Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Ιησούς Χριστός: ο ελευθερωτής των ψυχών μας, του π Γεωργίου Μεταλληνού


Στο απολυτίκιο της εορτής της Υπαπαντής ο Χριστός χαρακτηρίζεται «ελευθερωτής των ψυχών ημών». Διότι σώζει, ενεργώντας απελευθερωτικά πρός δύο κατευθύνσεις, εσωτερικά και εξωτερικά. Ελευθερώνει πρώτα από την εσωτερική δουλεία, τη δουλεία του Διαβόλου και των παθών. Καθαρίζει την καρδιά από την αμαρτία, για να βρεί ο άνθρωπος την εσωτερική ενότητα και ισορροπία του και να μπορέσει να δημιουργήσει αδελφική κοινωνία με τους συνανθρώπους του. Η διαδικασία της αποκαταστάσεως της εσωτερικής ενότητας του ανθρώπου παίρνει τη μορφή μιάς θεραπείας. Γι’ αυτό ο Χριστός ονομάζεται στη Θεία Λειτουργία «ιατρός τών ψυχών καί τών σωμάτων ημών». Ο άνθρωπος, εισερχόμενος στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, δέχεται μιά αγιοπνευματική «θεραπευτική αγωγή», που αναπτύσσεται στα στάδια «κάθαρση – φωτισμός – θέωση». Για να μεταμορφωθεί η εγωκεντρική και εγωιστική αγάπη του ανθρώπου σε ανιδιοτελή, πρέπει ο άνθρωπος να ακολουθήσει αυτή την πορεία. Αγωνίζεται, με βοηθό και συνεργό τη Χάρη του Χριστού, να τηρεί τις εντολές Του, για να καθαρθεί η καρδιά και να φωτισθεί από το Άγιο Πνεύμα. Ο άνθρωπος καλείται να γίνει πρώτα «δούλος Ιησού Χριστού», κάτι που ήταν τίτλος τιμής για τον Απ. Παύλο. Υποδουλομένος εκούσια στον Χριστό, ελευθερώνεται από τη δουλεία της αμαρτίας (Ρωμ. 6, 18). Η τραγικότητα του αμετανόητου ανθρώπου συνίσταται στο να θεωρεί τη δουλεία του ως ελευθερία και να περιμένει καρπούς ελευθερίας από την κατάσταση της δουλείας. Γι’ αυτό απογοητεύουν, τελικά, τα πολιτικοκοινωνικά συστήματα, διότι δεν μπορούν να ελευθερώσουν εσωτερικά τον άνθρωπο.
 Ο Χριστός ελευθερώνει με τη δική Του ελευθερία (Γαλ. 5, 1). Καλεί, γι’ αυτό, να «γνωρίσουμε την αλήθεια Του – τον ίδιο τον Χριστό ώς αλήθεια – για να ελευθερωθούμε». «Γνώσεσθε τήν αλήθειαν καί η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. 8, 32). Αυτό σημαίνει μετοχή στην πνευματική ζωή. Από την εσωτερική δε ελευθερία ξεκινά εν Χριστώ και κάθε αγώνας για εξωτερική (κοινωνική – εθνική) ελευθερία. Είναι αδύνατο να «επαγγέλλεται (κανείς) ελευθερίαν», ενώ μένει «δούλος τής φθοράς» (Β΄ Πέτρ. 2, 19). Ο Χριστός ελευθερώνει εσωτερικά, για να ανακαινίσει τον κόσμο, χωρίς συστήματα και μανιφέστα. Αυτό συνέβη με τη Σάρκωσή Του, που είναι εισαγωγή της δικής Του ζωής, της Χριστοζωής, στον κόσμο.
 Ο Χριστός βρήκε ένα κόσμο, στον οποίο ο άνθρωπος δεν είχε καμιά προσωπική αξία, παρά μόνο ώς μέσο για τους σκοπούς του Κράτους. Κοινωνικά δικαιώματα είχε μόνο ο κύκλος των ελευθέρων πολιτών. Επικρατούσαν, εξάλλου, οι θεσμοί της βρεφοκτονίας, νηπιοκτονίας, της εκθέσεως των βρεφών. Η γυναίκα ήταν ιδιοκτησία του ανδρός, ζώντας για χάρη του. Φιλόσοφοι, όπως ο Αριστοτέλης, θεωρούσαν τον θεσμό της δουλείας φυσικό. Και όλα αυτά δεν ήσαν απλές παραβάσεις, αλλά θεσμοί. Η μικρή αναλαμπή των στωικών είχε ελάχιστα αποτελέσματα, οδηγούσε δε σε άλλες πλάνες. Δια του Χριστού και εν Χριστώ συνετελέσθη η ανύψωση του ανθρώπου, επικυρωμένη αιώνια με τη Σάρκωση του Θεανθρώπου. Ο άνθρωπος απέκτησε ανείπωτη αξία, «εξαγορασμένος» με τό αίμα τού Χριστού (Α΄ Κορ. 6, 20). Για τόν άνθρωπο πέθανε ο ίδιος ο Χριστός (Ρωμ. 14, 15). Μόνο ο Χριστός διεκήρυξε ότι οι θεσμοί είναι υπηρετικοί του ανθρώπου και όχι κύριοί του, με τον ανυπέρβλητο λόγο του: «τό Σάββατον διά τόν άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος διά τό Σάββατον» (Μάρκ. 2, 27). Ο Χριστός εξίσωσε τον άνδρα με τη γυναίκα (πρβλ. Κολ. 3, 11) και κατήργησε κάθε «αποθέτη» ή «καιάδα». Έθραυσε, ακόμη, τα δεσμά της δουλείας στην ίδια την πράξη, μεταβάλλοντας τον δούλο από «έμψυχον κτήμα» (Αριστοτέλης) σε «αδελφόν αγαπητόν» του Κυρίου του (βλ. την επιστολή Πρός Φιλήμονα).
 Με την εσωτερική απελευθέρωση του ανθρώπου ειρηνεύει ο Χριστός τον άνθρωπο με τον ίδιο τον εαυτό του. Ώς «άρχων ειρήνης» (Ησ. 60, 17) γίνεται η ειρήνη μας, μεταδίδοντας την ειρηνοποιητική Χάρη Του, όπως συνέβη μετά την Ανάσταση («ειρήνη υμίν», Ιωάν. 20, 19). Είχε, άλλωστε, διευκρινίσει πρό του Πάθους Του: «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην τήν εμήν δίδωμι υμίν∙ ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν εγώ δίδωμι υμίν» (Ιωάν. 14, 27). Έγινε ο ίδιος ο Χριστός ειρήνη για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Αυτό διακηρύσσει ο Απ. Παύλος, που έζησε την εν Χριστώ ειρήνευσή του και από διώκτης έγινε απόστολος. «Αυτός εστιν η ειρήνη ημών», λέγει. Είναι εκείνος που «συνένωσε τα δύο (αντίθετα) μέρη και κρήμνισε το μεσότοιχο που τους χώριζε, δηλαδή την έχθρα, καταργώντας στην σάρκα Του τον νόμο των εντολών..., για να δημιουργήσει στον εαυτό Του από τα δύο μέρη ένα νέο άνθρωπο και να φέρει ειρήνη» (Εφεσ. 2, 14 ε.). Με αναφορά στην αντίθεση Ιουδαίων και Εθνικών, που ξεπεράσθηκε εν Χριστώ μέσα στην Εκκλησία, ο Απ. Παύλος παρουσιάζει με τον πιό ανάγλυφο τρόπο το ειρηνοποιητικό έργο του Χριστού, που αρχίζει με την Γέννησή Του, κατά τον ύμνο των Αγγέλων «Δόξα εν υψίστοις Θεώ καί επί γής ειρήνη» (Λουκ. 2, 14). Ο Χριστός μας ενώνει και συναδελφώνει όλους στη σάρκα Του, με τη Σάρκωσή Του, τη Σταύρωσή Του και κυρίως στη Θεία Ευχαριστία. Τρώμε τον Θεό μας, για να μην τρωγόμαστε μεταξύ μας...

Ιησούς Χριστός: η προσδοκία των Εθνών και ο Σωτήρας του κόσμου, του π Γεωργίου Μεταλληνού


Ο Ιησούς Χριστός, ώς Θεάνθρωπος, είναι μοναδικός και ασύγκριτος, όπως αποδεικνύεται σ’ όλη την επίγεια ζωή Του. Είναι ο μόνος άνθρωπος που ήταν γνωστός και αναμενόμενος και πρίν ακόμη από την εμφάνισή Του στη σκηνή της Ιστορίας. Υπήρξε «προσδοκία εθνών» (Γεν. 49, 1), του κόσμου όλου. Διότι ο Χριστός υποσχέθηκε την έλευσή Του ήδη μετά την πτώση των πρωτοπλάστων («πρωτευαγγέλιον», Γεν. 3, 15). Έτσι, η νοσταλγία της ανθρωπότητος προσανατολίσθηκε πρός το μέλλον, στην έλευση του Χριστού, για την ανασύνδεση μαζί Του, τη λύτρωση. Η νοσταλγία αυτή άφησε έντονα ίχνη σ’ όλη την ανθρωπότητα, σ’ Ανατολή και Δύση, ιδιαίτερα όμως στους Ισραηλίτες, οι οποίοι στα πρόσωπα των Αγίων τους, αναδείχθηκαν «περιούσιος λαός τού Θεού», όχι διότι ο Θεός είναι «προσωπολήπτης» (Πραξ. 10, 34), αλλά διότι οι Άγιοί τους έσωσαν την οδό της θεογνωσίας, την «μέθοδο» της θεώσεως.
 Στην προφητεία (το κήρυγμα των θεουμένων της Π.Δ.) είναι τόσο έντονη και βέβαιη η έλευση στον κόσμο του Μεσσία – Χριστού, ώστε να περιγράφεται με εκπληκτική διαύγεια το έργο Του, ώς να επρόκειτο για βιωμένη ήδη πραγματικότητα*. Δεν είναι, έτσι, περίεργο, που ο «μεγαλοφωνότατος» προφήτης Ησαΐας ονομάσθηκε «πέμπτος ευαγγελιστής», διότι εν αγίω Πνεύματι ζεί την εποχή του Μεσσία, όπως οι Ευαγγελιστές – Μαθητές Του.
 Σαφής όμως και ρητή είναι αυτή η προσδοκία και στους άλλους λαούς: στούς Έλληνες, στους Ρωμαίους, τους Κινέζους, τους Ινδούς, τους Ιρανούς, τους Αιγύπτιους. Οι σχετικές μαρτυρίες φθάνουν ώς την Αμερική και τη Σκανδιναβία. Για να περιορισθούμε σε κάποιες εντυπωσιακές μαρτυρίες, ο Κομφούκιος στην Κίνα ανέμενε τον «Άγιον» και «Ουρανάνθρωπον» (Θεάνθρωπον)! Ο Βούδδας Γκοτάμα (ο ιστορικός Βούδδας, στις Ινδίες, 5ος αι. π.Χ.) απέκρουσε τους ισχυρισμούς των οπαδών του ότι η διδασκαλία του είναι ανυπέρβλητη, λέγοντας ότι «μετά πεντακόσια έτη θα χρεωκοπήσει η διδασκαλία» του. Το εκπληκτικότερο, μάλιστα, είναι ότι παρατηρείται σύγκλιση της παγκόσμιας προσδοκίας του Μεσσία πρός την Παλαιστίνη, διότι οι λαοί της Δύσεως Τον ανέμεναν από την Ανατολή, ενώ οι λαοί της Άπω Ανατολής τον ανέμεναν από τη Δύση.
 Ο «σπερματικός λόγος» του Θεού, που εισέδυε στις καρδιές των πνευματικών ανθρώπων σ’ όλο τον κόσμο, κατηύθηνε τις συνειδήσεις πρός τον Χριστό, προετοιμάζοντας, έτσι, την ανθρωπότητα να Τον δεχτεί, όταν θα ερχόταν «το πλήρωμα του χρόνου» (Γαλ. 4, 4), που συνδέθηκε με τη παγκόσμια κοινωνία της «Pax Romana» και κυρίως με το πρόσωπον της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η Παναγία Παρθένος έγινε ο «νέος παράδεισος», μέσα στον οποίο σαρκώθηκε ο Αναμενόμενος Μεσσίας ώς Θεάνθρωπος Κύριος.
 Ο Χριστός είναι «ο προκυρηχθείς» Μεσσίας. Ο Δαβίδ ανήγγειλε τη Γέννησή Του (Ψαλμ. 109, 3 ε.). Ο Σολομών ύμνησε την προαιώνια Σοφία του Θεού ώς Πρόσωπο που θα έλθει στον κόσμο (Παροιμ. 8, 22-26). Ο προφήτης Ησαΐας περιέγραψε τη Γέννησή Του εκ Παρθένου (7, 14) και την ταυτότητά του ώς φωτός των Εθνών (9, 1 ε., 49, 6 ε.), ποιμένος (40, 11), λυτρωτή του κόσμου (25, 6 ε.) που θα εγκαινιάσει μια χρυσή εποχή (35, 6, 11 ε.). Ο Ιερεμίας προείπε την ανατολή από τον Δαβίδ ενός βασιλιά δικαίου, που θα φέρει μια νέα κοινωνία (23, 5-6, 38, 22). Στο βιβλίο του Βαρούχ προφητεύεται η ενσάρκωση της Σοφίας του Θεού («επί τής γής ώφθη καί τοίς ανθρώποις συνανεστράφη», 3, 38). Ο Δανιήλ προείπε την αιώνια Βασιλεία του «υιού τού ανθρώπου» (7, 13-14) κ.λπ. Όλες οι όψεις της εποχής του Μεσσίου περιγράφονται με ενάργεια στα βιβλία της Π.Δ. Τό θαυμαστότερο όμως είναι ότι οι προφητείες αυτές «εκπληρώθησαν». Αυτό κατά τον Πασκάλ είναι «συνεχές θαύμα».
Ο Χριστός, εξάλλου, είναι ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο, που το όνομά Του δόθηκε εκ των προτέρων, ταυτιζόμενο απόλυτα με την αποστολή Του. «Καί καλέσεις τό όνομα αυτού Ιησούν», είπε ο άγγελος στον Ιωσήφ (Ματθ. 1, 21). Και επεξηγεί: «αυτός γάρ σώσει τόν λαόν αυτού από τών αμαρτιών αυτών». Το ίδιο είπε ο άγγελος και στη Θεοτόκο (Λουκ. 1, 31). «Ιησούς» σημαίνει ότι ο Θεός είναι ο αληθινός σωτήρας. Έτσι ζεί τον Χριστό και η Εκκλησία (Πραξ. 4, 12: «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία»). Όλη η ύπαρξη και παρουσία του Ιησού Χριστού κινείται μεταξύ ουρανού και γής, ανταποκρινόμενη πλήρως σ’ αυτό που περικλείει ο όρος «Θεάνθρωπος». Στο Πρόσωπό Του οι επινοημένες «θεοφάνειες» των εθνικών, ώς έκφραση του λυτρωτικού τους πόθου, βρίσκουν την πραγμάτωσή τους. Αλλά και το απαισιόδοξο δόγμα των φιλοσόφων «θεός ανθρώποις οι μείγνυται» (Πλάτων) ανατρέπεται, διότι στο Πρόσωπο του Χριστού «Θεός εφανερώθη εν σαρκί..., εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω» (Α΄ Τιμ. 3, 16).

