνευματικότητα), η New Religious Conciousness (νέα θρησκευτική συνείδηση), σύμφωνα με μελετητές των φαινομένων με θεολογική οπτική και κριτική ματιά στα γεγονότα, αποτελεί την «ανάδυση ενός ιδιότυπου ανορθολογισμού, που σχετίζεται με μια σειρά μεταφυσικών αντιλήψεων και εμπειριών, από τον αποκρυφισμό και την παραψυχολογία μέχρι τον νεοπαγανισμό, το μεταφυσικό φεμινισμό και τη μαγεία. Μέσα σ’ αυτό το γιγάντιο νέο πνευματικό ρεύμα συναντώνται τα πιο ετερόκλητα στοιχεία, προερχόμενα από τις θρησκευτικές παραδόσεις Ανατολής και Δύσης, αναβιώνουν πανάρχαιες θρησκευτικές τεχνικές και πεποιθήσεις, ενώ παράλληλα βρίσκουν πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης οι ποικίλες επιστημονικοφανείς “ψυχοτεχνολογίες”…Η “νέα πνευματικότητα” διαπερνά όλους τους χώρους της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, διεισδύοντας ακόμα και σε τομείς κατεξοχήν εκκοσμικευμένους: φυσικές επιστήμες, ιατρική, μάρκετινγκ, πωλήσεις, οικονομία, εργασιακές σχέσεις, εκπαίδευση. Επιπλέον, η επιρροή της είναι εξόφθαλμη στο χώρο της μουσικής, των Μ.Μ.Ε., του κινηματογράφου, του διαδικτύου, της αισθητικής, της μόδας, της οικολογίας…»
     Κορυφαίας σημασίας, κατά την ταπεινή μας άποψη, είναι η ερμηνεία πως με την «νέα πνευματικότητα» έχουμε μια θρησκευτική-μεταφυσική νομιμοποίηση της στροφής από την κοινωνία στο άτομο. Συγκεκριμένα, ο «ατομικός εαυτός» κατανοείται ως «τόπος του ιερού, θεοφάνεια, φανέρωση του Θεού». Αν αυτά σας φαίνονται σαν μια νέα μορφή ειδωλολατρίας, εγώ δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σας. Και να προσθέσω ότι εδώ βρισκόμαστε πολύ μακριά από τη φανέρωση του Θεού και τη σχέση μαζί Του στο πλαίσιο της ευχαριστιακής-κοινωνιακής εμπειρίας του Σώματος του Χριστού: Από την πρόγευση και την ενεργό προσμονή της «Βασιλείας του Θεού» ο σύγχρονος πολιτισμός έχει περάσει στην «Βασιλεία του αποθεωμένου εαυτού», στον «ανακυκλωμένο εαυτό»
     Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δώσουμε στο γεγονός ότι σ’ αυτή τη «νέα πνευματικότητα», όχι μόνο δεν υπάρχει πολεμική άρνηση και επιθετική απόρριψη του Χριστιανισμού, αλλά αντίθετα ο Χριστός και μοναδικός Σωτήρας κατά την πίστη της Εκκλησίας βρίσκει κι αυτός εύκολα τη θέση του μέσα στο νεοεποχίτικο συγκρητιστικό πάνθεον.
     Μικρή αντίσταση μπροστά στη λαίλαπα της «νέας εποχής» προβάλλεται από την ορθόδοξη πνευματικότητα, καθώς η ησυχαστική, νηπτική, κολλυβαδική πνευματικότητα, που ήρθε στο θεολογικό προσκήνιο με την ορθόδοξη αναγέννηση της μοναστικής πνευματικότητας, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και αλλοιώνεται από τις νέες τάσεις, οι οποίες την απεκδύουν από το αξονικό εκκλησιολογικό περιεχόμενό της και την εξατομικεύουν. Την ίδια διαστρέβλωση διαπιστώνουμε και όσον αφορά τη «θεολογία του προσώπου», η οποία προσλαμβάνεται από πολλούς πιστούς με όρους ατομιστικούς, στην προοπτική των αντιλήψεων της «νέας πνευματικότητας» Η θεολογία της θέωσης αντιμετωπίζεται ως φυγή από την ιστορία και από τη ζωντανή πραγματικότητα γύρω μας, όπου βέβαια οφείλει να δραστηριοποιείται ο κάθε πιστός και η Εκκλησία ως Σώμα. Τα μυστήρια κατανοούνται ως θεραπευτικές τελετές που αφορούν τον πιστό ατομικά, και όχι ως χαρισματικές πράξεις συσσωμάτωσης στο Σώμα του Χριστού. «Εντέλει ο ησυχασμός καταντά εφησυχασμός, η νήψη και η προσευχή αντί να αφυπνίζουν αποκοιμίζουν τη συνείδηση και δυσχεραίνουν τη μετάνοια», η οποία αποτελεί απαράβατο όρο της πνευματικότητας. Αντί για τη μετάνοια ως μεταστροφή σύνολης της υπάρξεως με την αποδοχή των ευχάριστων ειδήσεων για την εγγύτητα και τον εγκαινιασμό της Βασιλείας του Θεού, παρατηρείται μια άκοπη και εύκολη, μυστικιστική στροφή στον εαυτό, στη «θεραπεία του εαυτού», η οποία δεν απαιτεί τη μετάνοια, αλλά και αδιαφορεί για τον πλησίον.

      Αυτή είναι η κατάσταση ενώπιον της οποίας βρίσκεται ο ποιμένας του σήμερα, η Εκκλησία του σήμερα. Δεν ταιριάζει όμως στον Χριστιανισμό η απελπισία, αλλά η αναστάσιμη εσχατολογική ελπίδα. Δεν υποτάσσεται ο Χριστιανισμός στις εκάστοτε μόδες και συρμούς και στην κυρίαρχη φορά των πραγμάτων, αλλά αλλάζει, με την έννοια της μεταμόρφωσης και ανακαίνισης (βλ. Βάπτισμα, Πάσχα, Ανάσταση), τον άνθρωπο, την κοινωνία, την ιστορία.Διατηρώντας στη μνήμη μας αυτό το στοιχείο της χριστιανικής ελπίδας, θα λέγαμε ότι υπάρχει πνευματικότητα που χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό, τον συνάνθρωπο και την κτίση ολόκληρη, όπως υπάρχει και πνευματικότητα που ενώνει, εν αγάπη και ελευθερία, τον άνθρωπο ως εκκλησιαστική ύπαρξη με το Θεό, στο μυστήριο του αδελφού-πλησίον, και με την δημιουργία ολόκληρη, σε μια ευχαριστιακή προσέγγιση της ζωής στην καθολικότητά της. Υπάρχει πνευματικότητα που υπηρετεί τα είδωλα της σύγχρονης εποχής: το άτομο, τον εαυτό, την αγορά, τη μόδα, και από την άλλη πλευρά πνευματικότητα που γκρεμίζει τα είδωλα της εκάστοτε εποχής προσανατολίζοντας τον άνθρωπο στη μέλλουσα Βασιλεία ως μέτρο και κριτήριο των πάντων, ακόμη και της «πνευματικότητάς» μας.
    Στη συνάφεια αυτή οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν αποτελεί η εκκλησιαστική άσκηση ενδυνάμωση του σθένους του ανθρώπου για να αντεπεξέλθει στους ρυθμούς και τις υποχρεώσεις-εντάσεις της σύγχρονης ζωής (σίγουρα ψυχοφθόρες και απειλητικές της υγείας του ανθρώπου), όπως οι πρακτικές και τεχνικές της «νέας πνευματικότητας», αλλά αντίθετα ενσυνείδητη ρήξη και άρνηση αυτού του τρόπου ζωής, της ζωής της αμαρτίας. Δεν είναι μια «πνευματική γυμναστική» που βοηθά και υπηρετεί την ένταξη και την κομφορμιστική υποταγή, αλλά ρήξη και ρωγμή στις απαιτήσεις του κατεστημένου. Ο αληθινός Χριστιανισμός είναι ένας «επικίνδυνος Χριστιανισμός», η αληθινή πνευματικότητα της Εκκλησίας είναι μια «επικίνδυνη πνευματικότητα» για τον κόσμο της πτώσης και της αμαρτίας.
     Και μόνο από αυτό το γεγονός η πνευματικότητα της Εκκλησίας αποκτά επαναστατικό περιεχόμενο. Περιεχόμενο και όραμα στους αντίποδες μιας ζωής που μετράται με χρήμα, που πωλείται και αγοράζεται, που θυσιάζεται στις ανάγκες της αγοράς, που περιορίζεται στην επιβίωση και τρέφει τον ατομικιστικό ανταγωνισμό, αναιρώντας τις δυνατότητες συμβίωσης και κοινωνίας.
     Η πνευματικότητα που ευαγγελίζεται η Εκκλησία δεν υποτάσσεται στους υλιστικούς και ατομιστικούς μονοδρόμους, αλλά αφήνει ανοιχτά όλα τα μονοπάτια που οδηγούν τον καθένα στη συλλογική ζωή του Σώματος της Εκκλησίας ως φανέρωσης της τριαδικής ζωής, της Βασιλείας του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Εδώ, στη ζωή του εκκλησιαστικού Σώματος, οι ανθρώπινες σχέσεις αλλοιώνονται και μεταμορφώνονται με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, και το άτομο, ο εαυτός, ανοίγεται στις διαστάσεις του «προσώπου», στις πληρωματικές διαστάσεις της στραμμένης όψης-ύπαρξης προς τον πλησίον, στην καθολικότητα της εν Χριστώ κοινωνίας, όπου ξεπερνιούνται η ιδιοτέλεια, ο εγωισμός, οι διαιρέσεις, και κυριαρχούν η αγάπη, η θυσία, η διακονία.
      Σύμφωνα με τα παραπάνω, και εξειδικεύοντας όψεις της πνευματικότητας της Εκκλησίας, που στην παράδοση της Ορθοδοξίας συνδέεται με την Ασκητική, το ζήτημα δεν βρίσκεται στο ποσόν της νηστείας και της εγκράτειας, ούτε βέβαια στην νομικής τάξεως τήρηση νόμων και κανόνων, στα «βαρέα και δυσβάστακτα φορτία» των Φαρισαίων, αλλά αντίθετα στο ποιόν και το περιεχόμενο της υπαρξιακής μας στάσης, στο ευχαριστιακό ασκητικό ήθος και τη στάση εκείνη της ζωής που απορρέει από την εσχατολογική ένταση και το βίωμα «παρεπιδημίας» σε «τούτον τον κόσμο», αλλά και ταυτόχρονα της ευθύνης και της δράσης εντός αυτού του κόσμου, για την αλλαγή και τη μεταμόρφωσή του.
     Δεν αποτελεί η έντονη νηστεία και η άσκηση, την οποία θα ακολουθήσουμε όλοι μας κατά την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής, διάλειμμα αποτοξίνωσης από το σύγχρονο, ιδιαίτερα τοξικό, τρόπο ζωής, ούτε «υγειινολογία» ανάλογη με το aerobic και τα σύγχρονα sports. Αυτά, δεν έρχονται σε αντιπαράθεση με τον κόσμο της αμαρτίας. Απλά υποβοηθούν την «ομαλή» ένταξή μας σ’ αυτόν. Εξ αντιθέτου, η ασκητική πνευματικότητα είναι κραυγή κριτικής «τούτου του κόσμου» και φανέρωση μιας προοπτικής ανατροπής του. Απορρίπτει η σαρακοστιανή άσκηση την ιδιοτελή κτητικότητα και την εγωιστική ανάλωση-κατανάλωση του κόσμου, ανατρέπει εμφατικά την κτήση και την κατάκτηση, τη χρήση ως κατάχρηση, της κτίσης και των αγαθών της, η οποία και οδηγεί και στην κατάκτηση-κατάχρηση του «άλλου», του συνανθρώπου, του πλησίον. Η άσκηση ανοίγει τον δρόμο στην αυθεντική κοινωνικότητα, στην υποδοχή του «άλλου» ως αδελφού, ακόμη περισσότερο ως «εικόνα» του ίδιου του Χριστού. Και βέβαια, όπου βρίσκεται ο Χριστός, βρίσκεται και το Άγιο Πνεύμα, η «πνευματικότητα».Οι αναφορές που έγιναν προηγουμένως στη συγκρητιστική και αγοραία πνευματικότητα της νέας εποχής, τις παραθρησκείες, τις σέκτες και τη «λαϊκή ειδωλολατρεία» των ωροσκοπίων και της αστρολογίας, δεν πρέπει να εκληφθούν ως προτροπή για ένα σύγχρονο «κυνήγι μαγισσών» και μια αιρεσιομαχία. Η εγρήγορση στην Εκκλησία δεν αναφέρεται πρώτιστα στους εξωτερικούς εχθρούς, που σίγουρα υπάρχουν, αλλά στην έντονη βίωση της αναμονής του ερχόμενου Κυρίου, η οποία και καθορίζει την πίστη και τη ζωή του Χριστιανού. Επίσης, έχει υποστηριχθεί ότι η χλιαρότητα και η χαλαρότητα της ευχαριστιακής και εσχατολογικής ζωής της εκκλησιαστικής κοινότητας είναι που οδηγεί τον σύγχρονο πιστό να τείνει ευήκοον ους στις «Σειρήνες» της εξωχριστιανικής θρησκευτικότητας. Στροφή στην εκκλησιαστική αυτογνωσία, καθολική βίωση της εν Χριστώ ζωής, μετάνοια και μεταμόρφωση-ανακαίνιση της ζωής μας μέσα στην Εκκλησία είναι αυτό που τελικά χρειάζεται. Μάχη και πόλεμος με τον εαυτό μας, τον κακό εαυτό μας, τον εαυτό μας που απομακρύνεται από τον Χριστό.

