Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΜΑΣ


Το προσκυνητάρι μας στολισμένο




Αγία Τρ΄παεζα, το Αγιο θυσιαστήριο μας



Το Αγιο Βήμα





Το τέμπλο του Ναού μας





Οι αρτοκλασίες μας



Η υποδοχή  των ιερών λειψάνων, και η άφιξη του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας & Ακαρνανίας κκ ΚΟΣΜΑ



Η Αγία μας Τράπεζα




Το απότμημα των ιερών λειψάνων του Αποστόλου Φιλίππου





Η εικόνα περιφοράς λιτής



Το προσκυνητάρι με το ιερό απότμημα των λειψάνων του Αποστ Φιλίππου













Απο την Θεία Λειτουργία






Απο την Θεια Λειτουργία



΄

Απο την Θεία Λειτουργία

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

ΑΓΙΕ ΦΙΛΙΠΠΕ ΠΡΕΣΒΕΥΕ ΥΠΕΡ ΗΜΩΝ

Απολυτίκιο


Ήχος γ';. Θείας πίστεως.

Θείαν έλλαμψιν, του Παρακλήτου, εισδεξάμενος, πυρός εν είδει, παγκοσμίως ως αστήρ ανατέταλκας, και της αγνοίας τον ζόφον διέλυσας, τη θεία αίγλη Απόστολε Φίλιππε. Όθεν πρέσβευε, Χριστώ τω Θεώ δεόμεθα, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.


Έτερο Απολυτίκιο

Ήχος γ'.



Απόστολε Άγιε Φίλιππε, πρέσβευε τω ελεήμονι Θεω ίνα πταισμάτων άφεσιν, παράσχη ταίς ψυχαίς ημών.

Κοντάκιο


Ήχος πλ. δ'. Ως απαρχάς.

Ο μαθητής και φίλος σου, και μιμητής τού πάθους σου, τη οικουμένη Θεόν σε εκήρυξεν, ο θεηγόρος Φίλιππος, Ταις αυτού ικεσίαις, εξ εχθρών παρανόμων, την Εκκλησίαν σου, διά της Θεοτόκου συντήρησον Πολυέλεε.

Βίος και πολιτεία του Αγίου Ενδόξου Αποστόλου Φιλίππου





Α. «Η κλήσις» του Αποστόλου Φιλίππου.


Ο  ένδοξος απόστολος Φίλιππος είναι ο πέμπτος εκ της χορείας των δώδεκα μαθητών του Κυρίου μας∙ πρώτος ο Ανδρέας, δεύτερος ο Πέτρος, τρίτος ο Ιάκωβος, τέταρτος ο Ιωάννης και πέμπτος ο Φίλιππος. Κατάγεται από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και είναι συμπολίτης των αποστόλων Ανδρέου και Πέτρου «ην δε Φίλιππος από Βηθσαϊδά, εκ της πόλεως Ανδρέου και Πέτρου» (Ιωαν. 1, 45).
Από μικρό παιδάκι διεκρίνετο για την αγάπην του προς τον Θεόν και γι’ αυτό από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια, που εδιδάσκετο την θύραθεν γνώσιν των Ιουδαίων αλλά και την θρησκευτικήν και δη την γνώσιν «του Νόμου», κρατούσε με πολλήν επιμέλειαν μέσα στην καρδιά του «τας ρήσεις του Νόμου και όλης της Παλαιάς Διαθήκης δια τον Μεσσία».

Ο Κύριός μας τον συναντά αμέσως μετά την βάπτισίν του και γνωρίζοντας, ως Θεός, τον πόθον του για τον Μεσσίαν, που περίμεναν οι αιώνες∙ «τη επαύριον ηθέλησεν ο Ιησούς εξελθείν εις την Γαλιλαίαν, και ευρίσκει Φίλιππον και λέγει αυτώ∙ ακολούθει μοι» (Ιωαν. 1, 44).

Συμπαρασύρει σ’ αυτήν την ακολουθίαν και τον φίλον του Ναθαναήλ∙ «ευρίσκει Φίλιππος τον Ναθαναήλ και λέγει αυτώ, ον έγραψε Μωσής εν τω νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ» (Ιωαν. 1, 46), «Έρχου και ίδε» (Ιωαν. 1, 47).

Θεωρείται ένας εκ των σπουδαιοτέρων μαθητών του Κυρίου μας και τούτο ένεκα της παιδείας που είχε. Απολαμβάνει της μεγάλης αγάπης, εμπιστοσύνης και οικειότητος του Κυρίου μας και ίσως ένεκα όλων αυτών να ζητά – ο Φίλιππος – από τον Κύριόν μας να δείξη σ’ αυτόν και στους λοιπούς ένδεκα μαθητάς τον Πατέρα: «Λέγει αυτώ Φίλιππος∙ Κύριε, δείξον ημίν τον Πατέρα και αρκεί ημίν» (Ιωαν. 14, 8). Και βεβαίως ο Κύριος του δίνει την απάντησιν∙ «τοσούτον χρόνον μεθ’ υμών ειμί, και ουκ έγνωκάς με, Φίλιππε; Ο εωρακώς εμέ εώρακε και τον Πατέρα∙ και πως σύ λέγεις, δείξον ημίν τον Πατέρα; Ου πιστεύεις ότι εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί εστί; Τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, απ’ εμαυτού ου λαλώ∙ ο δε Πατήρ ο εν εμοί μένων αυτός ποιεί τα έργα» (Ιωαν. 14, 9 -10).

Ο ένδοξος απόστολος Φίλιππος έζησε τον Κύριόν μας από πολύ κοντά σε όλες τις φάσεις της τριετούς επίγειας ζωής του, ως τούτο καταμαρτυρείται από τους ιερούς ευαγγελιστάς. Είναι «αυτόπτης και αυτήκοος» μάρτυρας των κόπων του Κυρίου μας, της Σταυρώσεώς του και της Ταφής του. Απήλαυσε την ένδοξον Ανάστασιν και Ανάληψιν του Κυρίου μας και τέλος έγινε απόλυτος μέτοχος της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, κατά την ημέραν της Πεντηκοστής.


Β. Ο «κλήρος» του Αποστόλου Φιλίππου.

Οι Δώδεκα απόστολοι για να δουν που είναι το θέλημα του Θεού για να πάνε να κηρύξουν το Ευαγγέλιον, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου μας «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνέυματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν…» (Ματθ. 28, 19 -20), έβαλαν «κλήρους» (Πραξ. 1, 26). Του αποστόλου Φιλίππου «έλαχε» (Πραξ. 1, 17) ο κλήρος να πάη στην Ασίαν να κηρύξη Ιησούν εσταυρωμένον και αναστάντα εκ των νεκρών.

Ο ένδοξος απόστολος υπάκουσε και ανεχώρησεν και επήγε στον τόπο της κληρώσεώς του και άρχισε να κηρύσση σ’ όλα τα κράτη – των Πάρθων, των Μήδων, των Κανδάκων κ.λπ. – και σ’ όλες τις πόλεις – Λυδία, Λυκαονία, Μυσία, Καρίαν κ.λπ. - της Ασίας τον Κύριόν μας. Μαζί με το θείον κήρυγμά του τελούσε «σημεία και τέρατα μεγάλα εν τω λαώ» (Πραξ. 6, 8). Έκτισε εκκλησίες, γκρέμισε τα είδωλα, χειροτόνησε Διακόνους, Πρεσβυτέρους και Επισκόπους, θεράπευσε αρρώστους και πολλοί των ανθρώπων επίστευσαν στον Κύριόν μας. Συνεργάτες του είχε τον απόστολον Βαρθολομαίον και την σαρκικήν αδελφήν του Μαριάμνην. Κατά την Ιεραποστολικήν του περιοδείαν στην Ασίαν υπέστη από τους ειδωλολάτρες και τους Ιουδαίους πολλούς διωγμούς – μαστιγώσεις –ραβδισμούς –λιθοβολισμούς –θλίψεις – κακοπάθειες…, ώστε να αναγκασθή να εγκαταλείψη προσωρινώς την Ασίαν.

Γ. Ο Απόστολος Φίλιππος στην Αθήνα.

Κατά τους τρομερούς διωγμούς στην Ασίαν ήλθεν ο ένδοξος απόστολος στην πόλιν του Σωκράτους, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους, στην Αθήνα, και παρέμεινεν επί δύο έτη περί το 55 ή 59 μ.Χ. Ο απόστολος Παύλος είχεν επισκεφθεί την πόλιν των Αθηνών περί το 50 μ.Χ.
Εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον αναφέρεται η σχέσις του αποστόλου Φιλίππου με τους Έλληνες: «Ήσαν δέ τινες Έλληνες εκ των αναβαινόντων, ίνα προσκυνήσωσιν εν τη εορτή. Ούτοι ουν προσήλθον Φιλίππω τω από Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, και ηρώτων αυτόν λέγοντες∙ Κύριε, θέλομεν τον Ιησούν ιδείν. Έρχεται Φίλιππος και λέγει τω Ανδρέα, και πάλιν Ανδρέας και Φίλιππος λέγουσι τω Ιησού∙ Ο δε Ιησούς απεκρίνατο αυτοίς λέγων∙ Ελήλυθεν η ώρα, ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου» (Ιωαν. 12, 20 – 23).
Αμέσως χωρίς καθυστέρησιν άρχισε το σωτήριον κήρυγμά του. Κάποια ταλαίπωρη γυναίκα βλέποντας το ουράνιον πρόσωπό του και ακούοντας την αγία διδασκαλία του τον πλησίασε μετά δακρύων για τον υιόν της, που πέθανε και του ζητούσε βοήθεια. Ο θείος απόστολος Φίλιππος «ευσπλαχνίσθη aυτή και απλώσας την δεξιάν του προς τον νεκρόν είπεν ταύτα∙ Ο Ιησούς Χριστός, ον κηρύττω, σε προστάζει να εγερθής». Και ω! του θαύματος ο νεκρός ανεστήθη και οι πάντες εξεπλάγησαν. Περισσότερον από όλους εξεπλάγη η μητέρα του ποτέ νεκρού και ήλθεν και προσκύνησε τον Άγιον απόστολον και είπε τα εξής: «αναγέννησον δι’ ύδατος και πνεύματος εμέ και το τέκνον μου το οποίον συ ανέστησας». Και όντως ο ένδοξος απόστολος εβάπτισεν αυτήν και το τέκνο της. Αυτή δε η γυναίκα «εκήρυσσε τον Κύριόν μας και κατήγγειλε τοις πάσιν την ανάστασιν του υιού της».
Οι σοφοί Αθηναίοι τον αμφισβήτησαν για την απλότητα των λόγων του, τον υπελόγισαν και μάλιστα πάρα πολύ για την σοβαρότητα των έργων του και δη του θαύματος της αναστάσεως του νεκρού, που με τα ίδια τους τα μάτια εγνώρισαν. Ο εγωϊσμός όμως δεν τους άφηνε να ταπεινωθούν προ του Μεγάλου Θεού, που εκήρυσσε ο ένδοξος απόστολος Φίλιππος και μεταξύ τους έλεγαν “πώς να κάμωμεν ημείς, οίτινες έχομεν τόσην σπουδήν εις τα γράμματα και μας νικά ένα ιδιώτης και αγροίκος, όστις εις τα έργα φαίνεται περιφανείς και λαμπρότατος;”.
Στα απόκρυφα Ευαγγέλια αναφέρεται διήγησις υπερβολική και μυθώδης, εν τούτοις πρέπει να υπάρχη ιστορικός πυρήνας και γι’ αυτό παραθέτω το σχετικό κείμενο κατωτέρω: «Η έλευσις του αποστόλου Φιλίππου εν Αθήναις εγένετο πρόξενος μεγάλης ταραχής και σημαντικών συμβάντων. Ούτως, όταν πρωΐαν τινά εφάνη ανά τας οδούς των Αθηνών ανήρ ξένος, φέρων επενδύτην μόνον και λένειον, περί ου διεδίδετο ότι ήτο μέγας Ασιανός φιλόσοφος. Τριακόσοι των Αθηναίων φιλόσοφοι φοβηθέντες μη νικήση και αισχύνη (ντροπιάση) αυτούς ο ξένος, είπον αυτώ: Ημείς έχομεν τα μαθήματα των πατέρων ημών, εν οις αρκούμεθα φιλοσοφούντες∙ ει δε τι καινότερον έχης, ω ξένε, επίδειξον ημίν αφθόνως μετά παρρησίας ουδενός γαρ άλλου έχομεν ή μόνον ακούειν τι καινότερον. Και ο Φίλιππος δια μακρόν εξηγήσατο αυτοίς τα περί του νέου δόγματος, όπερ και δια θαυμάτων υπεστήριξεν. Οι φιλόσοφοι ούτοι έκθαμβοι ηναγκάσθησαν να γράψωσιν επιστολήν εις τον μέγαν Αρχιερέαν των Ιεροσολύμων, Ανανίαν».


Δ. Ο αρχιερέας των Ιουδαίων Ανανίας στην Αθήνα.

Έτσι σκεπτόμενοι «οι απόγονοι» των σοφών – του Σωκράτους του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους – Αθηναίοι έστειλαν επιστολήν δι’ ενός λογίου στον Αρχιερέα των Ιουδαίων Ανανία ονόματι. Ο λόγιος έδωσε την επιστολήν αλλά και προφορικώς είπε τα εξής: «άνθρωπος τις ήλθεν από εδώ προς ημάς, ονομαζόμενος Φίλιππος, όστις εις μεν τα λόγια είναι αγροίκος, αλλά εις τα έργα δεικνύεται θαυμάσιος και ταράσσει πολύν την πατρίδα μας, κηρύσσων Θεόν νεώτερον, Ιησούν ονομαζόμενον, με το όνομα του οποίου διώκει τους δαίμονας και πάσαν άλλην ασθένειαν. Εξόχως δε έκαμε το εξής τεράστιον θαύμα δια το οποίον εθαυμάσαμεν άπαντες, ήτοι ανέστησε νεκρόν, επικαλούμενος το όνομα του Ιησού. Όθεν κινδυνεύουν να καταφρονηθώσι και να παύσωσι τελείως τα ιδικά μας σεβάσματα και να αυξάνη τούτο το νεώτερον, εάν δεν έλθη προς ημάς ταχέως τις από υμάς».
Όταν τα άκουσε αυτά ο Αρχιερέας Ανανίας γεμάτος οργή ανεχώρησε και έφθασεν από τα Ιεροσόλυμα στην Αθήνα «Με φαντασίαν υπερήφανον και μήτε άρτον ούτε άλλο τι βρώσιμον έφαγεν, αλλ’ ενδυθείς την μεγαλόπρεπη ενδυμασίαν της αρχιερωσύνης, εκάθησεν εις θρόνον υψηλόν και υπερήφανον. Παρίσταντο δε αυτώ όλοι οι σοφοί των Αθηνών τριακόσιοι τον αριθμόν και όσοι Ιουδαίοι είχον έλθει εις την συνοδείαν του, πεντακόσιοι τον αριθμόν».



Ε. Ο Απόστολος Φίλιππος προ του δικαστικού βήματος του Αρχιερέως Ανανίου στην Αθήνα.