 «Αυτεπάγγελτος» Σωτήρας.

Ο φωτισμένος ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου επισημαίνει μία θαυμαστή όψη της Σρακώσεως: «Σώσαι θέλων τον κόσμον ο των όλων κοσμήτωρ, πρός τούτον αυτεπάγγελτος ήλθε». Ο δημιουργός του κόσμου Χριστός γίνεται και σωτήρας του κόσμου. «Αυτεπάγγελτος» όμως! Εισέβαλε λυτρωτικά στην ιστορία και το χρόνο, για να προσφέρει τη δυνατότητα σωτηρίας. Κίνητρο μοναδικό σ’ αυτή την θεοσύλληπτη κίνηση η Αγάπη Του. «Ούτω γάρ ηγάπησεν ο Θεός τόν κόσμον, ώστε τόν υιόν αυτού τόν μονογενή έδωκεν, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μή απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, 16). «Συνίστησι (αποδεικνύει) δέ τήν εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε» (Ρωμ. 5, 8). Η Ενσάρκωση είναι η αγαπητική απάντηση του Θεού πρός τη λυτρωτική ζήτηση του κόσμου.
 Ο Χριστός είναι το μέτρο της θείας Αγάπης. Η Σάρκωση και Θυσία του Θεανθρώπου Χριστού είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι ο Θεός αγαπά τον κόσμο. Δεν χρειάζεται η ορθόδοξη πατερική παράδοση δικανικές θεωρίες, για να ερμηνεύσει την «κένωση» του Θεού Λόγου (π.χ. «ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης», Άνσελμος Κανταβρυγίας), αλλ’ έμεινε πιστή στο λόγο των Αποστόλων. Στο Πρόσωπο του Θεανθρώπου αυτοπροσφέρεται ο Θεός «δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν»∙ «τα πάντα προσίεται (δέχεται), ίνα σώση τον άνθρωπον». Τό «δι’ Αυτού» είναι που βαρύνει περισσότερο στο γεγονός της Θείας Ενσαρκώσεως: «ίνα σωθή ο κόσμος δι’ Αυτού»! Συνιστά μεγαλειώδη αποκάλυψη της θείας αγάπης. Όχι για την πραγμάτωση της σωτηρίας, αλλά διότι ο Θεός γνώριζε πως μόνο «δι’ αυτού» μπορούσε να πραγματωθεί η σωτηρία. «Ουδέν γάρ όνομα εστίν έτερον υπό τόν ουρανόν τό δεδομένον εν ανθρώποις, εν ώ δεί σωθήναι ημάς» (Πράξ. 4, 12: «δεν υπάρχει άλλο όνομα υπό τον ουρανό δοσμένο στους ανθρώπους, δια του οποίου πρέπει -είναι δυνατόν- να σωθούμε»). Μόνο στόν Χριστό, τον μόνο Θεάνθρωπο, είναι δυνατή η σωτηρία. Ο Χριστός μπορεί να σώσει, διότι είναι Θεάνθρωπος. Τί σημαίνει αυτό;
 Τη θεανθρώπινη ιδιότητα του Ιησού δηλώνει το όνομα «Χριστός». Το πλήρες και κανονικό του όνομα για για μάς τους Ορθοδόξους είναι «Ιησούς Χριστός». Λέγεται Θεάνθρωπος ο Χριστός, διότι δεν χωρίζονται ποτέ η θεία και η ανθρώπινη φύση Του. Χριστός σημαίνει «χρισμένος». Κατά τη Σάρκωση ο άνθρωπος εχρίσθη από τον Θεό, η ανθρώπινη φύση από τη θεία. Είναι, συνεπώς, αίρεση και πλάνη να θεωρεί κανείς τον Χριστό μόνο ώς Θεό, ξεχνώντας την ενανθρώπησή Του, ή μόνο ώς άνθρωπο, έστω σοφό και πρότυπο ηθικής, λησμονώντας ότι παραμένει Θεός και μετά την ενανθρώπησή Του. Χωρίς τον Θεάνθρωπο Χριστό δεν υπάρχει Χριστιανισμός ούτε δυνατότητα σωτηρίας. Κατά τον Μ. Βασίλειο «η τού Χριστού προσηγορία (= το όνομα Χριστός) τού παντός εστιν ομολογία∙ δηλοί γάρ τόν τε χρίσαντα Θεόν καί τόν χρισθέντα Υιόν καί τό χρίσμα, τό Πνεύμα...» (Ε.Π. 32, 116). Δεχόμενοι τον Χριστόν ώς Θεάνθρωπο, πιστεύουμε στην Αγία Τριάδα∙ διαφορετικά Την αρνούμεθα.
 Στον Θεάνθρωπο Χριστό ενώθηκε ο άνθρωπος με το Θεό κατά τρόπο τέλειο και μοναδικό. Το κτιστό, έτσι, απέκτησε μία μοναδική δυνατότητα θεώσεως, ενώσεώς Του με το Άκτιστο. Διότι μόνο στην ένωση με τον Θεάνθρωπο μπορεί να συμβεί αυτό. Αυτός είναι και ο σκοπός της Σαρκώσεως. Όχι η βελτίωση των ανθρώπινων πραγμάτων, αλλά η θέωση του ανθρώπου και ο αγιασμός του υλικού κόσμου. Στόν Θεάνθρωπο – Χριστό γνωρίζουμε τον Θεό, όχι αφηρημένα, στοχαστικά, διανοητικά. Ο Χριστός ώς θεάνθρωπος απεκάλυψε τον Θεό των Πατέρων ημών, του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ. Ο ιστορικός Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός είναι η ουσία της αποκαλύψεως του Θεού, η ουσία του Χριστιανισμού. Ο Θεάνθρωπος είναι ολόκληρη η Αποκάλυψη, που οδηγεί στην αληθινή θεογνωσία. Γνώση του Θεού έξω από τον Θεάνθρωπο δεν υπάρχει. Και εδώ είναι το διαφοροποιητικό στοιχείο του Χριστιανισμού από κάθε μορφή θρησκείας (θρησκεύματος), αλλά και η υπέρβαση της «θρησκείας» στον Χριστό. Όλοι οι αρχηγοί και ιδρυτές θρησκειών (θρησκευμάτων) παραπέμπουν σε κάποια θεότητα. Ο Χτριστός παραπέμπει στον Εαυτό Του («εγώ ειμί...», «εγώ λέγω υμίν...»). Τα θρησκεύματα προϋποθέτουν κίνηση εκ των κάτω πρός τα άνω, αναζήτηση του Θεού. Ο Θεάνθρωπος είναι «ο εκ τού ουρανού καταβάς» (Ιωάν. 3, 13). Γι’ αυτό και δικαιούται να λέγει: «Ουδείς επιγινώσκει τόν υιόν, ειμή ο πατήρ, ουδέ τόν πατέρα τις επιγινώσκει, ει μή ο υιός» (Ματθ. 11, 27). Ο Χριστός ώς Θεάνθρωπος είναι η αγαπητική κίνηση του Τριαδικού Θεού πρός τον κόσμο. Ένας είναι ο Τριαδικός Θεός, ένας και ο Θεάνθρωπος Σωτήρας του κόσμου. Κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, «ει μή εσαρκώθη ο τού Θεού Λόγος, ουκ άν εδείκνυτο Πατήρ αληθώς ο Πατήρ∙ ουκ άν αληθώς Υιός ο Υιός∙ ουκ άν τό Πνεύμα τό άγιον προϊόν καί αυτό εκ Πατρός» (Ε.Π. 151, 204).
 Επιλέγοντας ο Χριστός για τον εαυτό Του (πάνω από 80 φορές τον χρησιμοποιεί στα ευαγγέλια) τον τίτλο του Δανιήλ «Υιός τού ανθρώπου» (Δαν. 7, 13), φανερώνει την μεσσινιακή αυτοσυνειδησία Του ως του αναμενόμενου Θεανθρώπου. Αυτό ακριβώς θα δηλώσει ευθέως σε μία παρεξηγημένη μορφή, που θα φωτισθεί από τη Χάρη Του, την Σαμαρείτιδα (και μετά Αγία Φωτεινή), λέγοντάς της: «Εγώ ειμι ο λαλών σοι» (Ιωάν. 4, 26), όταν του υπέβαλε το ερώτημα για τον ερχομό του Μεσσία.
 Ο Χριστός, αναφερόμενος στη σωτηριώδη αποστολή Του, αυτοχαρακτηρίζεται «οδός, αλήθεια και ζωή»: «Εγώ ειμι η οδός καί η αλήθεια καί η ζωή» (Ιωάν. 14, 16) λέγει στον Θωμά, όταν αυτός εκφράζει την απορία: «Κύριε, ουκ οίδαμεν πού υπάγεις∙ καί πώς δυνάμεθα τήν οδόν ειδέναι;» (στ. 5). Ώς «οδός» ο Χριστός είναι ο μοναδικός δρόμος πρός τη σωτηρία – θέωση, την αιώνια πραγμάτωση του ανθρώπου. Ο Μοναδικός «μεσίτης» (Α΄ Τιμ. 2, 5), που γεφυρώνει το χάσμα που χωρίζει τον αμαρτωλό άνθρωπο από τον Θεό και τον συμφιλιώνει («καταλλάσσει», Ρωμ. 5, 10) μαζί Του. Όχι διότι ο Θεός αλλάζει διαθέσεις, φυσικά. «Ουκ έστιν εκείνος ο εχθραίνων, αλλ’ ημείς∙ ο Θεός γάρ ουδέποτε εχθραίνει» (Ιωάνν. Χρυς., Ε.Π., 61, 478). Γι’ αυτό διακηρύσσει ο Χριστός: «Εγώ ειμί η θύρα∙ δι’ έμού εάν τις εισέλθει, σωθήσεται» (Ιωάν. 10, 9). Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον αυτοχαρακτηρισμό του Χριστού ώς «οδού» πρός τον Θεό και τη σωτηρία ονομάσθηκε «οδός» και ο Χριστιανισμός (Πράξ. 9, 2), ώς ο δρόμος (τρόπος ζωής) πρός τη σωτηρία. Είναι η πρώτη γνωστή ονομασία της νέας πίστεως, μέχρι να ονομασθούν οι πιστοί στο Χριστό «χριστιανοί» (Πράξ. 11, 26).
 Ο Χριστός ώς «αλήθεια» είναι Αυτός που έφερε στον κόσμο τον αυθεντικό τρόπο υπάρξεως, που μπορεί να οδηγήσει στην όντως ζωή, την αληθινή ζωή. Βέβαια, όταν ο Πιλάτος ρώτησε τον Χριστό «τί εστιν αλήθεια;» (Ιωάν. 18, 38), δεν ακριβολογούσε. Διότι έπρεπε να ερωτήσει «τις» (ποιά) είναι η αλήθεια. Διότι, όπως είδαμε παραπάνω, ο Χριστός ταυτίζει την αλήθεια με το Πρόσωπό Του. Αυτός είναι η ένσαρκη Παναλήθεια! Οδός και Αλήθεια συνδέονται αχώριστα στον Χριστό. Ο δρόμος πρός τον Θεό περνά μέσα από την Αλήθεια. Άν ο Χριστός, που προσφέρεται από μια χριστιανική κοινότητα που διεκδικεί το όνομα «εκκλησία», δεν είναι ο αληθινός Χριστός, ο ένας και μοναδικός Θεάνθρωπος, τότε η ομάδα αυτή είναι «αίρεση» και δεν μπορεί να οδηγήσει στη σωτηρία. Αυτό είναι το δράμα των αιρέσεων και τον ψευδομεσσιών του κόσμου. Αυτό όμως είναι και το κριτήριο του χριστιανικού «δόγματος», της πίστεως – διδασκαλίας της Εκκλησίας. Το δόγμα δεν είναι σύνολο αφηρημένων «αληθειών» που επιβάλλονται άνωθεν στον άνθρωπο. Είναι η καταγραφή της εμπειρίας των θεουμένων -των Αγίων- και έχει θεραπευτικό χαρακτήρα. Βοηθεί τον πιστό να αναζητήσει σωστά τη σωτηρία και να οδηγηθεί σ’ αυτήν. Ο Χριστός ομολογεί για τον Εαυτό Του: «Εις τούτο ελήλυθα εις τόν κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τή αληθεία» (Ιωάν. 18, 37). Όλο το απολυτρωτικό έργο του Χριστού είναι πολύπλευρη φανέρωση της σώζουσας προσωπικής Αλήθειας, του ίδιου του Χριστού. Αυτή είναι η Ορθοδοξία των Πατέρων ημών. Ο Χριστός είναι η ένσαρκη Ορθοδοξία.
 Ώς Αλήθεια ο Χριστός δεν αποκαλύπτει μόνο τον Θεό, αφού «εν αυτώ κατοικεί πάν τό πλήρωμα τής θεότητος σωματικώς» (Κολ. 2, 9), και δεν είναι μόνο τέλειος Θεός, όπως ο Πατέρας και το Πνεύμα, αλλά αποκαλύπτει και τον αληθινό (αυθεντικό) άνθρωπο. Αυτό δήλωσε, άθελά του, κινούμενος από τη Χάρη του Θεού ο Πιλάτος, δείχνοντας τον Χριστό και λέγοντας: «Ίδε ο άνθρωπος» (Ιωάν. 19, 5), διότι είναι ο όντως άνθρωπος, ο τέλειος άνθρωπος και σωτήριο πρότυπο κάθε ανθρώπου.
 Ο Χριστός ώς Αυτοαλήθεια ήταν το περιεχόμενο και της διδασκαλίας Του, του προφητικού κηρύγματός Του. Γι’ αυτό ο «λαός άπας εξεκρέματο αυτού ακούων» (Λουκ. 19, 48: «κρεμόταν από τα χείλη Του»). Και αυτό, διότι «ήν διδάσκων ώς εξουσίαν έχων καί ουχ ώς οι Γραματείς» (Ματθ. 7, 29). Οι σταλμένοι από τους άρχοντες κατάσκοποί Του ομολογούσαν: «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος» (Ιωάν. 7, 46). Η αναζήτηση λοιπόν κοινών τόπων στη διδασκαλία του Χριστού αποβαίνει ματαιοπονία. Η διδασκαλία Του δεν συγκρίνεται με το λόγο κανενός άλλου διδασκάλου, θρησκευτικού αρχηγού ή φιλοσόφου. Η τοποθέτηση: «αυτό το είπε και ο τάδε φιλόσοφος», γιά να μειωθεί ο Χριστός, δείχνει εμμονή στα «λόγια» και άγνοια του «Λόγου Χριστού».
 Οι φραστικές συμπτώσεις δεν αποδεικνύουν και συνολικές ταυτίσεις. Ώς σύνολο η διδασκαλία του Χριστού είναι φανέρωση της μοναδικής ταυτότητάς Του και οδηγεί ή στην αποδοχή Του ώς Σωτήρα ή στην απόρριψή Του. Άλλωστε, η διδασκαλία Του ταυτίζεται με το Πρόσωπό Του. Είναι Εκείνος, που τόλμησε να πεί «εγώ δέ λέγω ημίν...».
 Ο λόγος Του είναι «σπόρος» Χάριτος, που αναζητεί την «γήν την αγαθήν», την καθαρά καρδία, για να καρποφορήσει (Λουκ. 8, 15). Ο λόγος του Χριστού δεν σώζει ώς ηθική παραίνεση, αλλά διότι εμπεριέχει άκτιστη Θεία Χάρη. Είναι λόγος Θεού. «Εν αυτώ ζωή ήν καί η ζωή ήν τό φώς τών ανθρώπων» (Ιωάν. 1, 4).
 Ό,τι υπάρχει στον Χριστό είναι ζωή. Με όλα τα σωστικά Του μέσα ο Χριστός μεταδίδει – προσφέρει τον εαυτό Του. Είναι ο «προσφέρων καί προσφερόμενος» της Θείας Λειτουργίας και Ευχαριστίας. Οι τρείς όροι «οδός – αλήθεια – ζωή», ως χαρακτηρισμός του Χριστού, εκφράζουν μία φυσική συνέχεια. Ο Χριστός οδηγεί στον Θεό, αποκαλύπτοντας τον εαυτό Του ως ένσαρκη Παναλήθεια και εισάγοντας έτσι στην αιώνια ζωή, που είναι η εσωτερική – καρδιακή γνώση του Θεού (Ιωάν. 17, 3), η ένωση μαζί Του.

