Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Βασκανία και ξεμάτιασμα...παρερμηνείες της βασκανίας. Ποια η θέση της Εκκλησίας μας


Από τους χρόνους της αρχαιότητας η βασκανία συνδέθηκε και μ’ αυτό που σήμερα αποκαλούμε «μάτιασμα». Σήμερα μάλιστα όταν ακούμε τη λέξη βασκανία αμέσως εννοούμε μόνον το μάτιασμα και τίποτε άλλο. Πρόκειται για μια παλιά πρόληψη και δεισιδαιμονία ότι ο κακός με το βλέμμα του και μόνο μπορεί να βλάψει τον φθονούμενο. Αυτό φυσικά δεν είναι σωστό, και η Εκκλησία μας δεν το παραδέχεται. Βεβαίως η Εκκλησία έχει ευχές που κάνουν λόγο για «βάσκανον οφθαλμόν». Οι αναφορές αυτές εξηγούνται εύκολα, χρειάζεται όμως μια προσοχή, για να μην υπάρξουν παρανοήσεις. Η φράση «βάσκανος οφθαλμός» προέρχεται από την Αγία Γραφή και σημαίνει το φθονερό άνθρωπο, τον κακό, τον ανελεήμονα, τον άσπλαχνο, ενώ το αντίθετο, «καλό μάτι», σημαίνει τον καλόν άνθρωπο, τον εύσπλαχνο, τον ψυχόπονο. Ας μη ξεχνάμε ότι στα αρχαία ελληνικά το μάτι λέγεται και όψις, και ότι στην Αγία Γραφή «μάτι» και «όψις» και «οφθαλμός» και «είδος» λέγεται και η εμφάνιση του ανθρώπου, το παρουσιαστικό του, και ο όλος άνθρωπος. Κατ’ αρχάς εννοείται ότι, ο φθονερός άνθρωπος όταν δει το θύμα του και το φθονήσει, αυτό είναι η ρίζα του κακού που μπορεί να ακολουθήσει. Επομένως αυτή η φθονερή ματιά, είναι από όλους ανεπιθύμητη. Στην συνέχεια η φράση «βάσκανος οφθαλμός» επεκτάθηκε στους ανθρώπους που σαν υποχείρια του σατανά ασχολούνται με μαγείες, μαντείες, ξόρκια και όλα τα σχετικά. Έτσι λοιπόν ξεκαθαρίζονται τα πράγματα πως η Εκκλησία μας από τη μια δεν παραδέχεται το μάτιασμα και από την άλλη αναφέρεται στις ευχές της εναντίον της βασκανίας. Δεν πρόκειται για αντίφαση, αλλά για διαχωρισμό δυο διαφορετικών πραγμάτων. Σε αντίφαση και σύγχυση βρίσκονται όσοι λεγόμενοι Χριστιανοί από τη μια κάνουν το σταυρό τους και από την άλλη τρέχουν σε ξόρκια και μάγια. Βασκανία εννοεί η Εκκλησία τον φθόνο και το κακό που κάνουν κάποιοι κινούμενοι από φθόνο· το κακό αυτό μπορεί να είναι μία βλαπτική πράξη ή μία συκοφαντία ή μία κατάρα ή μία δαιμονική ενέργεια ή επίδραση. Η Εκκλησία δεν δέχεται ότι η απλή ματιά ενός ανθρώπου μπορεί από απόσταση να προκαλέσει με μαγικό τρόπο κακό σε κάποιον άλλο. Είναι απαράδεκτες για ανθρώπους της Εκκλησίας οι προλήψεις και δεισιδαιμονίες ότι κάποιος είναι βάσκανος, μόνο και μόνο επειδή γεννήθηκε την τάδε μέρα ή επειδή έχει στο πρόσωπο του κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ή ότι κάποιος είναι ιδιαίτερα επιρρεπής στη βασκανία (ότι δηλαδή «ματιάζεται» εύκολα), ή ότι μπορεί να αισθανθεί άσχημα και αδιάθετος, επειδή τάχα κάποιος τον «μάτιασε», και άλλες τέτοιες αηδίες
Δεν θα κάνουμε επομένως καμιά αναφορά στο λεγόμενο «ξεμάτιασμα», που γίνεται από λαϊκούς ανθρώπους (όπως επικλήσεις, χειρονομίες, χάνδρες κλπ.), οι οποίοι εμπειρικώς τα μαθαίνουν από άλλους και εμπειρικά τα εφαρμόζουν και κανείς δεν γνωρίζει το «πώς» και το «γιατί», αφού είναι σκοτεινή και άδηλη και ανεξερεύνητη η προέλευση αυτού του «ξεματιάσματος». Και δεν έχει σχέση με τη διδασκαλία της Εκκλησίας και προφανώς προέρχεται από λαϊκές και παλιές ειδωλολατρικές δοξασίες και πρακτικές ακαθόριστες, γι’ αυτό και είναι απαράδεκτες ανάμεσα στους πιστούς και δεν τιμούν τη σύγχρονη «προοδευτική» εποχή μας. Είναι εκδηλώσεις άγνοιας και απιστίας και παγανισμού.
Η Εκκλησία θέλοντας να βοηθήσει τα μέλη της συμπεριφέρεται με πολλή συγκατάβαση και περιέλαβε στις ευχές της τις σχετικές με τη βασκανία λέξεις, αλλά τους έδωσε το σωστό νόημα. Δυστυχώς πολλές φορές παρατηρείται η εσφαλμένη λαϊκή δοξασία να επικρατεί, να επιβάλλεται και σιγά-σιγά να αλλοιώνει τη γνήσια ορθόδοξη διδασκαλία, σε σημείο άλλα να λέμε και άλλα να καταλαβαίνουμε.
Η Εκκλησία τη βασκανία με την έννοια της εξ αποστάσεως φθοροποιού μαγικής επιδράσεως μόνο με το βλέμμα (που μπορεί καμιά φορά να συνοδεύεται και από κάποιο λόγον ή ενδόμυχη σκέψη θαυμασμού ή φθόνου) τη θεωρεί, δεισιδαιμονία. Οι εκκλησιαστικοί συγγράφεις και οι πατέρες της Εκκλησίας δεν αρνούνται την πραγματική βασκανία, δηλαδή τον φθόνο και τις βλαπτικές ενέργειες που εκπορεύονται από αυτόν. Ειδικά μάλιστα τις περιπτώσεις βασκανίας που δεν έχουν εμφανή τη προέλευσή τους τις αποδίδουν στην επήρεια του πονηρού. Γενικά θεωρούν τη βασκανία ως έργο του διαβόλου και πράξη φθόνου. Ο Μέγας Βασίλειος έγραψε και λόγο «περί φθόνου και βασκανίας». Η Εκκλησία συνέθεσε και ειδική ευχή κατά της βασκανίας, με την έννοια του φθόνου.
Με όσα αναφέραμε και εξηγήσαμε μέχρι εδώ ξεκαθαρίζεται το θέμα της βασκανίας από ορθόδοξη άποψη. Επίσης εξηγούνται και εκφράσεις όπως «η βασκανία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποβεί θανατηφόρος», δεν εννοείται ότι κάποιος μπορεί με το βλέμμα του να σκοτώσει έναν άλλο (αυτό είναι ανόητη, μαγική, ειδωλολατρική και αντιχριστιανική αντίληψη), διότι τότε θα είχαν φονευθεί οι μισοί άνθρωποι της γης χωρίς πολέμους και εγκλήματα και φονικά όπλα, αλλά εννοείται ότι αυτός που φθονεί και μισεί τον συνάνθρωπό του σε μερικές περιπτώσεις είναι δυνατόν να τον εξοντώσει και σωματικά. Σχεδόν πάντοτε ο φθονερός προσπαθεί να εξοντώσει το θύμα του ηθικά-ψυχικά, γι’ αυτό ο κατ’ εξοχήν βάσκανος και φθονερός διάβολος ονομάζεται και ανθρωποκτόνος και μισάνθρωπος.

Μέσα προστασίας
Όσοι άνθρωποι αισθανθούν οι ίδιοι ή κάποιος δικός τους την επήρεια της βασκανίας, πρέπει να τρέχουν στον πνευματικό ιερέα να τους σταυρώσει με το σταυρό, που έχει μεγάλη δύναμη κατά των πονηρών πνευμάτων, και να τους διαβάσει την ειδική ευχή κατά της βασκανίας.
Πολλοί άνθρωποι επινόησαν κατά της βασκανίας διάφορα μέσα, όπως τα φυλαχτά, για να τα φοράνε όσοι βασκαίνονται. Η Εκκλησία προσπαθώντας να προφυλάξει τα μέλη της από κάθε πλάνη δεν επιτρέπει στους Χριστιανούς να χρησιμοποιούν αυτά τα φυλαχτά (χάντρες, φύλλα, λουλούδια, εκκλησιαστικά αντικείμενα και λοιπά), γιατί όλα αυτά προϋποθέτουν μια μαγική αντίληψη λειτουργίας και προστασίας, τελείως αντιχριστιανική. Επίσης απαγορεύεται να χρησιμοποιούνται διάφορα «εξορκιστικά» λόγια κατά του «ματιάσματος» από άντρες ή γυναίκες, γιατί όλα αυτά τα «λαϊκά» μέσα και οι σχετικές αντιλήψεις και δεισιδαιμονίες είναι είδος μαγείας και παγανισμού, όπως αναφέρει και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο βιβλίο του «Χρηστοήθεια των Χριστιανών». Κάθε άλλο πέρα από τις ευχές της Εκκλησίας αποτελεί άρνηση της πίστεως· κάθε άλλο «ξόρκι» απομακρύνει από τον άνθρωπο τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τον αφήνει ανίσχυρο μπροστά στις «μεθοδείες του πονηρού». Όποιος χρησιμοποιεί «ξόρκια» και «φυλαχτά» και «χαϊμαλιά» είτε για τον εαυτό του είτε για δικούς του ανθρώπους, πρέπει να ξέρει ότι έτσι μολύνει το βάπτισμά του, δείχνει απιστία και ασέβεια προς το Θεό, και επομένως αντί να προστατεύεται από το κακό, παραδίδει τον εαυτό του σε μισάνθρωπες επιρροές.
Υπάρχουν βέβαια τα χριστιανικά φυλαχτά της Εκκλησίας, τα οποία μπορούν και πρέπει να μεταχειρίζονται οι πιστοί. Πολύ αποτελεσματικό φυλαχτό είναι ο σταυρός, που πρέπει να φοράνε όλοι οι Χριστιανοί, γιατί οι δαίμονες φοβούνται τη δύναμή του, γιατί είναι το φυλακτήριο όλου του κόσμου.
Υπάρχουν βέβαια και άλλα μέσα της πίστεως μας, με τα οποία επικαλούμαστε τη δύναμη του μεγάλου Θεού και μπορούμε να αποτρέψουμε κάθε κακό. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας ότι κανένα αγιαστικό μέσο της Εκκλησίας δεν μας βοηθά χωρίς μία απαραίτητη προϋπόθεση, την πίστη. Πρέπει να έχουμε πίστη σταθερή και ακλόνητη και χωρίς αμφιβολίες στο Κύριο μας Ιησού Χριστό και στη διδασκαλία του. Και αυτή η πίστη μεταφράζεται σε έργα, τα οποία είναι η πίστη στα θεόπνευστα λόγια της Αγίας Γραφής· το να εφαρμόζουμε και να ακολουθούμε τις εντολές του Θεού στη ζωή μας, το να εκκλησιαζόμαστε τακτικά, η θερμή προσευχή, να εξομολογούμαστε συχνά, και να κοινωνούμε. Τότε βεβαίως κανένα κακό, καμία επιβουλή, καμία βασκανία δεν μπορεί να μας βλάψει, και κυρίως δεν μπορεί να μας απομακρύνει από την πίστη και από τη σωτηρία της ψυχής μας. Με την προσευχή επικοινωνούμε με το Θεό. Με την εξομολόγηση απαλλασσόμαστε από τις αμαρτίες μας, οι οποίες είναι βάρος στη ψυχή μας και τείχος που εμποδίζει τη χάρη του Θεού να μας αγιάσει και να μας προστατέψει. Με τη θεία κοινωνία ενωνόμαστε με τον ίδιο το Θεό και γινόμαστε και εμείς «θεοί κατά χάριν». Αυτά είναι τα κυριότερα αγιαστικά μέσα και φυλαχτά που με πολλή αγάπη προσφέρει η μητέρα Εκκλησία σε κάθε παιδί της, πιστό μέλος της. Από αυτά ξεκινώντας και με τις συμβουλές πάντοτε του πνευματικού μας πρέπει να χρησιμοποιούμε και τα υπόλοιπα, το σημείο του Σταυρού, τις ευχές από τον ιερέα, τον μικρό και τον μεγάλο αγιασμό και λοιπά. Προσοχή λοιπόν και μακριά από κάθε τι που δεν είναι εκκλησιαστικό μέσο αγιασμού· προσοχή και από κάποια φυλαχτά που ορισμένοι επιτήδειοι παρουσιάζουν ως «της εκκλησίας», με σακουλάκια, φυλλαράκια, ξόρκια, χαρτάκια, ψωμάκια, πανάκια και τα όμοια, διότι έτσι ξεγελούν τους απλούστερους και εκμεταλλεύονται το θρησκευτικό συναίσθημα και την ανασφάλεια πολλών, με σκοπό τη βεβήλωση της πίστης και τον προσπορισμό εύκολου πλουτισμού.

(Β.Σ.Βασιλοπούλου, «Η βασκανία στη ζωή μας»,εκδ. «Αποκάλυψις» 2003- αποσπάσματα).

Πως να ξεκινάς πνευματικά την ημέρα σου...