Διέταξεν ο Αρχιερέας Ανανίας να φέρουν προ αυτού κατηγορούμενον τον ένδοξον απόστολον Φίλιππον. Μόλις ήλθε ο μαθητής του κυρίου μας και εκάθησεν στο εδώλιον του κατηγορουμένου, ο Αρχιερέας Ανανίας του είπε με πολλήν οργήν τα εξής: «Δεν σου φθάνει ότι επλάνησες όσους απλουστέρους ευρίσκοντο στην Ιουδαίαν, Γαλιλαίαν και Σαμάρειαν, αλλά έβαλες στο μυαλό σου να πλανήσης και τους σοφούς Αθηναίους, πάντων ανθρώπων αθλιώτατε; Πλήν εγώ, σε μεν ως ηπατημένον και άφρονα καταφρονώ και δεν καταδέχομαι να σου ομιλήσω. Μόνον προς τους σοφούς Αθηναίους θέλω κάμει τον λόγον μου και να τους διδάξω την υπόθεσιν. Ο διδάσκαλος τούτου, ω! άνδρες Αθηναίοι, ως παραβάτης του Μωσαϊκού Νόμου κατεκρίθη από ημάς ευλόγως και δικαίως εις τον σταυρικόν θάνατον. Έμεινε δε γυμνός εις το ξύλον κρεμμάμενος και τις πλούσιος, Ιωσήφ καλούμενος, παρεκάλεσε τον Πιλάτον και επέτρεψεν ο Πιλάτος να τον ενταφιάσουν. Οι δε μαθητές αυτού δια χάριν φιλίας, απελθόντες την νύχτα έκλεψαν το σώμα του , δια να πλανήσουν πολλούς και ούτως έσπειραν πανταχού τον λόγον, φημίζοντες τον διδάσκαλόν των, ότι Ανεστήθη. Εις εξ’ αυτών είναι και ούτος, ο Φίλιππος, τον οποίον επιθυμεί να βάλλη εις τας χείρας του ο βασιλεύς των Ιουδαίων Αρχέλαος και να τον θανατώση εις εκδίκησιν πολλών».



ΣΤ. Η απολογία του Αποστόλου Φιλίππου στο κατηγορητήριο του Αρχιερέως Ανανία.

Οένδοξος απόστολος Φίλιππος ταπεινά και ήσυχα απελογήθη ειπών τα εξής: «Υιέ ανθρώπου, γιατί αγαπάς την ματαιότητα και ομιλείς ψευδά; Σύ δεν επλήρωσες με χρυσόν τους φύλακας να συκοφαντήσουν την Ανάστασιν; Σύ δεν ηξεύρεις τας σφραγίδας, τας οποίας έβαλες εις τον τάφον του παράνομε;».
Ο Αρχιερέας Ανανίας θύμωσε πάρα πολύ και σηκωθείς από τον περίλαμπρον θρόνον του ώρμησε γεμάτος οργήν να θανατώση τον απόστολον Φίλιππον. Αλλ’ ω! του θαύματος, αμέσως έμεινε ακίνητος και τυφλώθηκε. Οι συνοδεύοντες τον Αρχιερέα Ανανία, Ιουδαίοι και οι παριστάμενοι Αθηναίοι νομίζοντες ότι με μαγική δύναμι τελεί αυτά ο Φίλιππος, ώρμησαν γεμάτοι οργή εναντίον του. Αλλά και αυτοί ετιμωρήθησαν υπό του Αγίου Θεού δια της ακινησίας και της τυφλώσεως.
Ο ένδοξος απόστολος Φίλιππος τους λυπήθηκεν και παρεκάλεσεν τον Κύριον δια της προσευχής και είπεν τα εξής: «Κύριε θεράπευσον τας ασθενείας της ψυχής και του σώματος αυτών, δια την πολλήν σου ευσπλαχνίαν και αγαθότητα∙ και μετάβαλε την γνώμην των εις την σην επίγνωσιν και ευσέβειαν». Και ω! του θαύματος και εκινήθησαν από την ακινησίαν και θεραπεύθηκαν από την τύφλωσιν και όλοι μαζί ζητούσαν να τους βαπτίση. Και ενώ εγένοντο αυτά μέγας σεισμός συγκλόνισε την πόλιν των Αθηνών και καταγκρεμνίσθηκαν όλα τα είδωλα μέσα στα οποία εφώλευαν οι δαίμονες. Πάντες δε κατέφυγαν στον ένδοξον απόστολον Φίλιππον έντρομοι και μεγαλοφώνως εκραύγαζον «δυνατός είναι ο Θεός τον οποίον σύ κηρύττεις θαυμάσιε. Σ’ αυτόν αδιστάκτως και χωρίς αμφιβολίαν τινα πιστεύομεν και ημείς».



Ζ. Η γη σχίζεται και καταπίνει ζώντα τον Αρχιερέα Ανανία.

Οένδοξος απόστολος Φίλιππος αμέσως τους εβάπτισεν όλους και μόνον ο Αρχιερέας Ανανίας έμεινε στο σκοτάδι. Βλέποντας δε ο Αρχιερέας Ανανίας ότι όλοι επίστευσαν στον Χριστόν και εβαπτίσθησαν υπό του αποστόλου Φιλίππου στο όνομα της Αγίας Τριάδος, άρχισε να βλασφημά ο αναίσχυντος λέγων κατά του Κυρίου μας λόγια δύσφημα «του οποίου την ανοησίαν και την παρανομίαν η γη μη υποφέρουσα, εσχίσθη και κατέπιεν αυτόν ζώντα, ώσπερ ποτέ τον Δαθάν και τον Αβειρών, υιούς του Ελιάβ εκ της φυλής Ρουβήμ, οι οποίοι εστασίασαν κατά Μωϋσέως και Ααρών, ότι εξαπατούν τον λαόν και τον οδηγούν στην καταστροφήν.» (Δευτ. 11, 6, Αριθμ, κεφ. 16 και 26, 7 -10, Ψαλμ. 95, 17 και Σοφ. Σειράχ 45, 18).



ΙΔ. Ο Απόστολος Φίλιππος προ του επάρχου Αριστάρχου.

Οdiάβολος βλέπων νικημένον τον εαυτόν του, παρεκίνησε μερικούς από τους πιστούς του να βάλουν φωτιά και να καύσουν το σπίτι του άρχοντος και να καούν ζωντανοί μέσα σ’ αυτό ο άρχοντας, η γυναίκα του Μαρκέλλα, τα παιδιά τους και όποιος άλλος εργαζόταν και κατοικούσε μέσα σ’ αυτό. Ο ένδοξος απόστολος Φίλιππος γνωρίσας όλα αυτά, εκ Πνεύματος Αγίου, βγήκε και παραδόθηκε στους εχθρούς του και εχθρούς του Κυρίου μας, οι οποίοι τον συνέλαβαν σαν θηρία ανήμερα και πήγαν και τον παρέδωσαν στον έπαρχον της πόλεως, που ελέγετο Αρίσταρχος. Ο Αρίσταρχος σταθείς απέναντι του Αγίου αποστόλου Φιλίππου με πολύ θυμό του είπε τα εξής: «ηξεύρω ότι καυχάσαι για τις μαγείες σου. Αλλά εάν δεν τας ρίξεις από επάνω σου, θέλω σε θανατώσει με λιθασμόν πικρότατον. Περί δε του σταυρωθέντος Θεού σου θέλομεν εξετάσει με τον καιρόν ύστερα». Και αυτά λέγων άρπαξε από τις τρίχες της κεφαλής του τον πανεύφημον απόστολον Φίλιππον και τον περιγελούσε και τον έσερνε από το ένα μέρος στο άλλο… βασανίζοντάς τον.

Με καρτερικότητα ο θείος απόστολος Φίλιππος υπέμεινε τα μαρτύρια αυτά, αλλά για να σωφρονίση τον εγωϊστήν έπαρχον Αρίσταρχον και να γνωρίση όλος ο λαός, που παρακολουθούσε τα μαρτύριά του, ότι είναι υπηρέτης του παντοδύναμου θεού με όλην την δύναμιν της ψυχής, έκανε την εξής προσευχή εις επήκοον πάντων: «Κύριε, σύ ο οποίος έπλασες τας καρδίας μας και γνωρίζεις τας κινήσεις και τα διανοήματα αυτών, πλήρωσόν μου τον λόγον αυτόν, ο οποίος εξέρχεται χωρίς οργήν από την καρδίαν μου∙ και ας γίνη προς σωφρονισμό όλων των παρευρισκομένων “παράλυτος” η άτακτος χειρ αύτη, ήτις ετόλμησε να απλώση επί της κεφαλής την οποίαν σύ ηγίασες». Και ω! του θαύματος έτσι και έγινε. Όχι μόνον παρέλυσε «εξηράνθη» το χέρι του Αριστάρχου, αλλά και το ένα του μάτι ετυφλώθηκε, και την ακοήν του έχασε και από τα δύο του αυτιά και τέλος έμεινεν άλαλος.



Ο Απόστολος Φίλιππος ανιστά τον Θεόφιλον.

Βλέποντας οι παρακολουθούντες τα γεγονότα που ακολούθησαν παρεκάλεσαν τον ένδοξον απόστολον Φίλιππον, να συγχωρέση τον πταίσαντα έπαρχον Αρίσταρχον και να τον κάνη καλά, όπως ήταν πριν. Ο απόστολος Φίλιππος όμως με κατηγορηματικό τρόπο τους είπε τα εξής: «αι διαστροφαί των μελών δεν δύνανται να βοηθηθούν από άνθρωπον, διότι ένας είναι ο διορθωτής αυτού, ο Δημιουργός, όστις εξ αρχής συνήρμοσεν εκ της γης τον άνθρωπον. Και εάν δεν πιστεύσητε εις εκείνον μαζί με αυτόν, ο οποίος έπαθε, δεν λαμβάνει την θεραπείαν του».
Εκείνη δε την ώραν συνέβη να πηγαίνουν να ενταφιάσουν κάποιον νεκρόν. Οι οπαδοί του έπαρχου Αριστάρχου έλαβαν την αφορμήν να κοροϊδέψουν τον ένδοξον Φίλιππον και του έλεγαν σκωπτικά: «Εάν αυτόν τον νεκρόν αναστήσεις, όλοι θα προσκυνήσουμε τον Θεόν σου και μαζί μας και ο Αρίσταρχος».
Ο Άγιος Φίλιππος ατενίσας τον ουρανόν προσευχήθηκε και με πραείαν φωνήν είπε στο νεκρό τα εξής: «Θεόφιλε, ο Χριστός σε προστάσσει, έγειρε και λάλει ό, τι θέλεις χωρίς εμπόδιο». Και ο νεκρός, ω! του θαύματος, σηκώθηκε και έπεσε γονατιστός στα πόδια του αποστόλου Φιλίππου λέγοντάς του: «Ευχαριστώ σοι, Άγιε του Θεού, ότι την ώραν ταύτην από πολλά κακά μ’ ελύτρωσες. Γιατί μ’ έσυρον δικαστικώς τινές μαύροι και άσχημοι, για να με ρίξουν στον ολέθριον τάρταρον, το οποίον και θα εγίνετο, εάν σύ δεν ήθελες προφθάσει και να με λυτρώσης τον άθλιον». Αυτό το γεγονός έκανε τους πάντας να τρομάξουν και να θαυμάσουν την δύναμιν του Θεού, που ενεργεί δια των αποστόλων Του και εν προκειμένω δια του αποστόλου Φιλίππου.


. Ο Απόστολος Φίλιππος θεραπεύει και βαπτίζει τον Αρίσταρχον, τον Πρέφευκτον και πολλούς άλλους της πόλεως του Αζώτου.




Βλέποντας οι άνθρωποι τα θαυμάσια αυτά γεγονότα απέρριψαν κάθε αμφιβολίαν και δισταγμόν και επίστευσαν εις τον Κύριόν μας, δια του αποστόλου Φιλίππου, και είπαν εις αυτόν τα εξής: «Απόστολε Φίλιππε, αυτός τον οποίον σύ κηρύττεις είναι ο μόνος αληθής και παντοδύναμος Θεός, όστις τελεί τοιαύτα παράδοξα. Εις αυτόν τον Θεόν προσέχομεν άπαντες, ω! θαυμασιώτατε, και αδιστάκτως πιστεύομεν».
Και ο θείος Φίλιππος καταπαύσας με το χέρι του τον θόρυβον που εγίνετο, διέταξε τον άρχοντα της πόλεως –τον σύζυγον της Μαρκέλλας –να κάνη το σημείον του Τίμιου και Ζωοποιού Σταυρού επί του σώματος του Επάρχου Αριστάρχου, επικαλούμενος την Αγίαν Τριάδα. Ο άρχοντας έκανε όλα όσα του είπε ο ένδοξος Φίλιππος και ο έπαρχος Αρίσταρχος έγινε τελείως καλά. Αμέσως βαπτίστηκε ο Αρίσταρχος, ως και όλοι οι κάτοικοι της πόλεως του Αζώτου. Μεταξύ των βαπτισθέντων ήταν και ο Πρέφευκτος, ο πατέρας του αναστάντος εκ των νεκρών και ο αναστηθείς εκ των νεκρών, Θεόφιλος. Μάλιστα ο Πρέφευκτος έδωσε στον θείον Φίλιππον τους δώδεκα χρυσούς θεούς τους οποίους είχε και ελάτρευε, όπως και όλα τα υπάρχοντά του, να τα διαμοιράση στους πτωχούς. Ο ένδοξος απόστολος Φίλιππος καταρτίσας και στερεώσας όλους τους κατοίκους της Αζώτου γης εις την εν Χριστώ πίστιν, και χειροτονήσας εις επίσκοπον της πόλεως αυτής τον άρχοντα, ήτοι τον άνδρα της Μαρκέλλας, και ακόμη χειροτονήσας διακόνους και πρεσβυτέρους και διατάξας να κτίσουν εκκλησίες, όπου να λατρεύεται ο Άγιος και Τριαδικός Θεός, ανεχώρησεν για την Φρυγίαν. Το μεγάλο πνευματικό έργο του αποστόλου Φιλίππου φανερώνεται από την θέσιν του επισκόπου της πόλεως του Αζώτου. Η επισκοπή της πόλεως του Αζώτου είναι σημαντική και τούτο μαρτυρείται από τα πρακτικά των διαφόρων συνόδων όπου μέχρι του 6ου μ.Χ. αιώνος ο ποιμήν αυτής υπογράφει ως: «ο Επίσκοπος Αζώτου».




ΙΖ. Ο Απόστολος Φίλιππος στην Φρυγία.


Ελθών εις την πολυάνθρωπον χώραν της Φρυγίας ο ένδοξος απόστολος Φίλιππος συνήντησε εκεί τον απόστολον και Ευαγγελιστήν Ιωάννην, που και αυτός εκήρυσσε Ιησούν εσταυρωμένον και αναστάντα εκ των νεκρών και μαζί έφθασαν εις την Ιεράπολιν. Εκεί έμεινε και ελυπήθηκε σφόδρα, γιατί οι κατοικούντες σ’ αυτήν προσκυνούσαν «για Θεόν μίαν έχιδναν μεγάλη και φοβεράν στην οποίαν πρόσφεραν θυσίαν, οι απάνθρωποι, ανθρώπους». Μέσα σ’ αυτό το θηρίο κατοικούσε ο διάβολος. Πλησιάσας το θηρίον αυτό ο πανεύφημος απόστολος Φίλιππος προσευχηθείς εις τον Κύριόν μας και επικαλεσθείς «το όνομα του Δεσπότου Χριστού το φοβερόν και άστεκτον τοις δαίμοσιν εθανάτωσε την έχιδναν ταύτην…παρέχων τοις κατοικούσιν τη πόλει ταύτη θέαμα φοβερόν». Στη συνέχεια τους εδίδαξε ότι ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, μέλλει να έλθη και πάλιν το δεύτερον. Και τότε θα αναστήση όλο το γένος των ανθρώπων και θα αποδώσει εκάστω κατά τα έργα του. Όσοι δε είναι βαπτισμένοι και τηρούν το Νόμον του «θα κληρονομήσουν τον αιώνιον Παράδεισον» (Ματθ. 25, 34) ∙ και όσοι βαπτισμένοι δεν τηρούν τον Νόμον του, θα έχουν θέσιν εις την αιώνιαν κόλασιν μαζί «με τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού» (Ματθ. 25, 41). Πολλοί δε άκουσαν τα λόγια του αποστόλου Φιλίππου και επίστευσαν. Αυτούς ο Άγιος Φίλιππος τους εβάπτισεν και εξ αυτών εχειροτόνησε διακόνους –πρεσβυτέρους και επισκόπους


Το μαρτύριον του Αποστόλου Φιλίππου.