Τα χαρακτηριστικά των νεοφανών αιρέσων


Οἱ αἱρέσεις δέν εἶναι ἕνα ἄγνωστο οὔτε νέο φαινόμενο στή ζωή μας. Ἐκεῖνο ὅμως τό ὁποῖο εἶναι καί ἄγνωστο καί νέο εἶναι ἡ ἐπικινδυνότητά τους. Ἐν συνεχείᾳ περιγράφομεν τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῶν νεοφανῶν αἱρέσεων, ὥστε νά καταδειχθεῖ ἡ ἐπικινδυνότητά των:
1. Αἵρεσις στή ἐκκλησιαστική γλῶσσα σημαίνει τήν ἐπιλογή καί ἀποδοχή ἑνός μέρους ἤ τμήματος ἐκ τῆς πίστεως καί ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ αἱρετικός δηλαδή δέν ἀποδέχεται τήν συνολική πίστι τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ἀπορρίπτει ἕνα τμῆμα αὐτῆς. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι νά ἀποκλίνει ἀπό τήν ὀρθοδοξία. Νά μήν ἔχει ἀκεραία τήν σώζουσα πίστι μέ συνέπεια νά μή σώζεται. Ἡ ἀκεραία πίστι εἶναι προϋπόθεσις τῆς σωτηρίας. Ἄν δέν ὑπάρχει ἀκεραία πίστι δέν εἶναι δυνατή ἡ σωτηρία. Ὅποιος δέν πιστεύει σωστά δέν μπορεῖ νά σωθεῖ. Μέ ἁπλᾶ λόγια θά πάει ὁ κόπος του χαμένος.
Οἱ αἱρέσεις προήρχοντο τόσο ἀπό τούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καί ἀπό ἐξωεκκλησιαστικούς χώρους. Θά ἦτο δυνατόν νά ἰσχυρισθεῖ κάποιος, ὅτι οἱ διδασκαλίες, ἤ τά συστήματα, τά ὁποῖα προήρχοντο ἀπό ἐξωεκκλησιαστικούς χώρους δέν θά ἔπρεπε νά ἐνδιαφέρουν τήν Ἐκκλησία. Αὐτόν τόν ἰσχυρισμόν προβάλλουν οἱ ποικιλώνυμοι αἱρετικοί γιά νά ἐξουδετερώσουν τήν ποιμαντική στρατηγική τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε ἐλεύθεροι καί ἀνενόχλητοι νά δροῦν καταστροφικῶς στήν κοινωνία. Ὁ ἰσχυρισμός αὐτός εἶναι ἐσφαλμένος. Τό ἄν ὁ αἱρεσιάρχης ἦταν βαπτισμένος ὀρθόδοξος χριστιανός ἤ ὄχι ἦταν δευτερεῦον στοιχεῖο προκειμένου νά χαρακτηρισθεῖ μιά τάσι, κίνησι, ὁμάδα, φιλοσοφικό σύστημα ὡς αἵρεσις. Τό κριτήριο γιά νά χαρακτηρισθεῖ κάποιος αἱρετικός ἦταν, τό ἐάν ἀποσποῦσε τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν ὀρθόδοξη πίστι ἤ λατρεία ἤ ζωή. Ἱστορικῶς ἀποδεικνύεται αὐτή ἡ θέσις ἀπό τίς ἑξῆς δύο περιπτώσεις: Οἱ Βογόμιλοι ἐχαρακτηρίσθησαν αἱρετικοί ἄν καί ἦσαν φιλοσοφική τάσις πού ἀνακεφαλαίωνεν προχριστιανικές μαγικές ἀντιλήψεις. Ὁμοίως καί τό Ἰσλάμ ὡς αἵρεσιν τό ἐξεδέχετο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός καί ὄχι ὡς ἄλλη θρησκεία, ὅπως ἰσχύει σήμερα.
Ἄρα λοιπόν αἱρετικός εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος διαιρεῖ τό σῶμα τῶν πιστῶν καί ἀποσπᾶ ἀπό τήν Ἐκκλησία τά μέλη της.
2. Οὐδέποτε μέχρι τόν εἰκοστό αἰῶνα εἶχε συσσωρευθεῖ «ἐπιστημονικῶς» τόση ἐμπειρία γιά τήν διακριτική καί δυσδιάκριτη ὑποδούλωσι τῶν ἀνθρώπων. Ὅλες οἱ βαρβαρότητες «αὐτοσχεδίαζαν» στό θέμα αὐτό. Γι᾿ αὐτό καί συχνά κατέφευγαν σέ «ὠμές» λύσεις. Χαρακτηριστική τέτοιας μορφῆς πρακτική ἦταν ὁ προσηλυτισμός τοῦ Ἰσλαμισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐγίνετο μέ τήν ἀπειλή τῆς θανατώσεως. Σήμερα ὅμως ἐφαρμόζονται ἐπιστημονικές μέθοδοι ὥστε ὁ χειρισμός τῆς προσωπικότητος τοῦ ὑποψηφίου ὀπαδοῦ νά εἶναι διακριτικός, ἀνεπαίσθητος καί ἀποτελεσματικός σέ σύντομο χρονικό διάστημα. Μέ συγκεκριμένες τεχνικές καί μεθοδεύσεις ἐπιτυγχάνεται ὁ πλήρης ἔλεγχος τῆς προσωπικότητος τοῦ ἄλλου.
Οἱ ἡγεσίες τῶν ὀργανώσεων χρησιμοποιοῦν τήν ἐπιστήμη γιά νά ὑποδουλώσουν συνανθρώπους μας. Καί αὐτό εἶναι ἕνα στοιχεῖο τῆς τρομακτικῆς ἐπικινδυνότητος τῶν νεοφανῶν αἱρέσεων. Ὅταν μάλιστα συνεκτιμήσουμε τήν εὐκολία τῆς ἐπικοινωνίας, τῆς μεταφορᾶς πληροφοριῶν κτλ. Τότε ἀντιλαμβανόμεθα τό μέγεθος τῆς ἀπειλῆς.
3. Μερικές σύγχρονες αἱρέσεις ἐμφανίζονται καί λειτουργοῦν ὡς οἰωνεί κράτη. Πρόκειται γιά θρησκευτικά κράτη, μόνο πού δέν ἔχουν τό στοιχεῖο τῆς ἐδαφικότητος. Σ᾿ αὐτά τά θρησκευτικά κράτη ὑπάρχουν, ὅλα τά στοιχεῖα ἀπό τά ὁποῖα συγκροτεῖται ἕνα κράτος: λαός, ἡγεσία, συνείδησις κοινῆς «ἐθνικότητος» καί κοινῆς «πατρίδος», κοινή συνείδησις τοῦ συμφέροντος τῆς θεοκρατίας καί διάθεσι ὑπερασπίσεώς της μέχρι θανάτου, φορολόγησις τῶν ὀπαδῶν. Σέ ὡρισμένες ἀπό τίς νεοφανεῖς αἱρέσεις δέν ἀπουσιάζει καί ἕνας εἶδος στρατοῦ, ἤ ὑπάρχουν μυστικές ὑπηρεσίες ἀσφαλείας. Σέ ἄλλες διενεργεῖται καί κατασκοπεία πάσης φύσεως καί γιά κάθε χρήση.
Αὐτό πού ἀπουσιάζει ἀπό τίς ἡγεσίες αὐτῶν τῶν αὐταρχικῶν θρησκευτικῶν καθεστώτων εἶναι ἡ μέριμνα καί τό ἐνδιαφέρον τους γιά τό κοινό καλό. Οἱ ὀπαδοί ἔχουν μόνο ὑποχρεώσεις. Οὐδέν δικαίωμα. Ἐνῶ οἱ ὀπαδοί ζοῦν καί ἐργάζονται στά κοινόβια τῶν ὀργανώσεων, ὅταν ἀρρωστήσουν τούς ἐκδιώκουν καί τούς ἀποστέλλουν πίσω στίς οἰκογένειές τους ἄν ἔχουν, ἄν τούς δεχθοῦν, διά νά νοσηλευθοῦν καί νά ἀποθεραπευθοῦν. Σ᾿ αὐτές τίς θρησκευτικές αὐτοκρατορίες δέν ὐπάρχει φιλανθρωπία, φροντίδα γιά τόν πάσχοντα ἀδελφό. Τό «κοινό καλό» ταυτίζεται μέ τά συμφέροντα τῆς ὀργανώσεως.
4. Τά οὐσιώδη γνωρίσματά των εἶναι:
α- Πιστεύουν σέ μή Θεό. Θεοποιοῦν δηλαδή τόν ἡγέτη ἤ τήν συλλογική ἡγεσία. Ἔχουμε εἰδωλολατρεία.
β- Δέχονται τό ἀλάθητο, ὄχι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τοῦ ἡγέτου, ἤ τῆς ἡγεσίας τῆς ὀργανώσεως, ἤ τῆς συνταγῆς τῆς σωτηρίας.
γ- Θεωροῦν ὅτι ἡ ἡγεσία εἶναι ἁγία καί ὡς ἀλάθητη εἶναι ὁ ὑπέρτατος κριτής ζώντων τε καί νεκρῶν.
δ- Οἱ ὀπαδοί ξεριζώνονται ἀπό τό περιβάλλον τους καί διακόπτουν πᾶσαν διαπροσωπικήν καί λοιπήν σχέσιν μέ πάντα μή ὄντα μέλος τῆς ὁμάδος ἤ τῆς ὀργανώσεως.
ε- Διέπονται ἀπό αὐταρχική ἱεραρχία καί κλειστή δομή. Οἱ ἀντιδραστικοί δέν προωθοῦνται. Οἱ «ἐπικίνδυνοι» ἀποκλείονται. Ἡ μύησις γίνεται σταδιακῶς καί μέ τό σύστημα τῆς διαμερισματοποιήσεως. Οὐδείς γνωρίζει τί συμβαίνει στό ἑπόμενο στάδιο.
στ- Χρησιμοποιοῦν τήν θρησκεία γιά ὁλοκληρωτικούς καί ἀνήθικους σκοπούς. Μέχρι σήμερα, ἡ ἔννοια τῆς θρησκείας εἶχε θετικό καί καλό περιεχόμενο. Μετά ἀπ᾿ ὅσα συμβαίνουν μέ τίς αἱρέσεις καί ἡ θρησκεία ἀποκτᾶ ἀρνητικό περιεχόμενο. Οἱ ἄνθρωποι πλέον ἀκούουν θρησκεία καί φοβοῦνται.
ζ- Ἐφαρμόζουν πρακτικές καί τεχνικές ἐλέγχου τοῦ νοῦ καί τῆς προσωπικότητος. Γι᾿ αὐτό καί ὅσοι ἀναλαμβάνουν νά βοηθήσουν πρέπει νά ἀχρηστεύσουν πρῶτα αὐτούς τούς μηχανισμούς.
η- Ἀσκοῦν ἀνήθικο καί ἀθέμιτο προσηλυτισμό ὀπαδῶν. Μέ ὅλα τά μέσα. Ὑπάρχει ὀργάνωσι, πού στρατολογεῖ τούς ὀπαδούς της μέσω τῆς πορνείας. Καί διδάσκει τά νεαρά μέλη νά ἐκπορνεύονται γιά τούς σκοπούς τῆς ὀργανώσεως.
Ὅλα αὐτά τά στοιχεῖα καταδεικνύουν τήν ἐπικινδυνότητα τῶν νεοφανῶν αἱρέσεων.
Ἔναντι αὐτῆς τῆς φοβερᾶς ἀπειλῆς ἵσταται ἡ Ἐκκλησία μέ τήν ποιμαντική της, τήν διδασκαλία της, τήν λατρεία της, τήν ζωήν της. Ἡ στρατηγική ποιμαντική της ἔχει τρεῖς στόχους:
1. Μελετᾶ τό σκηνικό τῶν αἱρέσεων καί τῆς παραθρησκείας, ὥστε νά εἶναι εἰς θέσιν νά πληροφορήσει πάντα ἐνδιαφερόμενον περί τῆς ταυτότητος, τῆς διδαχῆς καί τῆς ζωῆς τῶν δρωσῶν ὁμάδων.
2. Προσφέρει βοήθεια εἰς πρώην θύματα τῶν νεοφανῶν αἱρέσεων. Καθώς ἐπίσης καί συμβουλεύει ἐγκύρως καί ὑπευθύνως ἐνδιαφερομένους νά ἀντιμετωπίσουν ἀποτελεσματικῶς συναφῆ προβλήματα στό περιβάλλον τους.
3. Ὁριοθετεῖ τήν ὀρθόδοξη πίστι καί ζωή, ὥστε νά εἶναι σαφές τί εἶναι ὀρθόδοξο καί ἀληθινό τί ψεῦδος καί πλάνη.
Ὅλα αὐτά εἶναι καρπός τῆς ἀγάπης καί τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας πρός τό ποίμνιό τους. Συγχρόνως εἶναι καί ἄσκησις τῶν συνταγματικῶς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων μας νά προστατεύσωμεν τούς ἀνυπόπτους συμπολίτες μας ἀπό τοῦ νά γίνουν ἄθελά των καί ἐν ἀγνοίᾳ των θύματα ἀδιστάκτων καί ἀλαζονικῶν ὀργανώσεων. Δέν εἴμεθα μισαλλόδοξοι. Ζητοῦμεν ἐντιμότητα, εἰλικρίνεια καί ἀγαθότητα προθέσεων. Καί αὐτά οἱ νεοφανεῖς αἱρέσεις δέν τά διαθέτουν.