Πίεζε τον εαυτό σου να ξυπνάς νωρίς το πρωί με σταθερό ωράριο. Μόλις ξυπνήσεις, στρέψε το νου σου στο Θεό: κάνε το Σημείο του Σταυρού και ευχαρίστησέ Τον για τη νύχτα που πέρασε και όλους τους οικτιρμούς Του προς εσένα. Ζήτησέ Του να καθοδηγεί όλες σου τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις επιθυμίες, ώστε οτιδήποτε λες ή κάνεις να είναι ευάρεστο σε Αυτόν.
Καθώς ντύνεσαι, να θυμάσαι ότι είναι παρών ο Κύριος και ο Φύλακας Άγγελός σου. Ζήτησε από τον Κύριο Ιησού Χριστό να σου φορέσει το χιτώνα της σωτηρίας.
Αφού πλυθείς, ξεκίνα την πρωινή προσευχή. Να προσεύχεσαι γονατιστός, με συγκέντρωση, σεβασμό και πραότητα, όπως αρμόζει μπροστά στα μάτια του Παντοδυνάμου. Ζήτησέ Του να σου δώσει πίστη, ελπίδα και ευσπλαχνία, καθώς και την ήρεμη δύναμη για να αποδεχθείς όλα όσα μπορεί να σου φέρει η νέα ημέρα – τις δυσκολίες και τα προβλήματα. Ζήτησέ Του να ευλογεί τους κόπους σου. Ζήτησε βοήθεια, για να ολοκληρώσεις κάποιο συγκεκριμένο έργο που εκτελείς, για να καταφέρεις να μείνεις αλώβητος από κάποια συγκεκριμένη αμαρτία.
Αν γνωρίζεις ανάγνωση, διάβασε κάτι από την Αγία Γραφή, ειδικά από την Καινή Διαθήκη και τους Ψαλμούς. Διάβασε με προσήλωση για να λάβεις τον πνευματικό φωτισμό, που θα φέρει την καρδιά σου στη μετάνοια. Αφού διαβάσεις λίγο, να σταματάς και να συλλογίζεσαι αυτά που διάβασες, και έπειτα να συνεχίζεις παρακάτω και να αφουγκράζεσαι όσα ο Κύριος λέει στην καρδιά σου.
Προσπάθησε να αφιερώσεις τουλάχιστον δεκαπέντε λεπτά συλλογιζόμενος τις διδασκαλίες της Πίστης μας και την ψυχική ωφέλεια από αυτά που διάβασες.
Πάντοτε να ευχαριστείς τον Κύριο που δε σε άφησε να χαθείς μέσα στις αμαρτίες σου, αλλά φροντίζει για σένα και με κάθε πιθανό τρόπο σε οδηγεί στη Βασιλεία των Ουρανών.
Με αυτά που σου είπα, να ξεκινάς κάθε πρωί σαν μόλις εκείνη τη στιγμή να αποφάσισες να γίνεις Χριστιανός πραγματικός και να ζήσεις σύμφωνα με τις εντολές του Θεού

Η κατάθεσις της Τιμίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου


Ή ανακομιδή της τίμιας Ζώνης της Θεοτόκου, άλλοι λένε ότι έγινε από το βασιλιά Άρκάδιο και άλλοι από το γιο του Θεοδόσιο τον Β'.Ή μεταφορά έγινε από την Ιερουσαλήμ στην Κωνσταντινούπολη και την τοποθέτησαν σε μια χρυσή θήκη, πού ονομάσθηκε αγία Σωρός.Όταν πέρασαν 410χρόνια, ό βασιλιάς Λέων ό Σοφός άνοιξε την αγία αυτή Σωρό για τη βασίλισσα σύζυγο του Ζωή, πού την διακατείχε πνεύμα ακάθαρτο.Όταν λοιπόν άνοιξε την αγία Σωρό, βρήκε την τίμια Ζώνη της Θεοτόκου να ακτινοβολεί υπερφυσικά.Και είχε μια χρυσή βούλα, πού φανέρωνε το χρόνο και την ήμερα πού μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.Αφού λοιπόν την προσκύνησαν, ό Πατριάρχης άπλωσε την τιμία Ζώνη επάνω στη βασίλισσα, και αμέσως αυτή ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο.
Όποτε όλοι δόξασαν το Σωτήρα Χριστό και ευχαρίστησαν την πανάχραντη Μητέρα Του, ή οποία είναι για τους πιστούς φρουρός, φύλαξ, προστάτις, καταφυγή, βοηθός, σκέπη, σε κάθε καιρό και τόπο, ήμερα και νύκτα.

Άπολυτίκιον. Ήχος πλ. δ'.
Θεοτόκε Άειπάρθενε, των ανθρώπων ή σκέπη, Έσθήτα και Ζώνην του αχράντου σου σώματος, κραταιάν τη πάλει σου περιβολήν έδωρήσω, τω άσπόρω τόκω σου άφθαρτα διαμείναντα' επί σοι γαρ και φύσις, καινοτομείται και χρόνος. Διό δυσωπούμεν σε, ειρήνην τη πολιτεία σου δώρησαι, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Όπου Θεός βούλεται...νικάται φύσεως τάξις

Απρίλιος του 1985. Εδώ και πέντε περίπου μήνες η μικρή Όλγα, δέκα χρόνων, με τεράτωμα στον εγκέφαλο υφίσταται μία διαδικασία ακτινοβολιών, προκειμένου να συρρικνωθεί ο μη χειρουργήσιμος όγκος που τον τελευταίο καιρό την ταλαιπωρεί με ανυπόφορους πόνους και έντονες ζαλάδες.
Οι γονείς της, δύο απλοί άνθρωποι από την Αθήνα. Οι γιατροί στην Ελλάδα από την αρχή φανέρωσαν τη δυσκολία του προβλήματος. Ελπίδα τελευταία ο Θεός κυρίως και λίγο η Αμερική. Ένας συγγενής τους από τη Βοστώνη, μεγαλόκαρδα τους προσκαλεί. Εκεί, τους είπε, υπάρχει το καλύτερο νοσοκομείο παίδων στον κόσμο. Μαζεύουν τα αναγκαία και αμέσως οι άνθρωποι φτάνουν στον τόπο των τελευταίων ελπίδων τους…
…Με αυτό το δράμα συνοδό παρατάνε τις δουλειές τους και φτάνουν όλοι μαζί στην Αμερική, χωρίς να γνωρίζουν πότε, πώς και αν όλοι θα γυρίσουν πίσω. Τους συντροφεύει όμως και απλή, αυθεντική, δυνατή πίστη. Εδώ και ενάμιση χρόνο έπεσαν στα χέρια τους κάτι κασέτες με κηρύγματα που τους άλλαξαν εντελώς την προοπτική. Τους πλημμύρισαν με πίστη. Πίστη που βγαίνει από μέσα.
Και η απάντηση του Θεού; Όταν δεν πήγαιναν στην εκκλησία, η γέννηση της Όλγας. Μόλις στράφηκαν σ’ αυτήν, ο καρκίνος!
Γιατί τα κάνει αυτά ο Θεός; Γιατί εκφράζεται όπως δεν θα θέλαμε κανένας και καθόλου; Μήπως τελικά πιστεύουμε σε Θεό που δεν υπάρχει και αγνοούμε τον Θεό της αλήθειας που πρέπει να ανακαλύψουμε, όπως Αυτός είναι και όχι όπως εμείς Τον θέλουμε;…Ο γιατρός μετά από μια σύντομη εισαγωγή μπαίνει στο θέμα:
-Η Όλγα, όπως γνωρίζετε, έχει έναν όγκο στην τρίτη κοιλία του εγκεφάλου, που δεν χειρουργείται. Προσπαθήσαμε να τον ακτινοβολήσουμε, με την ελπίδα ότι θα τον περιορίζαμε αρκετά. Η Όλγα ανταποκρίθηκε πολύ καλά. Τόσο, που μας έδωσε ελπίδες. Δυστυχώς όμως, στο σημείο αυτό οι δύο γονείς της τεντώθηκαν, προχθές έπεσε σε βαρύ κώμα από το οποίο καθώς δείχνουν οι εξετάσεις δεν θα επανέλθει.
Ο πατέρας αναλύεται σε λυγμούς. Η μητέρα κρατάει.
-Δηλαδή γιατρέ, μιλήστε μας ανοιχτά.
-Κρίνω ότι η Όλγα δεν θα τα καταφέρει, τελειώνει από στιγμή σε στιγμή.
-Τι εννοείτε από στιγμή σε στιγμή, γιατρέ; Τόλμησα να ρωτήσω.
-Εννοώ τώρα που μιλάμε, σε λίγες ώρες, ίσως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Νομίζω ότι, κατά πάσαν πιθανότητα δεν θα το βγάλει το βράδυ. Θα μπορούσα να σας έδινα ένα θεωρητικό όριο μέχρι και την αυριανή ημέρα.
-Δηλαδή γιατρέ, τώρα μόνον ένα θαύμα, λέγει μητέρα.
-Ναι, μόνο θαύμα, επαναλαμβάνει ο γιατρός.
Ο πατέρας συνεχίζει να κλαίει με συγκρατημένους λυγμούς.
-Γιατρέ, εμείς θα θέλαμε πολύ να σας ευχαριστήσουμε για όσα έχετε κάνει τόσο καιρό για την Ολγίτσα μας, συνεχίζει η μητέρα. Μπορεί να χάνουμε ανθρώπινα τη μάχη, αλλά εμείς ετοιμαζόμαστε για ένα θαύμα. Ή, παρά τις προβλέψεις σας, να γίνει η κορούλα μας καλά, ή να γίνει αγγελούδι στο θρόνο του Θεού. Μικρό θαύμα είναι αυτό; Ξέρετε τι καλό κοριτσάκι που είναι; Εμείς βέβαια προσευχόμαστε με όλη μας τη δύναμη για το πρώτο. Αυτή είναι η ολιγοπιστία μας. Αν όμως ο Θεός επιτρέψει το δεύτερο, τότε θα το δεχτούμε κι αυτό σαν δώρο. Απλά, τώρα πρέπει να στραφούμε εξ ολοκλήρου στον Θεό. Το λάθος μας είναι ότι έπρεπε να το είχαμε κάνει νωρίτερα. Βλέπετε εμείς πιστέψαμε πρώτα στους γιατρούς και μετά στο Θεό.
Έτσι είναι. Η πίστη σας είναι αυτή που τώρα θα σας βοηθήσει, λέγει ο γιατρός.
-Όχι γιατρέ, δεν βοηθάει η πίστη. Αυτή είναι ανθρώπινη, δικό μας πράγμα. Αυτός που βοηθάει είναι ο μόνον ο Ίδιος ο Θεός.
Σε όλα αυτά εγώ, ένας απλός μεταφραστής, αλλά και ένας εμβρόντητος ακροατής. Τι δύναμη, τι πίστη είχε αυτή η γυναίκα! Και τούτο γιατί δεν έδειχνε να είναι ψυχολογικός ο λόγος της, ούτε κηρυγματικός. Έδειχνε να βγαίνει πηγαία και αυθόρμητα, με χαρακτηριστική λιτότητα και ψυχραιμία, πείθοντας ότι ό,τι λέει αντανακλά με διαύγεια τον βαθύτερο κόσμο της. Αξιοπρέπεια, ηρεμία, ευγένεια, αυτοέλεγχος αληθινότητα έβγαιναν από το στόμα της. Το ίδιο και από τα μάτια της, που τόση ώρα εκφράζουν ελπίδα και δεν έχουν στάξει ούτε ένα δάκρυ.
Είναι 10:30 το βράδυ. Η Όλγα ακόμη κρατάει. Ο κ. Κώστας και η κα Μαρία, οι υπέροχοι αυτοί γονείς, ήρεμοι προετοιμάζονται για όλα, αλλά ελπίζουν και προσεύχονται για το μικρό θαύμα, όπως λένε. Ο Θεός που την έφερε στη ζωή – αυτό ήταν το μεγάλο θαύμα – δεν μπορεί να την κρατήσει; Απλά το πρόβλημα λένε, είναι οι αμαρτίες τους!!!
Στις 11:00 μ.μ. ήλθαν με το ασανσέρ τα πτυσσόμενα κρεβάτια για τους συνοδούς, με μαξιλάρια και σεντόνια. Το Νοσοκομείο αυτό είναι εκπληκτικό. Οι κοινωνικές υπηρεσίες του προνοούν για όλα. Πολιτική του Νοσοκομείου είναι οι γονείς να διανυκτερεύουν, όταν το επιθυμούν με τα παιδιά. Οι γονείς της Όλγας όμως δυσκολεύονται να κοιμηθούν. Προτιμούν να συζητήσουμε λίγο και να αγρυπνούν. Ο γιατρός εξ άλλου είχε πει ότι η Όλγα δεν θα την έβγαζε τη νύχτα. Η πίστη τους απερίγραπτη. Μιλούσαν για τα θαύματα σαν για απλά και φυσικά γεγονότα. Συζητούσαν για την αιωνιότητα όπως συνήθως κάνουμε για την καθημερινότητα. Το θέλημα του Θεού, όποιο και αν ήταν, θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη ευλογία. Απλά στη μία περίπτωση θα το βίωναν ως απέραντη χαρά, ενώ στη δεύτερη ως δια βίου πάλη με την αλήθεια. Το δεύτερο, το δύσκολο, τους φάνταζε πιο αυθεντικό. Το πρώτο όμως, πιο επιθυμητό.
Η Όλγα έβγαλε τελικά τη νύχτα. Η χρονική εκτίμηση του γιατρού απέτυχε. Ποιός ξέρει; Θα μπορούσε να αποτύχει και η ιατρική του γνωμάτευση. Είναι τόσο ωραίο μερικές φορές να διαψεύδεται η επιστήμη!
Η Όλγα άντεξε και ολόκληρη τη Δευτέρα. Το βράδυ επιστρέφοντας από την εργασία μου πέρασα να τους ξανασυναντήσω. Οι γονείς αποφάσισαν να πάρουν το παιδί στην Ελλάδα να πεθάνει εκεί. Τη Δευτέρα έγιναν όλες οι απαραίτητες διατυπώσεις. Τελικά κανονίστηκε να φύγει, αν θα ζούσε, την Τετάρτη 1η Μαΐου 1985 με την πτήση της Ολυμπιακής από Νέα Υόρκη. Έμεινα πάλι ως αργά, απολαμβάνοντας την απίστευτη χάρη αυτών των ανθρώπων και περιμένοντας την αναχώρηση της Όλγας, είτε με το αεροπλάνο για την Ελλάδα, είτε με τους αγγέλους για την αιώνια πατρίδα. Στιγμές έντονες, πολύ αληθινές. Δίπλα σ’ έναν κόσμο εμπειρική πίστεως απροσμέτρητου μεγέθους.
Τρίτη 30 Απριλίου το πρωί. Χτυπάει το τηλέφωνό μου. Η μία από τις τρεις κυρίες, με τις οποίες είχα επικοινωνήσει την προηγουμένη, μόλις είχε μιλήσει με τον πνευματικό της τον γνωστό π. Πορφύριο. Έχει φήμη προορατικού ανθρώπου. Παγκοσμίως γνωστός. Άγιος άνθρωπος. Βλέπει σε μέρη που δεν λειτουργεί η ανθρώπινη όραση. Της είπε, λέει, ότι θα κάνει και αυτός την προσευχή του, αλλά να μην τον αφήσουμε μόνο. Και έχει ο Θεός. Εύκολο συμπέρασμά της ότι υπάρχει ελπίδα.
Η Όλγα άντεξε και την Τρίτη. Το βράδυ στις 10 περίπου φτάνω για τη συνηθισμένη μου επίσκεψη – φροντιστήριο πίστεως. Μπαίνω στο δωμάτιο και αντικρίζω μια ένα ασυνήθιστο για αμερικάνικο νοσοκομείο θέαμα. Η Όλγα στο κρεβατάκι της, στη γνώριμη δική της μακαριότητα. Ο κ. Κώστας λίγο πιο απόμερα. Η κα Μαρία, η μητέρα, μαζί με την κα Βασιλεία, μια εκπληκτική Ελληνοαμερικανίδα εθελόντρια, αληθινή μάνα όλων αυτών των παιδιών, δίπλα – δίπλα διαβάζουν μια άγνωστη σε μένα παράκληση. Έχουν ανάψει θυμίαμα, ακούμπησαν μια εικόνα της Παναγίας πάνω στο παιδί, τοποθέτησαν και ένα καντηλάκι και προσεύχονται. Εγώ κάθομαι ακριβώς δίπλα στην πόρτα. Είχαν λίγο λαδάκι από την Παναγιά της Τήνου και λίγο από την Παναγιά την Κανάλα – πρώτη φορά το άκουγα αυτό το όνομα. Σταυρώνουν το μέτωπο, το στήθος, το δεξί και το αριστερό χέρι. Το παιδί ακίνητο. Μόλις σταυρώνουν το αριστερό πόδι, η Όλγα το λυγίζει, το κατεβάζει και επαναλαμβάνει ρυθμικά την ίδια κίνηση. Τίποτε άλλο. Οι δύο γυναίκες ξεσπούν σε σπαρακτικές κραυγές.
-Παναγία μου κάνε το θαύμα σου και σταυροκοπιούνται, φιλώντας το μέτωπο της Όλγας, που όμως παραμένει βυθισμένη κατά τα άλλα στον κόσμο της.Το παιδί ησυχάζει. Σε λίγη ώρα πλησιάζει η μητέρα.
-Μας ακούς Ολγίτσα μου;
Η Όλγα ελαφρά νεύει καταφατικά.
-Άνοιξε κοριτσάκι μου τα μάτια σου.
Το κορίτσι τεντώνει σε μια αποτυχημένη προσπάθεια τα μάτια του.
-Δώσε ένα φιλάκι στην κυρία Βασιλεία.
Ρυθμικά σαλεύουν τα χείλη της.
Εγώ ορθολογίζομαι. Σίγουρα έχουμε την τελευταία αναλαμπή. Ρωτώ την Debbie αν έχει όλα τα χαρτιά έτοιμα για τη νοσοκόμα – η βάρδια αλλάζει στις 11 μ.μ. – γιατί όλα δείχνουν πως σε λίγες στιγμές το παιδί θα αναπαυθεί.
Η ώρα περνάει. Η Όλγα επανήλθε στην προηγούμενη κατάσταση. Πλήρης σιωπή και ακινησία. Απόλυτη απουσία επικοινωνίας και αντανακλαστικών. Κανείς δεν τολμά να την ταράξει. Περασμένα μεσάνυχτα. Η κα Μαρία δεν κρατιέται, σκύβει και φυλάει το κοριτσάκι της στο μέτωπο. Αυτό σαν κάπως να ανταποκρίνεται. Μάλλον είναι της φαντασίας μας. Οι γυναίκες είναι σίγουρες ότι κάτι έχει αλλάξει. Ο κ. Κώστας, συγκινημένος, παρακολουθεί την κατάσταση με απορία. Εγώ πάλι ορθολογίζομαι. Τίποτε δεν μου βγάζει από το μυαλό ότι στην καλύτερη περίπτωση μιλάμε για μικροαναβολές. Το παιδί στην ουσία έχει τελειώσει. Δεν έχω την παραμικρή ελπίδα. Η κα Βασιλεία μου λέει πως δεν έχω πίστη. Ποιος ξέρει; Μπορεί και να ‘χει δίκιο…
Ο γιατρός έλεγε πως η Όλγα θα τελειώσει το βράδυ της Κυριακής. Βρισκόμαστε στην Τετάρτη και το κοριτσάκι σταδιακά, αν και διακριτικά, αφήνει κάποιες ασαφείς ανάσες ζωής και επικοινωνίας. Και μας χωρίζει στους πιστεύοντες που ελπίζουν για ζωή και στους σκεπτόμενους που περιμένουν τον θάνατο. Εγώ ζω στην κρυάδα των δεύτερων και με παρέα τη λογική μου αποχαιρετώ την οικογένεια για την Ελλάδα…Ένα ειδικό ιατρικό όχημα μεταφέρει το παιδί στη Νέα Υόρκη στην κατάσταση που περιγράψαμε. Συνοδεία νοσοκόμου θα μεταφερθεί με το κρεβατάκι του στην Ελλάδα. Εκεί αποφασίστηκε να πεθάνει…
Την Παρασκευή τηλεφωνούμε σε κάποιο τηλέφωνο που μας έδωσαν για να μάθουμε τα νέα. Ή Όλγα λένε σταδιακά βελτιώνεται, αλά είναι ακόμη σε λήθαργο. Απλά, κάπως επικοινωνεί. Θα κάνουν εξετάσει το Σάββατο. Κανονίσαμε τηλεφωνική επικοινωνία την Τρίτη, δέκα ημέρες μετά οριστική διάγνωση του επικείμενου θανάτου.
Προσπαθούμε ατέλειωτες φορές να τους βρούμε. Καμία απάντηση. Υποθέτουμε ότι η Όλγα τελείωσε και οι γονείς της πήγαν στο χωριό να την θάψουν και κάπως να ξεκουραστούν. Ύστερα από άλλες δύο εβδομάδες βρίσκουμε έναν παπά και της διαβάζουμε ένα τρισάγιο από την …καρδιά μας.
Πέρασε ο Μάϊος, πέρασε ο Ιούνιος, μπήκε και ο Ιούλιος. Καμιά πληροφορία δεν άλλαξε το σκηνικό. Ήλθαν άλλα παιδάκια στο Νοσοκομείο από την Ελλάδα, ανάλογες εντάσεις, ανάμεικτη η χαρά με τον πόνο σε καθημερινή βάση.
Δευτέρα 8 Ιουλίου. Μόλις έφθασα στην Αθήνα από το Λονδίνο. Σκέφθηκα να δοκιμάσω να κάνω μερικά τηλεφωνήματα. Παίρνω και την κυρία Μαρία και τον κύριο Κώστα. Μπορεί να έχουν επιστρέψει.
-Ποιος είναι παρακαλώ;
Ακούγεται μια λεπτή παιδική φωνούλα από την άλλη μεριά του καλωδίου.
-Είμαι η Ολγίτσα, απαντά η παιδική φωνή.
-Η Ολγίτσα; Ποια Ολγίτσα; Ξαναρωτώ αμήχανα.
Μου λέει πλήρες το όνομά της και με αρκετή σπιρτάδα εκφράζει με επιτυχία την υποψία της για την ταυτότητά μου. Η Παναγίτσα, λέει, έκανε το θαύμα της και με προσκαλεί να πάω στο σπίτι τους για να της κάνω ερωτήσεις στη Γεωγραφία, στην Αριθμητική κλπ. Προσκαλεί εμένα αυτή, της οποίας εγώ βιάστηκα να κάνω και το τρισάγιο. Για την ψυχή της…
Ζητώ τη μητέρα της στο τηλέφωνο.
-Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών! Μου λέει με την καρδιά της η κα Μαρία.
Κλείνω το τηλέφωνο και φεύγω. Κατ’ ευθείαν στο σπίτι. Μου ανοίγει την πόρτα ένα χαριτωμένο κοριτσάκι. Είχαν αρχίσει να φυτρώνουν τα μαλλάκια της. Ήταν λίγο υπερκινητική, αλλά εκφραστική και ολοζώντανη. Της έκανα και τις ερωτήσεις που μου ζήτησε. Απαντούσε χαριτωμένα. Ένιωθα να παίζω μαζί της. Ένιωθα να με έχει προδώσει και ο ορθολογισμός μου. δεν πίστευα αυτό που έβλεπα. Η ζωή της Όλγας αποτελεί το ισχυρότερο ως τώρα ράπισμα της ολιγοπιστίας μου.
Έχουν περάσει είκοσι πέντε χρόνια. Η Όλγα έχει τελειώσει το Πανεπιστήμιο, δίνει χαρά και σοφία στους γονείς της, έχει αποκτήσει και μικρότερη αδελφή, ‘έχει γίνει ολόκληρη κοπέλα, έχει διαψεύσει τους καλύτερους επιστήμονες στον κόσμο, έχει ξεσχίσει και τη λογική και την εμπειρία των στατιστικών και των αισθήσεων, έχει επιβεβαιώσει ότι «όπου ο Θεός βούλεται νικάται φύσεως τάξις» και ότι πράγματι και στις μέρες μας «ζει Κύριος Παντοκράτωρ».

Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός....

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικολάου με τίτλο: «Εκεί όπου δεν φαίνεται ο Θεός». Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικής.

Θεραπεία του παραλυτικού της Βηθεσδά – «άνθρωπον ουκ έχω» (σελ. 20- 32)

Ανάμεσα σε όλους και ένας παράλυτος για τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια. «Τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον», τον βλέπει διερχόμενος από την κολυμβήθρα της Βηθεσδά ο Κύριος, τον πλησιάζει και του λέει: «Θέλεις υγιής γενέσθαι;». Τι απλή ερώτηση! Και εκείνος δεν απαντά ευθέως, «φυσικά, θέλω», αλλά λέει : «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν», δεν έχω κάποιον άνθρωπο, ώστε μόλις ταραχθεί το ύδωρ να μου δώσει μια σπρωξιά και να μπω εγώ στο νερό πρώτος. Ενώ δε πλησιάζω, «άλλος προ εμού καταβαίνει», κάποιος άλλος με προλαβαίνει. Ο Κύριος δεν του λέει τίποτε άλλο παρά μόνο: «Έγειραι, άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει». Και μ’ αυτόν τον τρόπο με έναν απλούστατο, εντελώς διαφορετικό απ‘ όλο αυτό το σκηνικό τρόπο, ο Κύριος του δίνει την υγεία του, τον σηκώνει από την κλίνη της οδύνης και της δοκιμασίας. Και όχι μόνον αυτό, του δίνει και τη δύναμη να σηκώσει το κρεβάτι του και να πάει στην ευχή του Θεού. Χωρίς καμιά κίνηση! Με έναν μόνο λόγο! Ύστερα από τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια! Ύστερα από μια ολόκληρη ζωή.
Συνήθως μένουμε στο δεύτερο μέρος, στον εντυπωσιασμό του θαύματος και ομολογούμε τη δύναμη του Θεού, τη δυνατότητά Του να υπερβαίνει και τις θαυματουργικές δυνάμεις με αιφνιδιασμούς μειζόνων ενεργειών, που σοφά θεραπεύουν μαζί με το σώμα και τη ψυχή. Αν όμως αφήσουμε τη σκέψη μας στην περιγραφή της εισαγωγής της περικοπής, τα εσωτερικά μας αισθήματα είναι πολύ διαφορετικά.