Οδιάβολος όμως εκίνησε τα όργανά του κατά του θείου Φιλίππου και τον συνέλαβαν και τον υπέβαλαν σε ραβδισμούς και σ’ άλλα πολλά μαρτύρια. Το φοβερότερον μαρτύριον είναι ότι του ετρύπησαν τους αστραγάλους από όπου και τον εκρέμασαν κατακέφλα σε Σταυρό χιαστί. Μαζί του εκρέμασαν και τον απόστολον Βαρθολομαίον. Η Μαριάμνη, η κατά σάρκα αδερφή του αποστόλου Φιλίππου, δεν υπέστη κανένα μαρτύριον, παρά το ψυχικό μαρτύριον να βλέπη τον αδελφό της κρεμασμένον ως κακούργον μαζί με τον Βαρθολομαίον «οίτινες πολλά εκοπίασαν στον αμπελώνα του Κυρίου». Ο Κύριος βλέπων το μαρτύριον των δύο μαθητών του συνεκλόνισε τον κλώνον της γης με πολλά ρίχτερ, ώστε πολλά σπίτια να γκρεμινσθούν και πλείστοι των ανθρώπων να βρουν οικτρόν θάνατον κάτω από τα ερείπια. Κάτω από αυτόν τον σεισμόν οι Φρύγες «τύπτοντες εαυτών τα στήθη» (Λουκ. 23, 48) και προσελθόντες μετά δακρύων τω Σταυρώ του ενδόξου αποστόλου Φιλίππου, τον παρακαλούσαν να τους συγχωρέση δια την μεγάλην τους αμαρτία


Το τέλος του αποστόλου Φιλίππου.



ΟΚύριος αφ’ ενός δέχθηκε την μετάνοιαν των ανθρώπων της πόλεως αυτής και σταμάτησε τον σεισμόν και εγλύτωσαν όλοι τους από επώδυνον θάνατον, αφ΄ετέρου δε τους έδειξε «οπτασίαν θαυμασίαν, σημείου θειοτέρας δυνάμεως και είδον κλίμακα από την γην έως τα ουράνια και τους εδείκνυε την άνοδον». Αυτό έγινε οδός σωτηρίας για τους απίστους, οι οποίοι ωμολόγησαν τον Κύριόν μας «ότι είναι ο αληθινός και μόνος Θεός ημών» και κατέβασαν τον απόστολον Βαρθολομαίον από τον Σταυρόν όπου εκρέματο.

Όταν δε ήλθαν να ξεκρεμάσουν από τον χιαστή Σταυρόν και τον ένδοξον απόστολον Φίλιππον, αυτός δεν ηθέλησεν, γνωρίζων ότι μετά από λίγη ώρα θα πήγαινε «να συναντήση τον Μεσσίαν». Πάνω δε από τον Σταυρόν του συνέχισε να διδάσκη τον λαόν να φυλάσση τον Νόμον του Θεού. Και ενώ έλεγε αυτά προσευχήθηκε στον Κύριόν μας και «απήλθεν η μακαρία του ψυχή προς Κύριον τη 14η Νοεμβρίου του 80 ή 87 μ.Χ.» Και τούτο βλέπων ο υμνογράφος τονίζει: «Αρθείς Φίλιππος εκ ποδών επί ξύλου, τα των ποδών σοι νίπτρα, Σώτερ, εκτίει. Ήρθης κακκεφαλής δεκάτη Φίλιππε Τετάρτη».


Το ιερόν λείψανο του Αγίου Φιλίππου.


Το δε άγιον και ιερόν του λείψανον ενταφίασαν με πολλήν ευλάβειαν ο απόστολος Βαρθολομαίος και η αδερφή του Μαριάμνη και πλήθος πιστών ψάλλοντες «ωδάς κατά την τάξιν και ύμνους προς τον Θεόν». Τεμαχίδιον δε εκ του Ιερού αυτού λειψάνου έχει αποθησαυριστεί εις το μικρόν και φιλόξενον Eκκλησάκι του, στο Μοναστηράκι και δη επί της οδού Αδριανού αριθμό 19. Απεκτήθη δε αυτό το τεμαχίδιον του Ιερού λειψάνου τη πρωτοβουλία του εφημερεύοντος από τον Ιούλιον του 1989 Πρωτοπρεσβυτέρου και Λυκειάρχου Αιδεσιμολογιωτάτου Ιερέως π. Αθανασίου Α. Αττάρτ εκ της Ιεράς Μονής AGOSTINIANE S. LUCIA –ROMA, όπως και σ’ άλλη λειψανοθήκη υπάρχουν τεμαχίδια εκ των λειψάνων των ενδόξων αποστόλων του πρωτοκορυφαίου Πέτρου και του δυσπίστου Θωμά, τα οποία και αυτά απεκτήθησαν τη πρωτοβουλία του π. Αθανασίου.



 Η λειψανοθήκη του Αγίου Φιλίππου.

Το τεμαχίδιον αυτό του Ιερού Λειψάνου του Αγίου ενδόξου αποστόλου Φιλίππου φυλάσσεται εις ιδιαιτέραν χειροποίητον ασημένια λειψανοθήκη 925ο βαθμών με διαστάσεις α) ύψος 27 cm, β) μήκος 31,5 cm και γ) πλάτος 16 cm. Το δε βάρος της είναι 3,600 kg. Γύρωθεν είναι χαραγμένες οι εξής παραστάσεις: 1. Ο Ραβδισμός του Αγίου Φιλίππου, 2. Η Χιαστή σταύρωσίς του, 3. Η Ταφή του, 4. Ο Άγιος Φίλιππος ελέγχει τον Αρχιερέα των Ιουδαίων Ανανία, 5. Η Ανάστασις του υιού της χήρας, 6. Η βάπτισις των πρώτων Αθηναίων, 7. Ο απόστολος Φίλιππος οδηγεί τον φίλον του Ναθαναήλ στον Μεσσίαν και 8. Η χειροτονία, υπό του Αγίου Φιλίππου, του Ναρκίσσου επισκόπου Αθηνών.

Η ως άνω λειψανοθήκη ανοίγει και εσωτερικά στο άνω κάλυμμα, το οποίο συγκρατείται δι’ αλύσεως, είναι χαραγμένος ο ένδοξος απόστολος Φίλιππος ευλογών και αγιάζων όλους εμάς. Εξωτερικά δε, έχει πέντε ασημένιους τρούλους, τέσσερις μικρούς και ένα μεγάλο, που κοσμούνται με τέσσερα μικρά ζαφείρια και ένα μεγαλύτερο, αντιστοίχως. Επί δε της βάσεως της λειψανοθήκης είναι τοποθετημένον «το τεμαχίδιον εκ του Ιερού Λειψάνου του Αγίου ενδόξου αποστόλου Φιλίππου» και γύρωθεν υπάρχει η εξής ιστορική περιγραφή: ΙΕΡΟΝ ΛΕΙΨΑΝΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, ΔΩΡΗΘΕΝ ΥΠΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ “AGOSTINIANE S. LUCIA –ROMA” ΤΗ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΕΙ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ (Mr. PHILIPPE REGAMEY –ΕΛΒΕΤΙΑ)
.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

ΚΥΡΗΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2009

Δύο θαύματα του Κυρίου μας Ιησού χριστού περιγράφει η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αυτό της θεραπείας της αιμορροούσης και της θυγατέρας του Ιάειρου. Η μία ήταν μια απλή γυναίκα μέσα στο πλήθος, ο δεύτερος ήταν επιφανής, άρχοντας της συναγωγής. Προσεγγίζουν το Χριστό, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο: η αιμορροούσα δεν τολμά καν να ζητήσει από τον Κύριο να τη θεραπεύσει, απλά Τον πλησιάζει και ακουμπά την άκρη των ιματίων Του, και το θαύμα γίνεται. Ο αρχισυνάγωγος ζητά από τον Διδάσκαλο να έλθει στο σπίτι του και να θεραπεύσει τη μονάκριβη κόρη του και ο Χριστός έρχεται και ανασταίνει το κορίτσι, που στο μεταξύ είχε πεθάνει. Και οι δύο όμως, και η αιμορροούσα και ο Ιάειρος, έχουν δύο κοινά στοιχεία: διαθέτουν πίστη και τόλμη. Πιστεύουν ότι ο Χριστός μπορεί να παράσχει την ίαση και τολμούν, ο μεν να το ζητήσει και η δε να αγγίξει τον Κύριο.

Δεν ήταν μικρό πράγμα για έναν αρχισυνάγωγο το να μιλήσει με το Χριστό. Οι Γραμματείς και οι φαρισαίοι είχαν απαγορεύσει στο λαό να Τον πλησιάζει και να ακούει τη διδασκαλία Του. Ο Ιάειρος όχι μόνο τολμά να βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος που ακούει τους λόγους του Κυρίου, αλλά και συζητεί μαζί Του και Του ζητά να έλθει στο σπίτι του, γιατί πιστεύει ότι ο μόνος που μπορεί να σώσει το παιδί του είναι ο Χριστός. Η πίστη του λοιπόν υπερνικά τον οποιοδήποτε φόβο, όπως ακριβώς και η πίστη της γυναίκας, που απλά αγγίζει τα ρούχα του Κυρίου Ιησού, προσδοκώντας να λάβει την ίαση.

Την αναγκαιότητα της πίστης προκειμένου να πραγματοποιηθεί το θαύμα, την επισημαίνει και την τονίζει ο ίδιος ο Χριστός. Στην αιμορροούσα λέει: “θυγάτηρ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε”1 και στον Ιάειρο, που τον ειδοποίησαν ότι η κόρη του πέθανε και να μην ταλαιπωρεί άλλο τον Διδάσκαλο, του απαντά: “μή φοβοῦ, μόνο πίστευσον, καί σωθήσεται”2. Τη διαφορά ανάμεσα σε αυτόν που πιστεύει ότι ο Χριστός θα κάνει το θαύμα και σε εκείνους που δεν το πιστεύουν τη βλέπουμε στους συγγενείς του μικρού κοριτσιού, που γέλασαν με τον Χριστό, όταν τους είπε να μην κλαίνε, γιατί το κορίτσι δεν πέθανε. Η απελπισία τους είχε εξανεμίσει κάθε ελπίδα και πίστη προς τον Θεό, και θεωρούσαν πως όλα πια είχαν χαθεί.

“Μόνο πίστευσον, καί σωθήσεται”. Τα λόγια του Χριστού είναι καταλυτικά, όχι μόνο για τον πατέρα του άρρωστου κοριτσιού, αλλά και για τον καθένα μας. Μέσα στο πέλαγος της βιοπάλης και της καθημερινότητας, συχνά αισθανόμαστε ανίσχυροι, αδύναμοι, νικημένοι. Νιώθουμε ότι δεν έχουμε από πού να κρατηθούμε, πού να στηριχτούμε και να πάρουμε δύναμη για να αντεπεξέλθουμε στις δυσκολίες της ζωής. Συχνά μια ασθένεια, μια ανυπέρβλητη δυσκολία, μάς βυθίζει στην απόγνωση και την απελπισία. Κι όμως, ο Χριστός μάς προσκαλεί να πιστέψουμε, και η βοήθειά Του θα έλθει.

Τί σημαίνει να πιστέψουμε; είναι μια απλή λέξη, αλλά χρειάζεται τόλμη και απαιτεί υπέρβαση του εγώ μας, προκειμένου να γίνει πράξη στη ζωή μας. Είναι απαραίτητο πρώτα από όλα να συνειδητοποιήσουμε και να παραδεχτούμε ότι δεν είμαστε παντοδύναμοι, πως πέρα από τη δική μας προσπάθεια έχει μεγάλη σημασία και η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, η προστασία Του και η ευλογία Του. Μέσα στις δυσκολίες, τις αστοχίες και τις αποτυχίες, δύο επιλογές μάς μένουν: ή να βυθιστούμε στην απόγνωση και να καταστραφούμε πνευματικά, ή να αποδεχτούμε τη δική μας ανεπάρκεια και να στραφούμε με πίστη στον Θεό. Αν καταφέρουμε επομένως να κάνουμε τούτη την υπέρβαση του εγωισμού μας και αποδεχτούμε την παντοδυναμία αλλά και την αγάπη του Θεού προς εμάς, τότε μπορούμε με ταπείνωση πλέον να απευθυνθούμε προς Αυτόν και με πίστη να Του ζητήσουμε να έλθει σε βοήθειά μας.

Ο Θεός δεν είναι χαιρέκακος, ούτε θέλει να μας βλέπει να ταλαιπωρούμαστε. Επειδή όμως μας έπλασε ελεύθερους, περιμένει από μόνοι μας, ελεύθερα να Τον βάλουμε στη ζωή μας. Και στο μεταξύ, διακριτικά μας σκεπάζει και μας προσφέρει τις ευκαιρίες να πιστέψουμε σε Αυτόν. Και επειδή ο Θεός είναι αγάπη, μόλις προστρέξουμε με πίστη σπεύδει και πραγματοποιεί το θαύμα στην προσωπική μας ζωή, όχι πάντα σύμφωνα με τη δική μας επιθυμία, αλλά με γνώμονα το πνευματικό μας καλό και συμφέρον.

Είναι όντως δύσκολο να στηρίξουμε την ελπίδα μας στο Θεό. Χρειάζεται ταπείνωση, χρειάζεται τόλμη, χρειάζεται πίστη. “Μή φοβοῦ, μόνο πίστευσον”, μας προσκαλεί σήμερα ο Χριστός, προκειμένου να κάνει το θαύμα στη ζωή μας. Αρκεί να Τον εμπιστευτούμε, να του δώσουμε χώρο να σταθεί μέσα στην καρδιά μας. Αυτή είναι και η προσευχή μας, σε κάθε Λειτουργία και σε κάθε ακολουθία της Εκκλησίας: “ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα”.

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ - ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΣΤΕ





1. Νὰ λέμε τὴν προσευχή μας ἀργὰ καὶ καθαρά. Ὄχι μὲ βιασύνη, ἀλλὰ μὲ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό.

2. Πρὶν προσευχηθοῦμε νὰ ἔχουμε συγχωρήσει ὅλους ὅσους μᾶς ἔχουν ἀδικήσει ἢ μᾶς ἔχουν στενοχωρήσει στὴ ζωή μας.

3. Νὰ μάθουμε νὰ ἀγαποῦμε τὴν προσευχή μας μὲ τρόπο ταπεινό.

4. Γιὰ νὰ καρποφορήσει μία προσευχὴ χρειάζεται βαθειὰ ταπείνωση καρδιᾶς καὶ μυστηριακὴ ζωή.

5. Ἡ προσευχὴ ἀποδίδει περισσότερο ὅταν ἔχουμε ἐξομολογηθεῖ καθαρὰ καὶ ἔχουμε κοινωνήσει τὸ Πανάγιον Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

6. Νὰ προσευχόμαστε χωρὶς εἰκόνες στὸ νοῦ μας, ἀλλὰ νὰ προσέχουμε τὰ λόγια της προσευχῆς μὲ κατάνυξη καὶ εὐλάβεια.