Το Συναξάρι της ημέρας

Τή ΣΤ' τού αυτού μηνός, Μνήμη τού Οσίου Πατρός ημών Βουκόλου, Επισκόπου Σμύρνης.
Στίχοι
Σμύρνης ό Ποιμήν Βουκόλος θυηπόλος,
Άγρυπνός εστι, καί θανών, ποίμνης φύλαξ.
Αγλαόν ηελίοιο φάος λίπε Βουκόλος έκτη.

Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τού Αγίου Μάρτυρος Ιουλιανού τού εν Εμέση.
Στίχοι
Χριστός τέτρηται χείρας ήλοις καί πόδας,
Ιουλιανός προστίθησι καί κάραν.

Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τών Αγίων Μαρτύρων Φαύστης, Ευϊλασίου, καί Μαξίμου.
Στίχοι
Τρείς Μάρτυρες πάσχουσιν ιχθύων πάθος,
Κοινή τυχόντες οργάνου τού τηγάνου.

Ταίς αυτών άγίαις πρεσβείαις, ο Θεός, ελέησον καί σώσον ήμάς. Αμήν.

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Το χαροποιό πένθος κατά τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος

Ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης στο έργο του Κλίμαξ, το οποίο αποτελεί πνευματικό καθοδηγητή των χριστιανών, παραθέτει διάφορους λόγους του, οι οποίοι αποτελούν βαθμίδες ανόδου προς την υπέρτατη βαθμίδα της κλίμακας στην οποία βρίσκεται η Βασιλεία του Θεού, στην οποία όλοι κατατείνουμε.
Ο έβδομος λόγος του είναι περί του χαροποιού πένθους. Ο Όσιος Ιωάννης ορίζει το πένθος ως μονιμοποιημένη κατάσταση οδύνης στην ψυχή του μετανοούντα. Το κατά Θεόν πένθος είναι, λέγει, η σκυθρωπότητα της ψυχής, το χρυσό καρφί που καρφώνει στην καρδιά η λύπη για να την φρουρεί. Χαρακτηριστικό εκείνων που προόδευσαν κάπως στο μακάριο πένθος είναι η εγκράτεια και η σιωπή των χειλέων, εκείνων που προόδευσαν περισσότερο, η αοργησία και η αμνησικακία, ενώ αυτών που έφθασαν στην τελειότητα, η ταπεινοφροσύνη.
Ο Όσιος Ιωάννης προτρέπει τους πενθούντες να κρατούν σφιχτά τη μακάρια χαρμολύπη, η οποία προέρχεται από την ευλογημένη κατάνυξη. Να προσπαθούν να αποκτήσουν το χάρισμα του εσωτερικού δακρύου, να μην συμπεριφέρονται σαν εκείνους που μετά την ταφή των νεκρών, άλλοτε θρηνούν και άλλοτε μεθούν. Αν πενθείς, λέγει, να αυξήσεις το πένθος σου και το θρήνο, διότι εξ αιτίας των αμαρτιών σου άφησες την άνετη ζωή και αναγκάσθηκες να ασπασθείς το σκληρό (πένθιμο μοναχικό) βίο.
Ο Θεός δεν έχει ανάγκη από δάκρυα, ούτε επιθυμεί να πενθεί ο άνθρωπος από την οδύνη της καρδιάς του, αλλά μάλλον να τον βλέπει να αγάλλεται και να ευθυμεί εσωτερικά από αγάπη προς Αυτόν. Δεν κατέκτησε το κάλλος του πένθους εκείνος που πενθεί όταν θέλει, αλλά εκείνος που πενθεί για το λόγο που θέλει και όπως ο Θεός θέλει.
Κάθε Κληρικός, οποιαδήποτε μόρφωση και αν έχει και σε οποιαδήποτε διακονία της Εκκλησίας υπηρετεί, πόσο μάλλον στα ιερά κοιμητήρια, πρέπει πάντοτε να είναι πολύτιμος, ζηλωτής, εποικοδομητικός και ακαταπόνητος διάκονος του Εκκλησιαστικού έργου που του έχει εμπιστευθεί η Εκκλησία. Κύρια ευθύνη του είναι να μεριμνά με φλογερή πίστη για την σωτηρία των ψυχών του ποιμνίου, να είναι «τύπος των πιστών» και «μιμητής» των Αγίων Αποστόλων.
Με την δύναμη του Θεού και τη δική του προσπάθεια θα γίνει ικανός εργάτης στον αμπελώνα του Χριστού, άξιος να τύχει του ελέους Του κατά την ημέρα της κρίσεως.

Από το Συναξάρι της ημέρας


Τή Δ' τού αυτού μηνός, Μνήμη τού Οσίου Πατρός ημών Ισιδώρου τού Πηλουσιώτου
  • Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τού Οσίου Πατρός ημών Νικολάου ομολογητού τού Στουδίτου. 
  • Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τού Αγίου ιερομάρτυρος Αβραμίου, επισκόπου Αρβήλ τής Περσίδος
  • Τή αυτή ημέρα, Μνήιμη τού Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου τού εν Ειρηνοπόλει, ενός τών Τριακοσίων δεκαοκτώ Αγίων Πατέρων, τών εν Νικαία, καί μνήμη τού Αγίου Μάρτυρος Θεοκτίστου. 
  • Τή αυτή ημέρα, ο Όσιος καί θαυματουργός, Ιάσιμος εν ειρήνη τελειούται. 

Ταίς αυτών Αγίαις πρεσβείαις, ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν. 

170 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο του Γέρου του Μοριά Θ. Κολοκοτρώνη.


«Έκατσα που εσκαπέτισαν με τα μπαϊράκια τους απεκατέβηκα κάτω. Ήταν μιά εκκλησία εις τον δρόμον, η Παναγία στο Χρυσοβίτσι, και το καθησιό μου ήτο όπου έκλαιγα την Ελλάς… Σίμωσα, έδεσα το άλογό μου σ’ ένα δένδρο, μπήκα μέσα και…γονάτισα. Παναγία μου είπα από τα βάθη της καρδιάς μου και τα μάτια μου δάκρυσαν. Παναγία μου βοήθησε και τούτη τη φορά τους Έλληνες να ψυχωθούν. Έκανα το Σταυρό μου, ασπάσθηκα την εικόνα της, βγήκα από το εκκλησάκι, πήδηξα στο άλογό μου και έφυγα. Σε λίγο μπροστά μου ξεπετάγονταν οχτώ αρματωμένοι, ο εξάδελφός μου ο Αντώνης Κολοκοτρώνης και επτά ανήψια του. – Κανείς δεν είναι στην Πιάνα, μου είπε ο Αντώνης. Ούτε στην Αλωνίσταινα. Είναι φευγάτοι. -Ας μη είναι κανείς αποκρίθηκα. Ο τόπος σε λίγο θα γιομίση παλικάρια… Ο Θεός υπέγραψε την λευτεριά της Ελλάδος και δεν θα πάρει πίσω την υπογραφή του».
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν πέθανε από εχθρικό βόλι σε κάποια απ’ τις τόσες μάχες που έδωσε. Ούτε στην λαιμητόμο όπου τον είχαν καταδικάσει οι δικαστές της κυβερνήσεως του Κωλέττη, ούτε στο υγρό και σκοτεινό κελί του φρουρίου του Ναυπλίου, όπου πέρασε 6 μήνες φυλακισμένος.
Πέθανε στο σπίτι του στην Αθήνα, ανώδυνα, ειρηνικά και ανεπαίσχυντα, όπως εύχεται ή Εκκλησία μας, από εγκεφαλική συμφόρηση.
Ιδού πώς:
Την βραδιά του θανάτου του ήταν προσκεκλημένος στον Βασιλικό χορό του Παλατιού.
Εκεί χόρεψε, έφαγε και ήπιε περισσότερο απ’ ότι συνήθιζε, ευτυχής καθώς ήταν, αφού προ δύο ήμερων είχε παντρέψει το μικρότερο παιδί του, τον Κωνσταντίνο (Κολίνο). Μετά τον χορό γύρισε σπίτι του, το όποιο βρισκόταν πολύ κοντά στα Παλάτι, την σημερινή Βουλή των Ελλήνων.
“Έπαθε αποπληξία (τον βρήκε κόλπος όπως λένε) κατά τον ύπνο, “κατά την 4η ώρα της νύκτας”. Δεν μπορούσε να κουνηθεί ούτε να μιλήσει, και μετά βίας ανέπνεε. Αν και ήρθαν οι καλύτεροι γιατροί της εποχής, δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε περισσότερο απ’ το να παρατείνουν τις στιγμές του. Τον φλεβοτόμησαν και του έβαλαν βδέλλες (αφαίμαξη), χιόνι στην κεφαλή, καταπλάσματα από σιναπόσπορο στα πόδια.
Η τελευταία του κουβέντα ήταν αυτή προς το παιδί του τον Γενναίο: “σου αφήνω τόσους φίλους, όσα φύλλα έχουν τα κλαριά, και φρόντισε να τους φυλάξεις”.
Πέθανε σε ηλικία 73 ετών, στις 04/02/1843 και “ώρα 11η” πρωινή”.
Όλα τα μαγαζιά και τα εργαστήρια της Αθήνας έκλεισαν και πλήθος κόσμου συνέρεε στο σπίτι του. Οι παλαιοί συναγωνιστές του τον καταφιλούσαν και έκλαιγαν με αναφιλητά. Κηρύχθηκε τριήμερων δημόσιο πένθος.
Τον νεκρό τον έντυσαν με την στολή του Αντιστράτηγου, του έζωσαν τα σπαθί, του φόρεσαν τσαρούχια, τον απίθωσαν στα φέρετρο και έβαλαν κάτω από τα πόδια του μία τουρκική σημαία. Στο ένα του πλάγιο έβαλαν τον ασημένιο του θώρακα, ενώ στο άλλο την περικεφαλαία του και τις σπαλέτες. Στα πόδια του μάλιστα τοποθέτησαν την τούρκικη σημαία. Η πολεμική αυτή εξάρτυση του Κολοκοτρώνη βρίσκεται σήμερα στα Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, όπου και μεταφέρθηκε, ασφαλώς μετά την εκταφή των οστών με σκοπό την ανακομιδή τους εις την Τρίπολη.
Η πομπή κατέβηκε από την οδό Ερμού, και μπαίνοντας στην οδό Αίολου έφτασε στον ναό της Αγ. Ειρήνης, όπου εψάλη ή νεκρώσιμη ακολουθία. Γύρω από την νεκροφόρα κατά την πορεία της προς την Αγία Ειρήνη ήσαν: Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας Κουντουριώτης, ο Αντιστράτηγος Τσώρτς, ο Υποστράτηγος Τζαβέλλας, ο Υποστράτηγος Γιατράκος, οι Συνταγματάρχες Πλαπούτας και Μακρυγιάννης, οι σύμβουλοι επικρατείας Δεληγιάννης και Παλαμήδης. Επίσης ακολουθούσαν οι επώνυμοι της εποχής και πλήθος κόσμου. Ήταν τόσος ο λαός που όταν ή αρχή της πομπής έμπαινε στην Εκκλησία, ή ουρά της πομπής δεν είχε μπει ακόμα στην αρχή της Έρμου.
Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε μία μεγάλη μορφή των γραμμάτων της εποχής, ο εκκλησιαστικός ρήτορας και συγγραφέας Κων. Οικονόμου των έξ Οικονόμων. Έπειτα ή πομπή, περνώντας ξανά από το παλάτι, έφτασε στο Α’ νεκροταφείο.
Ιατρική πλευρά:
Τα συμπτώματα πού μας παραδίδουν οι ιστορικοί της εποχής, δείχνουν ότι ο Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό, είτε αιμορραγικό είτε θρομβωτικό. Ο Κολοκοτρώνης ήταν 73 ετών, τα αγγεία του εγκεφάλου του – με την φθορά του χρόνου – θα είχαν πάθει σκλήρυνση (αρτηριοσκλήρυνση), δηλαδή θα ήταν σκληρά, άκαμπτα και εύθραυστα, και δεν θα άντεχαν σε μεγάλη αύξηση της αρτηριακής πιέσεως.
Απ’ την άλλη μεριά, το κρασί πού κατανάλωναν οι Έλληνες εκείνης της εποχής ήταν ασφαλώς πολύ, και ο Κολοκοτρώνης στους γάμους του παιδιού του ήπιε πολύ παραπάνω απ’ το συνηθισμένο. Το πολύ οινόπνευμα όμως συμβάλλει στην αύξηση της πιέσεως και σε χρόνια κατανάλωση αλλά και κάθε φορά πού πίνουμε. Όποτε, αν είχε και υπέρταση από πριν, το κρασί πού κατανάλωσε ο Κολοκοτρώνης εκείνη την βραδιά, μάλλον συνέβαλε στο να αυξηθεί ακόμη περισσότερο ή πίεση του. Ίσως τα αγγεία του να μην άντεξαν την αυξημένη πίεση του αίματος με συνέπεια την ρήξη τους και την εγκεφαλική αιμορραγία. Είτε ή υπέρταση να είχε ως αποτέλεσμα να σχηματισθεί θρόμβος σε κάποιο αγγείο του εγκεφάλου, έχοντας ως συνέπεια την μη τροφοδότηση του εγκεφάλου με αίμα (ισχαιμία του εγκεφάλου).
Επίσης ο Γέρος έφαγε πολύ εκείνη την βραδιά. Αυτό σημαίνει πώς ή πέψη του επιβαρύνθηκε πολύ. Κατά την πέψη αρκετό αίμα φεύγει από την κυκλοφορία -και τον εγκέφαλο- και πηγαίνει στο έντερο, γεγονός το όποιο σ’ έναν ηλικιωμένο οργανισμό, πού χρειάζεται κάθε δυνατή εφεδρεία, επιφέρει μεγάλο πρόβλημα. Εάν υπήρχε ελαττωματική αιμάτωση του εγκεφάλου του Κολοκοτρώνη, το πλούσιο αυτό γεύμα επέτεινε την εγκεφαλική ισχαιμία.
Επί πλέον δε και ή μεγάλη χαρά του Γέρου μπορεί να συνέβαλε στον θάνατο του, καθώς δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, κατά τις όποιες πέθαναν άνθρωποι ευρισκόμενοι σε χαρά, όπως εκείνος ο Διαγόρας ο αρχαίος, ο οποίος πέθανε υπό τις επευφημίες των θεατών του σταδίου, όταν οι 3 γιοι του νίκησαν στην Ολυμπία.
Τι απέγιναν τα οστά του Κολοκοτρώνη:
Τα οστά του Κολοκοτρώνη βρίσκονται στην Τρίπολη από τις αρχές του αιώνα. Πριν, βρίσκονταν στην Αθήνα στο Α’ Νεκροταφείο, αλλά ο Ελευθέριος Βενιζέλος φρόντισε για την μεταφορά τους στην Τρίπολη (κατόπιν αιτήματος των Αρκάδων), συνοδεύοντας μάλιστα ο ίδιος την μεταφορά τους, αποδίδοντας έτσι τιμή στον ελευθερωτή του Γένους μας. Το 1971 στην πλατεία του Άρεως στην Τρίπολη στήθηκε ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Και από το 1993 τα οστά ευρίσκονται στην βάση του μνημείου αυτού, σε ειδική κρύπτη.
Το μνημείο απεικονίζει τον Γέρο του Μοριά καβάλα πάνω σε άλογο. Και στο δημοτικό τραγούδι των Κολοκοτρωναίων απεικονίζεται η γενιά του, περήφανη, να μετακινείται, συνεχώς ευρισκόμενη πάνω σε άλογο.
…καβάλα παν’ στην Εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε,
καβάλα παίρνουν αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι…
και δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν…