     Ας επιμείνουμε όμως στην ανάλυση των χαρακτηριστικών που δίνουν υπόσταση σ’ αυτή την «ανατρεπτική» πνευματικότητα της Εκκλησίας, και φανερώνουν αυτό το ήθος που κρίνει το εκάστοτε ιστορικό ήθος του κόσμου.
     Α) Πρώτ’ απ’ όλα η Ελευθερία. Όπου απουσιάζει η ελευθερία, δεν μπορούμε να ομιλούμε για εκκλησιαστική πνευματικότητα. Δεν θα επιμείνω στο θέμα της ανελευθερίας που κυριαρχεί στις διάφορες όψεις της σύγχρονης πνευματικότητας. Νομίζω ότι έγινε κατανοητό αυτό στις αναφορές που προηγήθηκαν. Θα υπενθυμίσω ότι σύμφωνα με τη Γραφή ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα είναι ο «τόπος» της αυθεντικής ελευθερίας: «ου δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία» (Β΄ Κορινθ. 3,17) μας βεβαιώνει ο απόστολος Παύλος και μας προτρέπει να εμμείνουμε ως εκκλησιαστικές υπάρξεις στην ελευθερία: «τη ελευθερία ουν, ή Χριστός ημάς ηλευθέρωσε, στήκετε, και μη πάλιν ζυγώ δουλείας ενέχεσθε» (Γαλ. 5,1). Δεν θα πρέπει να πάψουμε να τονίζουμε την χριστιανική ελευθερία και την ελευθερία ως περιεχόμενο της χριστιανικής πνευματικότητας, ιδιαίτερα σήμερα που επικρατεί η αντίληψη ότι η ελευθερία κυριαρχεί. Κυρίως γιατί οι νέοι θεωρούν ότι μοναδική ελευθερία είναι η «ελευθερία επιλογής» ανάμεσα στο πλήθος των καταναλωτικών προϊόντων και αγαθών, τα οποία διακινούνται σε μια «ελεύθερη αγορά». Αυτό όμως που κυριαρχεί είναι η «καταναλωτική ελευθερία», η οποία δεν είναι παρά μια σύγχρονη μορφή δουλείας. Παράλληλα βέβαια με την κατάδειξη του γεγονότος ότι η «καταναλωτική ελευθερία» δεν ελευθερώνει πραγματικά, αλλά υποδουλώνει τον άνθρωπο, οφείλουμε να τονίσουμε ότι δεν ισχύει και καθολικά-ισότιμα. Ελευθερία και αποκλεισμός συμβαδίζουν στη σύγχρονη ζωή.    Η ελευθερία της Εκκλησίας ξεκινάει από μια άρνηση. Αρνείται την παραπάνω υποδούλωση στα προϊόντα και στα εμπορεύματα, στην αγορά και στην κατανάλωση. Ακόμη και στην κατανάλωση «ιδεών» και «πνευματικότητας». Εδώ βρίσκεται ένα πρώτο νόημα της νηστείας, της άσκησης, της εγκράτειας στη χριστιανική πνευματικότητα. Άρνηση με χαρακτήρα εσχατολογικό. Χαρακτήρα υπενθύμισης της σχετικότητας του παρόντος βίου και των απελευθερωτικών προσφορών του, αλλά ταυτόχρονα και των αποκλεισμών από αυτή την «απελευθέρωση». Ζήτημα ελευθερίας, αλλά και ζήτημα ισότητας, σε εσχατολογική προοπτική, θέτει η εκκλησιαστική πνευματικότητα, ασκώντας προφητική κριτική στο status του «κόσμου τούτου», ο οποίος υποδουλώνει είτε προσφέρει είτε στερεί αγαθά..
     Β) Με ένα φαινομενικά παράδοξο τρόπο, η πνευματικότητα της Εκκλησίας έχει επίσης υλικό υπόστρωμα. Δεν είναι ξένη προς τη ζωή της ύλης, δεν υποτιμά ούτε παραθεωρεί την ύλη. «Σέβων ου παύσομαι την ύλην, δι’ ης η σωτηρία μου είργασται» λέει εμφατικά ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, με αφορμή την υπεράσπιση της τιμής των ιερών εικόνων[15]. Δεν ισχύει για την ορθόδοξη Εκκλησία η κοινόχρηστη, δημοσιογραφική έννοια των «πνευματικών» ανθρώπων που ασχολούνται με το «πνεύμα», δηλαδή τις ιδέες, και που συχνά-πυκνά καλούνται να πάρουν θέση ιδεολογικής καθοδήγησης της κοινωνίας. Μακράν του να είναι άσαρκη και ιδεαλιστική η πνευματική ζωή κατά την Εκκλησία -όπως εσφαλμένα υπάρχει αυτή η προκατάληψη σε πολλούς, και όπως συνήθως υπήρξε η εξωχριστιανική πνευματικότητα στην ιστορία (βλ. Νεοπλατωνισμός, Γνωστικισμός), αλλά και στο παρόν (βλ. «νέα πνευματικότητα»)- όλα λαμβάνουν την υπόστασή τους και κατατείνουν σε μια «πράξη τροφής», στη Θεία Ευχαριστία. Εδώ έχουμε τη συγκεφαλαίωση της υλικής ζωής του ανθρώπου, η οποία όμως γίνεται αντιληπτή ως δώρο του Θεού και η οποία καθαγιάζει και θρέφει το Σώμα, καθώς την αντιπροσφέρει ως ευχαριστία στο Δημιουργό. Ο «υπογραμμός» Χριστός σαρκώθηκε μέσα στην ιστορία, το άγιο Πνεύμα ζωογονεί και οικοδομεί την Εκκλησία που πορεύεται εντός της ιστορίας. Δεν καλούμαστε να εξέλθουμε της ιστορίας και της υλικής μας ζωής, αλλά όμως η υποδούλωση στα εκάστοτε ιστορικά σχήματα και στην ενδοκόσμια σωτηρία, έχει αντικατασταθεί για τον πιστό από μια αναστάσιμη μεταμόρφωση της ζωής που εισάγει εντός της ιστορίας την εσχατολογική κοινωνία, ισότητα, δικαιοσύνη, ελευθερία.
     Γ) Άλλο επίσης βασικό χαρακτηριστικό της πνευματικότητας είναι η κοινωνική και προφητική της διάσταση. Αν η πνευματικότητα της «νέας εποχής» επενδύει στον έμφυτο, αλλά και κοινωνικά καλλιεργημένο, ναρκισσισμό του ατόμου και προσανατολίζει σε ψευδείς αυτοπραγματώσεις μέσα σε καθεστώς αντικοινωνικό, ο πνευματικός άνθρωπος της Εκκλησίας, με άλλους όρους ο άγιος, α ποτελεί «φωνή βοώντος» (Μθ. 3,3) στην έρημο της «απώλειας της κοινωνίας». Η ίδια η Εκκλησία είναι η κοινωνία των αγίων, στην οποία ο άνθρωπος θυσιάζει το άτομό του (η «απώλεια της ψυχής» που αναφέρεται στη Γραφή, για να γνωρίσει την καθολικότητα της προσωπικής κοινωνίας και το μοίρασμα της αγάπης εν ελευθερία. Η ζωή της Αγίας Τριάδας αποτελεί το όραμα της ζωής της Εκκλησίας, όπως βιώνεται στο πλαίσιο των ευχαριστιακών κοινοτήτων. Μια ζωή όχι στατικότητας και ακινησίας (πρβλ. κοινωνικό κατεστημένο), αλλά δυναμισμού και κινητικότητας. Με περιεχόμενο αγαπητικό και θυσιαστικό, περιεχόμενο αλληλοπεριχώρησης των υπάρξεων σε μια κοινωνία προσώπων. Μακριά από την εγωιστική απομόνωση και την ατομική αυτάρκεια, επίσης μακριά και από την κολλεκτιβιστική ισοπέδωση και μαζοποίηση.
    Δ) Προϋπόθεση των παραπάνω αποτελεί ο χριστολογικός, αγιοπνευματολογικός και εκκλησιολογικός χαρακτήρας της πνευματικότητάς μας. Δεν νοείται πνευματικότητα χωρίς πίστη στο Χριστό και στο Άγιο Πνεύμα, πνευματικότητα εγωστρεφής και επιδιώκουσα ιδιαίτερα «χαρίσματα», η οποία δεν «οικοδομεί» το Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Αυτού του είδους η «πνευματικότητα» έχει κατακριθεί ήδη από τον απόστολο Παύλο, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είναι αγαπητική πνευματικότητα, δεν έχει αγάπη
     Ε) Όλα τα παραπάνω μας οδηγούν στην αγιότητα ως την ουσία, το περιεχόμενο και τον απώτερο στόχο της πνευματικότητας στην Εκκλησία. Η συνήθης αντίληψη για την αγιότητα την αντιλαμβάνεται ως γεγονός έκτακτο και μειοψηφικό, που αφορά μόνο κάποιους στις παρυφές της εκκλησιαστικής ζωής, στα μοναστήρια, και που απαιτεί σχεδόν εξωανθρώπινες δυνάμεις.Αν όμως ανατρέξουμε στα κείμενα της Αγίας Γραφής –τα οποία και καταγράφουν τη ζωή της πρωτοχριστιανικής κοινότητας– θα δούμε ότι «άγιοι» αποκαλούνται και προσφωνούνται όλα τα βαπτισμένα μέλη της εις Χριστόν πιστεύουσας κοινότητας, όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Μια άλλη επίσης προσφώνηση των πιστών, πολύ γνωστή σε όλους μας από τα αποστολικά αναγνώσματα, που μας βοηθά επίσης να προσεγγίσουμε την αγιότητα ως γνώρισμα των χριστιανών, είναι αυτή των «αδελφών». Άγιοι, λοιπόν, είναι κατ’ αρχήν οι συναδελφωμένοι περί την κοινή τράπεζα και το κοινό ποτήριο πιστοί, οι οποίοι προγεύονται και αναμένουν την «ευλογημένη βασιλεία του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος».
     Χρήσιμο επίσης είναι να θυμίσουμε, σε αυτή τη συνάφεια, τις απόψεις του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου (Ζηζιούλα): «η αγιότητα δεν είναι για λίγους αλλά για όλους μας. Δεν απαιτείται ιδιαίτερος χώρος ή τρόπος για να αγιασθούμε. Αυτό που απαιτείται είναι να αδειάσουμε τον εαυτό μας όσο πιο πολύ μπορούμε από την αυτοβεβαίωση και τον αυτοδοξασμό μας – πράγμα όχι εύκολο, αφού χαρακτηριστικό των παθών είναι η φιλαυτία, φανερή και αφανής. Έτσι καλούμαστε να δοξάσουμε τον Θεό “εν τω σώματι ημών και εν τω πνεύματι ημών”, κι έτσι να κοινωνήσουμε της αγιότητας που μας προσφέρει ο Θεός με το Σώμα και το Αίμα του Υιού Του. Όλα αυτά δεν είναι εύκολα. Αλλά “τα αδύνατα παρ’ ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ”»
      Η έκτακτη, χαρισματική, λειτουργικής τάξεως, αγιότητα, που μέσα στην ιστορία έχει πάρει πολλές και ποικίλες μορφές, πάντα σύμφωνα με τις ανάγκες του Σώματος, εδώ, στην ευχαριστιακή βίωση της κοινής εν Χριστώ αδελφότητας έχει τις ρίζες της, και εδώ προσφέρει τους πνευματικούς καρπούς της.Στην εποχή μας, με τις ιδιαίτερες συνθήκες και τα ιδιαίτερα προβλήματα που θέτει ενώπιον μας, η αγιότητα, χωρίς να χάσει την ουσία της, μπορεί να πάρει νέες μορφές, μπορεί να γίνει, όπως αναφέρει ο θεολόγος Βασίλης Αδραχτάς «η αντίσταση, η διάσωση και η αναζωογόνηση του θεσμοποιημένου Χριστιανισμού από την πλευρά της πάντα ζέουσας εσχατολογικής συνείδησης…Ο άγιος, ακριβώς ως εξαίρεση, κατανοείται στα πλαίσια της λογικής του θρησκευτικού κανόνα της εποχής του. Μεγαλώνει και ωριμάζει μέσα στο θρησκευτικό πλαίσιο της εποχής του, το ενσωματώνει πλήρως, συνειδητοποιεί την ανεπάρκειά του και ανάγεται στην οικειοποίηση αντιστάσεων και εναλλακτικών στοιχείων, που με τη σειρά τους κάνουν πραγματικότητα την εξαίρεση εντός του κανόνα. Ο άγιος, λοιπόν, είναι ο φορέας της αγιότητας, δεν ταυτίζεται μαζί της…Αν η αγιότητα είναι να έχει απήχηση, ν’ αποτελέσει όραμα και να λειτουργήσει ως μήνυμα λυτρωτικό για τον σύγχρονο κόσμο, πιστεύουμε πως θα πρέπει ν’ αναδείξει και ν’ αναπτύξει τρία βασικά γνωρίσματα:
α) την προφητεία: ο σύγχρονος άγιος οφείλει να είναι προφήτης, και προφήτης σημαίνει άνθρωπος με βαθιά ευαισθησία απέναντι στην ιστορία του κόσμου…Η κριτική του αγίου τραβάει από τα πόδια του κόσμου το χαλί της αυτάρκειας και της απολυτοποίησής του.
β) την πρωτοπορία: ... Ο σύγχρονος άγιος ανοίγει ο ίδιος δρόμους μέσα στην ιστορία και καλεί τον κόσμο να τους περπατήσει.
γ) την υπέρβαση: ο σύγχρονος άγιος γνωρίζει ότι οι κατακτήσεις είναι σχετικές και δεν πρέπει να ιεροποιούνται … Αυτό είναι το νόημα της υπέρβασης.
     Προφητικός, πρωτοποριακός, υπερβατικός. Αυτό είναι το τρίπτυχο του αγίου που έχει ανάγκη η εποχή μας. Μια τέτοια αγιότητα της Εκκλησίας είναι αναμφίβολα μια μεγάλη τομή στη θεσμοποιημένη παράδοσή της. Απαιτεί αυτοκριτική, τόλμη και εμπιστοσύνη στον Θεό. Αναμφίβολα, μένει σε λίγα συγκεκριμένα πρόσωπα να ενσαρκώσουν αυτό το αληθινά καινό ήθος. Άλλωστε, τα πρόσωπα δεν ήταν εκείνα που πάντοτε εικόνιζαν το μυστήριο της Εκκλησίας; Αυτή είναι η μοίρα της αγιότητας: «πολλοί γαρ εισίν κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί»
Αςεπιλέξουμε, λοιπόν, το μονοπάτι της αγιότητας, όχι τις λεωφόρους τις αμαρτίας. Και ας πάμε κόντρα στο ρεύμα και στο «πνεύμα της εποχής».