7. Ὅσο περισσότερο προσευχόμεθα, τόσο περισσότερο αἰσθανόμαστε τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ.


ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με»

τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους



Ἀγαπητοί μας ἀδελφοί,

Σαλπίζουμε ἐγερτήριο σάλπισμα.

Οἱ ἐχθροί μας δαίμονες δὲν κοιμοῦνται καὶ ἐργάζονται ἀκατάπαυστα νὰ μᾶς ρίξουν στὶς ἁμαρτίες καὶ ἐξαιτίας αὐτῶν καὶ τῶν παθῶν μας στὰ βάθη τῆς κόλασης. Μὲ ἄλλο τρόπο δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσουμε παρὰ μόνο μὲ τὴν προσευχή. Ἡ ἀνάγνωση πνευματικῶν βιβλίων εἶναι καλὴ καὶ ὠφέλιμη ἡ ἀνάγνωση ἢ παρακολούθηση τῶν ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας μᾶς βοηθοῦν ὅσους ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ τὰ κάνουν.

Γιὰ τοὺς πολλοὺς ὅμως ἕνας τρόπος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τοὺς ἄλλους τρόπους προσευχῆς εἶναι μὲ τὸ κομποσχοίνι. Σὲ κάθε κόμπο ἐπικαλεῖσαι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ λέγοντας τὴ σύντομη εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» ἢ ἁπλῶς « Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Θὰ ἀρχίσεις μὲ τὸ: Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν. Δόξα σοι ὁ Θεός, Βασιλεῦ οὐράνιε, Τρισάγιον, Παναγία Τριάς, Πάτερ ἡμῶν. Τὸν Ν´ ψαλμόν. Μιὰ σύντομη αὐτοσχέδια προσευχὴ μία φορὰ τὴν ἡμέρα μὲ σύντομη δοξολογία, εὐχαριστία, ἐξομολόγηση, αἴτηση ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν σου, ἐνισχύσεώς σου καὶ τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν σου στὸν ἀγώνα τὸν καλό, καὶ προσευχὴ μὲ κομποσχοίνι ὅπως παρακάτω:

Α. Ὁ Ἑσπερινός με κομποσχοίνι ἢ μὲ τὸ ρολόι χωρὶς κομποσχοίνι (κομποσχοίνι τῶν 300 κόμπων = τριακοσάρι, κομποσχοίνι τῶν 100 κόμπων = ἑκαστοστάρι).

Τρία τριακοσάρια τοῦ Χριστοῦ .

Ἕνα τριακοσάρικο τῆς Παναγίας

Ἕνα ἑκατοστάρι τοῦ Ἁγίου της ἡμέρας

Ἕνα ἑκατοστάρι τοῦ Ἁγίου της Ἐνορίας

Ἕνα ἑκατοστάρι τοῦ Ἁγίου της ἑβδομάδος



Β. Τὸ Ἀπόδειπνον, τὸ ἴδιο ὡς ὁ Ἑσπερινός με ἐπιπλέον 2 τρακοσάρικα τῆς Παναγίας


Γ. Μεσονυκτικόν, τέσσερα τρακοσάρικα τοῦ Χριστοῦ


Δ. Ὄρθρος, ἐννέα τριακοσάρικα τοῦ Χριστοῦ ἢ μία ὥρα μὲ τὸ ρολόι, τρία τρακοσάρικα τῆς Παναγίας ἢ 15 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι. Ἀπὸ ἕνα ἑκατοστάρι τοῦ ἁγίου της ἡμέρας, τῆς ἐνορίας καὶ τῆς ἑβδομάδος ὡς στὸν ἑσπερινό, ἢ ἀπὸ δυὸ λεπτά, καὶ ἐπιπλέον ἕνα τρακοσάρι τῶν Ἁγίων Πάντων

Ε. Θεία Μετάληψις, τέσσερα τριακοσάρικα τοῦ Χριστοῦ ἢ 15 λεπτά. Ἕνα τρακοσάρικο τῆς Παναγί

Στ. Παράκλησις στὸν Χριστό, τὴν Παναγία ἢ σὲ Ἅγιο. Δυὸ τρακοσάρικα ἢ δέκα λεπτά.

Ζ. Ὧραι 1η, 3η, 6η καὶ 9η, ἕξι τριακοσάρικα τοῦ Χριστοῦ ἢ ½ ὥρα, δυὸ τρακοσάρικα τῆς Παναγίας ἢ

Ἂν ἔχεις πολλὴ ἐλεύθερη ὥρα ταξιδεύοντας στὸ λεωφορεῖο, ἢ ὁπουδήποτε βρίσκεσαι, ἀντὶ νὰ πιάσεις κουβέντα μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο, κοίταξε τὸ ρολόι σου, κλείσου στὸν ἑαυτό σου καὶ λέγε τὴν εὐχὴ ὅπως εἴπαμε πιὸ πάνω.

Μὲ τὴν συνήθεια, τὴν ἀσταμάτητη προσοχὴ καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ γίνεσαι δύσκολος στόχος τοῦ πονηροῦ. Μαζί με αὐτά, ἡ καλλιέργεια τῆς ἀγάπης, τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς πίστης, τῆς συμπόνοιας, τῆς κατάνυξης, τῆς αὐτοκατηγορίας, τῆς ἐλπίδας στὸν Θεό, τῆς τακτικῆς ἐξομολόγησης καὶ Θείας Κοινωνίας, ἀποκτᾶς ἕνα γερὸ ὁπλοστάσιο καὶ καθιστᾶς τὸν ἑαυτό σου θωρακισμένο μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ σχεδὸν ἀπρόσβλητον ἀπὸ τὰ θανατηφόρα βέλη τοῦ διαβόλου. Ὁ Κύριος εἶπε: «Ἄνευ ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Γι᾿ αὐτὸ γνωρίζοντας τὴν ἀσθένειά σου ταπεινώσου, καὶ ἔχε εἰς τὸν Θεὸ τὴν ἐλπίδα σου ἵνα μὴ καταισχυνθῇς καὶ δόξαζε κατὰ πάντα τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας. Ἀμήν.

Στὰ κομποσχοίνια:



Τοῦ Χριστοῦ λέμε: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.

Τῆς Παναγίας λέμε: Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσόν με.

Τοῦ Ἁγίου της ἡμέρας: Ἅγιε… πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.

Τοῦ Ἁγίου της ἐνορίας: Ἅγιε… πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.

Τοῦ Ἁγίου της ἑβδομάδος: Ἅγιε… πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.

Δευτέρα: Ἅγιοι Ἀρχάγγελοι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἐμοῦ.

Τρίτη: Βαπτιστὰ τοῦ Χριστοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.

Τετάρτη καὶ Παρασκευή: Σταυρὲ τοῦ Χριστοῦ, σῶσον μὲ τὴ δυνάμει σου.

Πέμπτη: Ἅγιοι Ἀπόστολοι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἐμοῦ καί, Ἅγιε Νικόλαε, πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.

Σάββατο: Ἅγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἐμοῦ.

Κυριακή: Παναγία Τριὰς (ὁ Θεός), ἐλέησόν με.

Γιὰ τὸν Ἄγγελο Φύλακα: Ἅγιε Ἄγγελέ μου, φύλαξέ με.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης δίδαξε τὴν ἐργασία τῆς Νοερᾶς προσευχῆς ὄχι μόνο στοὺς Μοναχούς του Ἁγίου Ὄρους, ἀλλὰ ξεκινώντας ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος πῆγε διδάσκοντας τὴ Νοερὰ προσευχὴ μέχρι τὴ Βλαχία, δηλαδὴ τὴ σημερινὴ Ρουμανία.

Ἐπίσης ὁ λαμπρός της Θεσσαλονίκης φωστήρας ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὄχι μόνο σε πολλὲς ὁμιλίες του παρακινοῦσε ὅλους τοὺς χριστιανοὺς νὰ προσεύχονται νοερὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά τους, ἀλλὰ καὶ λόγον ὁλόκληρον ἔστειλε στοὺς Ἰωάννην καὶ Θεόδωρον τοὺς φιλοσόφους, ποὺ βρίσκονταν στὸν κόσμο, στὸν ὁποῖο λόγο ἀποκάλυψε σ᾿ αὐτοὺς ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Νοερᾶς προσευχῆς.

Ὁ Ἅγιος Διάδοχος λέει ὅτι ὁ σατανᾶς δὲ θέλει ποτὲ νὰ μάθουν οἱ Χριστιανοὶ καὶ νὰ πιστεύουν ὅτι αὐτὸς βρίσκεται στὴν καρδιὰ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς πολεμάει, ἀλλὰ θέλει νὰ νομίζουν ὅτι τοὺς πολεμάει ἐξωτερικά. Κατόπιν τούτου οἱ περισσότεροι Χριστιανοὶ καὶ ἰδιαίτερα οἱ λογιώτατοι πολλὲς φορὲς πιστεύουν ὅτι οἱ λογισμοὶ ἔρχονται σ᾿ αὐτοὺς ὄχι ἐσωτερικά, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν καρδιά, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ λογική τους, δηλαδὴ τὶς σκέψεις τους καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ μὴ μάθουν νὰ πολεμοῦν τὸ σατανᾶ μὲ τὴν καρδιακὴ μνήμη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ μὲ τὴ Νοερὰ καὶ καρδιακὴ προσευχή!.. «Τῷ δὲ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

«Ὅταν πονᾶς μὴ περπατᾶς σὲ δρόμους πατημένους

διάλεγε κάποια ἐρημικὰ μονοπάτια.

Κάτω ἀπὸ ξάστερο οὐρανὸ σὲ κάμπους ἀνθισμένους

προσευχήσου στοῦ Πλάστη ἐμπρὸς τὰ μάτια.

Κι ὅταν τὸ γλυκοχάραμα ξυπνοῦν τὰ ρόδα, οἱ κρίνοι,

θὰ ἰδῆς πόσο σὲ γιάτρεψε ἡ προσευχὴ ἐκείνη.»

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΜΑΣ

Ὑπὸ τοῦ μακαριστοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου




Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ μέγας καὶ φοβερὸς καὶ ἔνδοξος, ὁ φυλάσσων τὸ ἔλεός Σου καὶ τὴν διαθήκην Σου τοῖς ἀγαπῶσι Σε καὶ φυλάσσουσι τὰ Σὰ προστάγματα, εὐχαριστοῦμεν Σοι ὑπὲρ τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν Σου εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων. Δεόμεθά σου, Κύριε, ῥῦσαι ἡμᾶς καὶ λύτρωσαι, ὅτι πολλὰ τοῖς νόμοις Σου ἀφρόνως προσεπταίσαμεν καὶ ἐκολλήθη ἡ γαστὴρ ἡμῶν εἰς γῆν ἰλῦος. Ἐγενήθημεν ὡσεὶ σκεύη ἀπολωλότα, καὶ ἠκούσαμεν ψόγον πολλῶν παροικούντων κυκλόθεν. Διὸ παρακαλοῦμέν Σε, φιλάνθρωπε Δέσποτα, ὕψωσον κέρας Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων, καὶ κατάπεμψον ἐφ᾿ ἡμᾶς τὸ μέγα Σου ἔλεος. Μὴ παραδῷς, Μονογενὲς Λόγε τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησίαν Σου, ἣν περιεποιήσω τῷ Τιμίῳ Αἵματι Σου, δέρεσθαι ὑπὸ ἀνέμων καὶ σαλεύεσθαι ὑπὸ κυμάτων. Εἰπὲ οὖν, Κύριε, τῇ μαινομένῃ κατ᾿ αὐτῆς θαλάσσῃ τῶν παθῶν του κόσμου «σιώπα, πεφίμωσο»· ἐπιτίμησον δὲ τοῖς ἀνέμοις καὶ ποίησον γαλήνην, ἵνα γαληνῶς ποντοπορῇ καὶ ἀταράχως ἡ θεία Ὁλκάς Σου. Δὸς δή, φιλεύσπλαγχνε Κύριε, καὶ τοῖς ἁγίοις Σου Ἀρχιερεῦσι καὶ Ἱερεῦσιν, οὓς Πνεῦμα τὸ Πανάγιον ποιμαίνειν ἔθετο τὴν ἐπὶ γῆς στρατευομένην Ἐκκλησίαν Σου, χάριν συνέσεως εἰς τὸ διανοεῖσθαι καὶ πράττειν τὰ εὐάρεστά Σοι καὶ τῷ μυστικῷ Σου Σώματι συμφέροντα. Σὺ τοίνυν, Ἰησοῦ Χριστέ, κυβέρνησον καὶ δίδαξον καὶ φώτισον αὐτοὺς τοῦ ἀγαπᾶν ὑπὲρ τὰ πρόσκαιρα τὴν δόξαν Σου τὴν ἄφθαρτον· ὑπὲρ τὰ ὅρια τῶν γεηρῶν Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐνοριῶν αὐτῶν, ὁρᾶν τὴν ἀμετάθετόν Σου Βασιλείαν, ἣν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἡτοίμασας πᾶσι τοῖς ἀγαπῶσι Σε. Δὸς αὐτοῖς, Κύριε, ἐν φίλτρου ἀγαπᾶν παροξυσμῷ τὸν τίμιον λαὸν Σου, ἀεὶ δ᾿ ἑτοίμους εἶναι καὶ τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθῆναι ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου ἑαυτῶν, κατὰ τὸ Σὸν ὑπόδειγμα. Χρημάτων, Ἅγιε, καὶ δόξης, ποίησον αὐτοὺς ὑπερφρονεῖν καὶ φιλοπτώχους εἶναι, ἑλκύων ἅμα πρὸς τὸν Οὐρανὸν τὸ φρόνημα αὐτῶν. Ἔτι δεόμεθά Σου, Κύριε, φώτισον αὐτῶν τὰ ὄμματα· συνέτισον τὴν διάνοιαν· ταπείνωσον τὴν καρδίαν· τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἅγνισον καὶ ἀπόστρεψον τοῦ μὴ βλέπειν τῶν ὑλαίων τὴν ματαιότητα· εὐόδωσον δὲ πάντας ἡμᾶς τοῦ διανύσαι τὴν στενὴν ὁδὸν καὶ τεθλιμμένην, ἵνα ἐν τοῖς Σκηνώμασι τοῖς Οὐρανίοις καταπαύσωμεν τῆς δόξης Σου, καὶ σὺν τοῖς Ἀγγέλοις Σου καὶ Ἀρχαγγέλοις ᾄδωμεν ᾆσμα καινὸν καὶ πανευφρόσυνόν Σοι τῷ Δεσπότῃ καὶ Ἁγίῳ Λυτρωτῇ ἡμῶν, σὺν τῷ Ἀνάρχῳ Σου Πατρὶ καὶ τῷ Ζωοποιῷ Σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας. Ἀμήν.

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΑΓ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥΣ 14 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2009


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ & ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ


ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥΣ


ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ ΑΙΤΩΛ/ΝΙΑΣ




Γραμματικού 04  Νοεμβρίου 2009




        Ο Πρόεδρος π Σπυρίδων Ιωάννου και τα μέλη του Εκκλησ. Συμβουλίου, του Ιερού Ναού Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς, σας προσκαλούν στις εορταστικές εκδηλώσεις που θα πραγματοποιηθούν προς τιμήν του Αγίου ενδόξου Αποστόλου Φίλιππου, που εορτάζει και πανυγηρίζει στις 14 Νοεμβρίου 2009.