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Εορτασμός Αγίου Χαραλάμπους στο χωριό μας

Την Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2014 ημέρα της εορτής του Αγίου Χαραλάμπους εορτάζει και πανηγυρίζει το ιστορικό εκκλησάκι του Αγ Χαραλάμπους, στον κάμπο της Γραμματικούς

Το πρόγραμμα της εορτής έχει ως εξής
Tην Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2014 και ώρα 16:00μμ Μέγας πανηγυρικός Εσπερινός μετ Αρτοκλασίας και Θείου Κηρύγματος
Τη Δευτέρα, ανήμερα της εορτής του Αγίου, στις 07:00πμ θα τελεσθεί η ακολουθία του Όρθρου εν συνεχεία η Θεία Λειτουργία μετά Θείου Κηρύγματος
Το απόγευμα της εορτής και ώρα 16:00 ο Παρακλητικός Κανόνας του Αγίου Χαραλάμπους

Προσκαλούνται άπαντες οι ευσεβείς Χριστιανοί

Οδοιπορικό στο πλημυρισμένο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας Μαύρικα Αγρινίου

Η Αγία Τριάδα Μαύρικα είναι από τα σημαντικότερα αξιοθέατα στη περιοχή του Αγρινίου. Αποφασίσαμε λοιπόν να την επισκεφτούμε. Χωματόδρομος "πατημένος" και αρκετά βατός..Σε κάποια σημεία στενεύει. Υπό καλές καιρικές συνθήκες ένα ΙΧ εννιά θέσεων η ένα μικρό λεωφορείο "βγαίνει"..Δυστυχώς δεν υπάρχει άσφαλτος που θα έλυνε αυτό το πρόβλημα!Ένα απλό ΙΧ πάει άνετα ως εκεί.Για αυτό μη διστάσετε να επιχειρήσετε αυτή τη μικρή βόλτα.( Mε καλό καιρό)Δεν υπάρχει περίπτωση να χαθείτε. Η σήμανση είναι σχετικά καλή. Δύσκολα χάνεις τον προσανατολισμό σου στους "διαπλεκόμενους" αγροτικούς δρόμους.Σε άλλα σημεία βέβαια οι πινακίδες θέλουν λίγη..διόρθωση.
Ακριβώς από κάτω είναι ο βυζαντινός ναός...Ο οποίος δυστυχώς είναι στην κατάσταση που βλέπετε. Η παραπαίουσα οικονομική κατάσταση της Πολιτείας και η αδιαφορία των αρμοδίων μεταθέτει για το απώτερο ( ελπίζουμε, και όχι απώτατο) μέλλον τις ανασκαφές αλλά και απαραίτητα έργα αξιοποίησης του,όπως αποστραγγιστικά καθώς η περιοχή αυτή σε απόσταση αναπνοήςαπό τη Λυσιμαχεία είναι ιδιαίτερα δύσκολη.Θα γνωρίζουν οι παλαιότεροι , ότι όταν επιχειρήθηκε αποστράγγιση του νερού για να ολοκληρωθούν οι ανασκαφές, μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα η στάθμη ξαναέφτασε πάλι στα επίπεδα που βλέπετε.Μέχρι τότε λοιπόν ο ναός θα παραμείνει εκεί ξεχασμένος στην αγκαλιά της ιστορίας..Ενώ είναι το πιο παλαιό εύρημα σε πολύ κοντινή απόσταση από το Αγρίνιοκαι ένα από τα πιο βασικά αξιοθέατα του.
Κρίμα..









 

Ο Άγιος Συμεών ο θεοδόχος που τιμά η Εκκλησία μας σήμερα


Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Ο άγιος Συμεών ονομάζεται Θεοδόχος, επειδή προϋπάντησε στον Ναό τον Χριστό και Τον δέχθηκε στην αγκάλη του. Σαράντα ημέρες μετά την Γέννηση του Χριστού, η Παναγία και ο Ιωσήφ Τον προσήγαγαν στον Ναό, σύμφωνα με τον Νόμο, και όταν ο Θεοδόχος Συμεών Τον εβάστασε στην αγκάλη του είπε: “Νύν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη· ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου ό ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ”.
Ο Θεοδόχος Συμεών περίμενε υπομονετικά τον Μεσσία μέχρι τα βαθειά του γεράματα με αταλάντευτη πίστη. Γνώριζε πολύ καλά, όπως του είχε προφητευθή από το Άγιον Πνεύμα, ότι δεν θα γευθή θάνατον πριν ιδή “τό σωτήριον του Θεού” και γι’ αυτό όταν εβάστασε στην αγκάλη του τον Χριστό ζήτησε την απόλυση από την ζωή, και ενώ απέθνησκε δεν ήταν ανήσυχος και ταραγμένος, αλλά αισθανόταν πνευματική αγαλλίαση και βαθειά ειρήνη. Χαρακτηριστικοί είναι και οι λόγοι του προς την Παναγία: “ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον και σού δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί”.
Ο βίος και οι λόγοι του Θεοδόχου Συμεών μας δίνουν αφορμή να τονίσουμε τα παρακάτω:
Πρώτον, ότι ο Θεοδόχος Συμεών εμαρτύρησε περί του Χριστού ότι δεν είναι άνθρωπος, έστω μεγάλος και σημαντικός, αλλά ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο σαρκωθείς Θεός Λόγος, το σωτήριον του Θεού. Ότι είναι όχι απλώς ένας φωτισμένος διδάσκαλος, αλλά το Φώς του κόσμου, “Φώς εις αποκάλυψιν εθνών”. Επροφήτευσεν ακόμη ότι ο Χριστός είναι προορισμένος για την πτώση και ανύψωση πολλών και “εις σημείον αντιλεγόμενον” και ότι την καρδιά της Παναγίας θα την διαπεράση η ρομφαία του πόνου, για να φανερωθούν οι λογισμοί πολλών καρδιών.
Πράγματι, ο Χριστός είναι το Πρόσωπο εκείνο, το οποίο εχώρισε στα δύο την ανθρώπινη ιστορία. Είναι σημείο αντιλεγόμενο ο Ίδιος, οι εντολές Του και οι λόγοι Του. Κάποιοι τον δέχονται και κάποιοι άλλοι τον απορρίπτουν. Αυτοί που Τον αγαπούν και αποδέχονται τον χρηστό ζυγό και το ελαφρύ φορτίο Του είναι συνήθως οι λίγοι. Οι πολλοί δεν αντέχουν το κήρυγμα της αγάπης και είναι απρόθυμοι για αυταπάρνηση. Κανείς όμως δεν μένει αδιάφορος μπροστά στο μυστήριο της εσταυρωμένης Αγάπης. Ο Σταυρός του Χριστού, που για την Παναγία ήταν ρομφαία, θα είναι πάντοτε η αιτία της αποκάλυψης των λογισμών των ανθρωπίνων καρδιών και θα αποτελή για μεν τους άγευστους της αυθεντικής αγάπης και προσκολλημένους στο γράμμα του νόμου που αποκτείνει, σκάνδαλο, για δε τους “λογικούς” και σοφούς του αιώνος τούτου, μωρία. Αλλά για όλους εκείνους που βιώνουν την αγάπη ως σταυρό και τον σταυρό ως αγάπη, για όσους έχουν αυτή την λογική τρέλλα, που όμως έχει την δύναμη να θεραπεύη των “λογικών” την άλογη τρέλλα, για τους σωζομένους, θα είναι πάντοτε “Θεού δύναμις και Θεού σοφία”.
Δεύτερον, όταν ο Πρεσβύτης Συμεών φωτισμένος από το Άγιον Πνεύμα αναγνώρισε στο πρόσωπο του παιδίου τον Σωτήρα πάντων των λαών, ζητούσε την έξοδο από την παρούσα ζωή. Και παρ’ όλον ότι απέθνησκε εν τούτοις διατηρούσε την εσωτερική ειρήνη της ψυχής του, γιατί ήξερε ότι θα συνεχίση να ζη και να έχη κοινωνία με τον Θεό σε μια άλλη διάσταση ζωής. Είχε υπερβή τον θάνατο στα όρια της προσωπικής του ζωής, παρά το ότι δεν είχε ακόμη καταργηθή οντολογικά ο θάνατος με την Ανάσταση του Χριστού. Αυτό είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των Αγίων. Δεν φοβούνται τον θάνατο, αντίθετα μάλιστα τον επιθυμούν, επειδή γνωρίζουν εμπειρικά ότι η εκδημία της ψυχής από το σώμα και η προς τον Θεόν ενδημία δεν είναι θάνατος, αλλά μετάβαση “εκ του θανάτου εις την ζωήν”. Φεύγουν από την πρόσκαιρη αυτή ζωή με την βεβαιότητα της αιωνίου ζωής “εν τω Φωτί” και γι’ αυτό έχουν στην ψυχή βαθειά ειρήνη. Κάποτε ένας Ορθόδοξος μοναχός απέθνησκε και τον ερώτησε κάποιος συνασκητής του: “πώς αισθάνεσαι, πάτερ, τώρα που φεύγεις από την πρόσκαιρη ζωή και πορεύεσαι στην αιωνιότητα”; Και εκείνος γεμάτος ηρεμία και γαλήνη απάντησε με τον δικό του χαρακτηριστικό και απλό τρόπο: “Και εδώ με τον Θεό και εκεί με τον Θεό, παντού καλά είναι”.
Όταν ο άνθρωπος είναι υποδουλωμένος στα πάθη, προσκολλημένος στα υλικά πράγματα και έχη άγνοια της αιωνίου Θείας ζωής, μπροστά στο φάσμα του θανάτου αισθάνεται φόβο και ταραχή. “Ψυχή αμαρτωλός, αιχμάλωτος των παθών, δεν δύναται να έχη ειρήνην και χαράν εν τω Κυρίω έστω και αν κατέχη όλα τα πλούτη της γής, έστω και αν βασιλεύη εφ’ όλου του κόσμου. Εάν εις τοιούτον βασιλέα, ενώ εύθυμος διασκεδάζει εις συμπόσιον μετά των πριγκήπων του, καθήμενος επί του θρόνου εις όλην την δόξαν του, είπωμεν αίφνης: "Βασιλεύ, αποθνήσκεις εντός ολίγου", τότε η ψυχή του θα εταράττετο και θα έτρεμεν από τον φόβον και θα έβλεπε την αδυναμίαν του...Υπάρχουν πτωχοί, οίτινες δεν φοβούνται τον θάνατον, αλλά συναντούν αυτόν εν ειρήνη, ως ο Συμεών ο Θεοδόχος... Οποία ειρήνη υπήρχεν εις την ψυχή του Δικαίου Συμεών, δύνανται να καταλάβουν μόνον εκείνοι, οι οποίοι απέκτησαν την ειρήνη του Θεού, ή τουλάχιστον εδοκίμασαν αυτήν” (Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, έκδ. α', σελ. 318).
Η εσωτερική ειρήνη της ψυχής συνδέεται άμεσα με την υποδοχή και αποδοχή του Χριστού, με την τήρηση όλων των εντολών Του και την υπέρβαση του θανάτου στα όρια της προσωπικής ζωής.

Ο Άγιος Συμεών ο θεοδόχος και η προφήτιδα Άννα

     Ο άγιος Συμεών ονομάζεται Θεοδόχος, επειδή προϋπάντησε στον Ναό τον Χριστό και Τον δέχθηκε στην αγκάλη του. Το όνομα Συμεών είναι εβραϊκή λέξη που σημαίνει φιλάνθρωπος. Ήταν δίκαιος, ευλαβής και κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ. 