Η εικόνα είναι φοβερή. Το θέαμα αποκρουστικό. Τα ερωτήματα αδυσώπητα. Ο άγγελος απροειδοποίητα, «κατά καιρόν», ταράσσει το νερό και μόνον «ο πρώτος» βρίσκει ίαση. Εδώ τελειώνει το θαύμα, εδώ εξαντλείται και το έλεος του Θεού. Εδώ αρχίζει το δράμα της σκέψης και της λογικής. Πόνος τεράστιος, αδικία ανεξήγητη, ερωτήματα αναπάντητα. Το έλεος του Θεού ελάχιστο, μόνο για τον ένα, για τον πρώτο. Πώς να συμβαδίσει αυτό με τη λογική μας; Πώς να ερμηνεύσει την αγάπη του Θεού; Τη δικαιοσύνη, την ταπείνωσή Του; Πώς να πείσει για τη παρουσία Του; Μάλλον προκαλεί με την απουσία Του.
Πώς είναι δυνατόν να πιστεύσει κανείς ότι με αυτόν τον τρόπο ο Θεός επιλέγει να δείξει την θεότητά Του και να θεραπεύσει; Γιατί θα έπρεπε – ας φανταστούμε το θέαμα – να κατέβει ο άγγελος να ταράξει το νερό σε άγνωστη στιγμή, ώστε δίχως καμία προετοιμασία, ξαφνικά αυτοί οι δύστυχοι άνθρωποι, τυφλοί, χωλοί, άρρωστοι και ανάπηροι, να σέρνονται, να ανταγωνίζονται μάλιστα ποιος θα μπει πρώτος για να θεραπευτεί; Μόνο για έναν υπήρχε το έλεος του Θεού; Όχι για τον δεύτερο; Και με ποιο κριτήριο αυτό προσφέρεται; Τη φυσική ετοιμότητα και επιδεξιότητα των αναπήρων και όχι την αρετή; Την επιτυχία στην ανταγωνιστικότητα και όχι στην ταπείνωση και τον πνευματικό αγώνα; Γιατί στον πρώτο και όχι στον καλύτερο; Όλο αυτό δεν καταδεικνύει λίγη αγάπη και καθόλου δικαιοσύνη;
Εκτός τούτων, ποιος άγγελος του Θεού θα μπορούσε να προκαλέσει αυτήν την ταραχή, να αντικρίσει αυτό το φαινόμενο και στη συνέχεια να επιστρέψει αναπαυόμενος ότι εξεπλήρωσε το θέλημα του Θεού; Τελικά τι έχει μεγαλύτερη σημασία; Η χαρά της θεραπείας του ενός ή το δράμα της τραγωδίας των πολλών; Και πώς ο ένας που θεραπεύτηκε, αν μάλιστα επιβραβεύεται για την πίστη του ή την αρετή του, είναι δυνατόν να χαρεί τη θεραπεία του, όταν οι υπόλοιποι συνάνθρωποί του, οι συμπάσχοντες ως τώρα μαζί του, όχι μόνο δεν λυτρώνονται, αλλά αντικρίζουν την παράξενη αυτή εύνοια του Θεού να σκεπάζει τον έναν μόνο και μάλιστα όχι τον πιο καλό ή τον πιο ασθενή, αλλά τον πιο «τυχερό»; Δεν προκαλεί αυτό; Είναι δυνατόν όλα αυτά να γίνονται κάτω από το βλέμμα του Θεού και σύμφωνα με το θέλημά Του;
Είναι πολύ ανθρώπινη η ζήλια, όταν θεραπεύεται ο γείτονάς σου και πνίγεσαι από την αίσθηση ότι έχασες εσύ την ευκαιρία. Δεν ξέρω αν αυτή η ζήλια είναι αμαρτία που κολάζει, σίγουρα όμως είναι μαρτύριο που αφόρητα βασανίζει. Γιατί το επιτρέπει τόσο προκλητικά ο Θεός;Ο παράλυτος ομολογεί ότι «άνθρωπον ουκ έχω». Τριάντα οκτώ χρόνια παράλυτος ζει με μια ελπίδα. Να μπει πρώτος στη δεξαμενή μετά την ταραχή του ύδατος για να θεραπευτεί. Πώς όμως συμβαδίζει η αγάπη του Θεού με την τόσο μακρά διάρκεια της αναπηρίας του παραλύτου; Γιατί να ζήσει ως ανάπηρος τα νιάτα του και να είναι υγιής στα γηρατειά του;….
Γιατί ο Θεός επιτρέπει τόσο πόνο και μάλιστα τόσο άδικα και άνισα κατανεμημένο; Και ενώ τελικά φαίνεται ότι κάνει ένα θαύμα – που αναντίρρητα είναι θαύμα – στην ουσία η όλη ατμόσφαιρα δημιουργεί μια αίσθηση απουσίας, όχι τόσο ανθρώπου – αυτή μπορεί να κατανοηθεί – όσο απουσίας του Θεού; Αυτή με κανέναν τρόπο δεν δικαιολογείται. Φαίνεται η δύναμή Του, αλλά δεν διακρίνεται η αγάπη Του. Πώς αυτός ο Θεός συνυπάρχει με τον Θεό του υπόλοιπου Ευαγγελίου;…
Αν ανοίξουμε το Ψαλτήρι, αν φυλλομετρήσουμε και μερικά πατερικά βιβλία, θα δούμε πόσο αυτή η αίσθηση της φαινομενικής απουσίας του Θεού πολλές φορές εκφράζεται από τα χείλη και του Δαυίδ και των αγίων. Λέει κάπου ο Δαυίδ: «ίνα τι Κύριε απέστης μακρόθεν» - γιατί κάθεσαι από μακριά; «υπεροράς εν ευκαιρίαις εν θλίψεσι;» - γιατί με περιφρονείς εκεί που πρέπει να έλθεις δίπλα μου, στις θλίψεις και στις ανάγκες μου; (Ψαλμ. Θ΄22). Νιώθω ξεχασμένος νιώθω εγκαταλελειμμένος. Μιλάω και δεν έρχεσαι, σε φωνάζω και δεν με ακούς, σε προσδοκώ και μένεις μακριά. Απών ο Θεός από τη ζωή μου, τη στιγμή που Τον ζητώ, τη στιγμή που Τον έχω ανάγκη. «Χριστός καθεύδει», όπως λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Επιστολή Π΄ Ευδοξίω Ρήτορι). Δεν είναι απών ο Θεός από το μαρτύριο των μαρτύρων; Δεν είναι απών ο Θεός από τον κόσμο της ταραχής, των διενέξεων, των πολέμων, των αδικιών, των ασθενειών, των αμαρτιών, των παθών; Δεν είναι απών ο Θεός ακόμη και από το πάθος του Κυρίου, από τη σταύρωση και από την ταφή Του; Ο Ίδιος ο Χριστός δεν είπε: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;» (Ματθ. κζ΄ 46). Πώς ομως γίνεται ο πανταχού και πάντοτε Παρών να είναι απών;
Άραγε ο Θεός είναι πράγματι απών; Τόσο απών; Ή μήπως κάτι άλλο συμβαίνει; Μήπως πίσω από το λογικό σκάνδαλο κρύβεται μια λεπτή πνευματική λογική που συνδυάζει την αγάπη Του με την πτώση μας, τη δύναμή Του με την ασθένειά μας, την Θεότητά Του με τη λογική αδυναμία μας, τη σοφία Του με την ανικανότητά μας να κατανοήσουμε το μυστήριό Του; Τι σημαίνει ότι το κήρυγμα του σταυρωμένου Θεού είναι «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία, αυτοίς δε τοις κλητοίς Ιουδαίοις τε και Έλλησι Θεού δύναμις και Θεού σοφία» (Α΄ Κορ. α΄ 23,24). Μήπως η ταπεινή αποδοχή του πεπτωκότος κόσμου κρύβει όχι μόνο σοφία αλλά και θεϊκή δύναμη;…
Φως σε όλα αυτά δίνει το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού και μόνο.
Αν προσέξουμε στις ευαγγελικές περικοπές που περιγράφουν την παρουσία του Θεού, θα διαπιστώσουμε ότι οι ευαγγελιστές αντί να χρησιμοποιούν τη λέξη «ήλθεν» ο Κύριος – σαν να ήταν κάπου και ήλθε – προτιμούν την έκφραση εμφανίζει ή φανερώνει ο Χριστός τον εαυτό Του. Αυτό σημαίνει ότι το ερώτημα δεν είναι αν ο Χριστός, ο Θεός, είναι παρών, αλλά πότε Αυτός μας εμφανίζεται και πώς εμείς Τον βλέπουμε και ο καθένας μας Τον αισθάνεται. Αν ήμασταν εμείς στη κολυμβήθρα και βλέπαμε τον άλλον να θεραπεύεται, θα λέγαμε ότι αυτό αποτελεί φανέρωση Θεού; Ή θα το ομολογούσαμε μόνο αν θεραπευόμασταν εμείς οι ίδιοι; Αν δούμε το θαύμα στον διπλανό μας, αυτό δεν είναι φανέρωση του Θεού; Μόνον αν συμβεί στον εαυτό μας είναι; Μόνο αν εμφανιστεί στον χρόνο με τον τρόπο και τις προϋποθέσεις τις δικές μας είναι πειστική η παρουσία Του; Γιατί η ικανοποίηση της δικής μας επιθυμίας και όχι το γεγονός να είναι καθοριστικό της θεϊκής φανέρωσης τι αξίζει περισσότερο; Το έλασσον που είναι η θεραπεία μας, ή το μείζον που είναι η φανέρωση του Θεού και στους διπλανούς μας; Μήπως ο εγωισμός μας με κάποιον τρόπο αποτελεί την κύρια αιτία της παραμορφώσεως της ουσίας και της βαθύτερης αλήθειας των γεγονότων;
Ο Θεός δεν είναι απών που έρχεται αλλά είναι παρών που κρύβεται. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το ρήμα που συνήθως οι ευαγγελιστές και οι πατέρες μας χρησιμοποιούν είναι ότι εμφανίζεται, βγαίνει από το κρύψιμό Του και μας φανερώνεται. Και μας φανερώνεται στους ανθρώπους που μπορούν να βλέπουν. Πρέπει να υπάρξει μια συνεργασία της στιγμής του Θεού για την ψυχή μας και της καθαρότητος των οφθαλμών μας για να αναγνωρίσουμε τον εμφανιζόμενο Θεό.
Το ευαγγελικό ανάγνωσμα δεν μιλάει για έναν μόνο παράλυτο, αλλά φανερά μεν μιλάει για τη στιγμή του ενός παραλύτου, διακριτικά δε υπαινίσσεται τη στιγμή όλων των παραλύτων αυτού του κόσμου και φυσικά και τη δική μας. Υπάρχει ένα κυνηγητό του ανθρώπου με τον Θεό. Ο αληθινός Θεός δεν είναι αυτός που ξοδεύεται, αυτός ο οποίος εξευτελίζεται με πρόχειρες φαντασιώσεις κατά το θέλημα του ανθρώπου, αλλά είναι αυτός που κρύβεται στις ταπεινές γωνίες και στις μυστικές στροφές της πορείας αυτής της ζωής. Ο Θεός πράγματι υπάρχει. Σε εμάς απομένουν δύο πράγματα: Το ένα είναι να κάνουμε την υπομονή του χρόνου και το δεύτερο είναι να κάνουμε τον αγώνα της καθαρότητος των οφθαλμών μας. Τότε σαν τον παράλυτο, θα έρθει η ώρα μας. Μπορεί να είναι ύστερα από τριάντα οκτώ χρόνια, μπορεί να είναι αύριο, μπορεί να είναι πέντε λεπτά πριν σφραγίσουμε τα μάτια μας σε αυτόν τον κόσμο, αλλά υπάρχει πάντοτε η στιγμή του Θεού για όλους. Και τότε η μακρόχρονη αναπηρία συνοδεύεται από θαυματουργική θεραπεία, αποτελεί μεγαλύτερη ευλογία από την υγεία που στερείται εμπειρίας θεϊκής παρουσίας.
Η φανέρωση του Θεού – πάντα το ζούσε αυτό η Εκκλησία, δεν το έλεγε σαν μια διπλωματική υπεκφυγή – η φανέρωση του Θεού στη ζωή μας είναι μυστική και πνευματική. Ο κόσμος που ζούμε είναι κόσμος πτώσεως, σύμφυτος με τον θάνατο. Κι αν δεν πεθάνουμε σήμερα, θα πεθάνουμε αύριο. Κι αν σήμερα μας αναστήσει ο Χριστός, όπως τον Λάζαρο, ύστερα από λίγο καιρό θα φύγουμε απ’ αυτόν τον κόσμο. Κι αν δεν φύγουμε με αρρώστια ή με αυτοκινητιστικό δυστύχημα, θα φύγουμε με άλλον τρόπο. Κάπως θα φύγουμε. Η παρουσία του Θεού είναι παρουσία για να δώσει στον καθένα μας την αίσθηση τη σωτηρίας, όχι της υγείας, της δυνάμεως ή της ατελείωτης ζωής σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά τον πόθο της αθανασίας την προσδοκία της αιωνιότητος. Να δώσει τη γλύκα ότι κι αν πονάμε, κι αν δοκιμαζόμαστε, κι αν αδικούμαστε, κι αν στερούμαστε ίσως την αμεσότητα της Θείας παρουσίας, όπως την αξιώνει η λογική και την απαιτούν οι φυσικές ανάγκες, μπορεί να ζούμε τη ζεστασιά, την αίσθηση και την εμπειρία της πνευματικής Του παρουσίας στη ζωή μας. Τι ζυγίζουν οι δυσκολίες και οι δοκιμασίες, όταν ζούμε τον Χριστό μέσα μας, όταν έχουμε τον Θεό κοντά μας, όταν νιώθουμε ότι βρισκόμαστε στη δική του αγκαλιά! Όταν ο Κύριος ζούσε την εμπειρία της απόλυτης εγκατάλειψης στον σταυρό, εκεί ήταν κατ’ εξοχήν στιγμή της θεϊκής παρουσίας – ήταν αδύνατο να απουσιάζει ο Θεός τη στιγμή που επιτελείτο το έργο της Θείας οικονομίας! Έτσι και μ’ εμάς. Η παρουσία του Θεού είναι απόλυτη και τέλεια στις δοκιμασίες και τους πειρασμούς μας, όταν η αίσθηση της εγκατάλειψής Του είναι εντονότερη. Είναι αδύνατο να απουσιάζει ο Θεός από τη σωτηρία μας!
Τελικά κόσμος δεν είναι αυτός που φαίνεται, αλλά ένας άλλος που υπάρχει και που πρέπει εμείς να τον διακρίνουμε και τότε θα δοξάσουμε τον Θεό για τις πλούσιες ευλογίες που μας δίνει, για τη δυνατότητα όχι τόσο να αποκτήσουμε την υγεία μας – αυτήν κάποτε θα την χάσουμε – ούτε πάλι να γλιτώσουμε από μια απειλή της ζωής μας – και γι’ αυτήν θα έρθει το τέλος – αλλά κυρίως να απολαύσουμε τη σωτηρία μας. Τη δυνατότητα δηλαδή να γίνουμε κι εμείς μέτοχοι και μέλη της βασιλείας του Θεώ αιωνίως και να αντικρίζουμε «πρόσωπον προς πρόσωπον» τον Θεό και Σωτήρα μας.ΔΟΞΑ ΣΟΙ Ο ΘΕΟΣ!

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011


24 Αυγούστου 1779 - 24 Αυγούστου 2011

232 χρόνια απο το μαρτυρικό τέλος του ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑ

Η Ιερά Μητρόπολις Αιτωλίας και Ακαρνανίας και η Ομώνυμη Ιερά Μονή στο Μέγα Δένδρο Θέρμου εορτάζουν τον Προστάτη ΑΓΙΟ!

Ο Δήμος Θέρμου τον ΠΟΛΙΟΥΧΟ ΑΓΙΟ!

Η Τοπική μας Εκκλησία τον ΠΑΤΈΡΑ & ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΤΗΣ  !!!

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ!

Άγιος Κοσμάς Αιτωλός: Ψυχή και Χριστός σας χρειάζεται


«Το κορμί σας ας σας το καύσουν, ας σας το τηγανίσουν, τα πράγματά σας ας σας τα πάρουν, μη σας μέλη, δώστε τα, δεν είναι εδικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζεται».