Αναλυτικότερα






• Την Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009 και περί ώραν 18:00 μμ, υποδοχή του ιερού λειψάνου του Αγίου Φιλίππου, Μέγας Πανυγηρικός Εσπερινός μετ Αρτοκλασίας και Θειου Κυρήγματος χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας & Ακαρνανίας KOΣΜΑ


• Το Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009 και περί ώραν 07:00 πμ η ακολουθία του Ορθρου και πανυγηρική Θεία Λειτουργία μετά θείου κυρήγματος .


• Το απόγευμα της εορτής και περί ώραν 15:30 ιερά Παράκλησις του Αγίου Φιλίππου και εν συνεχεία η ακολουθία του Εσπερινού.




 

Η παρουσία σας θα μας τιμήσει ιδιαίτερα



Μετά της εν Χριστώ αγάπης


π Σπυρίδων Ιωάννου


Εφημέριος Ιερού Ναού Αποστόλου Φιλίππου


Γραμματικούς



Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

ΥΠΟΜΕΝΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΕΝΟΣ ΣΥΓΓΕΝΙΚΟΥ ΜΑΣ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

        Οταν επιστρέφει κανείς από την ξενητιά στην πατρίδα του, είναι όλος ευφροσύνη και αγαλλίαση, επειδή έρχεται να δει τους συγγενείς και τους αγαπημένους του. Όταν βρίσκεται κανείς κλεισμένος σε σκοτεινή φυλακή και τον αφήσουν ελεύθερο, χοροπηδάει απ΄τη χαρά του, επειδή, από τον ζοφερό εκείνο τόπο της καταδίκης, βγήκε στο φως και βρήκε τη λευτεριά του. Και όταν ο ταλαιπωρημένος και θαλασσοπνιγμένος ναυτικός φτάνει στο λιμάνι, λυτρωμένος από τ΄άγρια κύματα και τους κινδύνους, νιώθει μεγάλη ανακούφιση, επειδή έφτασε στον προορισμό του και δεν φοβάται πια τίποτα.


Πικρή ξενητιά, σκοτεινή φυλακή και άγρια θάλασσα είναι τούτη η ζωή, αδελφέ. Όσο βρισκόμαστε πάνω στη γη, έχουμε θλίψεις και βάσανα και στενοχώριες.

Μόνο όταν, με του Θεού το θέλημα, πεθαίνουμε, τότε τελειώνει η ξενητιά και η εξορία μας, τότε βγαίνει από τη φυλακή του σώματος η αθάνατη ψυχή μας, τότε πηγαίνουμε στο ποθητό λιμάνι της αναπαύσεως, "ένθα ούκ έστι πόνος, ού λύπη, ού στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος".

Όποιος, λοιπόν, πικραίνεται και λυπάται για τον βιολογικό θάνατο φίλου ή συγγενούς του, είναι ασύνετος. Όχι μόνο δεν πρέπει να λυπάται, αλλά και να χαίρεται, γιατί ο αγαπημένος του άφησε το χωμάτινο σώμα και αναχώρησε για τους ουρανούς, όπου θα ντυθεί ένα άλλο, αιώνιο και άφθαρτο.

Αυτό ποθούσε ο απόστολος Παύλος, όταν έλεγε: "Ξέρουμε πώς, αν η επίγεια σκηνή πού κατοικούμε, δηλαδή το σώμα, διαλυθεί, έχουμε στους ουρανούς κατοικία αιώνια, οικοδομημένη από το Θεό κι όχι από ανθρώπινα χέρια.

Γι΄αυτό τώρα στενάζουμε, περιμένοντας με λαχτάρα να ντυθούμε το ουράνιο σώμα μας"(Β΄Κορ. 5:1-2). Άλλτε πάλι διακήρυσσε ότι γι΄αυτόν "το να ζει"σήμαινε "ζωή με το Χριστό και το να πεθάνει ήταν κέρδος", και ότι φλεγόταν από την επιθυμία " να φύγει απ΄αυτόν τον κόσμο και να είναι μαζί με το Χριστό" (Φιλιπ. 1:21, 23).

Έτσι αντιμετωπίζουν το θάνατο οι αληθινοί χριστιανοί: Σαν τέλος της απατηλής και αρχή της αυθεντικής ζωής, σαν τέλος του πολέμου και αρχή της ειρήνης, σαν τέλος του μόχθου και αρχή των βραβείων. Γιατί, λοιπόν, κλαίς για το θάνατο του γονιού σου ή του παιδιού σου ή του συντρόφου σου ή του φίλου σου;

Ίσως θα πεις, ότι αυτό είναι μια φυσική εκδήλωση της ανθρώπινης ψυχής, που θλίβεται για το χωρισμό, και ότι από την αρχή του κόσμου οι άνθρωποι θρηνούσαν τους νεκρούς τους -όχι μόνο οι άπιστοι και ειδωλολάτρες, μά κι όσοι πίστευαν στον αληθινό Θεό. Πράγματι, όπως διαβάζουμε στη Γραφή, ο Αβραάμ θρήνησε το θάνατο της Σάρρας (Γεν. 23:2). Ο Ιωσήφ έκλαψε για το θάνατο του πατέρα του Ιακώβ και πένθησε μαζί μ΄όλη την Αίγυπτο για εβδομήντα ημέρες (Γεν. 5:1-3). Έκλαψαν και οι Εβραίοι για το θάνατο του Μωυσή (Δευτ. 34:8). Μα κι αυτός ο Θεάνθρωπος Ιησούς δάκρυσε για τον νεκρό φίλο Του Λάζαρο (Ιω. 11:35).


Τι σημαίνουν όλα τούτα τα περιστατικά;

Ακουσε, αδελφέ. Δεν είναι αμαρτία να κλάψεις και να πενθήσεις για τον αγαπημένο άνθρωπο που έχασες. Να κλάψεις όμως μετρημένα, συγκρατημένα, εύλογα και εύτακτα. Αυτό είναι φυσικό και ανθρώπινο. Γιατί ο θάνατος είναι ένας πρόσκαιρος χωρισμός.

Μήπως κι όταν ένας συγγενής μας φεύγει για μακρινό ταξίδι, δεν κλαίμε που χωριζόμαστε; Ανάρμοστα όμως και αδικαιολόγητα είναι τ΄αστέρευτα δάκρυα, ο υπέρμετρος θρήνος, ο απελπισμένος οδυρμός και τ΄άλλα καμώματα πολλών, γυναικών κυρίως, που χτυπιούνται και δέρονται και μοιρολογούν και τραβάνε τα μαλλιά τους ...Τι πράγματα είν΄αυτά; Χριστιανοί είμαστε ή άπιστοι;

Με την απόγνωση, που τόσο πληθωρικά εκδηλώνεις, άραγε τι κερδίζεις;

Μήπως οικοδομείς εκείνους που σε βλέπουν;

 μήπως -το κυριότερο- ωφελείς το νεκρό; Όχι.

Κι εσύ αποδεικνύεσαι κενός, φιλόσαρκος, ολιγόπιστος, προσκολλημένος στη ματαιότητα.

Και στους άλλους εμπνέεις τα ίδια αισθήματα, ενώ θα μπορούσες να τους διδάξεις με τη συμπεριφορά και τον καλό σου λόγο.

Αλλά και στο νεκρό, που υποτίθεται ότι αγαπάς τόσο πολύ, δεν προσφέρεις τίποτα σε τούτη την κρίσιμη ώρα.

Αν ο αγαπημένος σου, πρίν κοιμηθεί, εξομολογήθηκε με συναίσθηση και κοινώνησε με κατάνυξη, όχι μόνο δεν πρέπει να θρηνείς, αλλ΄απεναντίας να πανηγυρίζεις, γιατί σώθηκε και θ΄αναστηθεί ολόλαμπρος όταν θα ξανάρθει ο Κύριος, για να ευφραίνεται αιώνια κοντά Του.

Δεν έχεις παρά ν΄αγωνιστείς κι εσύ, πρίν σ΄επισκεφθεί απρόσκλητα ο θάνατος, για να συνευφραίνεσαι μαζί του στον παράδεισο.

Αν πάλι ήταν αμελής κι έφυγε πνευματικά απροετοίμαστος, τα όψιμα δάκρυά σου δεν τον βοηθούν. Ούτε να τον αναστήσουν μπορούν, για να μετανοήσει, ούτε να τον σώσουν. Και τώρα, όμως, μπορείς να παρηγορήσεις και να βοηθήσεις την ψυχή του.

Γιατί κανένας δεν μπορεί να προεξοφλήσει την κρίση του πολυεύσπλαχνου και απειράγαθου Θεού. Άφησε, λοιπόν, τα δάκρυα και κάνε κάτι ουσιαστικό για το νεκρό. Πρώτα-πρώτα, να προσεύχεσαι ακατάπαυστα για την άφεση των αμαρτιών του. Κι έπειτα, να κάνεις ελεημοσύνες και αγαθοεργίες για την ανάπαυσή του, να δίνεις προσφορές σε εκκλησίες και μοναστήρια για να μνημονεύουν τ΄όνομά του στις θείες λειτουργίες, να καλείς ιερείς για να του διαβάζουν μνημόσυνα και τρισάγια. Έτσι δεν ωφελείς μόνο την ψυχή του κεκοιμημένου, αλλά και τον εαυτό σου.



Γατί όπως γράφει στο "Τριώδιον" ο όσιος Νικηφόρος ο Ξανθόπουλος, με πολλές πατερικές αποδείξεις, "Τα μνημόσυνα, οι ελεημοσύνες και οι λειτουργίες που γίνονται για τους κεκοιμημένους, προξενούν σ΄αυτούς μεγάλη ωφέλεια και ανάπαυση".

Αλλά "κι εκείνος που κάνει τούτες τις προσφορές για τους κεκοιμημένους, έχει μισθό από το Θεό, για την αγάπη που δείχνει προς τους συνανθρώπους του, όπως ακριβώς κι εκείνος που αλείφει με άρωμα τον πλησίον του, ευωδιάζει πρώτα-πρώτα ο ίδιος";.

Να, λοιπόν, τι πρέπει να κάνεις, αντί να θρηνείς ανώφελα. Και πέρα απ΄αυτά, ο θάνατος του άλλου ας γίνει αφορμή να μελετήσεις σοβαρά τη ματαιότητα του κόσμου τούτου, να σκεφτείς ότι ίσως σήμερα κιόλας θα τον αφήσεις κι εσύ για πάντα, αιφνίδια και απροσδόκητα, κι έτσι να μετανοήσεις και να διορθώσεις το φρόνημα και την πολιτεία σου.

Επίσης, αν έχεις φίλο ή γνωστό που πλησιάζει στο θάνατο, μη διστάσεις να τον συμβουλέψεις σχετικά. Πρότρεψέ τον να εξομολογηθεί με καθαρότητα και συντριβή, να κοινωνήσει τα άχραντα Μυστήρια, να ετοιμαστεί όπως πρέπει για τη μεγάλη συνάντηση με τον Κύριο. Μ΄αυτόν τον τρόπο θα συμβάλεις στη σωτηρία ενός ανθρώπου, η αποβίωση του οποίου δεν θα είναι θάνατος αλλά ζωή, ζωή νέα και αιώνια.

Επί τη εορτή της Ανακομιδής των ιερών λειψάνων του Αγ Γεωργίου του Τροπαιοφόρου




Ο Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία, ανάμεσα στο 275 και στο 285 και θανατώθηκε το 296 ή το 303 μ.Χ. Οι γονείς του Αγίου Γεωργίου ήταν χριστιανοί, ο πατέρας του είχε ελληνική καταγωγή και ήταν από την Καππαδοκία και η μητέρα του ήταν από την Παλαιστίνη. Όταν ήταν 10 ετών πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του τον πήρε στην περιοχή Λύδδα της Παλαιστίνης όπου τον μεγάλωσε και τον μόρφωσε. Στην ηλικία των 18 ετών, κατατάχτηκε στον ρωμαϊκό στρατό στη Νικομήδεια. Διακρίθηκε σε πολύ μικρή ηλικία ο Άγιος Γεώργιος και πήρε τον βαθμό του χιλίαρχου. Αργότερα ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός τον έκανε διοικητή με τον τίτλο του κόμη. Ο Άγιος Γεώργιος ονομάζεται τροπαιοφόρος για την ανδρεία του και για τον ηρωϊσμό του στις μάχες. Ο Διοκλητιανός, αφού αντιμετώπισε τις εξωτερικές απειλές στράφηκε στην αναδιοργάνωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αποφάσισε ότι οι υπήκοοί του θα πρέπει να τον λατρεύουν ως θεό και ξεκίνησε διωγμούς κατά των Χριστιανών. Έκλεισε τους χριστιανικούς ναούς, εξόρισε ή βασάνισε και οδήγησε στο μαρτύριο Χριστιανούς που δεν πρόδιδαν την πίστη τους, απομάκρυνε από τον στρατό και τις υπηρεσίες τους Χριστιανούς. Έκανε τρεις συνελεύσεις για να οργανώσει τους διωγμούς, στις οποίες μπορούσαν να είναι παρόντες οι αξιωματούχοι. Ο Άγιος Γεώργιος πήρε το λόγο, ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό και πήρε θέση ενάντια στο διωγμό των Χριστιανών. Ο Διοκλητιανός οργίστηκε και διέταξε τη σύλληψη του Αγίου Γεωργίου. Στην φυλακή βασανίστηκε για την πίστη του και υπέμεινε τους πόνους με προσευχή. Αρχικά τον έδεσαν ξαπλωμένο ανάσκελα και έβαλαν επάνω του έναν μεγάλο βαρύ λίθο. Στη συνέχεια τον έδεσαν στον τροχό, που είχε περιστρεφόμενα μαχαίρια που έκοβαν τις σάρκες. Ένας άγγελος ελευθέρωσε τον Άγιο και τα τραύματά του θεραπεύτηκαν. Όταν αυτό έγινε γνωστό, ο Πρωτολέοντας και ο Ανατόλιος παρουσιάστηκαν στον Διοκλητιανό μαζί με χίλιους στρατιώτες και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό, με αποτέλεσμα ο Διοκλητιανός να διατάξει την θανάτωσή τους. Η μνήμη τους τιμάται στις 23 Απριλίου. Ο Διοκλητιανός διέταξε τότε να φτιάξουν μια στέρνα, να τη γεμίσουν με ασβέστη και να κλείσουν εκεί τον Άγιο Γεώργιο για τρεις ημέρες. Όταν άνοιξαν την στέρνα, αντί να βρουν το σώμα του Αγίου καμένο και διαλυμένο, τον βρήκαν όρθιο να προσεύχεται. Ο λαός αναγνώρισε το θαύμα κι έλεγε ότι είναι μεγάλος ο Θεός του Γεωργίου, αλλά ο αυτοκράτορας θεώρησε ότι ήταν κάποιου είδους μαγεία. Ο Άγιος Γεώργιος του απάντησε ότι αυτό δεν ήταν μαγεία ή αγυρτεία, αλλά αποτέλεσμα της θείας χάρης και ο Διοκλητιανός διέταξε να πυρακτώσουν μεγάλα σιδερένια παπούτσια και υποχρέωσαν τον Άγιο να περπατήσει φορώντας τα. Ο Άγιος Γεώργιος περπατούσε και προσευχόταν χωρίς να παθαίνει τίποτα. Βλέποντας τα νέα θαύματα του Αγίου, ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός συνέχισε να πιστεύει ότι ήταν αποτέλεσμα μαγείας και κάλεσε τον μάγο Αθανάσιο. Αυτός έφερε δύο αγγεία με ισχυρά δηλητήρια και ο αυτοκράτορας διέταξε τον Γεώργιο να τα πιει. Ο Άγιος έκανε την προσευχή του, ήπιε τα δηλητήρια και δεν έπαθε τίποτα. Τότε ο Αθανάσιος γονάτισε μπροστά στον Άγιο Γεώργιο και ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό, και θανατώθηκε από τον Διοκλητιανό. Η μνήμη του μάρτυρα Αθανασίου του από μάγων, τιμάται στις 23 Απριλίου. Η Αλεξάνδρα, σύζυγος του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, μαζί με τους δούλους της, πίστεψαν στον Χριστό, φυλακίστηκαν από τον Διοκλητιανό και θανατώθηκαν την επομένη. Η μνήμη της βασίλισας Αλεξάνδρας και των υπηρετών της Απολλώ, Ισαακίου και Κοδράτου, που πίστεψαν στον Χριστό και θανατώθηκαν από τον Διοκλητιανό, τιμάται στις 21 Απριλίου. Ο Άγιος Γεώργιος είδε ενύπνιο, ότι σύντομα θα πάρει τον στέφανο του μαρτυρίου. Το ξημέρωμα οι στρατιώτες τον παρουσίασαν στον Διοκλητιανό. Ο αυτοκράτορας του ζήτησε να θυσιάσει στον βωμό του Απόλλωνα. Ο Άγιος μπήκε στον ναό του Απόλλωνα, έκανε το σχήμα του σταυρού και τότε το είδωλο του Απόλλωνα έπεσε και κομματιάστηκε. Ο Διοκλητιανός καταδίκασε τον Άγιο σε θάνατο δια αποκεφαλισμού. Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην περιοχή Λύδδα της Παλαιστίνης, από τον πιστό του υπηρέτη, Άγιο Πασικράτη. Εκεί, μετά το διάταγμα ανεξιθρησκείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, οι Χριστιανοί ανέγειραν μεγαλοπρεπή Ιερό Ναό αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο, όπου και κατέθεσαν τα ιερά του λείψανα.