    Ο Θεοδόχος Συμεών περίμενε υπομονετικά τον Μεσσία μέχρι τα βαθειά του γεράματα με αταλάντευτη πίστη. Γνώριζε πολύ καλά, όπως του είχε προφητευτεί από το Άγιο Πνεύμα, ότι δεν θα γευτεί το θάνατο πριν δει το Μεσσία. Ακριβώς σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του Ιησού, το Πνεύμα τον πληροφόρησε ότι έπρεπε να πάει στο Ιερό. Ετοιμάστηκε, λοιπόν, με νεανική ζωηρότητα, πήγε εκεί και στάθηκε στην πόρτα, γεμάτος ευχαρίστηση και αγαλλίαση. Μέσα στην προσδοκία αυτή, φάνηκαν να έρχονται ο Ιωσήφ με την Παρθένο, που κρατούσε τον Ιησού. Ο Συμεών, πληροφορημένος από το Πνεύμα ότι το βρέφος αυτό είναι ο Μεσσίας, τρέχει και παίρνει τον Ιησού στην αγκαλιά του. Τον κρατάει ευλαβικά και, αφού καλά καλά παρατήρησε το νήπιο και δέχθηκε όλη την ιλαρότητα της θείας μορφής του, ύψωσε το βλέμμα του επάνω και είπε ευχαριστώντας το Θεό: "Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη· ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις άποκάλυψιν εθνών και δόξαν λάου σου Ισραήλ". Τώρα, δηλαδή, πάρε την ψυχή μου Δέσποτα, σύμφωνα με το λόγο σου, ειρηνικά, διότι τα μάτια μου είδαν αυτόν που θα φέρει τη σωτηρία που ετοίμασες για όλους τους λαούς και θα είναι γι' αυτούς φως, που θα αποκαλύψει τον αληθινό Θεό και θα δοξάσει το λαό σου Ισραήλ. 
Ο Θεοδόχος Συμεών μαρτύρησε περί του Ιησού Χριστού ότι είναι ο Μεσσίας, ο Θεάνθρωπος, ο σαρκωθείς Θεός Λόγος. Προφήτευσε ακόμη ότι ο Ιησούς θα είναι "σημείον αντιλεγόμενον", δηλαδή είναι προορισμένος για την πτώση και την ανύψωση πολλών και ότι την καρδιά της Παναγίας θα την διαπεράσει η ρομφαία του πόνου, για να φανερωθούν οι λογισμοί πολλών καρδιών.
 Η Εκκλησία τιμάει τη μνήμη του στις 3 Φεβρουαρίου μαζί με την Άννα την Προφήτιδα.
        Η Προφήτιδα Άννα ήταν θυγατέρα του Φανουήλ και καταγόταν από τη φυλή του Ασήρ, ογδόου γιου του Ιακώβ. Το όνομα Άννα προέρχεται από το εβραϊκό Χάννα και σημαίνει ευμένεια, χάρις (εκείνη, στην οποία επεδείχθη η ευμένεια και η χάρις του Θεού).
      Παντρεύτηκε πολύ νέα, και μετά επτά χρόνια έμεινε χήρα. Από κει και πέρα έζησε μόνη της, χωρίς να έλθει πλέον σε νέο γάμο. Παρηγοριά και ευχαρίστηση της ήταν η προσευχή, η νηστεία, η ανάγνωση των Γραφών, η φιλανθρωπία και η συχνή παρουσία της στο Ιερό σ' όλες τις πρωινές και εσπερινές δεήσεις. Για τον τρόπο αυτό της ζωής της, το Άγιο Πνεύμα μετέδωσε στην Άννα το προφητικό χάρισμα. Αξιώθηκε μάλιστα, αν και 84 ετών τότε να υποδεχθεί στο Ναό μαζί με τον δίκαιο Συμεών, το θείο Βρέφος. Κατά τη συνάντηση εκείνη, η καρδιά της Άννας υπερχάρηκε και σκίρτησε. Πλησίασε, προσκύνησε το παιδί και κατόπιν, αφού ευχαρίστησε και δοξολόγησε και αυτή το Θεό, διακήρυττε ότι ήλθε ο Μεσσίας προς όλους, οι όποιοι ζούσαν περιμένοντας με ειλικρινή ευσέβεια τη λύτρωση του Ισραήλ.

Η Εκκλησία τιμάει τη μνήμη της στις 3 Φεβρουαρίου μαζί με τον δίκαιο Συμεών. Η μνήμη της Προφήτιδας Άννας επαναλαμβάνεται στις 28 Αυγούστου

Το Συναξάρι της ημέρας

  • Τή Γ' τού αυτού μηνός, Μνήμη τού Αγίου καί δικαίου Συμεών τού Θεοδόχου καί, Άννης τής Προφήτιδος, ών η Σύναξις τελείται έν τώ σεπτώ Αποστολείω τού Αγίου Ιακώβου τού Αδελφοθέου, τώ όντι εν τώ σεβασμίω ναώ τής Αγίας Θεοτόκου, πλησίον τής αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας. 
  • Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τών Αγίων μαρτύρων Αδριανού καί Ευβούλου. 
  • Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τού Αγίου μάρτυρος Βλασίου τού Βουκόλου. 
  • Τή αυτή ημέρα, ο προφήτης Αζαρίας, υιός Αδδώ, εν ειρήνη τελειούται. 
  • Τή αυτή ημέρα, Παύλος καί Σίμων οι Μάρτυρες ξίφει τελειούνται. 
  • Τή αυτή ημέρα, ο Άγιος Κλαύδιος εν ειρήνη τελειούται. 

Ταίς αυτών αγίαις πρεσβείαις, ο Θεός ελέησον ημάς. Αμήν. 

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Αφιέρωμα στον μακαριστό Ανδρέα Αγιοπαυλίτη, Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου Αγίου Όρους,Ανδρέας Αγιοπαυλίτης (1904 – 2 Φεβρουαρίου 1987)


Γεννήθηκε ο κατά κόσμον Άγγελος Ευαγγελάτος στο χωριό Αγκών της Κεφαλλονιάς το 1904. Ο πατέρας του Γρηγόριος στα τέλη του βίου του εκάρη μοναχός στη μονή του Αγίου Παύλου. Ως λαϊκός εργάσθηκε ως αστυνομικός. Καθημερινά από τότε έλεγε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, τους οποίους γνώριζε άπ’ έξω. Το 1934 ήλθε στη μονή του Αγίου Παύλου. Το 1935 εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε διάκονος στην πανήγυρη της Υπαπαντής και πρεσβύτερος στην πανήγυρη του Αγίου Παύλου του Ξηροποταμηνού από τον μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ιερόθεο († 1956). Το 1944 εξελέγη προϊστάμενος και το 1960 ηγούμενος.
Ο διάδοχός του αρχιμανδρίτης Παρθένιος γράφει περί αυτού: «Ο αείμνηστος προηγούμενος υπήρξεν άνθρωπος δραστήριος, αποφασιστικός και “ζηλωτής καλών έργων”, σκοπόν έχων την ιδίαν σωτηρίαν και την προαγωγήν και τελειοποίησιν της Αδελφότητος και των συμφερόντων της Ιεράς ημών Μονής του Αγίου Παύλου, της οποίας δις προέστη, ηγουμενεύσας εν πνεύματι αγάπης, διακρίσεως και κατανοήσεως του υψηλού και ιερού αξιώματος του Ηγουμένου».
Για ένα διάστημα είχε αποχωρήσει της μονής του για τη σκήτη του Αγίου Βασιλείου, όπου προσήλθε στην υπακοή του Γέροντος Γερασίμου Μενάγια († 1957). Συνεχίζει ο Γέροντας Παρθένιος: «Η ενταύθα υποταγή και υπακοή του αειμνήστου ήτο υποδειγματική, καθώς ομολογούν πλείστοι όσοι επιζώντες αξιόπιστοι μάρτυρες. Εις το μακάριον έργον της εν Χριστώ υπακοής ήτο προθυμότατος, και εις τας πνευματικάς επιδόσεις θερμός ζηλωτής. Ως Ιερεύς εξυπηρετεί όλα τα παρεκκλήσια των ερημητηρίων, ιερουργών όπου εκαλείτο, ως καλός υποτακτικός διακεκριμένου Γέροντος. Αλλά και την ιδίαν Μονήν, όπου μετ’ ολίγον επανήλθεν, εξυπηρέτησεν ως ιερεύς και εφημέριος επί 22 συναπτά έτη, προσφέρων ως ιερεύς και προϊστάμενος τας προθύμους αυτού υπηρεσίας, όπου ήτο ανάγκη. Οφείλομεν να είπωμεν ότι ο μακαριστός Προηγούμενος Ανδρέας, εις το έργον της αγάπης και γενικώς εις τα μοναχικά του καθήκοντα και λοιπάς υποχρεώσεις, ήτο θερμός και βιαστής “και εν λόγω και εν έργω”, διά τούτο ηξιώθη ιδιαιτέρας εύνοιας παρά της Κυρίας ημών Θεοτόκου».
Είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στην Παναγία και σε αυτή ανέθετε τα πάντα. Όταν κάποτε βρισκόταν στο μετόχι της μονής στον Μονοξυλίτη προς ησυχία, συνέβη το εξής θαυμαστό. Είχε κατέλθει στην παραλία, για να συλλέξει διάφορα ξύλα για προσανάματα, που είχε ξεβράσει η θάλασσα, λόγω της μεγάλης θαλασσοταραχής της προηγούμενης ημέρας. Πάνω σ ένα βράχο είδε μία ανθρώπινη σκιά και νόμισε πώς είναι κάποιος ναυαγός. Πλησίασε και βλέπει ότι ήταν μία μοναχή βαστώντας βιβλίο ανοιχτό και μολύβι. Τη ρώτησε αν χρειάζεται κάποια βοήθεια. Όταν του απάντησε αρνητικά, την ξαναρώτησε τι είναι το βιβλίο που βαστά. Του είπε: «Είμαι η Κυρά του τόπου, και αυτή την δουλειά κάνω, από την μία άκρη του Αγίου Όρους έως την άλλην. Το βιβλίο είναι εισόδου, εξόδου και παραμονής των πατέρων του Αγίου Όρους. Αλλά, και αυτό που βλέπεις το βιβλίο, είναι γραμμένα τα ονόματα αυτών που παραμένουν και τελειώνουν εις το Άγιον Όρος, είναι γραμμένα εις την βίβλον της ζωής». Δεν έδωσε τόση σημασία στα λόγια αυτά και αφού την ξαναρώτησε αν έχει κάποια ανάγκη και του είπε όχι, πήρε τον δρόμο για το μετόχι. Το απόγευμα πηγαίνοντας στο παρεκκλήσι για την τέλεση του εσπερινού και προσκυνώντας την εικόνα της Παναγίας θυμήθηκε το θέαμα, γέμισε χαρά κι έφυγε πάλι να πάει να συναντήσει εκείνη που είδε και άκουσε. Πλησίασε τον βράχο, όπου την είχε δει να κάθεται, και ήταν όλος λύπη, που εκείνη δεν ήταν εκεί. Από τον βράχο όμως έβγαινε μία υπέροχη ευωδία που μετέτρεψε τη λύπη του σε απέραντη χαρά. Πλημμύρισε από δάκρυα αγαλλιάσεως κι έτσι επέστρεψε στον τόπο του, ευφραινόμενος που αξιώθηκε να δει και να συνομιλήσει με την Αθωνίτισσα Θεοτόκο. Μετά την εκδημία του έγινε γνωστό το θαυμάσιο αυτό γεγονός από τον Πνευματικό του.
Ανεπαύθη την ημέρα της εορτής της Παναγίας και της πανηγύρεως της μονής του, στις 2.2.1987, με την ελπίδα ότι είναι γραμμένος στο βιβλίο της Παναγίας. Η αρρυθμία της καρδίας του έφερε την παύση της. Εκοιμήθη τον αιώνιο ύπνο καθήμενος, γαλήνιος και ειρηνικός.

Πηγές–Βιβλιογραφία:
Μοναχολόγιον Ιερας Μονής Αγίου Παύλου. Αγιορείτου, Νέος ηγούμενος, Αγιορείτικη Βιβλιοθήκη, 285-286/1960, σσ. 175-177. Παρθενίου Αγιοπαυλίτου άρχιμ., Αρχιμανδρίτης Ανδρέας Προηγούμενος Αγιοπαυλίτης, Ο Όσιος Γρηγόριος 12/1987, σα. 46-51.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄ – 1984-2000, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Μοναχός Ιάκωβος ο Βατοπεδινός (1807 – 2 Φεβρουρίου 1904)


Ο κατά κόσμον Ιωάννης Βαρσαμάς γεννήθηκε στο χωριό Παναγία της νήσου Θάσου το έτος 1807. Στη μονή Βατοπεδίου ήλθε το 1829. Κατά τη μοναχική του κουρά από Ιωάννης ονομάσθηκε Ιάκωβος.
Επί εξήντα έτη διετέλεσε τυπικάρης άριστος στο Καθολικό της μεγάλης μονής. Έχαιρε άκρας εκτιμήσεως άπ όλη την πολυπληθή αδελφότητα, λόγω της οσιότητος του βίου του, του ήθους, της υπομονής και της χάριτός του.
Το 1871, υστέρα από πρόσκληση του σουλτάνου Κωνσταντινουπόλεως, λόγω της ενσκηψάσης χολέρας, συνόδευσε την Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου, με ειδικό ατμόπλοιο πού έφθασε στον όρμο της μονής για την παραλαβή. Μαζί με τον ιερομόναχο Ιωσήφ και τον μοναχό Γεράσιμο παρέμεινε με την Αγία Ζώνη επί τρίμηνο στην Κωνσταντινούπολη, τελώντας αγιασμούς στους οίκους και βλέποντας πολλά θαύματα της Παναγίας. Επέστρεψαν στη μονή με πολλά δώρα από τους ευσεβείς κατοίκους, oι οποίοι τους απέδωσαν μεγάλες τιμές, και με πολύ χρυσό από τον ίδιο τον σουλτάνο, τον οποίο είχε παρακινήσει να προσκαλέσει τους πατέρες με τον πολύτιμο θησαυρό ο Πατριάρχης Άνθιμος ς’ (1845-1848, 1853-1855, 1871-1873).
Ο γηραιός και ακέραιος αυτός μοναχός μετά παραμονή 75 ετών στη μονή ανεπαύθη εν Κυρίω στις 2.2.1904, μετά την αγρυπνία της Υπαπαντής του Κυρίου, προς υπάντηση του Χριστού, ως ο πρεσβύτης Συμεών ο Θεοδόχος.