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

Πρόγραμμα Ιερών Ακολουθιών στη Γραμματικού τις προσεχείς ημέρες

Ο Ιερός Ναός Αγίου ενδόξου Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς Αιτωλοακαρνανίας ανακοινώνει στους ευσεβείς χριστιανούς μας, το πρόγραμμα των Ιερών Ακολουθιών που θα πραγματοποιηθούν στον ομώνυμο Ιερό Ναό
ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ
  • Το Σάββατο 13 Μαρτίου 2010 περί ώραν 16:30 η ακολουθία του Εσπερινού
  • Την Κυριακή 14 Μαρτίου 2010 και ώραν 07:00πμ η ακολουθία του Όρθρου και η Θεία λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου
  • Την Κυριακή το απόγευμα περί ώραν 17:00 η ακολουθία του Κατανυκτικού Εσπερινού
  • Την Τετάρτη το απόγευμα 17 Μαρτίου 2010 και περί ώραν 17:00 η ακολουθία του Μεγάλου Κανόνα, του Αγίου Ανδρέα Κρήτης
  • Την Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010 το πρωί, Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία με τη συμμετοχή των παιδιών του Δημοτικού Σχολείου Γραμματικούς
  • Την Παρασκευή το απόγευμα περί ώραν 18:30 η ακολουθία του Ακαθίστου Υμνου προς της Υπεραγία Θεοτόκο.
  • Το Σάββατο 20 Μαρτίου 2010 η ακολουθία του Όρθρου και Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Προσκαλούμε τους ευσεβείς Χριστιανούς της καθ υμάς Ιεράς Μητροπόλεως