Η μνήμη του Αγίου Γεωργίου τιμάται στις 23 Απριλίου, αλλά αν η εορτή του πέσει μέσα στη Σαρακοστή, μετατίθεται στην Δευτέρα του Πάσχα. Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του τιμάται στις 3 Νοεμβρίου.



Απολυτίκιο Αγίου Γεωργίου

Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής, και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ

Toυ π Σπυρίδωνα Ιωάννου
Εφημερίου Ι Ν Αποστ Φιλίππου
Γραμματικούς




Το Κερί



Το αγνό και μαλακό κερί συμβολίζει το εύπλαστο της ψυχής μας. Όπως το κερί λιώνει αθόρυβα και φωτίζει, έτσι και εμείς με τη Χάρη του Θεού θα πρέπει να «λειώνουμε » μέχρι τελευταίας πνοής, θυσιαζόμενοι για τον πλησίον μας. Να φωτίζουμε και να ευεργετούμε τους γύρω μας αθόρυβα και χωρίς επίδειξη για χάρη της αγάπης του Χριστού.

Το κερί επίσης που βρίσκεται στους Ιερούς Ναούς συμβολίζει επίσης τον « νεκρό » εαυτό μας. Όταν το βάζουμε όρθιο και αναμμένο στο μανουάλι συμβολίζει τον Αναστημένο Ιησού και ομολογούμε και τη δική μας Ανάσταση. Με τα κεριά στα μνημόσυνα, στην Κηδεία και στα κόλλυβα ομολογούμε την πίστη μας στην Ανάσταση των Νεκρών και στη δίκαια κρίση της ημέρα που όλοι μας, πλούσιοι οι φτωχοί, άρχοντες οι δούλοι θα σταθούμε έναντι του Δίκαιου Κριτή. Με την λαμπάδα στο Μυστήριο του Βαπτίσματος ομολογούμε την πνευματική ανάσταση του Βαπτιζόμενου ενώ στο μυστήριο του Γάμου ομολογούμε ότι όπως φωτίζουν οι καθαρές λαμπάδες, έτσι και εμείς με τη Χάρη του Θεού θα σταθούμε φωτεινά παραδείγματα των παιδιών μας και δεν θα προδώσουμε την τιμιότητα του Γάμου.

Ένα ή δύο κεριά είναι υπέρ αρκετά για τους ζωντανούς και τις ψυχές των κεκοιμημένων αδελφών μας. Είναι λαθεμένη η συνήθεια να ανάβουμε πολλά κεριά δήθεν ότι θα μας σώσουν. Ας προσέξουμε τον τρόπο της ζωής μας , διότι όσα κεριά και αν ανάψουμε, δεν μας σώζουν εάν δεν ζούμε με μετάνοια, εξομολόγηση με προσευχή και κοντά στην Εκκλησία και στα Μυστήριά Της.

Το καντήλι


Tο καντήλι συμβολίζει το ανέσπερο φως που είναι ο Χριστός και καλούμαστε να τον μιμηθούμε. Δηλαδή:

• Να φωτίσουμε τους εαυτούς μας με το αληθινό φως της γνώσεως

• Να γίνουμε φώτα όπως οι μαθητές του Χριστού



Ανάβουμε το καντήλι στην Εκκλησία και στα σπίτια μας για να μας θυμίζει ότι η πίστη μας είναι φως, αφού ο Κύριός είπε « Εγώ ειμί το φως του κόσμου ». Το φως του καντηλιού μας θυμίζει το φως με το οποίο ο Χριστός καταυγάζει τις ψυχές μας. Ανάβουμε το καντήλι για να μιμηθούμε τους Αποστόλους και όλους τους Αγίους οι οποίοι κατά τον Απόστολο Παύλο είναι τέκνα φωτός. Για να ελέγχονται από το φως του τα σκοτεινά μας έργα, οι κακές ενθυμίσεις και να επανερχόμαστε στο δρόμο του φωτός του Ευαγγελίου. Για να μας θυμίζει το αδιάλειπτο της προσευχής μας. Για να είναι φόβητρο στις δυνάμεις του σκότους που μας επιτίθενται με πονηριά πριν και κατά τη διάρκεια της προσευχής και θέλουν να αποκρίνουν τη σκέψη μας από το Θεό. Οι δαίμονες αγαπούν το σκοτάδι και τρέμουν το φως, το φως του Χριστού. Για να μας παρακινεί σε αυτοθυσία. Όπως δηλαδή με το λάδι καίγεται στο καντήλι το φυτίλι, έτσι και το δικό μας θέλημα να καίγεται με τη φλόγα της αγάπης στο Χριστό.

Ένα καθαρό ποτήρι, καθαρό και αγνό λάδι ελιάς πρέπει να χρησιμοποιούμε στο καντήλι μας και όχι η κακή συνήθεια να χρησιμοποιούμε σπορέλαιο ή άλλα παράγωγα αυτού. Χρησιμοποιούμε αγνό ελαιόλαδο για να θυμόμαστε την προσευχή του Ιησού στον κήπο των Ελαιών στη Γεθσημανή. Το ελαιόλαδο είναι το καλύτερο λάδι και το πιο καθαρό και αυτό θα προσφέρουμε στον Ένα και Αληθινό Θεό. Το άναμμα του καντηλιού με ελαιόλαδο είναι μι μικρή δική μας θυσία, σημείο και δείγμα ευγνομωσύνης και αγάπης που οφείλουμε στο Θεό για την μεγάλη θυσία που έκανε για μας με το Σταυρικό του θάνατο. Τον ευχαριστούμε για την πατρική του αγάπη, την υγεία που μας χαρίζει, για τη σωτηρία τη δική μας άλλα και όλου του κόσμου μα πάνω απ όλα για όλες τις δωρεές του Παναγίου Πνεύματος.

Ακοίμητο καντήλι πρέπει να καίει στο εικονοστάσι του σπιτιού μας για να μας θυμίζει ότι ο πνευματικός μας αγώνας πρέπει να είναι ακοίμητος. Το ανάβουμε μπροστά στις εικόνες στους Ιερούς Ναούς, στην Αγία Τράπεζα, στον Εσταυρωμένο πίσω της Αγίας Τραπέζης, στην Ιερά Πρόθεση εντός του Ιερού Βήματος, στους τάφους των προσφιλών κεκοιμημένων συγγενών μας.


To λιβάνι ή Θυμίαμα


Είναι ένα από τα τρία δώρα που προσέφεραν οι τρεις Μάγοι στον Κύριο μας. Συμβολίζει την προσευχή μας που ανέρχεται όπως ο καπνός, στο θρόνο του Θεού. Όπως δηλαδή το λιβάνι συναντάτε με το αναμμένο κάρβουνο και δεν μένει εκεί, αλλά αφού αφού θερμανθεί ανέρχεται προς τα άνω και σκορπίζει την ευωδία, έτσι και οι ψυχές μας με ζεστή και θερμή πίστη προσευχόμενες, δεν πρέπει να κολλούν στα γηίνα υλικά όταν λατρεύουν το Θεό, αλλά να φτερουγίζουν προς τα άνω μυροβλήζουσες, απαγκιστρωμένες από τις υλικές μέριμνες.

Με την ανάταση του νου και της ψυχής μας προς τα άνω, η προσευχή μας γίνεται πιο καθαρή και η κοινωνία μας με το Θεό περισσότερο ουσιαστική. Το θυμίαμα μας μεταφέρει στο χώρο της προσευχής των Αγίων στον Ένα και Αληθινό Θεό και τονίζει την παρουσία του Κυρίου και των Αγίων στη ζωή μας. Όταν θυμιάζει ο ιερέας την πρόθεση, το θυμίαμα θυμίζει τα δώρα των Μάγων. Όταν θυμιάζει πριν την Μεγ. Είσοδο το θυμίαμα υποδηλώνει την σμυρναλόη του Νικοδήμου. Κατά την Μεγ. Είσοδο συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα .

Τα θυμιατά που χρησιμοποιούμε στους Ιερούς Ναούς είναι κινητά μεταλλικά σκεύη που στο κάτω μέρος δέχονται τα αναμμένα κάρβουνα ή καρβουνόσκονη. Εξαρτώνται από τέσσερις αλυσίδες με δώδεκα κουδουνάκια. Συμβολίζουν τους τέσσερις Ευαγγελιστές και τους δώδεκα Αποστόλους αντίστοιχα. Η βάση του θυμιατού συμβολίζει την ανθρώπινη φύση του Χριστού μέσα στα σπλάχνα της Παναγίας Μητέρας Του. Τα ανάμενα κάρβουνα συμβολίζουν το πυρ της θεότητας. Είναι η βάτος η φλεγόμενη αλλά μη κατακαιομένη. Η φωτιά συμβολίζει και τη Θεία Αγαπη τού ως φωτιά καίει την καρδιά του κάθε πιστού.

Λιβανίζουμε στο σπίτι μας κάθε βράδυ πριν την προσευχή μας , όταν διαβάζουμε παράκληση στην Παναγία και όταν ζυμώνουμε πρόσφορα. Λιβανίζουμε τις ιερές εικόνες .



Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Ο ΙΕΡΕΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟΝ

Toυ π Αθηναγόρα Καραμαντζάνη




Προ καιρού είχα την ευλογημένη ευκαιρία να παραστώ στην χειροτονία ενός πρεσβυτέρου αγαπητού φίλου και αδελφού.

Όταν έφθασε η ώρα της χειροτονίας, είδα δύο άλλους πρεσβυτέρους να τον περιφέρουν τρεις φορές κύκλω της Αγίας Τραπέζης, ψάλλοντες «δόξα Σοι Χριστέ ο Θεός Αποστόλων καύχημα...» Κατόπιν τον είδα να γονατίζη μπροστά στο θυσιαστήριο, στηρίζοντας και τα δύο του χέρια επάνω σ' αυτό. Τί εσήμαιναν άραγε αυτά; Εσήμαιναν και σημαίνουν ότι από εκείνη την ώρα κέντρο της ζωής του ιερέως θα είναι το ιερό και άγιο αυτό θυσιαστήριο. Γι' αυτό και το αγκαλιάζει με όλη την θέρμη της καρδιάς του σαν το πολυτιμώτερο απόκτημα της ζωής του, αλλά και το θυσιαστήριο τον τυλίγει ολόκληρο μέσα στην δόξα και τον θείο του γνόφο.





1. Το μεγαλείο του Θυσιαστηρίου



Τί συγκλονιστική αλήθεια στιγμή, που βέβαια όλοι μας την έχουμε ζήσει! Όντως, αυτό το ιερό σύμπλεγμα, ιερεύς και θυσιαστήριο, είναι και θα είναι εις τους αιώνας, ό,τι πιο υψηλό ό,τι πιο μεγαλειώδες έχει να παρουσιάση αυτός ο κόσμος. Δύο πράγματα, που ενώθηκαν άπαξ δια παντός από αυτόν τον Κύριο, τον πρώτο και Μέγα ιερέα του κόσμου. Ο ιερεύς είναι τρόπον τινά συνεζευγμένος με το θυσιαστήριο. Ο ιερεύς γεννάται την ώρα της χειροτονίας του. Μήτρα αυτής της υπερφυούς γεννήσεως είναι ακριβώς το πανάγιο θυσιαστήριο, που έκτοτε θα γίνη ο ομφάλιος λώρος του. Από την στιγμή εκείνη γίνεται η ίδια η ζωή του. Υπάρχει εξ αιτίας αυτού και ζη μόνον γι' αυτό. Είναι το ιερό φορτίο του, η χαρά του και η δόξα του.

Το διδακτικό, το ποιμαντικό και το άλλο κοινωνικό έργο του απορρέουν και τροφοδοτούνται από την χάρι του λειτουργικού του χαρίσματος. Στην Ορθοδοξία το κέντρο της ζωής των πιστών, δεν είναι το κήρυγμα, αλλά το Μυστήριο. Δεν είναι ο άμβων, αλλά το θυσιαστήριο. Γι' αυτό ακόμη και η θέσις του μέσα στον ναό είναι κεντρική, όπως η καρδιά μέσα στο σώμα. Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας. Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι πρωτίστως λειτουργούσα και προσευχομένη Εκκλησία και δευτερευόντως κηρύττουσα και ποιμαίνουσα. Ποιμαίνει από την Αγία Τράπεζα. Η πρώτη Εκκλησία όλα τα μυστήριά της τα είχε συνδεδεμένα με το υπέρτατο γεγονός της Θ. Ευχαριστίας. Η Αγία Τράπεζα εκφράζει και συγκεφαλαιώνει όλα τα σημαντικώτερα έργα του Χριστού επί της γης. Θεωρείται και ως τράπεζα του Μυστικού Δείπνου και ως άλλος Γολγοθάς, αλλά και ως ο θεοδόχος τάφος του Σωτήρος μας, εξ ου αναβλύζει η ανάστασις και η ζωή. «Ως ζωηφόρος, ως παραδείσου ωραιότερος όντως και παστάδος πάσης βασιλικής αναδέδεικται λαμπρότερος Χριστέ ο τάφος Σου, η πηγή της ημών αναστάσεως». Κατά δε τον Άγ. Συμεών τον Θεσσαλονίκης, το θυσιαστήριο θεωρείται τόπος και θρόνος του βασιλέως της δόξης.