Πηγές-Βιβλιογραφία: Γερασίμου Σμυρνάκη αρχιμ., Το Άγιον Όρος, Άγιον Όρος 1988, σ. 429 και σ. 438. Πληροφορίες μοναχού Ιωσήφ Βατοπεδινού.
Αναδημοσίευση από: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α΄ – 1900-1955, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Το Συναξάρι της ημέρας

Τή Β' τού αυτού μηνός, η Υπαπαντή τού Κυρίου ημών Ιησού Χιστού, εν ή εδέξατο αυτόν εις τάς αγκάλας αυτού ο δίκαιος Συμεών. 

Στίχοι
Κόλπους Πατρός τυπούσι τού σού, Χριστέ μου, 
Τού Συμεών αι χείρες, αι φέρουσί σε. 
Δέξατο δευτερίη Χριστόν Συμεών παρά Νηώ. 

Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τού Αγίου Μάρτυρος Αγαθοδώρου. 
Στίχοι
Αγαθοδώρω δώρον εξ εμών λόγων, 
Δωρώ, δοθέντι τώ Θεώ δι' αιμάτων. 

Αυτώ τώ Θεώ η δόξα καί τό κράτος εις τούς αιώνας. Αμήν. 

«Ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών και εις σημείον αντιλεγόμενον»


Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, σύμφωνα με το νόμο του Μωϋσέως, όταν έγινε 40 ημερών-όπως γνωρίζουμε- εισήλθε μετά της αγίας Του Μητέρας Μαριάμ και του θετού πατέρα Του Ιωσήφ στο Ναό του Θεού. Και τον έλαβε στις αγίες του αγκάλες ο δίκαιος Συμεών. Ο οποίος, μεγάλος στην ηλικία ών, είχε ακούσει από το στόμα του Θεού ότι δεν θα δει θάνατο πριν λάβει στα χέρια του τον Υιό του Θεού, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Πριν πάρει στα χέρια του το Μεσσία, το Σωτήρα του κόσμου δεν επρόκειτο να δει θάνατο. Ο λαός του Ισραήλ προσδοκούσε για αιώνες την έλευση του Μεσσία. Γι’  αυτό   μόλις πήρε στα χέρια του ο δίκαιος και Πρεσβύτης Συμεών τον Χριστό, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα είπε μια μεγάλη προφητεία προς την Υπεραγία Θεοτόκο που αναφερόταν στο Πρόσωπο του Χριστού. «Ιδού, λέει, Ούτος  κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών». Αλλά, παράλληλα, Αυτός, ο Χριστός, λέει, μεγαλώνοντας  θα καταστεί τόσο για το Ισραήλ αλλά και για όλους τους αιώνες και όλους τους λαούς, σημείον αντιλεγόμενον. Δηλαδή άλλοι άνθρωποι θα τον αγαπήσουν και θα δοξασθούν από το Χριστό. Και άλλοι θα τον μισήσουν και θα χάσουν την ευκαιρία να γίνουν μέτοχοι της βασιλείας Του. Θα γίνει σημείο αντιλεγόμενο. Και σημείο αντιλεγόμενο δεν ήταν μονάχα για το Ισραήλ. Γιατί από την ώρα που δημιουργήθηκε η Εκκλησία του Χριστού φανερώθηκαν δυο κατηγορίες ανθρώπων. Οι άνθρωποι που αντιμάχωνται την Εκκλησία και πολεμούν το νόμο του Θεού. Αλλά υπάρχουν και οι πιστοί και δίκαιοι, σαν τον Συμεών και τους υπολοίπους αγωνιστάς της πίστεως. Υπάρχουν δηλαδή και οι άνθρωποι που, όχι μονάχα αγαπούν το Χριστό αλλά και αφιερώνονται ασκητικά σ’  Αυτόν.
Ο Συμεών όμως σύν τοις άλλοις λέει ότι ο Χριστός, ως σημείο αντιλεγόμενο, αναδεικνύεται και ο Σωτήρας του κόσμου. Ποιος όμως είναι αυτός ο κόσμος που σώζει ο Χριστός; Πολλές φορές αναφέρουμε στην Εκκλησία και στην Αγία Γραφή τον όρο κόσμο. Αλλά ο κόσμος  έχει δυο έννοιες. Κόσμος είναι άλλοτε μεν το υλικό Σύμπαν και οι συνάνθρωποί μας, άλλοτε δε ο άκοσμος κόσμος, η ζωή της αμαρτίας. Όταν λέει για παράδειγμα  ο Χριστός «τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον αν κερδήσει τον κόσμον όλον…» εννοείται το Σύμπαν. Κι όταν πάλι λέει «Εγώ ειμι το φως του κόσμου» ή «Υμεις εστε το φως του κόσμου» εννοεί τους συνανθρώπους μας. Συνηθέστερη όμως αναφορά στο κόσμο ως κόσμο της αμαρτίας είναι αυτή του απ. Παύλου που λέει «εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω». Ο απ. Παύλος λέει ότι ο κόσμος της αμαρτίας είναι πεθαμένος γι’  αυτόν. Ο Συμεών λέει ότι ο Χριστός σώζει τον άνθρωπο που είναι βουτηγμένος στην αμαρτία. 
Σήμερα, δυστυχώς, ο άνθρωπος, μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες λένε ότι εκείνο που τους ελκύει περισσότερο είναι η αμαρτία. Λίγοι, ελάχιστοι είναι οι άνθρωποι που είναι αφιερωμένοι στο νόμο του Θεού. Λίγοι είναι οι αγωνιστές του πνεύματος, σαν τους Πατέρες της Εκκλησίας που εορτάσαμε πριν λίγες μέρες. Λίγοι είναι αυτοί που ζουν ασκητικά και είναι σαν τον Συμεών φωτισμένοι με το Άγιο Πνεύμα. Λίγοι είναι οι πραγματικά δίκαιοι σαν τον Συμεών. Γι’  αυτό και ο Θεός τον αξίωσε να λάβει στα χέρια του τον Υιό του Θεού. Γι’  αυτό και ο Θεός τον αξίωσε να μη δει θάνατο πριν πάρει στα χέρια του το Χριστό.
Κι όταν πήρε στα χέρια του το Χριστό  είπε εκείνα τα αθάνατα λόγια που ακούμε σε κάθε Εσπερινό: «νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα κατά το ρήμα Σου εν ειρήνη ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν Σου». Τώρα μπορείς να με πάρεις Κύριε γιατί τα μάτια μου είδαν τον Υιό του Θεού. Είδαν εσένα, Κύριε. Ο Μωϋσής, λέει ο ιερός Υμνογράφος της εορτής μας, είδε τα οπίσθια του Θεού στο όρος Σινά όταν πήρε το Δεκάλογο και φοβήθηκε. Αυτός, ο Συμεών, δέχθηκε στις αγκάλες του τον ίδιο το Θεό. 
Ο κόσμος πρέπει να διορθωθεί, να μεταμορφωθεί προς το καλό. Γι’  αυτό, αδελφοί, άς κάνουμε μέσα στη ψυχή μας μια νέα Υπαπαντή. Να υποδεχτούμε μέσα μας το Σωτήρα του κόσμου Χριστό και να Τον παρακαλέσουμε δια πρεσβειών του Συμεών και όλων των υπολοίπων αγίων της Εκκλησίας να σωθεί ο κυριευμένος κόσμος μας από τη μόδα και τις άλλες υλικές απολαύσεις αυτής της ζωής.  Να μας φωτίζει ο Χριστός στο δρόμο του Ευαγγελίου Του και στο φως της σωτηρίας. Ο Χριστός άλλωστε είναι «φως εις αποκάλυψιν εθνών». Ναι! Να παρακαλέσουμε  το Θεό σήμερα να μας φωτίζει και να οδηγούμε τα βήματα της ζωής μας εις την οδόν της αληθείας για να κερδίσουμε μαζί με τον άγιο Συμεών και τη χορεία όλων των αγίων τη βασιλεία των Ουρανών. Αμήν!

Το Ευαγγέλιο της ημέρας

Ευαγγέλιο Κυριακής 2 Φεβρουαρίου 2014 


Τω καιρῷ εκείνω, ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωυσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ, καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Κυρίου ὅτι πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν ἅγιον τῷ Κυρίῳ κληθήσεται, καὶ τοῦ δοῦναι θυσίαν κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν νόμῳ Κυρίου, ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν.
Καὶ ἰδοὺ ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἱεροσολύμοις ᾧ ὄνομα Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ εὐλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ Πνεῦμα ἦν Ἅγιον ἐπ᾿ αὐτόν· καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου. Καὶ ἦλθεν ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τὸ ἱερόν· καὶ ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τοὺς γονεῖς τὸ παιδίον Ἰησοῦν τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς κατὰ τὸ εἰθισμένον τοῦ νόμου περὶ αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ἐδέξατο αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε· νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν. Φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ.
Καὶ ἦν Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ θαυμάζοντες ἐπὶ τοῖς λαλουμένοις περὶ αὐτοῦ. Καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Συμεὼν καὶ εἶπε πρὸς Μαριὰμ τὴν μητέρα αὐτοῦ· ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον. Καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί.
Καὶ ἦν Ἄννα προφῆτις, θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα ἔτη μετὰ ἀνδρὸς ἑπτὰ ἀπὸ τῆς παρθενίας αὐτῆς, καὶ αὐτὴ χήρα ὡς ἐτῶν ὀγδοήκοντα τεσσάρων, ἣ οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ νηστείαις καὶ δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα καὶ ἡμέραν· καὶ αὕτη αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ πᾶσι τοῖς προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἱερουσαλήμ.
Καὶ ὡς ἐτέλεσαν ἅπαντα τὰ κατὰ τὸν νόμον Κυρίου, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὴν πόλιν ἑαυτῶν Ναζαρέτ. Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτό.

 Απόδοση στη νεοελληνική

Τον καιρό εκείνο, ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ, σύμφωνα πρὸς τὸν Μωσαϊκὸν νόμον, ἔφεραν τὸν Ἱησοῦν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, διὰ νὰ τὸν παρουσιάσουν εἰς τὸν Κύριον, ὅπως εἶναι γραμμένο εἰς τὸν νόμον τοῦ Κυρίου, ὅτι Κάθε ἀρσενικὸν ποὺ ἀνοίγει μήτραν, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀφιερωμένον εἰς τὸν Κύριον καὶ νὰ προσφέρουν θυσίαν, σύμφωνα πρὸς ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ νόμος τοῦ Κυρίου: Ἕνα ζεῦγος τρυγόνια ἢ δύο μικρὰ περιστέρια.
Ὑπῆρχε εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ἄνθρωπος ποὺ ὠνομάζετο Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦτο δίκαιος καὶ εὐλαβὴς καὶ ἐπερίμενε τὴν παρηγορίαν τοῦ Ἰσραὴλ καὶ Πνεῦμα Ἅγιον ἦτο ἐπάνω του. Καὶ τοῦ εἶχε προφητευθῆ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὅτι δὲν θὰ ἰδῇ θάνατον πρὶν ἰδῇ τὸν Χριστὸν τοῦ Κυρίου. Καὶ ἦλθε κατ’ ἔμπνευσιν τοὺ Πνεύματος εἰς τὸν ναόν. Καὶ ὅταν οἱ γονεῖς ἔφεραν τὸ παιδὶ Ἰησοῦν διὰ νὰ ἐκτελέσουν δι’ αὐτὸν τὰ ἔθιμα τοῦ νόμου, αὐτὸς τότε τὸ ἐδέχθηκε στὴν ἀγκαλιά του καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε: «Τώρα ἀπολύεις, Δέσποτα, τὸν δοῦλον σου ἐν εἰρήνῃ σύμφωνα μὲ τὸν λόγον σου, διότι εἶδα μὲ τὰ μάτια μου τὴν σωτηρίαν σου ποὺ ἐτοίμασες δι’ ὅλους τοὺς λαούς, ἕνα φῶς ποὺ θὰ εἶναι ἀποκάλυψις διὰ τοὺς ἐθνικοὺς καὶ δόξα διὰ τὸν λαόν σου τὸν Ἰσραήλ».
Καὶ ἐθαύμαζαν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ μητέρα του γιὰ ὅσα ἐλέγοντο δι’ αὐτόν. Καὶ ὁ Συμεὼν τοὺς εὐλόγησε καὶ εἶπε εἰς τὴν Μαριάμ, τὴν μητέρα του, «Αὐτὸς εἶναι προωρισμένος διὰ τὴν πτῶσιν καὶ ἀνύψωσιν πολλῶν μεταξὺ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ὡς σημεῖον διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάρχῃ ἀντιλογία, διὰ νὰ φανερωθοῦν αἱ σκέψεις πολλῶν καρδιῶν, καὶ τὴν ἰδικήν σου ψυχὴν ἐπίσης θὰ διαπεράσῃ ρομφαῖα».
Ἐκεῖ ἦτο κάποια προφῆτις Ἄννα, θυγατέρα τοῦ Φανουήλ, ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἀσήρ. Ἦτο πολὺ προχωρημένης ἡλικίας, καὶ εἶχε ζήσει ἑπτὰ χρόνια μὲ τὸν ἄνδρα της μετὰ τὸν γάμον της καὶ κατόπιν ὡς χήρα μέχρι ἠλικίας ὀγδόντα τεσσάρων ἐτῶν. Δὲν ἀπεμακρύνετο ἀπὸ τὸν ναὸν ἀλλὰ ἐλάτρευε τὸν Θεὸν μὲ νηστείας καὶ προσευχὰς νύχτα καὶ ἡμέραν. Κατ’ ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν ὥραν παρουσιάσθηκε καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεὸν καὶ μιλοῦσε διὰ τὸ παιδὶ εἰς ὅλους, ὅσοι ἀνέμεναν λύτρωσιν τῆς Ἱερουσαλήμ.
Καὶ ὅταν ἔκαναν ὅλα, ὅσα ὥριζε ὁ νόμος τοῦ Κυρίου, ἐγύρισαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἰς τὴν πόλιν τους Ναζαρέτ. Τὸ δὲ παιδὶ ἐμεγάλωνε καὶ ἐδυνάμωνε κατὰ τὸ πνεῦμα ἐπειδὴ ἐγέμιζε ἀπὸ σοφίαν καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἦτο ἐπάνω του.