Έτη πολλά και ευλογημένα στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας πατέρα ΚΟΣΜΑ


Ταπεινά ευχόμαστε στον Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη των Ψυχών μας πατέρα ΚΟΣΜΑ, να του χαρίζει ο Θεός δια πρεσβειών του Αγίου ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ, υγεία και μακροημέρευση, επ’ αγαθώ της τοπικής του Χριστού Εκκλησίας

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Η ''άγνωστη'' καλόγρια του Προυσού


Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Ὁ ἐμφύλιος πόλεμος τώρα μαίνεται στὴν ἑλληνικὴ ὕπαιθρο. οἱ κάτοικοι τῆς Εὐρυτανίας καὶ ὀρεινῆς Ναυπακτίας ἐγκαταλείπουν τὰ χωριά τους καὶ προσφεύγουν γιὰ ἀσφάλεια σὲ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Μαζί τους προσφεύγει καὶ ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἀκολουθεῖ κι αὐτὴ τὴν τύχη τῶν παιδιῶν της καὶ μεταφέρεται ἀπὸ τοὺς μοναχούς του Προυσοῦ στὴ ἀκρόπολη τῆς Ναυπάκτου. Τὸ μοναστήρι παραμένει τελείως ἔρημο.Ὕστερα ἀπὸ καιρὸ ἀρχίζουν οἱ ἐπιχειρήσεις τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἐνάτη μεραρχία ἀναλαμβάνει ἐκκαθαριστικὲς ἐπιχειρήσεις στὴν Εὐρυτανία. Μερικὰ τμήματα περνοῦν ἀπὸ τὸν Προυσό. Ὁρισμένοι ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες πλησιάζουν στὴ σκοτεινὴ ἐκκλησούλα τῆς σπηλιᾶς καὶ μπαίνουν γιὰ νὰ προσκυνήσουν.
Ἐκεῖ μέσα ἀντικρίζουν ἕνα παράδοξο θέαμα: Μπροστὰ τὸ τέμπλο, στ᾿ ἀριστερά της ὡραίας πύλης, ἀναμμένο καντήλι καὶ μία καλόγρια γονατιστή.Οἱ στρατιῶτες ἀποροῦν. Πῶς ζεῖ αὐτὴ ἡ μοναχὴ ἐδῶ, τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ Εὐρυτανία εἶναι τελείως ἔρημη ἀπὸ κατοίκους; Πῶς συντηρεῖται, τί τρώει, ποῦ βρίσκει λάδι γιὰ τὸ καντήλι; Τὴν ἐρωτοῦν λοιπόν, κι ἐκείνη σεμνὰ καὶ πονεμένα τοὺς ἁπαντά:
- Παιδιά μου, ζῶ ἐδῶ μοναχή μου δυόμισι τώρα χρόνια. Γιὰ τὴ δική μου ζωὴ δὲν χρειάζονται φαγητὸ καὶ ψωμί. Μοῦ ἀρκεῖ ὅτι ἔχω τὸ καντήλι μου ἀναμμένο.
Οἱ στρατιῶτες, κουρασμένοι ἀπὸ τὶς ἐπιχειρήσεις καὶ βιαστικοὶ νὰ φύγουν, δὲν ἔδωσαν προσοχὴ στὰ λόγια της. Τὴν ἑπομένη ὅμως, ὅταν τὰ ἔφεραν πάλι στὴ μνήμη τους, κατάλαβαν πὼς ἐπρόκειτο γιὰ κάτι θαυμαστό. Κι ὅταν ἀργότερα περνοῦσαν ἀπὸ τὴ Ναύπακτο, ζήτησαν μὲ ἐπιμονὴ ἄδεια ἀπὸ τὸν διοικητὴ τοὺς γιὰ νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν μητροπολίτη.
Ὁ ἐπίσκοπος Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας Χριστόφορος τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ ἀγάπη, κι ἀφοῦ τοὺς ἄκουσε συγκινημένος, ἔριξε φῶς στὸ μυστήριο.
- Ὁ ναός, τοὺς εἶπε, ποὺ ἐπισκεφθήκατε, ἀνήκει στὴν ἔρημη τώρα ἱερὰ μονὴ Προυσιώτισσας, τῆς ὁποίας ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα βρίσκεται πάνω ἀπὸ δυὸ χρόνια ἐδῶ, στὸ παρεκκλήσι τῆς μητροπόλεώς μας, στὸν ἅγιο Διονύσιο. Πηγαίνετε νὰ τὴν προσκυνήσετε, καὶ θὰ καταλάβετε...Πῆγαν πράγματι καὶ προσκύνησαν. Τότε αὐθόρμητα στὸν καθένα δόθηκε ἡ ἐξήγηση στὴν ἀπορία του: Στὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος ἀναγνώρισαν τὴ μοναχὴ ἐκείνη ποὺ συνάντησαν στὸ ἐκκλησάκι τῆς σπηλιᾶς, ψηλὰ στὸν Προυσό!

Ω Δέσποινα Προυσιώτισσα, βασίλισσα ουρανού και γης, σκέπασέ μας με τη σκέπη της ακαταμάχητης και ανίκητης βοηθείας Σου


Ω Δέσποινα Προυσιώτισσα, βασίλισσα ουρανού και γης, τιμιωτέρα των χερουβείμ και ενδοξοτέρα των Σεραφείμ και πασών των επουρανίων δυνάμεων ! Θρόνε του Θεού καθαρότατε, Πανάσπιλη και Πανάχραντη Κόρη, Αειπάρθενη και Πανακήρατη, η κατάφυση μητέρα του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, των όλων Θεού, και κατά χάρη μητέρα όλων των χριστιανών, που ανάξια έχουμε το όνομα του Υιού σου. Ρίξε το βλέμμα σου και σε μας τα μικρά και τιποτένια παιδιά σου, μην ξεχνάς τη συγγενική οικειότητα, μη παραβλέψεις εμάς τους αμαρτωλούς, που με τα πονηρά έργα μας καταπροσβάλλαμε το Άγιο όνομα Σου. Μην μας εγκαταλείψεις εμάς που μόνο το όνομά σου έχουμε εμείς οι χριστιανοί, ενώ τα έργα μας είναι παρόμοια με εκείνα των ειδωλολατρών. Σκέπασέ μας με τη σκέπη της ακαταμάχητης και ανίκητης βοηθείας Σου. Από τα βάθη της ψυχής μας δεόμεθα στη μεγαλοσύνη σου να παραβλέψεις τις αμαρτίες μας και ως φιλόστοργη Μητέρα να μας δυναμώνεις κατά των ορατών αλλά και των αοράτων εχθρών μας. Κατά των ορατών εχθρών για να υποφέρουμε τις θλίψεις, τις τυραννίες και τις στεναχώριες που δοκιμάζουμε τα τελευταία χρόνια εξ αιτίας των αμαρτιών μας. Αλλά και κατά των αοράτων για να μην έχουν δύναμη πάνω μας οι δαίμονες που πάντα μας πολεμούν άσπονδοι και νοεροί πολέμιοί μας. Σύντριψε τις παγίδες και τις ενέδρες που μας στήνουν, απάλλαξέ μας από την πικρή αιχμαλωσία στην οποία μας δούλωσαν. Ναι, Κυρία λύτρωσε τους ταπεινούς Σου δούλους από την δυναστεία τους και στον παρόντα βίο αλλά και στον καιρό της κρίσεως. Ανάλαβέ μας σε παρακαλούμε και βοήθησέ μας ενισχύοντάς μας να βαδίζουμε στο εξής όπως ταιριάζει σε χριστιανούς και να φυλάγουμε τις εντολές του μονογενούς Σου Υιού, έχοντας μεταξύ μας αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, πίστη, πραότητα, σωφροσύνη, εγκράτεια και όλους τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος . Τέλος δε ,αξίωσε όλους μας της ανέσπερης και ανεκλάλητης χαράς της Βασιλείας των ουρανών.

Η Κυρά της Ρούμελης μας αποκαλύπτει το σπίτι και μας καλεί να το γνωρίσουμε για να μας φιλοξενήσει