«Είχε μεν - κατά τον Απ. Παύλον (Εβρ. 9,1) και η πρώτη σκηνή δικαιώματα λατρείας» καθώς και το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων, αλλά αυτά ήσαν σκιά και προτύπωσις των μελλόντων. «Ημίν διηκόνουν αυτά» κατά τον Απ. Πέτρον (Α' Πετρ. 1,12). Το θυσιαστήριο της Παλαιάς Διαθήκης, ήτο το προεικόνισμα του θυσιαστηρίου της Καινής Διαθήκης όπου «υπέρ ημών ετύθη Χριστός», το καινόν Πάσχα. Από το άλλο μέρος το επίγειο αυτό θυσιαστήριο της Εκκλησίας θεωρείται προβαθμίδα του υπερουράνιου και νοερού, όπου ο Χριστός «παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών, ου δι' αίματος τράγων και μόσχων, αλλά δια του ιδίου αίματος, εισήλθεν εφ' άπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος» (Εβρ. 9,11-12).

Πιστεύουμε ότι όσα τελούνται, κατά την θεία μας λατρεία είναι ο απόηχος και η πιστή αντιγραφή των όσων συμβαίνουν στον ουρανό. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψι μας δίδει μία έκπαγλη εικόνα της ουράνιας λειτουργίας, σε μια παναρμόνια συγχορδία των αγγέλων και των αγίων. Λέγει στο 8ο κεφ. στιχ 3: «Και άλλος άγγελος ήλθε και εστάθη επί του θυσιαστηρίου, έχων λιβανωτόν χρυσούν και εδόθη αυτώ θυμιάματα πολλά, ίνα δώση ταις προσευχαίς των αγίων πάντων επί το θυσιαστήριον το χρυσούν το ενώπιον του θρόνου». Σε άλλο δε κεφάλαιο μας παρουσιάζει την δοξολογική λειτουργία και τους ύμνους της θριαμβευούσης εν ουρανοίς Εκκλησίας και λέγει: «Και ήκουσα ως φωνήν όχλου πολλού και ως φωνήν υδάτων πολλών και ως φωνήν βροντών ισχυρών, λεγόντων αλληλούια. ότι εβασίλευσε Κύριος ο Θεός, ο Παντοκράτωρ. Χαίρωμεν και αγαλλιώμεθα και δώμεν την δόξαν αυτώ, ότι ήλθεν ο γάμος του αρνίου και η γυνή αυτού ητοίμασεν εαυτήν» (Αποκ. 19,6-7). Αυτού του υπέρθεου μεγαλείου με το οποίο είναι ντυμένο το θυσιαστήριό μας, τελετουργός και μύστης, αλλά και πρώτος μέτοχος των ανεκφράστων δωρεών του, τυγχάνει ο ιερεύς, εξ αιτίας της αγίας ιερωσύνης, την οποίαν φέρει στο οστράκινο σκεύος του. Ο ιερεύς είναι βέβαια και αυτός άνθρωπος «σάρκα φορών και τον κόσμον οίκων», αλλά έχει την υψίστη τιμή να υπηρετή τον Θεό. Ο ιερός Χρυσόστομος, ο υμνητής αυτός, όσον ουδείς άλλος, της ιερατικής αξίας, στέκει απορημένος μπροστά της και ερωτά: «Όταν ο ιερεύς το Πνεύμα το Άγιον καλή και την φρικωδεστάτην επιτελή θυσίαν και του κοινού πάντων εφάπτεται δεσπότου, που τάξομεν αυτόν, ειπέ μοι;». Ο δε σύγχρονος Άγ. Σιλουανός ο Αθωνίτης θα προσθέση σε αυτά και την ιδική του εκτίμησι: «Εάν έβλεπαν -λέγει- οι άνθρωποι με ποια δόξα λειτουργεί ο ιερεύς, θα έπεφταν κατά γης μπροστά στο όραμα αυτό. Κι' αν ο ίδιος ο ιερεύς έβλεπε τον εαυτό του, σε ποια ουράνια δόξα βρίσκεται, κατά την τέλεση του λειτουργήματός του, τότε θα γινόταν μεγάλος ασκητής και θα αγωνιζόταν να μη θλίψη με τίποτε την χάρι του Αγίου Πνεύματος που ζη μέσα του». Και καταλήγει πολύ σοφά: «Όμως ο Κύριος αποκρύπτει από τα μάτια των λειτουργών του το μεγαλείον τους αυτό, για να μη υπερηφανεύωνται, αλλά να σώζωνται με την ταπείνωσι». Ο μακαριστός π. Ιάκωβος Τσαλίκης, άνθρωπος με θαυμαστές εμπειρίες (ηγούμενος του Οσ. Δαβίδ), όταν λειτουργούσε, έλαμπε από καθαρότητα και μεγαλοπρέπεια. Συχνά τον έβλεπαν να μη πατάη στο έδαφος, αλλά να στέκεται και να βαδίζη στον αέρα. Πολλές φορές αντίκρυζε επάνω στην Αγία Τράπεζα αγγέλους και αρχαγγέλους, να κρατούν το Σώμα του Κυρίου. «Οι άνθρωποι - έλεγε - είναι τυφλοί και δεν βλέπουν τί γίνεται μέσα στο ναό, στην διάρκεια της θείας λειτουργίας!»

Ο ιερουργών ιερεύς, ιστάμενος προ του φρικτού θυσιαστηρίου, γίνεται δέκτης της θείας χάριτος αλλά και πομπός της προς τον κόσμο. Είναι μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπου, εικονίζοντας τον ένα και μοναδικό μεσίτη Ιησούν Χριστόν. «Ο ιερεύς -λέγει ο ιερός Χρυσόστομος- μέσος του Θεού και της των ανθρώπων φύσεως έστηκεν, τας εκείθεν τιμάς κατάγων προς ημάς και τας παρ' ημών ικετηρίας ανάγων εκεί».

Τα δύο υψωμένα χέρια του λειτουργού, άλλοτε μας φέρνουν τις θείες ευλογίες και άλλοτε εμποδίζουν, σαν άλλα αλεξικέραυνα, την οργή του θεού, διασώζοντας το ανθρώπινο γένος. Γι' αυτό αν σταματήση να τελήται επί της γης η θεία λειτουργία, ο κόσμος θα αποθάνη. Έτσι, μπορούμε να πούμε, λαμβάνοντας υπ' όψιν και την προσωπική μας πραγματικότητα, ότι ο ιερεύς κινείται μεταξύ ενός θείου μεγαλείου που κρύβει η ιερωσύνη του και της χοϊκότητος, που την αποτελούν τα πάθη και οι αδυναμίες μας. Ο ιερεύς όντως παλεύει μεταξύ αγγέλων και δαιμόνων. Άλλοτε βλέπει ότι προσεγγίζει ή προσεγγίζεται από τους πρώτους και άλλοτε από τους δευτέρους. Μπροστά στο θυσιαστήριο βλέπει ότι είναι «Θεός κατά χάριν», έξω όμως στην καθημερινότητα, διαπιστώνει ότι αποτελείται από αίμα και σάρκα. Και έρχονται στιγμές, που η θέσις του ιερέως είναι όντως δραματική. Τότε ίσως βγαίνει από τα χείλη του ο αναστεναγμός: «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος». Και αν δεν δίνει τακτική διέξοδο στο Μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως, στο καθαρτήριο αυτό λουτρό, τα πράγματα γι' αυτόν είναι πολύ δύσκολα.





2. Προϋποθέσεις προσεγγίσεως του θυσιαστηρίου



Λαμπρό λοιπόν, αλλά και φοβερό συγχρόνως το άγιό μας θυσιαστήριο. Όμως πώς πρέπει κανείς να το πλησιάζη; Ποιες προϋποθέσεις πρέπει να διέπουν την σχέσι του ιερέως με αυτό; Διότι ο Μ. Βασίλειος φωνάζει: «Βλέπε ω ιερεύ τίνι παρίστασαι πώς ιερουργείς και τίσι μεταδίδως». Χωρίς να θέλω να κάνω τον δάσκαλο, θα ήθελα να μου επιτρέψετε να διαγράψω με αγάπη και ταπείνωσι, τέσσαρες βασικές προϋποθέσεις.



α) Ευλάβεια



Η ευλάβεια δεν είναι ένα αίσθημα παροδικό ή μία εξωτερική εκδήλωσις στιγμιαία. Δεν είναι ένα φόρεμα που το φορούμε όσο διαρκεί το έργο μας, ούτε μία μάσκα, για να καλύψουμε το πραγματικό μας πρόσωπο. Αλλά είναι μία μόνιμη στάσις του όλου άνθρωπου. Μια έντονη αίσθησις της παρουσίας του Θεού, που συγκλονίζει όλο το ψυχοσωματικό μας είναι. Στην αληθινή ευλάβεια μετέχουν και η ψυχή και το σώμα. Εάν κάποιος δείχνει εξωτερική ευλάβεια, χωρίς εσωτερικό αντίκρυσμα, γίνεται φαρισαίος. Εάν πάλι κάποιος ισχυρίζεται ότι έχει μεν εσωτερική ευλάβεια, αλλά αδιαφορεί για τις εξωτερικές της εκδηλώσεις, θεωρώντας τες ως δήθεν τυπικότητες, αυτός πλανάται. Είναι ένας άνθρωπος γυμνός χωρίς ένδυμα και μάλιστα ένδυμα γάμου και πώς τότε θα εισέλθη στον θείο του Χριστού νυμφώνα;

Η ευλάβεια είναι η τελωνική στάσις της ψυχής. Ο τελώνης, κατά την παραβολή, «μακρόθεν εστώς, ουκ ήθελε ουδέ τους οφθαλμούς αυτού εις τον ουρανόν επάραι (εδώ έχουμε την εξωτερική εκδήλωσι της ευλαβείας, την «κάτω νεύσι» όπως λένε οι πατέρες) αλλ' έτυπτεν εαυτού το στήθος και έλεγε, ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (αυτά είναι η εσωτερική στάσις της ψυχής, που προκαλείται από την αίσθησι της παρουσίας του Θεού και της αμαρτωλότητος του ανθρώπου).

Η ευλάβεια προς το θείον και τα θεία πράγματα, είναι σύνθετο πνευματικό φαινόμενο. Τα στοιχεία που το αποτελούν είναι: η θερμουργός πίστις, ο άγιος φόβος του Θεού, η αγαπητική διάθεσις της καρδιάς και η βαθειά ταπείνωσις.

Η ζωντανή πίστις είναι κατά τον Άγ. Μάξιμο η πρώτη ανάστασις του Θεού μέσα μας, που η άγνοια τον είχε νεκρώσει. Και είναι η μητέρα της ιερατικής ευλαβείας. Γεννάται αυτομάτως όταν στην καρδιά του ιερέως υπάρχει η αίσθησις της παρουσίας του Θεού, κατά την θεία μυσταγωγία, ιδιαιτέρως δε μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων, όπου η θεία παρουσία δεν είναι μόνον αόρατη, αλλά και ορατή και αισθητή, στο σώμα και στο αίμα του Χριστού. Ο ιερεύς που πιστεύει βαθειά αυτήν την πραγματικότητα, δεν μπορεί παρά να αισθάνεται ευλαβική συντριβή. Θέλετε να δήτε αν ένας λειτουργός πιστεύει πραγματικά, ότι αυτό που έχει μπροστά του, επί της Αγίας Τραπέζης, είναι "αυτό τούτο το άχραντον σώμα του Χριστού και αυτό τούτο το τίμιον αίμα Του"; Παρακολουθήστε τον στα εξής σημεία: Πώς μελίζει και διαμελίζει τον αμνόν του Θεού. Πώς κοινωνεί ο ίδιος. Πώς κάνει την συστολή. Πώς κοινωνεί τον κόσμο. Περισσότερο όμως από όλα - μη σας φανή υπερβολικό- πώς καταλύει το Άγιον Ποτήριον. Εκεί κυρίως δίνουμε τις εξετάσεις μας. Ο ιερεύς τις φρικτές αυτές ώρες που επαναλαμβάνει την ψηλάφησι του Θωμά (τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων και την χείρα εις την πλευράν του), πρέπει συνεχώς να επαναλαμβάνει και την ομολογία της πίστεώς του: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». «Ο Κύριός μου είναι παρών. Με βλέπει, με ακούει, με παρακολουθεί και με προσέχει. Αυτός και με κρίνει». Αυτή η πίστις δημιουργεί στην καρδιά μας και τον φόβο του Θεού. Ο φόβος του Θεού δεν είναι ο άγριος και εξουθενωτικός τρόμος, που νοιώθει ο άνθρωπος μπροστά σε ένα κίνδυνο, που του σφίγγει την καρδιά, που μπορεί να του δημιουργήση και ψυχολογικά προβλήματα ακόμη. Αλλά είναι εκείνο το ιερό δέος, που νοιώθει το πλάσμα, ενώπιον του Πλάστου. Ο σεβασμός του παιδιού μπροστά στον Ουράνιο Πατέρα, είναι - αν θέλετε- το γλυκό ρίγος, που διαπερά σύγκορμη την ύπαρξί μας, όταν ζούμε την έλευσι της Θ. Χάριτος. Αυτός ο θείος φόβος είναι γεμάτος από αγάπη προς Εκείνον, που πρώτος μας αγάπησε «και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ η­μών». «Φοβήθητε τον Κύριον πάντες οι άγιοι αυτού» λέγει ο Δαυίδ. Οι άγιοι του Θεού εφοβούντο τον Θεό, επειδή τον αγαπούσαν και τον αγαπούσαν, επειδή τον εφο­βούντο. Αυτά τα δύο αλληλοτροφοδοτούνται. Και προκαλούν την ευλάβεια.

Ευλάβεια ακόμη σημαίνει: «καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη». Ο ευλαβής μυσταγωγός γνωρίζει καλώς ποιος είναι αυτός ο ίδιος αλλά και ποιον υπηρετεί. Έχει βαθειά συναίσθησι ότι αυτός ως άνθρωπος είναι «γη και σποδός» αμαρτωλός και αχρείος δούλος, ενώ ο Κύριός του είναι ο Άγιος και ο Αναμάρτητος.

Συνεπώς η υπερηφάνεια και η έπαρσις, η επιδεικτικότης και η αλαζονεία δεν έχουν θέσι στην ψυχή του. Ιδού τί μας συμβουλεύει ο Όσιος Θεόγνωστος, που γράφει πολλά για την ευλαβική ιερωσύνη: «Να θεωρής τον εαυτόν σου μυρ­μήγκι και σκουλήκι για να γίνης θεόπλαστος. Κοίταξε ποια ισάγγελη τιμή αξιώθηκες και φρόντισε να μείνης ανέπαφος στο βαθμό της ιερωσύνης που έχεις κληθή, με κάθε αρετή και καθαρότητα. Γνωρίζεις από πόσο ύψος σε πόσο βάθος έπεσε ο εωσφόρος από υπερηφάνεια. Αυτό μη το πάθης και συ, φανταζόμενος μεγάλα για τον εαυτό σου, αλλά να τον θεωρής χώμα και στάχτη και σκουπίδι και σκυλί και να θρηνής αδιάκοπα, γιατί αξιώνεσαι να καλήσαι σε θεία κοινωνία και συγγένεια, με το να διεξάγης με τα χέρια σου την φρικτή ιεροτελεστία των αγίων μυστηρίων από απόρρητη φιλανθρωπία Του Θεού».