Η Υπαπαντή του Κυρίου μας


«Ἰδού οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν αλλά και σημείον αντιλεγόμενον…»
   
   Με τη σημερινή εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου, η Εκκλησία μας κλείνει τον εορταστικό κύκλο της περιόδου των Χριστουγέννων.  Έχουν περάσει σαράντα ημέρες από την Εορτή των Χριστουγέννων, όπου ο Υιός του Θεού, γεννιέται εκ της Παρθένου Μαρίας ασπόρως, σαρκώνεται, λαμβάνει και την ανθρώπινη φύση, γίνεται και τέλειος ανθρωπος για να μας λυτρώσει από το προπατορικό αμάρτημα και δια του Σταυρικού Του θανάτου και της ενδόξου Αναστάσεως Του , να μας απαλλάξει από την εξουσία του διαβόλου και του θανάτου.
     Η εορτή της Υπαπαντής είναι μια εορτή δεσποτική , διότι το τιμώμενο πρόσωπο είναι ο Κύριος μας,  ο Οποίος σαράντα ημερών βρέφος φανερώνοντας την άκρα ταπείνωση Του και την άκρα υπακοή Του προς το θέλημα του Θεού Πατρός για την εκπλήρωση του σχεδίου της θείας οικονομίας για τη σωτηρία μας, δέχεται να κρατηθεί στις αγκάλες του δικαίου Συμεώνος. Σεβόμενος το Μωσαïκό Νόμο που όριζε στις σαράντα ημέρες από τη γέννησή των παιδιών να τα αφιερώνουν οι γονείς τους στο Θεό. Έτσι, στις σαράντα ημέρες από την κατά Σάρκα Γέννηση του Κυρίου, η Θεοτόκος προσφέρει τον Θεάνθρωπο στο Ιερό… τον προυπαντά, τον δέχεται ο πρεσβύτης Συμεών.
       Ο πρεσβύτης Συμεών ήταν ιερέας δίκαιος και ευσεβής, ο οποίος ανέμενε να δει το Μεσσία και μετά να φύγει από την επίγειο ζωή. Τελικά ένεκα της ευσεβούς και άμεπτου βιωτής του, η χάρις του Αγίου Πνεύματος τον αξίωσε να λάβει στις αγκάλες του τον Θεάνθρωπο, Τέλειο Θεό και Τέλειο Άνθρωπο, Υιό του Θεού, τον Σαρκωθέντα από το Άγιο Πνεύμα και Ενανθρωπήσαντα από την Παρθένο Μαρία Ιησού Χριστό. Διαχρονική είναι η φράση που είπε ο Συμεών, μόλις κράτησε το Νηπιάσαντα Κύριο « Νυν απολύεις τον δούλόν σου , δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, δηλαδή, τώρα, Κύριε μπορείς να αφήσεις το δούλο σου να πεθάνει ειρηνικά, όπως του υποσχέθηκες, γιατί τα μάτια μου είδαν το σωτήρα που ετοίμασες για όλους τους λαούς, φως που θα φωτίσει τα έθνη και θα δοξάσει το λαό σου τον Ισραήλ.
     Η σημερινή εορτή είναι και θεομητορική ταυτόχρονα, αφού η Παναγία μας, η Θεοτόκος Μαρία παραδίδει το Θείο Βρέφος στον πρεσβύτη Συμεών. Γεμάτη ταπείνωση προς το Θεό και Υιό Της, γεμάτη υπακοή προς το θέλημά του Τριαδικού Θεού να γίνει η καθέδρα του Βασιλέως Χριστού και γεμάτη σεμνότητα ακούει τους λόγους του Συμεώνος, ο οποίος τους ευλόγησε προφητεύοντας: Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον. Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες, θα είναι σημείον αντιλεγόμενον. Πράγματι, πολλοί τον θαύμασαν για το κήρυγμά Του και τα θαύματά Του πιστεύοντας στο Λόγο Του και πολλοί τον αμφισβήτησαν, όπως οι θρησκευτικοί άρχοντες της εποχής, χάνοντας την ψυχή τους απομακρυνόμενοι από την Αληθινή Ζωή. 
      Εἶναι γεγονός πώς ἀπό τή στιγμή πού ἦλθε στόν κόσμο ὁ Ἰησοῦς ἔγινε σημεῖο ἀντιλεγόμενο καί αἰτία πτώσης ἤ ἀνάστασης τῶν ἀνθρώπων. Ἦταν καί εἶναι ὁ Ἰησοῦς, γιά τούς ἀνθρώπους πού ζοῦν ἐκτός Ἐκκλησίας, σκότος καί μωρία, ψεῦδος καί μῦθος, γιά ὅλους αὐτούς πού τόν ἀντιμετώπισαν μέ ὑποψία καί ἐπιφυλακτικότητα, πού τόν ἐμίσησαν καί τόν ἐδίωξαν, από τη ζωή τους… Γι’ αὐτούς πού προσπάθησαν μέ κάθε τρόπο νά ἐξαλείψουν τό ὄνομά Του ἀπό τήν ἱστορία.  Γι’ αὐτούς ὅλους τούς ἀνθρώπους ὁ Ἰησοῦς ὑπῆρξε θάνατος καί πτώση. Εἶναι αὐτοί ἀκριβῶς πού τόν περιφρόνησαν καί ἔθεσαν τόν ἑαυτό τους πάνω ἀπό τό ἅγιο θέλημά Του, ὅσοι κατεπάτησαν τίς ἐντολές Του, τόν πολέμησαν καί τόν ἐσυκοφάντησαν μέ μανία. Τό ἀποτέλεσμα; Ἔπεσαν καί συνετρίβησαν, γιατί φυσικό ἐπακόλουθό της ἄρνησης τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ἡ πτώση καί ἡ συντριβή
     Ὑπάρχει ὅμως καί ἡ ἄλλη μερίδα τῶν ἀνθρώπων. Ἐκείνων πού τόν δέχθηκαν ἀνεπιφύλακτα σάν Σωτῆρα καί Λυτρωτή, πού τόν ὁμολόγησαν Χριστό Υἱό τοῦ Θεοῦ ἐπαναλαμβάνοντας τά λόγια του ἀποστόλου Πέτρου: «Σύ εἶ ὁ Χριστός ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» 
Εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνοι πού τόν ἀκολούθησαν μέ χαρά καί κάποια στιγμή ἀκόμη θυσιάστηκαν γι’ αὐτόν. Γι’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς ὑπῆρξε ἀνάσταση καί ζωή. Εἶναι οἱ κοινωνίες ἐκεῖνες καί τά ἔθνη πού ἔζησαν μέ τό θέλημά Του, ἀναστήθηκαν ἀπό τό βυθό τῆς ἀπώλειας καί μεγαλούργησαν. Γιατί ἄτομα καί οἰκογένειες, ἔθνη καί λαοί, πού πορεύθηκαν μέχρι σήμερα μέ τό φῶς τοῦ θείου Νόμου, δέν συνετρίβησαν στίς δοκιμασίες καί στίς καταιγίδες τῆς ζωῆς, ἀλλά διασώθηκαν καί δικαιώθηκαν, γιατί εἶχαν ὁδηγό τόν Ἰησοῦ Χριστό.
      Πρέπει νά ποῦμε ἐδῶ πώς ὑπάρχει καί μία τρίτη κατηγορία, πού σέ ὅλες τίς ἐποχές κάνει αἰσθητή τήν παρουσία της μέσα στόν κόσμο καί τήν κοινωνία και ιδιαιτέρως σήμερα…. Εἶναι ἡ κατηγορία τῶν χλιαρῶν καί οὐδετέρων χριστιανῶν. Οἱ ἄνθρωποι τῆς κατηγορίας αὐτῆς, ἀποχαυνωμένοι ἀπό τή δύναμη τοῦ κόσμου, ζαλισμένοι ἀπό τίς ἐπιτυχίες τῆς ἐπιστήμης, ἀδύναμοι στή μανία τῆς ἁμαρτίας, δίψυχοι καί διχασμένοι, κρατοῦν οὐδέτερη στάση στόν Ἰησοῦ καί τήν ἐκκλησία Του. Δέν πολεμοῦν, ἀλλά καί δέν ὑπερασπίζονται.  Δέν βλασφημοῦν, ἀλλά καί δέν ὑποστηρίζουν τήν ἀλήθεια.  Eίναι εκείνοι που βαπτίσθηκαν μεν Ορθόδοξοι Χριστιανοί στο όνομα της Αγίας Τριάδος, ωστόσο όμως ντρέπονται να το ομολογήσουν και να το διακηρύξουν.  Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ τύποι τῶν ἀνθρώπων πού θέλουν νά τά ἔχουν μέ ὅλους καλά. Ἡ τραγική διαπίστωση εἶναι ὅτι πολλοί, πού θέλουν νά ὀνομάζονται χριστιανοί, ἀνήκουν στήν κατηγορία αὐτή καί πού ἴσως, χωρίς νά θέλουν νά τό δείξουν, στήν ὥρα τοῦ ἀγῶνα δέν τολμοῦν νά ὑπερασπιστοῦν τό Χριστό. Αὐτοί οἱ τύποι ἀνθρώπων-χριστιανῶν, μέ τήν ἀνοχή καί τή σιωπή τους, γίνονται σύμμαχοι καί συνυπαίτιοι τοῦ κακοῦ. 
Ἀγαπητοί , 
     Τα διδάγματα της σημερινής εορτής που εορτάζει και πανηγυρίζει η Εκκλησία μας,  είναι η ταπείνωση, η υπακοή και η ολοκληρωτική αφιέρωση μας στο Χριστό και στη διδασκαλία της Εκκλησίας Του. Με την ταπείνωση συναισθανόμαστε την αμαρτωλότητά μας και προστρέχοντας στο μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως με την υπακοή μας στον πνευματικό αγωνιζόμαστε πνευματικά, ώστε όλη μας η ζωή, όλο μας το είναι, να είναι αφιερωμένο στο θέλημα του Τριαδικού Θεού, να έχουμε χριστιανά τέλη, να είμαστε έτοιμοι να μπορούμε να πούμε ,όπως ο πρεσβύτης Συμεών το « Νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα», από την επίγειο ζωή εφοδιασμένοι με το μυστήριο της θείας ευχαριστίας , προγευόμενοι την αιώνιο κοινωνία μας με το Τριαδικό Θεό.      Ἐμεῖς ἄς εἴμαστε ἀπό ἐκείνους πού πορεύονται ἀντίθετα στό ρεῦμα τοῦ κακοῦ, κρατώντας ψηλά τή σημαία τοῦ Ἐσταυρωμένου καί Ἀναστημένου Χριστοῦ. Γιατί ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή καί τό φῶς, ἡ ἐλπίδα καί ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Μόνο κοντά Του θά βροῦμε τή λύτρωση καί ζώντας ἑνωμένοι μέ τά μυστήρια τῆς ἐκκλησίας Του θά γίνουμε οἱ χαρούμενοι ἄνθρωποι τῆς γῆς καί οἱ ἔνδοξοι τοῦ οὐρανοῦ πολῖτες. Ἀμήν.                    

Γιατί στην Ορθόδοξο Εκκλησία αποκαλούμε '' Πατέρα '', οποιοδήποτε ιερωμένο ;(του Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου)

«Ἐὰν μύριους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ' οὐ πολλοὺς πατέρες»

Προοίμιον: Γιατί τοὺς τρεῖς Ἱεράρχες Βασίλειο, Γρηγόριο καὶ Χρυσόστομο τοὺς λέμε «Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας»; Τί σημαίνει ὁ ὅρος «πατέρες τῆς Ἐκκλησίας»;

α. Μιὰ πνευματικὴ γέννηση: Ἡ πίστη καὶ ὁ χριστιανικὸς τρόπος ζωῆς δὲν εἶναι κάτι ποὺ μαθαίνουμε ἢ ἀποκτοῦμε. Εἶναι μία γέννηση. Τὸ νὰ ἐγκαταλείψει κανεὶς τὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς πλάνης καὶ νὰ πιστέψει στὸν Χριστό, σημαίνει ὅτι ξαναγεννήθηκε σὲ μιὰ νέα ζωή. Πρόκειται γιὰ μιὰ πνευματικὴ γέννηση. Τὴ γέννηση αὐτὴ τὴν πραγματοποιεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὁ Θεός, εἶναι «γέννησις ἄνωθεν», ὅπως εἶπεν ὁ Χριστὸς (Ἰωαν. γ' 3).
β. Οἱ Πατέρες μας στὴν ἐν Χριστῷ ζωή: Ὅπως στὸ ἔργο τῆς βιολογικῆς γέννησης, ὁ Θεὸς χρησιμοποιεῖ τοὺς γονεῖς, ἔτσι καὶ στὸ ἔργο τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως, ὁ Θεὸς χρησιμοποιεῖ καὶ ἀνθρώπους. Στὴν προκειμένη περίπτωση, ὁ Θεὸς χρησιμοποιεῖ τοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς Ἐπισκόπους καὶ ἱερεῖς. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀναγεννᾶ τὸν ἄνθρωπο. Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ποιμένες καλλιεργοῦν τὸ φυτὸ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, μὲ τὸν λόγο, τὴν προσευχή, τὰ ἱερὰ μυστήρια, μὲ κόπο καὶ δάκρυα... «Αὐτοὶ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (Ἑβρ. ιγ' 17). Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος λέγει στοὺς χριστιανούς: «Ἐὰν μύριους παιδαγωγούς...»!
Ἐπίλογος: Στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τὸν ὁποιοδήποτε ἱερωμένο τὸν ἀποκαλοῦμε «Πατέρα»! Τὸ ὡραῖο αὐτὸ ὀρθόδοξο ἔθιμο ἔχει δύο ἀναφορές: πρῶτα σὲ μᾶς τοὺς ἴδιους, τοὺς ἱερωμένους, διότι μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν κλήση νὰ γινόμαστε πνευματικοὶ πατέρες. Ἔπειτα καὶ σὲ σᾶς τοὺς πιστούς, διότι σᾶς ὑπενθυμίζει νὰ γίνεσθε πνευματικὰ τέκνα. Ὅλοι δέ, Ἱερωμένοι καὶ λαϊκοὶ ἔχομε τὴν κλήση νὰ γινόμαστε πνευματικὰ τέκνα τῶν μεγάλων καὶ ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.