Στο κέντρο καταπράσινων και πανύψηλων βουνών, στα νότια του νομού Ευρυτανίας και μόλις 36 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι, βρίσκεται εδώ και χίλια περίπου χρόνια το ιστορικό και σε όλους μας ακουστό μοναστήρι της Κυράς της Ρούμελης, της Παναγίας της Προυσιώτισσας περιτριγυρισμένο από απότομους και άγριους βράχους που προκαλούν δέος που και μόνο τους ατενίζεις. Το μοναστήρι είναι ιστορικό, αγιασμένο που η φήμη του ξεπέρασε τα στενά όρια της Ρούμελης, της Θεσσαλίας αλλά και της χώρας. Κατά χιλιάδες προστρέχουν οι πιστοί στην χάρη της, άλλοι να την επικαλεστούν και άλλοι θερμά να την ευχαριστήσουν. Όχι μόνο τον Αύγουστο όπου και εορτάζει το μοναστήρι ( στις 23 Αυγούστου ημέρα αποδόσεως της Κοίμησης της Θεοτόκου και συνάμα ημέρα ευρέσεως της θαυματουργού εικόνας ) αλλά και όλο το χρόνο, άνθρωποι γονατιστοί, άλλοι με λαμπάδες και τάματα, μάνες με παιδιά στην αγκαλιά, ηλικιωμένοι που με δυσκολία περπατούν, νέοι που ζητούν την παρηγοριά ,γονείς με τα παιδιά τους… Όλοι προσμένουν καρτερικά στην σειρά, για να φτάσουν στο μικρό και σκοτεινό ναό, καθολικό της Ιεράς Μονής, για να φτάσουν στη Χάρη Της, να ακουμπήσουν τα γεμάτα πίστη χείλη τους στην σεβάσμια εικόνα της Παναγίας, να λάβουν τις δωρεές Της και τις ευλογίες Της. Όλους μας περιμένει η Παναγία, όλους ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, ανεξαρτήτως φύλου, γένους φυλής. Μια είναι η μεγάλη μας μάνα, η μάνα που στοργικά περιμένει τα παιδιά Της να έλθουν κοντά Της και να ζητήσουν τις μεσιτείες Της.
Στα νοτιοδυτικά της Ευρυτανίας, στις απολήξεις των βουνών Καλιακούδα και Χελιδώνα βρίσκεται από τον 9ο αιώνα η εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας, στις νότιες κορυφογραμμές της Πίνδου, διάλεξε η Κυρά της Ρούμελης να χτίσει το σπίτι της, μακριά από πόλεις και θορύβους αλλά κοντά σε φτωχούς, άσημους βοσκούς και σε άγριους τόπους . Κοιτώντας από ψηλά το μοναστήρι θαρρείς που είσαι σε ουράνια κλίμακα, αισθάνεσαι την μηδαμινότητα του ανθρώπου αλλά παράλληλα αισθάνεσαι και την απεραντοσύνη του Δημιουργού που « τα πάντα εν σοφία εποίησε ». Βλέπεις ολόκληρη της Ιερά Μονή από ψηλά και αισθάνεσαι το νοερό χέρι της Παναγίας να σε κρατεί, βλέπεις το καμπαναριό με τις μελωδικότατες καμπάνες, βλέπεις τα σήμαντρα, το τάλαντο, τα κελιά των φιλόξενων μοναχών, το Συνοδικό ( χώρος για υψηλά προσκεκλημένα άτομα κατά την πανήγυρη της Μονής), το βαπτιστήριο με τον ιερό ναό των Αγίων Πάντων, το κοιμητήριο των πατέρων της Μονής, τους τριώροφους ξενώνες για τους προσκυνητές και το καθολικό όπου τελούνται οι ιερές ακολουθίες καθημερινά προς δόξαν του Τριαδικού μας Θεού και της οικοδέσποινας της Μονής, της Παναγίας Προυσιώτισσας.
Τον καιρό που βασίλευε ο εικονομάχος Θεόφιλος στην Κωνσταντινούπολη, άρχισε μεγάλο διωγμό κατά των Αγίων εικόνων και έστειλε βασιλικές διαταγές σε κάθε πόλη και χώρα, διατάζοντας τους ορθόδοξους και απειλώντας τους με βασανιστήρια και εξορίες για να κατεβάσουν τις Αγίες εικόνες και να τις κάψουν ή να τις καταστρέψουν. Όσοι πείθονταν σε αυτή τη βασιλική διαταγή έπαιρναν αξιώματα και τιμές όσοι όμως αρνούνταν να καταστρέψουν τις Αγίες εικόνες τότε τους εκτελούσε είτε με απάνθρωπα βασανιστήρια είτε τους εξόριζε.
Εκείνη την εποχή το 829 μ.Χ η σεβάσμια εικόνα της Παναγίας βρισκόταν σε μια πόλη της Τουρκίας, στην Προύσα της Μικράς Ασίας. Όπως τιμούσαν την Αγιά Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη, έτσι ακριβώς οι πιστοί τιμούσαν τον ναό που βρισκόταν η ιερή εικόνα της Παναγίας. Αφού έπεσε βασιλική διαταγή να καταστραφούν όλες οι ιερές εικόνες ένα αρχοντόπουλο, γιος ενός άρχοντα της βασιλικής αυλής, κινούμενος από θείο ζήλο και βλέποντας τα θαύματα που καθημερινά έκανε η εικόνα της Παναγίας δεν θέλησε να υπακούσει στην διαταγή αυτή και να καταστρέψει την θαυματουργή εικόνα . Αυτός λοιπόν ο ευσεβής νέος πήρε την εικόνα αυτή και κατέφυγε στα μέρη της Ελλάδας όπου θα μπορούσε να ησυχάσει από τους μανιώδους αιρετικούς.
Ενώ ο νέος αυτός είχε κατέβει με την ιερή εικόνα ως την Καλλίπολη της Θράκης άγνωστο πώς η εικόνα χάθηκε. Ποιος μπορεί να περιγράψει τα δάκρυα και την πίκρα του αρχοντόπουλου, χτυπιόταν και οδυρόταν και αναστενάζοντας συνεχώς έκλεγε πιστεύοντας ότι η εικόνα εξαφανίστηκε λόγω της αμαρτωλότητάς του. Αφού έμεινε αρκετές μέρες κλαίγοντας είπε στον εαυτό του: « Παρόλο που η Κυρία μου Θεοτόκος θέλησε να φυλάξει μόνη Της την αγία Εικόνα, εγώ δεν γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου γιατί δεν μπορώ να βλέπω να καταστρέφουν τις Αγίες εικόνες και να καταπατούν τα Άγια σύμβολα της Εκκλησίας μου ». Με αυτούς τους λογισμούς ήρθε και κατοίκησε στην Υπάτη κοντά στη σημερινή Λαμία και έκτισε ένα μικρό εκκλησάκι για να παρηγορηθεί για την ξενιτιά του.
Ένα παιδί από τους βοσκούς, φύλαγε τα γίδια του πατέρα του και μια νύχτα εκεί που κοιμόταν εκεί περίπου που είναι το σημερινό κοιμητήριο της Μονής, δίπλα από το κρυφό σχολειό, ακούει ξαφνικά πίσω του γλυκούς και απαλούς ύμνους. Από το φόβο του ξύπνησε και ενώ σκεφτόταν να βρει από πού έρχονται οι ύμνοι αυτοί βλέπει ξαφνικά ένα πύρινο στύλο, μια φωτεινή δέσμη που ξεκινούσε από μια σπηλιά και έφτανε ως τον ουρανό. Στην αρχή σκέφτηκε ότι ήταν ουράνιο τόξο, έπειτα πάλι μονολογούσε ότι το ουράνιο τόξο αφενός βγαίνει την ημέρα, αφετέρου είναι καμπυλωτό σε σχήμα, ενώ η φωτεινή αυτή στήλη ήταν κατακόρυφη ως τον ουρανό. Φεύγει λοιπόν κατατρομαγμένο στον πατέρα του και του αναφέρει το παράδοξο αυτό γεγονός. Ο πατέρας του αρχικά δεν το πίστεψε, αλλά παρ όλες τις επιμονές του παιδιού του, την άλλη νύχτα πηγαίνουν μαζί και ω του θαύματος!!! Οι γλυκειές μελωδίες συνεχιζόταν και ο πυρσός ξεκινούσε πάλι από το σπήλαιο και έφτανε σον ουρανό. Την άλλη μέρα το παιδί μαζί με τον πατέρα και μερικούς άλλους βοσκούς εξερευνούν το σπήλαιο και βλέπουν την Αγία εικόνα να φεγγοβολά και να αστράφτει. Αφού την προσκύνησαν και χάρηκαν που βρήκαν ένα τέτοιο θησαυρό, άνοιξαν μονοπάτι προς το σπήλαιο για να ανάβουν καθημερινά ένα καντηλάκι μπροστά στην Χάρη Της. Με ποιο όμως τρόπο ήρθε μόνο ο Θεός ξέρει.
Μετά από λίγες ημέρες το γεγονός αυτό μαθεύτηκε στις γύρω πόλεις και περιοχές και έφτασε στα αυτιά του αρχοντόπουλου που την μετέφερε από την Προύσα. Χωρίς να χάσει καιρό πήρε μαζί του τους δούλους του και έτρεξε σε εκείνα τα μέρη αναζητώντας αυτό που επιζητούσε. Μετά από δυο μέρες έφτασε και μόλις την αντίκρισε, την αναγνώρισε αμέσως και έπεσε κάτω προσκυνώντας Την. Ποτάμι τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του, δάκρυα χαράς για την εύρεση του θησαυρού του. Έπειτα αφού φιλοδώρησε τους χωρικούς που την βρήκαν πήρε την εικόνα για να επιστρέψει στην Υπάτη λέγοντάς τους : « Αδελφοί μου μη διαμαρτύρεστε εναντίον μου διότι αφενός η εικόνα είναι δίκη μου και έπειτα ο τόπος αυτός δεν είναι κατάλληλος ούτε για χτίσιμο εκκλησίας ούτε για συνάξεις προσκυνητών ».
Με αυτά τα λόγια άφησε λυπημένους τους βοσκούς και αυτός πήρε την Αγία εικόνα και αναχώρησε. Καθώς έφτασαν σε κάποιο ύψωμα του δρόμου κουράστηκαν και έβαλαν την εικόνα σε ένα ερειπωμένο εκκλησάκι για να ξαποστάσουν. Ενώ αποκοιμήθηκαν, όταν ξύπνησαν δε βρήκαν την εικόνα και ο άρχοντας σκέφτηκε ότι τους παρακολουθούσαν οι βοσκοί και ήρθαν κρυφά και την έκλεψαν. Καθώς επέστρεφαν πίσω, το αρχοντόπουλο άκουσε μια γυναικεία φωνή λέγοντάς του : « Ω νέε σώσου και πήγαινε στο καλό, διότι εγώ αναπαύομαι καλύτερα σε αυτούς τους άγριους και ορεινούς τόπους με απλοϊκούς βοσκούς παρά σε μεγαλουπόλεις με πλούσιους άρχοντες. Αν θέλεις να μείνεις μαζί μου έλα και θα ναι και για καλό σου » και ξαφνικά πάνω στο βουνό δημιουργήθηκε το τύπωμα της Παναγίας μια τρύπα στην κορυφή του βουνού σε μέγεθος ίση με την εικόνα και κατά ύψος του βουνού εμφανίστηκαν αποτυπώματα ανθρωπίνου πέλματος. Περπάτησε δηλαδή η Παναγία προς την κορυφή του βουνού διαπερνόντας το για να φτάσει και πάλι στην θέση όπου αυτή διάλεξε να γίνει το μόνιμο κατοικητήριό της εδώ και χίλια περίπου έτη.
Αυτά τα άκουσε το αρχοντόπουλο με προσοχή και ελευθέρωσε τους δούλους του και γύρισε πάλι στο σημείο ευρέσεως της εικόνας και εγκατέλειψε τα εγκόσμια και αφοσιώθηκε στην υπηρεσία της Παναγίας. Έτσι λοιπόν έχουμε τους πρώτους μοναχούς που εγκαταστάθηκαν στον ιερό αυτό τόπο, που διάλεξε η Κυρά της Ρούμελης να χτίσει το αιώνιο σπίτι της, το αρχοντόπουλο που πήρε το μοναχικό όνομα Διονύσιος και ο δούλος του που πήρε το όνομα Τιμόθεος. Εκατοντάδες υπήρξαν συνολικά οι μοναχοί που διάβηκαν στο ψηφιδωτό του χρόνου το κατώφλι από την ιστορική Μονή της Παναγίας της Προυσιώτισσας, αγιάστηκαν και αγίασαν.
Όπως προείπαμε και πιο πριν αριστερά του τέμπλου του κυρίου ναού και σε ανεξάρτητο μέρος βρίσκεται το παρεκκλήσιο των Αγίων Πάντων όπου και βρίσκεται εδώ και πολλούς αιώνες η Ιερά και σεβάσμια εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Δεν έχει διασωθεί καμία μαρτυρία, η οποία να βεβαιώνει το χρόνο ίδρυσης του πρώτου σπηλαίου-ναού της Παναγίας. Το μικρό σπήλαιο, έτσι όπως διαμορφώθηκε σε ναΐσκο (4μ μήκους και 2,8 μ πλάτους) έχει το ιδιαίτερο προνόμιο να αποτελεί την μόνιμη κατοικία της θαυματουργού εικόνα της Παναγίας και οριοθετεί τον αντικειμενικό σκοπό του προσκυνήματος. Το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο, όπου σε ειδικό προσκυνητάρι βρίσκεται και τιμάται η εικόνα της Παναγίας, χωρίζει τον μονόχωρο ναΐσκο σε κυρίως ναό και ιερό. Το ιερό μέσα στο βράχο ίσα ίσα που χωράει δύο με τρείς το πολύ κληρικούς κατά την Θεία Λειτουργία που γίνεται στο παρεκκλήσι αυτό, μόνο κατά την ημέρα πανηγύρεως της Μονής στις 22-23 Αυγούστου, ημέρα ευρέσεως της θαυματουργού εικόνας. Ο κυρίως ναός του μικρού παρεκκλησίου μόλις μπορεί να χωρέσει δέκα πιστούς οι οποίοι καθ όλο το χρόνο μπαίνουν από την δυτική είσοδο από την βορειοανατολική μεριά του καθολικού, ασπάζονται την ιερά εικόνα, προσεύχονται στην Χάρη Της και βγαίνουν από την μεσημβρινή μικρή πόρτα πάλι στο καθολικό του κυρίως ναού.
Στο μικρό αυτό σπήλαιο, στην βόρεια πλευρά του καθολικού, διαμορφωμένο κατάλληλα σε παρεκκλήσιο, κατέχει το μεγάλο θησαυρό της Ορθοδοξίας, την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας.Στο κέντρο του επιχρυσωμένου ξυλόγλυπτου τέμπλου και σε ανάλογο περίτεχνο και όμορφο προσκυνητάρι κατοικεί για χίλια και πλέον έτη η Παναγία η Προυσιώτισσα. Η εικόνα είναι μεγέθους 0,88 x 0,60 και πέρα από τα θαυμάσια θαύματα που κάνει χαρίζει στους πιστούς της πνευματική ευφροσύνη και αγαλλίαση, χαριτώνει την ψυχή του ανθρώπου. Η Παναγία εικονίζεται ως τη μέση και με το δεξί της χέρι δείχνει το Χριστό ενώ με το αριστερό τον κρατάει στοργικά στην αγκαλιά της. Ο Χριστός είναι στραμμένος προς το πρόσωπό Της και με το δεξί Του χέρι Την ευλογεί .
Πρόκειται για τον εικονογραφικό τύπο της Οδηγήτριας. Την εικόνα την καλύπτει αργυροχρυση επένδυση του Γεωργίου Καραϊσκάκη και μόνο τα ζωγραφισμένα πρόσωπα των εικονιζόμενων είναι φανερά.. Τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια της Παναγίας , τα γραμμένα φρύδια, η μακριά ίσια καλλιγραφημένη μύτη , το μικρό κερασένιο στόμα, οι μεγάλες επιφάνειες των φώτων στο πρόσωπο φέρουν μπροστά μας μια από τις ωραιότερες και εκφραστικότερες ,μορφές της μεταβυζαντινής περιόδου. Η παράδοση, σύμφωνα με τον αριθμό 3 κώδικα της Μονής θέλει την εικόνα έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Η αργυροχρυση επένδυση-το πουκάμισο της Παναγίας οφείλεται σε εκπλήρωση τάματος του γενναιότατου στρατηγού Καραϊσκάκη ο οποίος όταν συχνά αρρώσταινε από την ασθένεια της θέρμης, πολλάκις φιλοξενούνταν στην Μονή Προυσού και νοσηλευόταν εκεί. Έταξε στην Παναγία να του χαρίσει την γιατρειά για να συνεχίσει τους ένδοξους αγώνες του για την απελευθέρωση του γένους, και θα την έντυνε με αργυρόχρυσο πουκάμισο. Πράγματι μετά την θεραπεία, ευγνωμονώντας Την, εκπλήρωσε το τάμα του στολίζοντάς την με την θαυμάσια τεχνουργημένη επένδυση ,έργο του χρυσοχόου καλλιτέχνη Γεωργίου Καρανίκα το 1824, όπως μας αποκαλύπτει η ανάγλυφη επιγραφή πάνω από τον δεξιό ώμο της Παναγίας : « Η Παντάνασσα. Δι εξόδων του γενναιοτάτου στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, χειρί Γεωργίου Καρανίκα, 1824 ».

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

Ιερά Αγρυπνία θα τελεσθεί αύριο το βράδυ στη Γραμματικού



Επί τη εορτή της Αποδόσεως της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, αλλά και επί τη χαρμοσύνω εορτή της Συνάξεως της Υπεραγίας Θεοτόκου της Προυσιώτισσας, την προσεχή Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011,το βράδυ περί ώρα 21:00μμ , θα τελεσθεί Ιερά Αγρυπνία στον Ιερό Ναό Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς, όπου φυλάσσεται και η σεβασμία και Ιερά Εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας. 

Προσκαλούνται οι ευσεβείς Χριστιανοί μας

Παναγία η Προυσιώτισσα: Η Αρχόντισσα της Ρούμελης, η Κυρία των Αγγέλων



Της Ελλάδος απάσης συ προΐστασαι πρόμαχος και τερατουργός εξαισίων τη εκ Προύσσης εικόνι Σου, Πανάχραντε Παρθένε Μαριάμ, και γαρ φωτίζεις εν τάχει τους τυφλούς δεινούς τε απελαύνεις δαίμονας και παραλύτους δε συσφίγγεις αγαθή. Κρημνών τε σώζεις και πάσης βλάβης τους σοι προστρέχοντας. Δόξα τω σω ασπόρω τοκετώ, δοξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα το ενεργούντι δια σου τοιαύτα θαύματα

Η Παναγία η Προυσιώτισσα, η Αρχόντισσα της Ρούμελης
και Κυρία των Αγγέλων,  να σκέπει όλον τον κόσμο
και να είναι βοηθός και αρωγός
 σε κάθε μας βήμα και έργο!!

Εορτάζει και πανηγυρίζει η Παναγία η Βλοχαίτισσα



Επί τη εορτή της Αποδόσεως της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, εορτάζει και πανηγυρίζει το  ιστορικό Μοναστήρι της Υπεραγίας Θεοτόκου της Βλοχαίτισσας, στο ομώνυμο χωριό Βλοχός του Δήμου Θεστιέων.
Το πρόγραμμα της εορτής έχει ως εξής:

Την Δευτέρα το απόγευμα και ώρα 19:00μμ Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός μετ Αρτοκλασίας και Θείου Κυρήγματος.

Το πρωί της εορτής, τη Τρίτη 23 Αυγούστου 2011 και ώρα 07:00πμ η Ακολουθία του Όρθρου και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κκ ΚΟΣΜΑ.

Προσκαλούνται άπαντες οι ευσεβείς Χριστιανοί!!!




Ιεροί Ναοί και Μονές που πανηγυρίζουν επί τη εορτή της Αποδόσεως τος Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου



Την προσεχή Τρίτη, 23 Αυγούστου, εορτή της αποδόσεως της εορτής της Κοιμήσεως Θεοτόκου και της Συνάξεως των Θαυματουργών ιερών εικόνων: της Παναγίας της Βλοχαίτισσας, της Παναγίας της Λεσινιώτισσας και της Παναγίας της Προυσιώτισσας πανηγυρίζουν:

- Η Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Βλοχού,στο Καινούριο Αιτ\νίας.
- Η Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου στο Λεσίνι Αιτ\νίας.
και η Κυρά της Ρούμελης : Ιερά Μονή Παναγίας της Προυσιώτισσας στον Προυσσό Ευρυτανίας.