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

Η ποιμαντική στους ασθενείς καί στους ετοιμοθάνατους. Μια θεολογική προσέγγιση


Κεφ Α: Ο Ιερέας υπηρέτης-διάκονος του ασθενούς
     Ο Ιερέας έχει απέναντί του τόν ασθενή, τόν οποίον οφείλει νά ποιμάνη. Βεβαίως, ο Ιερέας πάντοτε ποιμαίνει, σέ κάθε περίσταση καί μέ κάθε ευκαιρία, αφού ο χρόνος τής παροικίας μάς δόθηκε γιά τήν σωτηρία μας, αλλά όταν έχη απέναντί του ασθενείς σωματικά, υπάρχουν ειδικές συνθήκες, τίς οποίες οφείλει νά λάβη υπ' όψη του. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει στόν πρόλογο τού βιβλίου του «Επίσκεψις Πνευματικού πρός ασθενή», ότι τό βιβλίο του αυτό «ωφελεί ξεχωριστά εκείνους οπού είναι ασθενείς εις τό κορμί, καί ευρίσκονται εις κίνδυνον θανάτου, διά τάς παρηγορίας οπού τούς κάνει, καί διά τήν διόρθωσιν, καί ετοιμασίαν τής ψυχής τους οπού τούς ερμηνεύει». Ο ασθενής βρίσκεται κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες πού πρέπει νά λάβη υπ' όψη του ο Ιερεύς.
      Οφείλουμε νά γνωρίσουμε καί νά βιώσουμε ότι γιά τήν παράδοση τής Εκκλησίας μας η ασθένεια θεωρείται ευεργεσία τού Θεού, εξεταζόμενη πάντοτε σέ σχέση μέ τίς αιώνιες διαστάσεις τού ανθρώπου. Γιά κάποιον πού η ζωή του περιορίζεται στά 70-80 χρόνια πάνω στήν γή, η ασθένεια είναι παράσιτο καί απρόσμενο κακό. Γιά τούς Χριστιανούς είναι ευεργεσία. Δέν είναι αίτημα προσευχής τους, αλλά μέ τήν ορθή αντιμετώπιση οδηγεί στήν ελευθερία, τήν ελπίδα, τήν αγάπη, τήν αθανασία. ...
    Στόν ασθενή, σέ σχέση μέ τόν λεγόμενο υγιή, η φθορά καί ο θάνατος μέ τήν μορφή τής αρρώστιας, από τό περιθώριο καί τό παρασκήνιο τής καθημερινής του ζωής, έχουν εισέλθη θριαμβευτικά στό προσκήνιο μαζί μέ όλη τήν συνοδεία τους: τόν πόνο, τήν αθυμία, τόν φόβο, τήν ανασφάλεια, τό άγχος, τήν ταραχή, τίς ενοχές, τά ερωτηματικά, τίς αμφιβολίες, τόν θυμό, τήν αχαριστία, τήν καχυποψία, τήν απελπισία κλπ., ανάλογα καί μέ τήν προηγούμενη ζωή καί τόν χαρακτήρα τού καθενός. Όλη αυτή η συνοδεία τής ασθενείας επηρεάζει καί τό περιβάλλον τού ασθενούς. Καί επειδή ο ασθενής χάνει τίς δυνάμεις του αλλά καί είναι υποψήφιο θύμα τού θανάτου καί υπάρχει ο φόβος νά μήν ξανασυναντηθούμε, γι' αυτό περιβάλλεται μέ μιά ιερότητα, ανάλογα καί μέ τήν σοβαρότητα τής κατάστασής του.
     Αυτόν τόν ασθενή καλείται ο Ιερέας νά προσεγγίση καί βοηθήση ψυχοσωματικά.Καλείται νά συναντήση, π.χ. κάποιον 40χρονο ελεύθερο άνδρα, πού αφού βασανίσθηκε 10 περίπου χρόνια από τήν ασθένεια στόν εγκέφαλο, σβήνει στό κρεβάτι τού πόνου, κλαίγοντας σκεπτόμενος ότι δέν πρόλαβε νά κάνη τίποτε χρήσιμο στήν ζωή. Νά συναντήση κάποιον γονιό, πού εκτός τήν ασθένεια πού τόν κατέχει, τόν λιώνει η αγωνία γιά τό μέλλον τών παιδιών του. Νά συναντήση τόν σύζυγο πού σκεπτόμενος τήν ασθένεια τής συζύγου του καί τά μικρά του παιδιά αμφισβητεί εντονώτατα τήν θεία Πρόνοια. Νά συναντήση γονιούς πού τρέχουν στά νοσοκομεία καί τά χειρουργία μέ τό παιδί τους στήν νηπιακή ή καί βρεφική ηλικία. Ή άλλους γονείς πού τό παιδί τους έχει κινητικά ή διανοητικά προβλήματα. Νά επισκεφθή στήν κλίνη τής αδυναμίας έναν νέον σχετικά άνθρωπο πού πρίν λίγες ημέρες έστιβε πέτρες μέ τά χέρια του. Νά βοηθήση γέροντα αβοήθητο καί εγκαταλελειμμένο από τούς δικούς του. Νά επισκεφθή μελλοθάνατο πού φοβάται, έχει ενοχές, αλλά δέν πιστεύει τόν Χριστό ως Προσωπικό Θεό τής αγάπης. Νά συναντήση έναν μεσίληκα μέ μεγάλη δημιουργικότητα πού έχει φοβία γιά τόν θάνατο. Νά συνομιλήση μέ νέο πού πρόκειται νά κάνη σοβαρή εγχείριση, αλλά δέν αισθάνεται τήν ανάγκη νά εξομολογηθή ούτε έχει μάθει νά προσεύχεται. Νά συναντήση πολλούς πού ο εφιάλτης τους είναι νά μή γίνουν «βάρος» στούς συγγενείς τους. κ.ο.κ. Καί, βεβαίως, θά συναντήση καί πνευματικούς ανθρώπους πού αντιμετωπίζουν μέ πίστη, ελπίδα καί αφοβία τήν ασθένεια.

Κεφ. Β:  Συγκεκριμένες ενέργειες-προσφορές τού Ιερέως
    Τό πρώτο πού πρέπει νά κάνη ο Ιερέας, προληπτικά θά λέγαμε, είναι νά κατηχή τούς Ενορίτες του γιά θέματα ζωής καί θανάτου όσο είναι υγιείς, σέ κάθε περίσταση.Έπειτα πρέπει νά ενδιαφέρεται γιά τούς Ενορίτες του νά μαθαίνη πρώτος ποιός ασθενεί καί ποιός υποφέρει. Η απουσία τών Ενοριτών από τόν Ναό νά τού κινή τό ενδιαφέρον, ώστε αμέσως νά προσφέρη τήν βοήθειά του.Ο Ιερέας, ανάμεσα σέ όλα τά άλλα, μπορεί νά προσφέρη τά εξής πολύτιμα δώρα στόν ασθενή πού επισκέπτεται:

1. Αγάπη θυσιαστική.
Διασώζεται τό εξής χρονικό, από τήν εποχή τού αγίου Διονυσίου Πατριάρχου Αλεξανδρείας, στό οποίο αποτυπώνεται η ανωτερότητα πού έχει ή πρέπει νά έχη ο Χριστιανός καί δεί ο Ιερεύς ως πρός τήν περίθαλψη τών ασθενών:
Έπεσε πανώλη στήν Αλεξάνδρεια. Ο Διονύσιος, Επίσκοπος Αλεξανδρείας, αφού περιγράφει τήν φρικτή πραγματικότητα, παρουσιάζει τήν στάση τών Χριστιανών καί μάλιστα τών Πρεσβυτέρων καί Διακόνων: «…Οι περισσότεροι, λοιπόν, από τούς Χριστιανούς αδελφούς μας, από πολύ μεγάλη καί αδελφική αγάπη, αφοσιωμένοι ο ένας στόν άλλον καί χωρίς νά υπολογίζουν τίς συνέπειες γιά τόν εαυτό τους, έκαναν επισκέψεις στούς αρρώστους, τούς προσέφεραν τίς υπηρεσίες τους, τούς περιποιούνταν "εν Χριστώ" καί πέθαιναν πολύ ευχαρίστως μαζί τους, αφού προηγουμένως μολύνονταν από τήν επαφή τους μέ τούς άλλους, κολλούσαν τήν αρρώστια από τούς πλησίον καί, μέ τήν θέλησή τους, δοκίμαζαν τούς πόνους. Καί πολλοί, αφού περιποιήθηκαν άλλους στήν αρρώστια τους καί τούς έδωσαν δύναμη, οι ίδιοι πέθαναν, μεταφέροντας κατά κάποιο τρόπο τόν θάνατο εκείνων στούς εαυτούς τους.
      Οι άριστοι, λοιπόν, από τούς αδελφούς μας καί μερικοί πρεσβύτεροι, διάκονοι καί λαϊκοί μέ τόν τρόπο αυτό έφυγαν από τήν ζωή, επαινούμενοι πολύ. Έτσι καί αυτό τό είδος τού θανάτου, αποτέλεσμα ευσέβειας μεγάλης καί πίστης δυνατής, δέν φαίνεται καθόλου κατώτερο από τό μαρτύριο. Καί αφού μέ απλωμένα χέρια σήκωναν τά σώματα τών Αγίων στήν αγκαλιά τους καί τούς έκλειναν τά μάτια καί τά στόματα καί τούς μετέφεραν πάνω στούς ώμους, τούς σαβάνωναν καί τούς έλουζαν καί στούς στόλιζαν μέ τή νεκρική στολή, μετά από λίγο χρόνο, τό ίδιο συνέβαινε καί στούς ίδιους, γιατί πάντοτε εκείνοι πού απέμεναν στήν ζωή, ακολουθούσαν στόν θάνατο αυτούς πού είχαν πεθάνει προηγουμένως.
     Οι ειδωλολάτρες όμως έκαναν τελείως τά αντίθετα: έδιωχναν ακόμη κι εκείνους, πού μόλις άρχιζαν νά αρρωσταίνουν καί απέφευγαν τούς αγαπημένους τους, τούς πετούσαν στούς δρόμους μισοπεθαμένους καί τούς έριχναν άταφους στά σκουπίδια, στήν προσπάθειά τους νά μήν τούς πλησιάσει ο θάνατος, πράγμα πού δέν ήταν εύκολο νά αποφύγουν, παρόλο πού μηχανεύονταν πολλά».
Στό κείμενο αυτό τών πρώτων αιώνων τού Χριστιανισμού βλέπουμε τί προσέφεραν οι Χριστιανοί καί οι Πρεσβύτεροι στούς ασθενείς: τόν εαυτό τους, τήν αγάπη τους, τήν Χριστοκεντρική καί μαρτυροκεντρική αγάπη τους, τήν αφοσίωσή τους, τόν κόπο, τήν ζωή τους. Καί άν δέν αξιώνονταν νά θαυματουργούν καί νά θεραπεύουν όλες τίς σωματικές ασθένειες, ωστόσο θαυματουργούσαν υπερβαίνοντας τόν θάνατο καί νικώντας τήν σχάση πού δημιουργεί στίς ανθρώπινες σχέσεις η ασθένεια καί ο θάνατος. Πουθενά πανικός, πουθενά άναρθρες κραυγές, πουθενά φόβος θανάτου, πουθενά φιλαυτία, πουθενά ανασφάλεια, αλλά όλα τά σκέπαζε η εν Χριστώ μαρτυρική αγάπη. Αυτό είναι πράγματι ένα μεγάλο θαύμα.

Τό πρώτο, λοιπόν, πού οφείλει νά προσφέρη ο Ιερέας είναι η θυσιαστική, αδελφική, ανιδιοτελής αγάπη, συνοδευόμενη εμπράκτως μέ φροντίδα στούς ασθενείς ή τούς νεκρούς.

–Προσευχή
Τό δεύτερο πού μπορεί νά προσφέρη ο Ιερέας είναι η προσευχή του, η έμπονη καί επίμονη προσευχή του. Καί η προσωπική του προσευχή, αλλά καί η τέλεση τής θείας Λειτουργίας γιά τούς ασθενείς.
Σέ μιά περιεκτική ευχαριστήρια επιστολή τού Αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου ο άγιος εκφράζει τήν ευγνωμοσύνη του στόν Αμφιλόχιο Επίσκοπο Ικονίου, γιατί μέ τίς προσευχές του τόν έσωσε από τήν αρρώστια πού τόν βασάνιζε: «Μόλις σήκωσα κεφάλη από τήν ταλαιπωρία τής αρρώστιας καί τρέχω σ' εσένα πού μέ θεράπευσες. Γιατί η γλώσσα τού ιερέα πού έχει μελέτημά της τόν Κύριο, σηκώνει τούς αρρώστους από τό κρεββάτι (γλώσσα γάρ ιερέως φιλοσοφούσα τόν Κύριον, ανεγείρει τούς κάμνοντας). Ιερουργώντας λοιπόν κάνε τό καλύτερο καί διάλυε τό πλήθος τών αμαρτημάτων μου, αγγίζοντας τήν αναστάσιμη θυσία. ... Όμως, ώ τού Θεού εσύ ο λατρευτής, μή αναβάλλης νά προσεύχεσαι καί νά πρεσβεύεις γιά χάρη μου, όταν μέ τόν λόγο σου τραβάς πρός τά κάτω τόν Λόγο τέμνοντας κατά τήν αναίμακτη τομή τό Δεσποτικό σώμα καί αίμα, έχοντας ξίφος τήν φωνή καί τούς λόγους σου (Αλλ' ώ θεοσεβέστατε, μή κατόκνει καί προσεύχεσθαι καί πρεσβεύειν υπέρ ημών, όταν λόγω καθέλκης τόν Λόγον, όταν αναιμάκτω τομή σώμα καί αίμα τέμνης Δεσποτικόν, φωνήν έχων τό ξίφος)».Εδώ βλέπουμε τόν μεγάλο Άγιο νά θεωρή ως αιτία τής ιάσεώς του τίς προσευχές τού Επισκόπου Αμφιλοχίου καί μάλιστα τόν παρακαλεί νά συνεχίζη νά τόν μνημονεύη στήν θεία Λειτουργία, τήν δυνατότερη καί πολυτιμότερη προσευχή πού αναπέμπεται στόν ουρανό, γιατί πιστεύει ότι από εκεί λαμβάνει δύναμη καί ίαση.
    Είναι πολύ σημαντική η φράση: «γλώσσα γάρ ιερέως φιλοσοφούσα τόν Κύριον, ανεγείρει τούς κάμνοντας», πού σημαίνει τήν προσευχή τού Ιερέως, αλλά καί τήν μελέτη τών θείων λόγων, μέ τούς οποίους μπορεί νά παρηγορήση τούς αρρώστους, σέ σημείο πού νά σηκωθή από πάνω τους τό βάρος τής απελπισίας καί ακηδίας καί νά εγερθούν καί από τήν κλίνη τους.

–Λόγο Θεού
    Καί αυτό είναι ένα τρίτο πολύτιμο αγαθό πού μπορεί νά προσφέρη ο Ιερέας στόν ασθενή τόν λόγο τού Θεού. Αυτό, βεβαίως, προϋποθέτει μελέτη τής Αγίας Γραφής, τών έργων τών Πατέρων, πού πραγματικά μάς ανοίγουν τούς ορίζοντες τής ζωής μας, μνήμη θανάτου εκ μέρους τού Ιερέως, διάκριση καί χάρισμα, ώστε νά μή συμβή κάτι αντίθετο από αυτό πού σκοπεύει.Λόγοι τού Χριστού, σοφίες τών Πατέρων, παραδείγματα γερόντων παλαιοτέρων, αλλά καί συγχρόνων αγιασμένων μορφών, παραδείγματα συνανθρώπων μας πού υπερέβησαν τόν πόνο, τήν ασθένεια, τόν θάνατο, βοηθούν τόν ασθενή, όταν λέγονται μέ απλό τρόπο, καί όχι διάθεση διδασκαλίας. Τό νά γνωρίζη ο ασθενής, καί μάλιστα πρίν ασθενήση, τήν αλήθεια γιά τήν ασθένεια, τήν υγεία, τόν θάνατο, τήν άλλη ζωή, αυτό είναι πολύ σημαντικό.Δέν είναι δέ λίγες οι περιπτώσεις πού ένα θεολογικό ή αγιολογικό βιβλίο πού προσφέρθηκε σέ ασθενή τού άνοιξε τόν νού, τού γιάτρεψε τήν απελπισία καί τόν σήκωσε από τό κρεββάτι τού πόνου.

–Νουθεσία.
    Νουθετώ, σημαίνει θέτω τόν νού, τήν προσοχή, στό κατάλληλο, στό σωστό σημείο. Αυτό έχει αποτέλεσμα τό άνοιγμα τού νού, τήν ανακάλυψη νέων κόσμων. Πολλές φορές είμαστε κολλημένοι σέ κάτι, τό οποίο μάς βασανίζει καί μάς στενοχωρεί καί μάς εμποδίζει νά δούμε κάποια άλλη μεγάλη ευεργεσία, κάποιο άλλο μεγάλο αγαθό πού έχουμε μπροστά μας. Μέ μιά απλή νουθεσία, ποτισμένη μέ τήν προσευχή, ανοίγει καί αλλάζει ο νούς τού ανθρώπου, τού ανοίγονται άλλοι κόσμοι, σέ σημείο νά αλλάζη η διάθεσή του, νά εκκρίνονται ευεργετικές ορμόνες καί νά ευεργετείται καί θεραπεύεται καί τό σώμα. Μέ τήν νουθεσία κυρίως αποκαλύπτουμε καί δίνουμε τό νόημα τής ζωής αλλά καί τό νόημα κάθε προσκαίρου καταστάσεως, πού πιθανόν νά είναι κρυμμένο από τόν εμπερίστατο καί εν συγχύσει ευρισκόμενο αδελφό μας. Κυρίως η νουθεσία τού Πνευματικού στρέφει τόν νού στόν Χριστό, τό απώτερο καί απόλυτο νόημα, εφετό καί αγαθό.Επίσης θά κληθή ο Ιερεύς νά εξηγήση στόν ασθενή καί τό νόημα τού κόπου τών άλλων γιά τόν ίδιο, αφού όχι λίγες φορές αισθάνεται ως «βάρος» στούς συγγενείς του.