- Επίσης οι κάτωθι Ιεροί Ναοί που φυλλάτουν αντίγραφο της Ιεράς και σεβασμίας Εικόνας της Παναγίας  της Προυσιώτισσας: Ο Ιερός Ναός Αγίου Χριστοφόρου [νεος-παλαιος], Αγίας Τριάδος Αγρινίου , Ζωοδόχου Πηγής Αγρινίου, Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς, Αγίου Γεωργίου στην Ποταμούλα Αγρινίου και ο Μητροπολιτικός Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνος της ιεράς πόλεως του Μεσολογγίου.
 Καλό Προσκύνημα. Η Παναγία βοήθειά μας!

Οδοιπορικό στο Μοναστήρι της Αρχόντισσας της Ρούμελης


      Στο κέντρο καταπράσινων και πανύψηλων βουνών, στα νότια του νομού Ευρυτανίας και μόλις 36 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι, βρίσκεται εδώ και χίλια περίπου χρόνια το ιστορικό και σε όλους μας ακουστό μοναστήρι της Κυράς της Ρούμελης, της Παναγίας της Προυσιώτισσας περιτριγυρισμένο από απότομους και άγριους βράχους που προκαλούν δέος που και μόνο τους ατενίζεις. Το μοναστήρι είναι ιστορικό, αγιασμένο που η φήμη του ξεπέρασε τα στενά όρια της Ρούμελης, της Θεσσαλίας αλλά και της χώρας. Κατά χιλιάδες προστρέχουν οι πιστοί στην χάρη της, άλλοι να την επικαλεστούν και άλλοι θερμά να την ευχαριστήσουν. Όχι μόνο τον Αύγουστο όπου και εορτάζει το μοναστήρι ( στις 23 Αυγούστου ημέρα αποδόσεως της Κοίμησης της Θεοτόκου και συνάμα ημέρα ευρέσεως της θαυματουργού εικόνας ) αλλά και όλο το χρόνο, άνθρωποι γονατιστοί, άλλοι με λαμπάδες και τάματα, μάνες με παιδιά στην αγκαλιά, ηλικιωμένοι που με δυσκολία περπατούν, νέοι που ζητούν την παρηγοριά ,γονείς με τα παιδιά τους… Όλοι προσμένουν καρτερικά στην σειρά, για να φτάσουν στο μικρό και σκοτεινό ναό, καθολικό της Ιεράς Μονής, για να φτάσουν στη Χάρη Της, να ακουμπήσουν τα γεμάτα πίστη χείλη τους στην σεβάσμια εικόνα της Παναγίας, να λάβουν τις δωρεές Της και τις ευλογίες Της. Όλους μας περιμένει η Παναγία, όλους ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, ανεξαρτήτως φύλου, γένους φυλής. Μια είναι η μεγάλη μας μάνα, η μάνα που στοργικά περιμένει τα παιδιά Της να έλθουν κοντά Της και να ζητήσουν τις μεσιτείες Της.
      Στα νοτιοδυτικά της Ευρυτανίας, στις απολήξεις των βουνών Καλιακούδα και Χελιδώνα βρίσκεται από τον 9ο αιώνα η εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας, στις νότιες κορυφογραμμές της Πίνδου, διάλεξε η Κυρά της Ρούμελης να χτίσει το σπίτι της, μακριά από πόλεις και θορύβους αλλά κοντά σε φτωχούς, άσημους βοσκούς και σε άγριους τόπους . Κοιτώντας από ψηλά το μοναστήρι θαρρείς που είσαι σε ουράνια κλίμακα, αισθάνεσαι την μηδαμινότητα του ανθρώπου αλλά παράλληλα αισθάνεσαι και την απεραντοσύνη του Δημιουργού που « τα πάντα εν σοφία εποίησε ». Βλέπεις ολόκληρη της Ιερά Μονή από ψηλά και αισθάνεσαι το νοερό χέρι της Παναγίας να σε κρατεί, βλέπεις το καμπαναριό με τις μελωδικότατες καμπάνες, βλέπεις τα σήμαντρα, το τάλαντο, τα κελιά των φιλόξενων μοναχών, το Συνοδικό ( χώρος για υψηλά προσκεκλημένα άτομα κατά την πανήγυρη της Μονής), το βαπτιστήριο με τον ιερό ναό των Αγίων Πάντων, το κοιμητήριο των πατέρων της Μονής, τους τριώροφους ξενώνες για τους προσκυνητές και το καθολικό όπου τελούνται οι ιερές ακολουθίες καθημερινά προς δόξαν του Τριαδικού μας Θεού και της οικοδέσποινας της Μονής, της Παναγίας Προυσιώτισσας.

 Απο που όμως ήρθε και με ποιο τρόπο η εικόνα της Παναγιάς
      Τον καιρό που βασίλευε ο εικονομάχος Θεόφιλος στην Κωνσταντινούπολη, άρχισε μεγάλο διωγμό κατά των Αγίων εικόνων και έστειλε βασιλικές διαταγές σε κάθε πόλη και χώρα, διατάζοντας τους ορθόδοξους και απειλώντας τους με βασανιστήρια και εξορίες για να κατεβάσουν τις Αγίες εικόνες και να τις κάψουν ή να τις καταστρέψουν. Όσοι πείθονταν σε αυτή τη βασιλική διαταγή έπαιρναν αξιώματα και τιμές όσοι όμως αρνούνταν να καταστρέψουν τις Αγίες εικόνες τότε τους εκτελούσε είτε με απάνθρωπα βασανιστήρια είτε τους εξόριζε.
      Εκείνη την εποχή το 829 μ.Χ η σεβάσμια εικόνα της Παναγίας βρισκόταν σε μια πόλη της Τουρκίας, στην Προύσα της Μικράς Ασίας. Όπως τιμούσαν την Αγιά Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη, έτσι ακριβώς οι πιστοί τιμούσαν τον ναό που βρισκόταν η ιερή εικόνα της Παναγίας. Αφού έπεσε βασιλική διαταγή να καταστραφούν όλες οι ιερές εικόνες ένα αρχοντόπουλο, γιος ενός άρχοντα της βασιλικής αυλής, κινούμενος από θείο ζήλο και βλέποντας τα θαύματα που καθημερινά έκανε η εικόνα της Παναγίας δεν θέλησε να υπακούσει στην διαταγή αυτή και να καταστρέψει την θαυματουργή εικόνα . Αυτός λοιπόν ο ευσεβής νέος πήρε την εικόνα αυτή και κατέφυγε στα μέρη της Ελλάδας όπου θα μπορούσε να ησυχάσει από τους μανιώδους αιρετικούς.
      Ενώ ο νέος αυτός είχε κατέβει με την ιερή εικόνα ως την Καλλίπολη της Θράκης άγνωστο πώς η εικόνα χάθηκε. Ποιος μπορεί να περιγράψει τα δάκρυα και την πίκρα του αρχοντόπουλου, χτυπιόταν και οδυρόταν και αναστενάζοντας συνεχώς έκλεγε πιστεύοντας ότι η εικόνα εξαφανίστηκε λόγω της αμαρτωλότητάς του. Αφού έμεινε αρκετές μέρες κλαίγοντας είπε στον εαυτό του: « Παρόλο που η Κυρία μου Θεοτόκος θέλησε να φυλάξει μόνη Της την αγία Εικόνα, εγώ δεν γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου γιατί δεν μπορώ να βλέπω να καταστρέφουν τις Αγίες εικόνες και να καταπατούν τα Άγια σύμβολα της Εκκλησίας μου ». Με αυτούς τους λογισμούς ήρθε και κατοίκησε στην Υπάτη κοντά στη σημερινή Λαμία και έκτισε ένα μικρό εκκλησάκι για να παρηγορηθεί για την ξενιτιά του.
     Ένα παιδί από τους βοσκούς, φύλαγε τα γίδια του πατέρα του και μια νύχτα εκεί που κοιμόταν εκεί περίπου που είναι το σημερινό κοιμητήριο της Μονής, δίπλα από το κρυφό σχολειό, ακούει ξαφνικά πίσω του γλυκούς και απαλούς ύμνους. Από το φόβο του ξύπνησε και ενώ σκεφτόταν να βρει από πού έρχονται οι ύμνοι αυτοί βλέπει ξαφνικά ένα πύρινο στύλο, μια φωτεινή δέσμη που ξεκινούσε από μια σπηλιά και έφτανε ως τον ουρανό. Στην αρχή σκέφτηκε ότι ήταν ουράνιο τόξο, έπειτα πάλι μονολογούσε ότι το ουράνιο τόξο αφενός βγαίνει την ημέρα, αφετέρου είναι καμπυλωτό σε σχήμα, ενώ η φωτεινή αυτή στήλη ήταν κατακόρυφη ως τον ουρανό. Φεύγει λοιπόν κατατρομαγμένο στον πατέρα του και του αναφέρει το παράδοξο αυτό γεγονός. Ο πατέρας του αρχικά δεν το πίστεψε, αλλά παρ όλες τις επιμονές του παιδιού του, την άλλη νύχτα πηγαίνουν μαζί και ω του θαύματος!!! Οι γλυκειές μελωδίες συνεχιζόταν και ο πυρσός ξεκινούσε πάλι από το σπήλαιο και έφτανε σον ουρανό. Την άλλη μέρα το παιδί μαζί με τον πατέρα και μερικούς άλλους βοσκούς εξερευνούν το σπήλαιο και βλέπουν την Αγία εικόνα να φεγγοβολά και να αστράφτει. Αφού την προσκύνησαν και χάρηκαν που βρήκαν ένα τέτοιο θησαυρό, άνοιξαν μονοπάτι προς το σπήλαιο για να ανάβουν καθημερινά ένα καντηλάκι μπροστά στην Χάρη Της. Με ποιο όμως τρόπο ήρθε μόνο ο Θεός ξέρει.
      Μετά από λίγες ημέρες το γεγονός αυτό μαθεύτηκε στις γύρω πόλεις και περιοχές και έφτασε στα αυτιά του αρχοντόπουλου που την μετέφερε από την Προύσα. Χωρίς να χάσει καιρό πήρε μαζί του τους δούλους του και έτρεξε σε εκείνα τα μέρη αναζητώντας αυτό που επιζητούσε. Μετά από δυο μέρες έφτασε και μόλις την αντίκρισε, την αναγνώρισε αμέσως και έπεσε κάτω προσκυνώντας Την. Ποτάμι τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του, δάκρυα χαράς για την εύρεση του θησαυρού του. Έπειτα αφού φιλοδώρησε τους χωρικούς που την βρήκαν πήρε την εικόνα για να επιστρέψει στην Υπάτη λέγοντάς τους : « Αδελφοί μου μη διαμαρτύρεστε εναντίον μου διότι αφενός η εικόνα είναι δίκη μου και έπειτα ο τόπος αυτός δεν είναι κατάλληλος ούτε για χτίσιμο εκκλησίας ούτε για συνάξεις προσκυνητών ».

      Με αυτά τα λόγια άφησε λυπημένους τους βοσκούς και αυτός πήρε την Αγία εικόνα και αναχώρησε. Καθώς έφτασαν σε κάποιο ύψωμα του δρόμου κουράστηκαν και έβαλαν την εικόνα σε ένα ερειπωμένο εκκλησάκι για να ξαποστάσουν. Ενώ αποκοιμήθηκαν, όταν ξύπνησαν δε βρήκαν την εικόνα και ο άρχοντας σκέφτηκε ότι τους παρακολουθούσαν οι βοσκοί και ήρθαν κρυφά και την έκλεψαν. Καθώς επέστρεφαν πίσω, το αρχοντόπουλο άκουσε μια γυναικεία φωνή λέγοντάς του : « Ω νέε σώσου και πήγαινε στο καλό, διότι εγώ αναπαύομαι καλύτερα σε αυτούς τους άγριους και ορεινούς τόπους με απλοϊκούς βοσκούς παρά σε μεγαλουπόλεις με πλούσιους άρχοντες. Αν θέλεις να μείνεις μαζί μου έλα και θα ναι και για καλό σου » και ξαφνικά πάνω στο βουνό δημιουργήθηκε το τύπωμα της Παναγίας μια τρύπα στην κορυφή του βουνού σε μέγεθος ίση με την εικόνα και κατά ύψος του βουνού εμφανίστηκαν αποτυπώματα ανθρωπίνου πέλματος. Περπάτησε δηλαδή η Παναγία προς την κορυφή του βουνού διαπερνόντας το για να φτάσει και πάλι στην θέση όπου αυτή διάλεξε να γίνει το μόνιμο κατοικητήριό της εδώ και χίλια περίπου έτη.
    Αυτά τα άκουσε το αρχοντόπουλο με προσοχή και ελευθέρωσε τους δούλους του και γύρισε πάλι στο σημείο ευρέσεως της εικόνας και εγκατέλειψε τα εγκόσμια και αφοσιώθηκε στην υπηρεσία της Παναγίας. Έτσι λοιπόν έχουμε τους πρώτους μοναχούς που εγκαταστάθηκαν στον ιερό αυτό τόπο, που διάλεξε η Κυρά της Ρούμελης να χτίσει το αιώνιο σπίτι της, το αρχοντόπουλο που πήρε το μοναχικό όνομα Διονύσιος και ο δούλος του που πήρε το όνομα Τιμόθεος. Εκατοντάδες υπήρξαν συνολικά οι μοναχοί που διάβηκαν στο ψηφιδωτό του χρόνου το κατώφλι από την ιστορική Μονή της Παναγίας της Προυσιώτισσας, αγιάστηκαν και αγίασαν.
     