–Μνήμη θανάτου.
    Τήν οποία δέν προσφέρει ο Ιερέας τήν ώρα τής δοκιμασίας, αλλά τήν καλλιεργεί μέ θεολογικό τρόπο καθ' όλη τήν ποιμαντική του διακονία στόν λαό. Καί μάλιστα αυτό νά γίνεται όχι μέ γελοίο τρόπο, μέ κοσμικά αστεία κλπ., αλλά μέ θεολογικό τρόπο. Έχει ειπωθή σχετικά σέ αυτήν εδώ τήν αίθουσα, από τόν Καθηγητή Παύλο Κυρίλλα: «Είδα ότι στά κηρύγματα τών Εκκλησιών στίς μέρες μας τουλάχιστον τό θέμα τού θανάτου δέν είναι συνηθισμένο. Δέν συζητάνε γιά αυτό τό θέμα. Νομίζω φοβούνται καί οι Ιερείς ακόμα νά μιλήσουν γι' αυτό τό θέμα –μερικοί Ιερείς. Γι' αυτό καί εμείς οι Χριστιανοί δέν είμαστε έτοιμοι γιά τόν θάνατο, δυστυχώς».
–Ελπίδα.
     Μνήμη θανάτου χωρίς ελπίδα, είναι μιά αρνητική κατάσταση. Η αλήθεια τής υπάρξεως τού θανάτου πρέπει νά συνυπάρχη μέ τήν αλήθεια τής Αναστάσεως τού Χριστού καί όλων τών ανθρώπων. Αυτό συνιστά ισορροπία, σύνεση, σοφία, δύναμη. Ο Ιερεύς δέν είναι ο «μαύρος άγγελος τού θανάτου», όπως τόν παρουσιάζουν πολλοί, αλλά μέ τά λευκά του άμφια τήν Κυριακή τό πρωΐ είναι ο «άγγελος τής Αναστάσεως τού Χριστού». Πρακτικά αυτό τό εξέφραζε ως εξής ο γέροντας Πορφύριος: «Νά ζήτε σάν νά τήν τελευταία ημέρα τής ζωής σας, καί νά εργάζεσθε σάν νά ζήσετε χίλια χρόνια». Δηλαδή, νά θυμάστε ότι είσθε θνητοί, αλλά καί ότι η ύπαρξή σας είναι αιώνια, πού απλώς αλλάζει τρόπο ύπαρξης. Συγχρόνως νά χαίρεσθε μέ τό θαύμα τής δημιουργίας τού Θεού, νά σκέπτεσθε αυτούς πού θά σάς ακολουθήσουν στήν γή. Νά μή καταβάλλεσθε καί νά έχετε έμπνευση μέχρι τελευταία στιγμή, γιατί τίποτε δέν χάνεται. Αυτό τό μήνυμα πρέπει νά προσφέρη ο Ιερέας στόν ασθενή.

–Ειρήνη -εξομολόγηση
Νά πή, δηλαδή, ο Ιερέας, ότι επειδή ακριβώς η ύπαρξή μας παραμένει αιώνια, αυτό πού έχει σημασία είναι ο άνθρωπος νά έχη ειρήνη, μέ τόν εαυτό του, τούς οικείους του, τόν Θεό. Αυτό θά τού τό χαρίση η πίστη, η μετάνοια καί τά μυστήρια, ιδίως τής Εξομολόγησης καί τής θείας Ευχαριστίας.Η οποία οδηγεί στήν θεραπεία καί τού σώματος, στίς περιπτώσεις πού η ασθένεια οφείλεται σέ ανάλογη ζωή τού ασθενούς. Σέ κάθε περίπτωση είναι ανακούφιση καί καθαρισμός τής συνειδήσεως, εν όψει ενός μεγάλου αγώνα πού έχει νά δώση ο ασθενής. Έχει ειπωθή, άλλωστε, ότι τό μεγαλύτερο αγαθό στήν εποχή μας είναι η αγαθή συνείδηση. Θέλει δέ προσοχή νά μή θεωρηθή η εξομολόγηση καί η θεία Ευχαριστία ως η τελευταία πράξη πρίν τήν έξοδό του από τήν ζωή, αλλά ως εφόδιο γιά τόν αγώνα τής ασθενείας καί ως φυσική ενέργεια πού κάνει κάθε Χριστιανός. Γιατί ιδίως ο σημερινός άνθρωπος δέν αντέχει εύκολα στήν ιδέα τού θανάτου.

–Ευχέλαιο- Θεία Ευχαριστία
Ένα άλλο μυστήριο τό μυστήριο τής ψυχοσωματικής θεραπείας, τό οποίο θεραπεύει ασθένειες, ανάλογα μέ τήν πίστη μας καί ιδίως σέ κατάσταση ελλείψεως φαρμάκων καί ιατρών. Θεία Κοινωνία :Τό φάρμακο τής αθανασίας, τό μυστήριο τής εσταυρωμένης αγάπης. Καί ως γνωστόν, ο ασθενής καί σταυρωμένος είναι καί αγάπη επιζητεί. 

–Πνευματική στήριξη
     Ακόμη, ο Ιερέας οφείλει νά προσφέρη τήν στήριξή του στόν ασθενή, ακόμη καί ο ασθενής αυτός είναι τέλειος πνευματικά. Αυτό μάς τό διδάσκει, σύμφωνα μέ τόν άγιο Νικόδημο τόν Αγιορείτη, η ευαγγελική περικοπή, όπου ο άγγελος εμφανίσθηκε καί ενίσχυσε τόν Κύριο λίγο πρίν τόν θάνατό Του. Γράφει ο άγιος: «Ή πάλιν ένας καλός καί ευλαβής, ανίσως ήθελε λάβη περισσοτέραν δύναμιν νά αντιπολεμήση τόν εχθρόν μας διάβολον, οπού εκείνην τήν ώραν πολεμά νά μάς ρίψη εις κανένα άτοπον; Βλέπομεν οπού ως καί ο Χριστός μας, διά τήν ασθένειαν τής σαρκός, εχρισθη Άγγελον εξ Ουρανού διά τόν δυναμώνη εις τήν ώραν τού θανάτου του πόσω μάλλον ημείς;».
Γενικά, ο Ιερέας μπορεί νά προσφέρη πολύτιμες υπηρεσίες στόν ασθενή, από ένα απλό χαμόγελο ή μιά επίσκεψη, μέχρι τήν προετοιμασία γιά τήν αξία συμμετοχή του στά μυστήρια τού ευχελαίου, τής εξομολογήσεως, τής θείας Ευχαριστίας. Μπορεί νά συμβάλη στήν θεραπεία τού σώματος καί τής ψυχής τού ασθενούς.

Καί μιά σύντομη παράγραφο, πού αφορά στήν περιποίηση τών κεκοιμημένων. Οι νεκροί δέν είναι χαμένοι, αλλά οι αδελφοί μας πού έχουν μπεί στά αποδυτήρια, σέ μιά ενδιάμεση κατάσταση ύπαρξης.

Η φροντίδα μας πρέπει νά συνεχισθή μέ τήν περιποίηση τού νεκρού, τήν παρηγοριά τών οικείων, τά μνημόσυνα κλπ. Ιδίως εμείς οι Ιερείς νά δείχνουμε τήν φροντίδα αυτή στούς συνιερείς μας πού φεύγουν πρίν από εμάς, καί μάλιστα όταν πρόκειται γιά Ιερείς μέ κύρος καί εκκλησιαστική συνείδηση. Θά χρειασθή νά τούς ετοιμάσουμε μέ τόν ενδεδειγμένο τρόπο, νά τούς διαβάσουμε τό ευαγγέλιο, νά συμμετάσχουμε στήν κηδεία τους. Δέν νοείται νά κοιμάται Ιερέας καί εμείς, ενώ είμαστε εδώ καί δέν έχουμε κάποια άλλη απαραίτητη αποστολή, νά απουσιάζουμε από τήν κηδεία του καί τήν ετοιμασία της.

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

Η καύση των νεκρών, έρχεται και στην Ελλάδα. Τι υποστηρίζει η Εκκλησία μας και γιατι ;

Μόνο η υπουργική απόφαση για τις προϋποθέσεις χωροθέτησης αποτεφρωτήρων μένει ώστε να ξεκινήσει στην χώρα μας η καύση νεκρών...
Αργά αλλά σταθερά προχωρά και στη χώρα μας εναλλακτική λύση της καύσης των νεκρών από την ταφή. Αν και ο νόμος για την καύση νεκρών έχει ψηφιστεί από το 2007 ακόμα δεν έχει παρθεί η υπουργική απόφαση που θα προσδιορίζει τους όρους και τις προδιαγραφές για την χωροθέτηση αποτεφρωτήρων.
Ο Δήμος Αθηναίων με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου προετοιμάζεται ώστε να δημιουργήσει χώρο για την καύση όσων αυτή η μέθοδος αποτελέσει τελευταία τους επιθυμία.Συμφωνα με τον αντιδήμαρχο Θανάση Καφέζα το κόστος της καύσης που διαρκεί 15 περίπου λεπτά θα προσεγγίζει τα 800 ευρώ.Για την δημιουργία αποτεφρωτήρα υπάρχουν δύο υποψήφιες περιοχές, μια στο Σχιστό και στο 3ο νεκροταφείο.

Τι υποστηρίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία μας ;
Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Μεσογαίας & Λαυρεωτικής
κκ Νικολάου

    Υπάρχουν δύο βασικές αλήθειες για την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη σχετικά με τον άνθρωπο. Η πρώτη είναι ότι ο άνθρωπος έχει ψυχοσωματική οντότητα και η δεύτερη ότι η ψυχή του είναι αιώνια στη φύση της.Το σώμα του είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή του και η ψυχή με την θεϊκή πραγματικότητα.Η Εκκλησία δεν έχει μόνο διδασκαλία περί της ψυχής, αλλά βαθιά εμπειρία της. Δεν έχει απλά άποψη επί του θέματος έχει βίωση αληθείας. Η αποκάλυψή της δεν της προσφέρεται μόνον διδακτικά, αλλά της επαληθεύεται βιωματικά. Δεν λέει αυτό που ξέρει αλλά μεταγγίζει αυτό που ζει. Όταν βλέπει τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, δεν αντικρίζει σ΄αυτόν μόνο το σώμα του ή τη χρονική παρουσία του, αλλά βλέπει την εικόνα του Θεού να αντικατοπτρίζεται στην ψυχή του και διακρίνει την αιώνια διάστασή του. Αυτό πως να το αρνηθεί η Εκκλησία;Άνθρωπος δεν είναι το σώμα, η υγεία, αυτό που βλέπουμε. Ούτε πάλι η ψυχή ως διάθεση, ως ψυχισμός, ως έκφραση των εγκεφαλικών λειτουργιών, ως φυσικό στοιχείο συμπεριφοράς - αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Ο θησαυρός της ανθρώπινης υπόστασης είναι η ψυχή ως πρόσωπο, ως εικόνατης θεϊκής δόξης, ως αυτεξούσιο, ως δυνατότητα μετοχής στην αιωνιότητα, ως χάρις αυθυπέρβασης.Κάθε τι που σχετίζεται με την ψυχή αποτελεί ιερό γεγονός ή στοιχείο έχει να κάνει με την σωτηρία, τον εξαγιασμό, την ένωση με τον Θεό, την βίωση της αιώνιας προοπτικής του ανθρώπου. Αυτό είναι το στοιχείο που, επειδή είναι υπαρκτό καθιστά τον άνθρωπο ιερό.
     Η ψυχή μ΄αυτήν την έννοια, περιφρουρείται μέσα στο σώμα που το μεταμορφώνει σε ναό. Το σώμα που διαφυλάσσει το θησαυρό της ψυχής δεν είναι φυλακή. Ένα σώμα όμως που εν ζωή δεν το σεβαστήκαμε, ούτε καν φιλόζωα το διατηρήσαμε, που βιολογικά μεν το περιποιηθήκαμε στα εργαστήρια, ουσιαστικά όμως το καταστρέψαμε στην πρακτική της ζωής ένα σώμα στο οποίο η ιατρική δεν καλείται να θεραπεύσει μόνο τις συνέπειες της φυσιολογικής φθοράς επάνω του, αλλά και του ανορθόδοξου τρόπου και της αντίληψης ζωής μέσα του ένα σώμα που η ίδια η ψυχή μας το αγνόησε, και αντί μαζί του να επιτελέσει τον ιερουργικό σκοπό της, ικανοποίησε τις φιλήδονες τάσεις και τις αμαρτωλές διαθέσεις της -και μάλιστα με την αποδοχή και νομική κάλυψη της κοινωνίας-, αυτό το σώμα είναι εύκολο αυτή η κοινωνία και ψυχή να θέλουν να το κάψουν για να ολοκληρώσουν το έργο τους και να εξαφανίσουν την ασέβειά τους.


    Για την Εκκλησία τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Το σώμα, όσο ο άνθρωπος είναι εν ζωή, το βλέπει ως θυσιαστήριο. Γι΄αυτό και η βάναυση επέμβαση επάνω του και η υποταγή του στις ορμές, που δουλώνουν το αυτεξούσιο, δηλώνουν ασέβεια και αποτελούν βεβήλωση και αμαρτία. Η συντήρηση και τροφοδοσία του γίνεται πάντοτε με προσευχή -προσευχές της τραπέζης- η φροντίδα της υγείας του που συνδυάζεται με μυστήριο - το ευχέλαιο-, η αναπαραγωγή του με άλλο μυστήριο - το γάμο- και τέλος ο εξαγιασμός του επιτυγχάνεται με την μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού.Μόλις ο άνθρωπος πεθάνει, το σώμα του γίνεται λείψανο. Τότε αυξάνει και οσεβασμός μας σ΄αυτό. Το λείψανο αποτελεί την ανάμνηση μιας ιερουργίας που μέσα του επιτελείτο - της σωτηρίας της ψυχής- και την υπόμνηση μιας άλλης που τώρα "αγνώστως" συνεχίζεται έξω από αυτό- της δόξης της ψυχής. Το σώμα δεν περιμένει την καταστροφή του, αλλά την "ετέρα μορφή του"(Μάρκ. ιστ΄12), την αναμόρφωσή του "εις το αρχαίον κάλλος". Αυτή είναι η αιτία που η Εκκλησία προσεγγίζει το σώμα με ιδιαίτερο σεβασμό και αισθήματα ιερά. Δεν καίμε τους ναούς, πολλώ δε μάλλον τους έμψυχους ναούς.
      Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το σώμα είναι κάτι που δεν εγγίζεται και στο οποίο αρνούμεθα κάθε παρέμβαση. Το σώμα είναι το υποκείμενο στη φθορά στοιχείο του ανθρώπου Η φυσική φθορά είναι η ισχυρότερη ίσως υπόμνηση της πτωτικής μας φύσεως. Κάθε βίαιη κίνηση που συνηγορεί στη συρρίκνωσή του, προσβάλλει και την ψυχή. Για τον λόγο αυτό, στο σώμα παρεμβαίνουμε μόνο θεραπευτικά, αναστέλλοντας την εξέλιξη της φθοράς, όταν και όδο μπορούμε. Η διαδικασία της πρέπει να είναι εντελώς φυσική και ποτέ εξαναγκασμένη. Την αναλαμβάνει μόνον ό Θεός μέσα από τις συνθήκες που ο ίδιος προνοεί ή η φύση μέσα από την ευθύνη που της έχει ανατεθεί. Αυτός είναι ένας άλλος λόγος που η Εκκλησία μας αρνείται την καύση των νεκρών. Αφήνει στη φύση να αναλάβει την ευθύνη της φθοράς του σώματος. Δεν το καίει, αλλά το αφήνει να σβήσει. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που η φύση επιτρέπει να μείνει κάποιο υπόλειμμα, αυτό έχει το λόγο του.Όταν και η ΄φυση αρνείται την ολοσχερή διάλυσή του ανθρωπίνου σώματος, τότε η νομοθετημένη καύση του δεν είναι πράξη επιλήψιμης βίας;Τα οστά υπαινίσσονται το σώμα έχουν μεν όλα μια ομοιότητα, αλλά έχουν και διαφορές. Άλλα είναι τα κοκαλάκια ενός μικρού παιδιού στη θέα τους και άλλα ενός ενήλικα. Άλλα ενός ανθρώπου και άλλα κάποιου ζώου. Όταν όμως καούν, η στάχτη εξομοιώνει τα πάντα. Και στην περίπτωση αυτή που διατηρείται και δεν σκορπίζεται, δεν διακρίνονται οι διαφορές έχουν εξαλειφθεί για πάντα. Μαζί με τα χαρακτηριστικά του προσώπου, έχει εξαφανιστεί και η εικόνα του ανθρώπου μόλις δςε σκορπιστούν και τα υπολείμματα της στάχτης,μαζί με τα ψήγματα του κοινωνικού σεβασμού, οριστικοποιείται και η διαγραφή κάθε ίχνους παρουσίας του. Ο υπαρκτικός θάνατος έχει προσυπογράψει τον φυσιολογικό.
     Το υπόλειμμα του ανθρώπου δεν είναι η ισοπέδωση και η απουσία, αλλά η ταυτότητα και του είδους και του προσώπου και η παρουσία.Ο αγώνας να διατηρήσουμε τα οστά, τα λείψανα, ό,τι περισσότερο από τον άνθρωπο μπορούμε σ΄αυτόν τον κόσμο, ισοδυναμεί με την ανάγκη μας να διατηρηθεί όσο περισσότερο γίνεται το πρόσωπό του στον άλλο. Ο σεβασμός μας στα νεκρά λείψανα πιστοποιεί την πίστη μας στην αθάνατη ψυχή. Οι νεκροί δεν είναι "πεθαμένοι" αλλά κεκοιμημένοι. Τοποθετούνται με σεβασμό στον τάφο, στραμμένοι προς ανατολάς με την προσδοκία της αναστάσεώς τους. Η Εκκλησία συνειδητά αρνείται τον όρο "νεκροταφεία" και επιμένει στον όρο "κοιμητήρια". Και το κάνει αυτό όχι για λόγους ψυχολογικού -για να μην αγριεύουμε- αλλά για λόγους καθαρά πνευματικούς: νεκρός δεν σημαίνει τελειωμένος (που έχει τελειώσει) αλλάτετελειωμένος (που έχει τελειωθεί). Τέλος δεν σημαίνει λήξη, αλλά τελείωση. Τα οστά των νεκρών αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσης ζωής τους, ενθύμηση της παρούσης καταστάσεως τους, αλλά και υπόμνηση της μελλούσης προοπτικής μας. Αυτά με κανένα νόμο δεν καίγονται.
    Η Εκκλησία δεν τιμά το σώμα και χωριστά την ψυχή, αλλά τον σύνδεσμο των δυό, τον άνθρωπο ως όλον. Στον κίνδυνο να ξεχαστεί ο άνθρωπος, επειδή δεν φαίνεται η ψυχή του, διατηρούμε το σώμα, που δεν μας την θυμίζει μόνο όταν λειτουργεί αλλά και όταν απλά υπάρχει. Η οριστική καταστροφή του σώματος, η καύση του, δεν είναι καύση νεκρού ανθρώπου -κάτι που καίγεται - αλλά προσπάθεια καύσης της ζωντανής ψυχής του,κάτι που δεν καταστρέφεται.Η ψυχή ζει. Αυτό φαίνεται από το ότι τα λείψανα έχουν ζωή όχι βιολογική βέβαια αλλά κάποιας μορφής πνευματική, που όμως διαπιστώνεται. Όταν έχουμε άτομα που η βίωσή τους της πνευματικής πραγματικότητος ήταν τόσο έντονη ώστε και από τότε που ζούσαν εν χρόνω την παχύτητα αυτού του κόσμου, αυτά να λειτουργούν στις συχνότητες του άλλου, τότε ο θάνατός τους είναι κοίμηση που αποτυπώνεται στα λείψανά τους. Είναι πολύτιμη εμπειρία της Εκκλησίας, διαρκώς επαληθευόμενη, ότι πλείστα όσα εξ αυτών εμφανίζουν ιδιάζουσα χάρι. Είναι γνωστό ότι συχνά τα λείψανα των αγιορειτών μοναχών αλλά και των άλλων εξαγιασμένων ανθρώπων που η ζωή τους τίμησε το σώμα και η ψυχή τους φανέρωσε μεγαλύτερη ευρωστία και ζωτικότητα από αυτό, διατηρούν μια εντυπωσιακή ευκαμψία για ώρες μετά θάνατον. Δεν κοκαλώνουν!
     Αλλά και η αποδεδειγμένη ευωδία, το κέρινο χρώμα τους, η θαυματουργική χάρι τους ή η φυσική αφθαρσία ολόσωμων αγίων, στοιχεία ασυνήθη και φυσικώς ανεξήγυτα, είναι αναμενόμενα φαινόμενα της πνευματικής πραγματικότητος. Αυτά τα λείψανα, για την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και συνείδηση, αποτελούν περιουσία πολυτιμότερη και από τη διδασκαλία της θησαυρούς αναγκαιότερους και από τα σκεύη της. Στα λείψανα των μαρτύρων της εδράζονται οι άγιες τράπεζες της. Αν αυτά κάψει θα έχει ήδη θυσιάσει τα ιερά θυσιαστήριά της θαέχει καταστρέψει τα ζωτικά σπλάχνα της.Η ψυχή υπάρχει, ζει και αναγνωρίζει το σώμα της και μετά θάνατον.Βλέπει και μπορεί να αντικρύσει την καύση του. Άραγε θα την εγκρίνει; Η ίδια στην κατάσταση που είναι δεν βλάπτεται από τις δικές μας ενέργειες ούτε και όταν της καταστρέφουν το δικό της σώμα.
      Η ασέβεια επάνω της όμως φθείρει εμάς. Το ηθικό κριτήριο σε μιά τόσο καίρια απόφαση για την Εκκλησία είναι πνευματικό δεν έχει νακάνει με τις επιλογές μιας πεθαμένης κοινωνίας, μιας κοινωνίας που αρνείται την αθανασία της, αλλά με τις προτιμήσεις τηςαθάνατης ψυχής, της ψυχής που επιβεβαιώνει την αιωνιότητά της.Αν μας ρωτούσαν πως θα προτιμούσαμε να φύγει απ΄αυτόν τον κόσμο κάποιος δικός μας:από εγκεφαλική αποπληξία, από καρδιακή ανακοπή, με παραμορφωτικά εγκαύματα, ή να αποτεφρωθεί από ανάφλεξη και πυρκαγιά, έχω την εντύπωση πως ο τραγικότερος τρόπος θα ομολογούσαμε πως είναι ο τελευταίος.Είναι φυσικό στον άνθρωπο, όταν αποχαιρετά τον άνθρωπό του, να θέλει να αντικρύσει για τελευταία φορά την οικεία σ΄αυτόν όψη και όχι το αποτρόπαιο κατάντημά του σε απάνθρωπη, ανοίκεια και απρόσωπη στάχτη. Η λεπτή αγάπη των στιγμών εκείνων εκφράζεται ως ανάγκη να αγκαλιάσει κανείς, να φιλήσει, να χορτάσει το βλέμμα του, να εκδηλωθεί τρυφερά πάνω στο άψυχο σώμα. Αν μας πληγώνει η βία της φύσεως, πώς εμείς επιλέγουμε τη βία του αυτεξουσίου μας; Όταν κάτι είναι πολύτιμο και το χάνουμε, προσπαθούμε να κρατήσουμε όσο περισσότερο απ΄αυτό μπορούμε. Ποτέ δεν νομοθετούμε τη βίαιη μείωση του τελευταίου ανεκτίμητου υπολείμματός του.