Συνοπτική παρουσίαση του παρεκκλησίου που βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας.
     Όπως προείπαμε και πιο πριν αριστερά του τέμπλου του κυρίου ναού και σε ανεξάρτητο μέρος βρίσκεται το παρεκκλήσιο των Αγίων Πάντων όπου και βρίσκεται εδώ και πολλούς αιώνες η Ιερά και σεβάσμια εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Δεν έχει διασωθεί καμία μαρτυρία, η οποία να βεβαιώνει το χρόνο ίδρυσης του πρώτου σπηλαίου-ναού της Παναγίας. Το μικρό σπήλαιο, έτσι όπως διαμορφώθηκε σε ναΐσκο (4μ μήκους και 2,8 μ πλάτους) έχει το ιδιαίτερο προνόμιο να αποτελεί την μόνιμη κατοικία της θαυματουργού εικόνα της Παναγίας και οριοθετεί τον αντικειμενικό σκοπό του προσκυνήματος. Το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο, όπου σε ειδικό προσκυνητάρι βρίσκεται και τιμάται η εικόνα της Παναγίας, χωρίζει τον μονόχωρο ναΐσκο σε κυρίως ναό και ιερό. Το ιερό μέσα στο βράχο ίσα ίσα που χωράει δύο με τρείς το πολύ κληρικούς κατά την Θεία Λειτουργία που γίνεται στο παρεκκλήσι αυτό, μόνο κατά την ημέρα πανηγύρεως της Μονής στις 22-23 Αυγούστου, ημέρα ευρέσεως της θαυματουργού εικόνας. Ο κυρίως ναός του μικρού παρεκκλησίου μόλις μπορεί να χωρέσει δέκα πιστούς οι οποίοι καθ όλο το χρόνο μπαίνουν από την δυτική είσοδο από την βορειοανατολική μεριά του καθολικού, ασπάζονται την ιερά εικόνα, προσεύχονται στην Χάρη Της και βγαίνουν από την μεσημβρινή μικρή πόρτα πάλι στο καθολικό του κυρίως ναού.
   Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας
     Στο μικρό αυτό σπήλαιο, στην βόρεια πλευρά του καθολικού, διαμορφωμένο κατάλληλα σε παρεκκλήσιο, κατέχει το μεγάλο θησαυρό της Ορθοδοξίας, την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας.
Στο κέντρο του επιχρυσωμένου ξυλόγλυπτου τέμπλου και σε ανάλογο περίτεχνο και όμορφο προσκυνητάρι κατοικεί για χίλια και πλέον έτη η Παναγία η Προυσιώτισσα. Η εικόνα είναι μεγέθους 0,88 x 0,60 και πέρα από τα θαυμάσια θαύματα που κάνει χαρίζει στους πιστούς της πνευματική ευφροσύνη και αγαλλίαση, χαριτώνει την ψυχή του ανθρώπου.  Η Παναγία εικονίζεται ως τη μέση και με το δεξί της χέρι δείχνει το Χριστό ενώ με το αριστερό τον κρατάει στοργικά στην αγκαλιά της. Ο Χριστός είναι στραμμένος προς το πρόσωπό Της και με το δεξί Του χέρι Την ευλογεί .
    Πρόκειται για τον εικονογραφικό τύπο της Οδηγήτριας. Την εικόνα την καλύπτει αργυροχρυση επένδυση του Γεωργίου Καραϊσκάκη και μόνο τα ζωγραφισμένα πρόσωπα των εικονιζόμενων είναι φανερά.. Τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια της Παναγίας , τα γραμμένα φρύδια, η μακριά ίσια καλλιγραφημένη μύτη , το μικρό κερασένιο στόμα, οι μεγάλες επιφάνειες των φώτων στο πρόσωπο φέρουν μπροστά μας μια από τις ωραιότερες και εκφραστικότερες ,μορφές της μεταβυζαντινής περιόδου. Η παράδοση, σύμφωνα με τον αριθμό 3 κώδικα της Μονής θέλει την εικόνα έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Η αργυροχρυση επένδυση-το πουκάμισο της Παναγίας οφείλεται σε εκπλήρωση τάματος του γενναιότατου στρατηγού Καραϊσκάκη ο οποίος όταν συχνά αρρώσταινε από την ασθένεια της θέρμης, πολλάκις φιλοξενούνταν στην Μονή Προυσού και νοσηλευόταν εκεί. Έταξε στην Παναγία να του χαρίσει την γιατρειά για να συνεχίσει τους ένδοξους αγώνες του για την απελευθέρωση του γένους, και θα την έντυνε με αργυρόχρυσο πουκάμισο. Πράγματι μετά την θεραπεία, ευγνωμονώντας Την, εκπλήρωσε το τάμα του στολίζοντάς την με την θαυμάσια τεχνουργημένη επένδυση ,έργο του χρυσοχόου καλλιτέχνη Γεωργίου Καρανίκα το 1824, όπως μας αποκαλύπτει η ανάγλυφη επιγραφή πάνω από τον δεξιό ώμο της Παναγίας : « Η Παντάνασσα. Δι εξόδων του γενναιοτάτου στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, χειρί Γεωργίου Καρανίκα, 1824 ».

Ω Δέσποινα Προυσιώτισσα, βασίλισσα ουρανού και γης, τιμιωτέρα των χερουβείμ και ενδοξοτέρα των Σεραφείμ και πασών των επουρανίων δυνάμεων ! Θρόνε του Θεού καθαρότατε, Πανάσπιλη και Πανάχραντη Κόρη, Αειπάρθενη και Πανακήρατη, η κατάφυση μητέρα του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, των όλων Θεού, και κατά χάρη μητέρα όλων των χριστιανών, που ανάξια έχουμε το όνομα του Υιού σου. Ρίξε το βλέμμα σου και σε μας τα μικρά και τιποτένια παιδιά σου, μην ξεχνάς τη συγγενική οικειότητα, μη παραβλέψεις εμάς τους αμαρτωλούς, που με τα πονηρά έργα μας καταπροσβάλλαμε το Άγιο όνομα Σου. Μην μας εγκαταλείψεις εμάς που μόνο το όνομά σου έχουμε εμείς οι χριστιανοί, ενώ τα έργα μας είναι παρόμοια με εκείνα των ειδωλολατρών. Σκέπασέ μας με τη σκέπη της ακαταμάχητης και ανίκητης βοηθείας Σου. Από τα βάθη της ψυχής μας δεόμεθα στη μεγαλοσύνη σου να παραβλέψεις τις αμαρτίες μας και ως φιλόστοργη Μητέρα να μας δυναμώνεις κατά των ορατών αλλά και των αοράτων εχθρών μας. Κατά των ορατών εχθρών για να υποφέρουμε τις θλίψεις, τις τυραννίες και τις στεναχώριες που δοκιμάζουμε τα τελευταία χρόνια εξ αιτίας των αμαρτιών μας. Αλλά και κατά των αοράτων για να μην έχουν δύναμη πάνω μας οι δαίμονες που πάντα μας πολεμούν άσπονδοι και νοεροί πολέμιοί μας. Σύντριψε τις παγίδες και τις ενέδρες που μας στήνουν, απάλλαξέ μας από την πικρή αιχμαλωσία στην οποία μας δούλωσαν. Ναι, Κυρία λύτρωσε τους ταπεινούς Σου δούλους από την δυναστεία τους και στον παρόντα βίο αλλά και στον καιρό της κρίσεως. Ανάλαβέ μας σε παρακαλούμε και βοήθησέ μας ενισχύοντάς μας να βαδίζουμε στο εξής όπως ταιριάζει σε χριστιανούς και να φυλάγουμε τις εντολές του μονογενούς Σου Υιού, έχοντας μεταξύ μας αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, πίστη, πραότητα, σωφροσύνη, εγκράτεια και όλους τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος . Τέλος δε ,αξίωσε όλους μας της ανέσπερης και ανεκλάλητης χαράς της Βασιλείας των ουρανών. 
 Περιγραφή της διαδρομής για τη Μονή.
     Φεύγοντας από το Καρπενήσι και ακολουθώντας των φιδίσιο ασφαλτόδρομο της Ποταμιάς και ακολουθώντας μια διαδρομή που ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου τα αναφέρει ως Ευρυτανικά Τέμπη φτάνουμε στις αυλές της Παναγίας. Ο δρόμος προς τον Προυσσό κρύβει εναλλαγές του τοπίου. Αρχικά ο τόπος είναι καταπράσινος γεμάτος από έλατα όπου χαίρεσαι να το απολαμβάνεις ενώ λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω η φύση αγριεύει. Τα βουνά σμίγουν ερμητικά το ένα με το άλλο και συνάμα η ανθρώπινη επέμβαση τα κάνει να ανοίγουν για να φτάσουμε στο Μεγάλο και Μικρό χωριό. Εικοσιπέντε χιλιόμετρα μετά το Καρπενήσι φτάνουμε στον χώρο όπου μπορούμε να θαυμάσουμε το τύπωμα και τα πατήματα της Προυσιώτισσας. Η ευλάβεια, η πίστη και ο πόνος των ανθρώπων τους οδήγησαν στο να χτιστεί ένα μικρό εκκλησάκι κάτω ακριβώς από το βράχο με τα πατήματα της Παναγίας. Ανεβαίνοντας την σιδερένια σκάλα μπορούμε να δούμε ολοκάθαρα τα αποτυπώματα που άφησε η Παναγία στο διάβα της για να φτάσει στο σημερινό σημείο που διάλεξε για να γίνει το σπίτι της. Το σπίτι του οποίου οι πόρτες είναι πάντα ανοιχτές. Πάντα μας καρτερεί η Θεοτόκος. Μας περιμένει όλους μας να ακουμπήσουμε πάνω της τους πόνους, τα βάσανα, τις πίκρες και τα προβλήματά μας. Συνεχίζοντας το ταξίδι μας προς την Ιερά Μονή φτάνουμε στην περιοχή τριπόταμο όπου ο ποταμός Καρπενησιώτης ενώνεται με τον Κρικελοπόταμο για να σχηματίσουν τον Τρικεριώτη και αυτός με τη σειρά του να φτάσει στην τεχνιτή λίμνη των Κρεμαστών. Αφού περάσουμε την παλιά και τη νέα γέφυρα πάνω από το σημείο της ένωσης των τριών ποταμών συναντάμε ξεκινάει ο ανηφορικός πλέον δρόμος για να αγναντέψουμε από μακριά το ρολόι, ένα παλιό καμπαναριό όπου μας υποδείχνει ότι ο τόπος είναι αγιασμένος χάρη στην Παναγία. Έμψυχα και άψυχα αντικείμενα μας υποδείχνουν την παρουσία της Παναγιάς μας και μας δηλώνουν ότι φτάνουμε στο σπίτι της Υψηλοτέρας όλων των Αγίων και των Αγγέλων -όλης της στρατευόμενης και θριαμβεύουσας Εκκλησίας.
     Το σημερινό ρολόι τα παλιότερα χρόνια χρησίμευε ως κωδωνοστάσιο –σημείο αναφοράς ώστε οι χωρικοί και οι βοσκοί να αφήσουν τις βιοτικές εργασίες και μέριμνες και να μαζευτούν όλοι ,σαν ένα σώμα προς δόξαν του Τριαδικού μας Θεού και της οικοδέσποινας της Μονής της Παναγίας μας Ακολουθώντας μια πορεία συνεχών στροφών στο χείλος του γκρεμού το μάτι μας βλέπει να κρέμεται το Μοναστήρι έτοιμο να κατρακυλήσει προς τον απότομο γκρεμό. Είναι η πίσω μεριά της Μονής, το τριώροφο οικοδόμημα το οποίο σήμερα χρησιμεύει ως την κατοικία των μοναχών, την τράπεζα, τα μαγειρεία, τα γραφεία, το ηγουμενείο και τα κελιά στον τρίτο όροφο. Η σημαία του δικεφάλου αετού, σημείο κατατεθέν της Βυζαντινής μεγαλοπρέπειας μας υποδηλώνει ότι η Μονή είναι Σταυροπηγιακή, ότι ανήκει δηλαδή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο εκκλησιαστικώς. Το καλογερικό όπως ονομάζεται το τριώροφο αυτό οικοδόμημα βρίσκεται στα ανατολικά του καθολικού, Άρχιζε να κτίζεται το 1921, στο πλάτωμα πάνω από φοβερό γκρεμό βάθους τουλάχιστον τριακοσίων μέτρων. Έχει μήκος 21μ και 9μ πλάτος. Κατά την γερμανική κατοχή το οικοδόμημα αυτό πυρπολήθηκε από τους Γερμανούς και ανοικοδομήθηκε από τον ηγούμενο Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου. Χρησιμοποιείτε επίσης και σαν χώρος υποδοχής επιφανών προσώπων και χώρος διαμονής τους. Οι περίφημοι εξώστες του τρίτου ορόφου έχουν μια θέα μαγευτική και πάνω από το χάος του γκρεμού μετατρέπονται σε εξώστες του ουρανού. Κατεβαίνοντας προς τον χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου το μάτι μας δεν χορταίνει να βλέπει ολόκληρη πλέον της Ιερά Μονή. Η Κυρά της Ρούμελης μας αποκαλύπτει το σπίτι  και μας καλεί να το γνωρίσουμε για να μας φιλοξενήσει
   
Απολυτίκιον Ιεράς εικόνας
• Της Ελλάδος απάσης συ προΐστασαι πρόμαχος και τερατουργός εξαισίων τη εκ Προύσσης εικόνι Σου, Πανάχραντε Παρθένε Μαριάμ, και γαρ φωτίζεις εν τάχει τους τυφλούς δεινούς τε απελαύνεις δαίμονας και παραλύτους δε συσφίγγεις αγαθή. Κρημνών τε σώζεις και πάσης βλάβης τους σοι προστρέχοντας. Δόξα τω σω ασπόρω τοκετώ, δοξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα το ενεργούντι δια σου τοιαύτα θαύματα

Μεγαλυνάρια εορτής
• Δεύτε την εικόνα την ιερά, της Προυσιωτίσσης, ασπαζόμεθα ευλαβώς, βρύουσαν παντοίων νόσων και πάσης βλάβης, ρώσιν δαψιλεστάτην και χάρην άφθονον
• Σφαίρας ουρανίους φωταγωγείς, αχράντω οικήσει την υδρόγειον δε βολαις, αρρήτων θαυμάτων, αυγάζεις όθεν πίστει, πάντες σε προσκυνούμεν ω Προυσιώτισσα

Aπό το βιβλίο του Καθηγητού Αρχαιολογίας κ.Αθανασίου Παλιούρα: Το Μοναστήρη της Παναγίας στον Προυσό