     Η απόφαση ότι δεν έχουμε χώρο στα κοιμητήριά μας ισοδυναμεί με προσβολή.Αν δεν έχουμε, να δημιουργήσουμε χώρο. Η αγάπη δημιουργεί και χώρο και προϋποθέσεις. Η χρηστική ανάγκη ποτέ δεν είναι ουσιαστική και πάντα πιστοποιεί τη στενότητα του καρδιακού χώρου.Η ανάγκη του σεβασμού είναι πολύ μεγαλύτερη γι΄αυτόν που τον εκχωρεί παρά γι΄αυτόν που αποδέχεται.Ετσι που βαδίζει η κοινωνία μας δεν θα έχει μονον έλλλειψη χώρου, αλλά και ανθρώπους δεν θα βρίσκει για να θάψουν, ίσως και να κάψουν, τους νεκρούς της. Στο απέραντο γηροκομείο του "πολιτισμένου" κόσμου μας, όπου οι νέοι τείνουν να γίνουν πολύ λιγότεροι από τους ηλικιωμένους και οι γεννήσεις πολύ πιο σπάνιες από τους θανάτους, θα υπάρχουν νεκροί και όχι νεκροθάφτες.Αντί να ενδιαφέρεται η κοινωνία μας για την αρχή της ζωής, π.χ. το δημογραφικό πρόβλημα, υπεραπασχολείται με το τέλος, την καύση. Η ίδια νοοτροπία που αποφεύγει, τη γέννηση, δηλαδή τη ζωή, αυτή που απορρίπτει και τους γέρους, αυτή που προτείνει την ευθανασία, αυτή που η ίδια δεν αντέχει και τους νεκρούς αρνείται τη δημιουργία και επιλέγει την καύση. Αυτή υπογράφει το οριστικό τέλος του τέλους το τέλος του σκοπού το τέλος του ανθρώπου. Αυτοί που αγνόησαν το δικαίωμα του ανθρώπου για το Θεό και πρόσβαλαν τα απαράγραπτα δικαιώματα του Θεού για τον άνθρωπο, αυτοί και μόνον μπορούν να επικαλούνται τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα για να νομιμοποιήσουν την ασέβειά τους στον άνθρωπο.
    Η καύση των νεκρών δεν είναι ατομικό δικαίωμα του νεκρού πλέον ανθρώπου. η διατήρηση του σώματός τους αποτελεί κοινωνική υποχρέωση σεβασμού και επιβιώσεως του προσώπου του. Είναι αδύνατο το θέλημα του ενός -και ας αποκαλείται αυτό δικαίωμα- να προσκρούει στην ανάγκη για σεβασμό του συνόλου. Δεν μπορεί να είναι δικαίωμα κάποιου να τον...κάψουμε εμείς! Το θέμα δεν είναι αν κάποιος επιθυμεί να καεί. είναι αν η κοινωνία θα δεχθεί να τον κάψει.Η κοινωνία με την καύση των νεκρών προσυπογράφει το δικό της τέλος. τον μηδενισμό της. Μια κοινωνία που δεν αντέχει τον άνθρωπο ούτε στην ασθένειά του, ούτε στην αδυναμία του, ούτε στον θάνατό του, μια κοινωνία που καίει τους νεκρούς της, μια κοινωνία που καταστρέφει και την ανάμνηση της ζωής και την ενθύμηση των μελών της -αυτό είναι τα λείψανα- μια κοινωνία που κάνει την αρχή του ανθρώπου τεχνητή και μηχανική και το τέλος του οριστικό και αμετάκλητο, μια κοινωνία που αρνείται την πνοή του αιώνιου και εγκλωβίζεται στην ασφυξία του εφήμερου, τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η κοινωνία με τη ζωή; Ακόμη και οι άθεοι υπογράμμιζαν την ανάμνηση των επίγειων θεών τους με ταριχεύσεις των σωμάτων τους (περίπτωση Λένιν) ή όπου αυτό δεν ήταν δυνατόν με κατασκευές αγαλμάτων και ψεύτικων ομοιωμάτων.Φαίνεται πως το αποτέλεσμα του ανθρωπισμού χωρίς Θεό, του πολιτισμού χωρίς αξίες και του μηδενισμού χωρίς σκοπό, το αποτέλεσμα της σύγχυσης της αθεϊας, είναι η εξαφάνιση του ανθρώπου,η καύση και του τελευταίου υπολείμματός του. Η καύση των νεκρών οδηγεί στην καύση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
     Κατόπιν τούτων, δεν είναι ότι δεν της επιτρέπεται, αλλά η Εκκλησία αδυνατεί και αρνείται να δεχθεί μια απλά χρηστική και καθόλου πειστική λύση ελάσσονος πρακτικής βαρύτητος και να θυσιάσει το βίωμα του σεβασμού της στη θεϊκότητα του προσώπου του κάθε ανθρώπου, πολλώ μάλλον του ανθρώπου που αυτή βάφτισε στη κολυμβήθρα της τιμώντας ταυτόχρονα και την ψυχή και το σώμα του. Το μείζον δεν μπορεί να υποταχθεί στο έλασσον. Είναι αδύνατον όποιος πιστεύει στην Εκκλησία και αποδέχεται την πρόταση ζωής της, όποιος ζει την πραγματικότητα της ψυχής, όποιος σέβεται τον άνθρωπο να μην τιμά και το σώμα. Το σώμα χρήζει μεγαλύτερης τιμής και σεβασμού από την κοινωνία μετά θάνατον απ' όση περιποίηση και προστασία δέχθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του.