Ζώντας έτσι τα πράγματα του εαυτού του ο ιερεύς, οδηγείται στην μετάνοια, την κατάνυξι και τα δάκρυα. Εγνωρίσαμε ευλαβείς λειτουργούς του θυσιαστηρίου, που εμούσκευαν όχι μόνο το μαντήλι τους αλλά και το δάπεδο, από τα πολλά τους δάκρυα. Ας σταματήσουμε με θαυμασμό μπροστά στην καταπληκτική περίπτωσι ενός αγιορείτου ιερομόναχου, για τον οποίον ο Γέρων Ιωσήφ γράφει τα εξής: «Ο παπα- Δανιήλ εξήκοντα έτη μίαν ημέραν δεν εννοούσε να αφήση την θείαν λειτουργίαν. Αυτός δεν ηδύνατο να προφέρη τας εκφωνήσεις από την κατάνυξιν. Από τα δάκρυα πάντοτε εμούσκευε μπροστά του το χώμα. Δι' αυτό δεν ήθελε κανείς ξένος να είναι στην λειτουργία του, δια να μη βλέπη την εργασία του. Είχε εφ' όρου ζωής ολονύκτιον αγρυπνίαν και νοεράν προσευχήν. Ήτο όλος μετέωρος εις την θείαν λειτουργίαν του. Και χωρίς να γίνη λάσπη το έδαφος δεν ετελείωνε η λειτουρ­γίαν». (Έκφρ. Μοναχ. εμπειρίας).

Ο μεγαλύτερος και υπουλότερος εχθρός της ενθέου ευλάβειας είναι η συνήθεια και η εξοικείωσις με τα θεία. Όχι βεβαίως η οικείωσις, αλλά η εξοικείωσις. Η οικείωσις ή οικειότης προς τα ιερά και τα θεία είναι ενέργεια της θείας χάριτος μέσα στην ψυχή μας. Μας έλκει προς τον Θεό «τον αγαπήσαντα ημάς και λούσαντα ημάς από των ανομιών ημών, εν τω αίματι αυτού» (Αποκ. 1,5). Μας ανάβει τον πόθο να είμεθα πάντοτε κοντά Του και μαζί Του και μας ανανεώνει τον ζήλο να τον υπηρετούμε αδιαλείπτως με καίουσα την καρδιά.

Γράφουν για τον μακαριστό Παπα - Εφραίμ τον Κατουνακιώτη: «θερμαινόταν ολόκληρος λειτουργώντας. Τον χειμώνα πού να τολμήσουμε να βάλουμε την θερμάστρα πετρελαίου πάνω από το ένα. Εμείς τουρτουρίζαμε κι' εκείνος ζεσταινόταν, την αιτία την καταλάβαμε αργότερα. Όταν σταμάτησε να λειτουργή, τότε ζητούσε να ανεβάσουμε την θερμάστρα...»

Η ιερατική ψυχή σαν το διψασμένο ελάφι τρέχει να ξεδιψάση στην πηγή των ζώντων υδάτων και επαναλαμβάνει το δαβιδικό: «ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου Κύριε, επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» διότι «το ποτήριόν Σου μεθύσκει με ωσεί κράτιστον». Ερώτησα κάποτε ένα ευλογημένο ιερέα, που λειτουργούσε κάθε μέρα, αν έρχεται ώρα που βαριέται την θεία λειτουργία, και μου απάντησε: «Όχι, τουναντίον, όσο λειτουργώ τόσο ανάβει μέσα μου η φλόγα. Η μία λειτουργία με προετοιμάζει για την άλλη, και η επομένη με ελκύει με δύναμι προς αυτήν: Πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού μου! Και κατέληξε: «Το θυσιαστήριο είναι τρομερός μαγνήτης». Αντιθέτως η εξοικείωσις είναι κατάστασις νεκροποιός. Υποβαθμίζει τον ζήλο (που όπως λένε οι Αγιορείται στην αρχή μπορεί να είναι σαν τον Άθωνα, στο τέλος όμως καταντά σαν ένα αυγό) ψυχραίνει την αγάπη, νεκρώνει τον θείο φόβο, δημιουργεί παρρησία και τελικά πώρωσι και αναισθησία. Μεταβάλλει τα πάντα σε ρουτίνα και σε μια μηχανική εκτέλεσι, χωρίς την συμμετοχή της καρδιάς. Ο ιερεύς τότε είναι ικανός και στις ιερώτερες στιγμές να απροσεκτή, να ομιλή, να γελάη, να αστειεύεται ή και να οργίζεται με τους γύρω του. Ο νους τρέχει στα βιοτικά, στις εργασίες, στην οικογένεια και λοιπά. Η ολεθρία και ζημιογόνος αυτή εξοικείωσις οφείλεται σε ένα αίσθημα κόρου (μπούχτισμα) και αποστροφής. Ο κόρος όμως για τα θεία είναι δαιμονικό αίσθημα, που μπορεί να οδηγήση τον ιερέα στην αθεοφοβία και τελικά στην απώλεια.





β) Καθαρότης



Το καθαρό και άγιο θυσιαστήριο του Κυρίου μας, δεν συμβιβάζεται με ακάθαρτο ιερέα. Η καθαρά και άμωμη θυσία του Υιού του Θεού, δεν επιτρέπεται να προσφέρεται από χέρια ακάθαρτα, γλώσσα λερωμένη, σώμα ρυπαρό, καρδιά γεμάτη πάθη. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο: «Εννόησον οποίας τας ταύτα διακονουμένας χείρας είναι χρη, οποίαν την γλώτταν την εκείνα προχέουσαν τα ρήματα, τίνος δε ου καθαρωτέραν και αγιωτέραν την τοσούτον Πνεύμα υποδεξαμένην ψυχήν;». Στην ευχή του χερουβικού ύμνου, σκυφτός ο λειτουργός προσεύχεται: «Ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς προσέρχεσθαι ή προσεγγίζειν βασιλεύ της δόξης. το γαρ διακονείν σοι μέγα και φοβερόν και αυταίς ταις επουρανίαις δυνάμεσι....» Και παρακαλεί: «Καθάρισόν μου την ψυχήν και την καρδίαν από συνειδήσεως πονηράς....» Ποια είναι η πονηρά συνείδησις; Η ένοχη και η ακάθαρτη. Κυρίως όμως η αμετανόητη. Ο προμνημονευθείς Όσιος Θεόγνωστος και πάλι μας ομιλεί: «Αν καταξιωθής την θεία και σεβάσμια ιερωσύνη, έχεις χρέος πρωτύτερα να θυσιάσης τον εαυτόν σου με την νέκρωσι των παθών και των ηδονών και έτσι να τολμάς να πλησιάζης την ζωοποιό και φρικτή θυσία, αν δεν θέλης σαν εύφλεκτο υλικό να κατακαής από την θεϊκή φωτιά. Γιατί αν το Σεραφείμ δεν τόλμησε να πιάση τον θεϊκό άνθρακα, χωρίς λαβίδα (όρα­μα Ησαΐου), πώς θα τον αγγίσης συ χωρίς να έχης απάθεια;». Και αναφέρει για κάποιον ιερομόναχο, που ενώ τον θεωρούσαν ευλαβή, αυτός όμως μολυνόταν από λογισμούς αισχρούς και κάποτε, που επιτελούσε την θεία λειτουργία, όταν έφθασε η ώρα του Χερουβικού και έσκυψε να διαβάση την ευχή, πέθανε ξαφνικά και η ψυχή του τον άφησε σ' αυτήν την στάσι. Έλεγε κάποιος: «το θυσιαστήριον εκδικείται!...» Τα πάθη μας και οι αμαρτίες μας, όσο παραμένουν μέσα μας όχι μόνον εμάς ζημιώνουν, αλλά και την χάρι του Θεού κωλύουν, να επιδράση στους πιστούς. Στον προφήτη Μαλαχία κεφ.2,1 διαβάζουμε. «Και νυν η εντολή αύτη προς ημάς ώ ιερείς. Εάν μη ακούσητε, και εάν μη θήσθε εις την καρδίαν υμών του δούναι δόξαν τω ονόματί μου, λέγει Κύριος παντοκράτωρ και εξαποστελώ εφ' υμάς την κατάραν και επικαταράσομαι την ευλογίαν υμών και καταράσομαι αυτήν ...»

Βέβαια δεν ζητείται από τον ιερέα η αναμαρτησία, διότι είναι άνθρωπος «σάρκα φορών και τον κόσμον οικών» και όχι άγγελος. Ζητείται όμως η μετάνοια, η κάθαρσις της ψυχής, η εξομολόγησις έστω και κατά περιόδους. Απαιτείται αυτοκατάκρισις και αυτομεμψία, συναίσθησις της αμαρτωλότητος. Αγώνας κατά των ψεκτών παθών και καλλιέργεια πνευματικής ζωής.

Ο άξιος λειτουργός συναισθάνεται ότι ο Θεός μας είναι «πυρ καταναλίσκον» και «τους αναξίους φλέγον». Ότι το θυσιαστήριο είναι η φλεγόμενη, αλλά μη κατακαιομένη βάτος, προ της οποίας ο θεόπτης Μωυσής άκουσε την βροντερή φωνή του Θεού να του λέγει: «μη εγγίσης ώδε. λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου. ο γαρ τόπος εν ώ έστηκας γη αγία εστί» (Εξ. 3,4). Ο λειτουργός λοιπόν προ της φρικώδους θυσίας, καλείται να λύση πάντα σύνδεσμον αμαρτίας, κακίας, φθόνου, πλεονεξίας, κοσμικού φρονήματος και άλλων εσωτερικών συμπλεγμάτων, ειρηνεύοντας με όλους, μέσω της ευαγγελικής αγάπης ("Αγαπήσωμεν αλλήλους ίνα εν ομόνοια oμολογήσωμεν"). Ακόμη o ευλαβής κληρικός, προκειμένου να λειτουργήση, επιμελείται και της σωματικής του καθαριότητος. Δεν πλησιάζει ατημέλητος και απεριποίητος, με τα ρούχα της εργασίας, με παπούτσια λασπωμένα, σαν να ασχολήται με κάτι το κοινό. Το ένδυμα γάμου το επεκτείνει και στα σωματικά.





γ) Σιωπή



Τρίτος τρόπος μιας αξίας προσεδρεύσεως στο αγιώτατο θυσια­στήριο είναι η σιωπή. Αλλά ίσως σκεφθή κανείς. Πώς μπορεί η σιωπή να είναι τρόπος διακονίας στο υπερούσιο Μυστήριο της θείας λει­τουργίας, όταν ο μυσταγωγός ιερεύς είναι υποχρεωμένος να απαγγέλλη ευχές, να εκφωνή, να ψάλλη: Ας μη λησμονήται όμως ότι γενικά το κλίμα της ορθοδόξου λατρείας, διέπεται από τον άγιο νόμο της σιγής, όπως τον εκφράζει ο υπέροχος λειτουργικός ύμνος. «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήϊνον εν εαυτή λογιζέσθω...» Κα­τά τον Άγ. Ισαάκ τον Σύρο, η σιωπή είναι η γλώσσα του μέλλοντος αιώνος, και ως εκ τούτου η σιωπή είναι η άλλη, η μυστική γλώσσα της λατρείας μας.

Στις μεγάλες στιγμές της επικοινωνίας Θεού και ανθρώπων, όπως δείχνει η ιστορία της λατρείας, η πρώτη αντίδρασις του ανθρώπου είναι το θάμβος και η σιγή. Σε ένα αρχαίο λατρειακό κείμενο υπάρχει η φράσις: «Σιγή! σύμβολον αφθάρτου Θεού ζώντος». Η ορθόδοξη λατρεία είναι η μόνη αληθινή και αντάξια του Θεού λατρεία. Είναι ευάρεστος στον Θεό, γιατί είναι λογική και πνευματική. Ξεκινά πρωτίστως μέσα από την μυστική Εκκλησία της ανθρώπινης ψυχής και εξωτερικεύεται προς τα έξω. Είναι προσκύνησις του Θεού «εν πνεύματι και αληθεία». Όσα λέγονται ή ακούγονται στις λατρευτικές μας συνάξεις, δεν είναι παρά ο απόηχος των αρρήτων και αθεάτων μυστηρίων του Χριστού «παρ ώ εισίν οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως οι απόκρυφοι» (Κολ. 2, 3).

Στην ορθόδοξο λειτουργία μας έχουμε ένα θαυμάσιο συνδυασμό ιεροφωνίας και αφωνίας. Άλλοτε σιγά ο λαός και εκφωνεί ο λειτουργός. Και άλλοτε σιγά ο λειτουργός και ψάλλει ο λαός. Όμως, η γλώσσα και η φωνή αυτή της λατρείας δεν είναι γήινη και κοσμική, αλλά είναι γλώσσα ενός άλλου κόσμου. Γι' αυτό και σε μερικούς με κοσμικά κριτήρια είναι σχεδόν ακατάληπτη. Είναι θα λέγαμε τα «άρρητα ρήματα, ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι» (Β' Κορ. 12,4). Μέσα στην Εκκλησία σωπαίνει ο ανθρώπινος λόγος και ακούγεται ο θεανθρώπινος, δηλαδή ο εκκλησιαστικός. Αν λοιπόν αφήσουμε τα θεανθρώπινα και αρχίσουμε να μιλάμε για τα ανθρώπινα, τα κοινά και βιοτικά, τότε η λατρεία του Θεού μεταβάλλεται σε κοσμική ανθρώπινη συνάθροισι. Αν θελήσουμε να κάνουμε μια αυτοκριτική, ως ορθόδοξο εκκλησίασμα, θα βλέπαμε ότι στο σημείον αυτό δεν θα μπορούσαμε να πάρουμε καλό βαθμό. Έχουμε δυστυχώς κακοσυνηθίσει να συζητούμε και να θορυβούμε, κατά την διάρκεια της θείας μας λατρείας. Ο λαός μας δεν βιώνει την λειτουργική σιωπή και ησυχία, γι' αυτό και η καρδιά του δεν αισθάνεται την εγγύτητα Εκείνου, που είπε: «ου εισί δύο και τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών». Το θλιβερόν όμως είναι ότι σε αυτή την αμαρτωλή και ασεβή συνήθεια, έχουμε δυστυχώς εμπλακή και εμείς οι κληρικοί. Καταλύουμε πολλές φορές, εν ώρα προσευχής και παρουσίας Θεού, τον άγιο νόμο της σιγής, μεταβάλλοντας το ιερό βήμα - θα τολμούσα να πω - σε εντευκτήριο. Συζητούμε άσχετα θέματα. Αστειευόμεθα, γελούμε, κρίνουμε και κατακρίνουμε τους πάντας και τα πάντα. Ζήτημα είναι, αν σε κάποια στιγμή συνέλθουμε και θυμηθούμε να προσευχηθούμε. Είναι σπάνιο το φαινόμενο να συναντηθούν δύο ιερείς ή αρχιερείς στο Άγιο Βήμα και να μην αρχίσουν την κουβέντα μεταξύ τους ή με άλλους, ακόμη και λαϊκούς. Στις δε πανηγύρεις των ναών, που μαζεύονται πολλοί, ο φοβερός και θείος τόπος του θυσιαστηρίου, θυμίζει πλατεία. Θορυβούμε και συζητούμε ακατάπαυστα. Εάν δε έξω γίνεται θείο κήρυγμα, τότε μέσα στο ιερό δεν ακούγεται τίποτε άλλο, παρά ένα απαίσιο και λίαν ενοχλητικό βουητό. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί μεγίστη αμαρτία και ασέβεια, που προκαλεί την οργή του Θεού. Και οργή του Θεού, κατά το Άγ. Μάξιμο τον ομολογητή, σημαίνει σταμάτημα της χορηγίας των θείων χαρισμάτων. Οι συζητήσεις και τα πολλά λόγια - εκτός βεβαίως των απολύτως αναγκαίων - βγάζουν τον λειτουργό του Υψίστου από το θείο του κλίμα και τον υποβιβάζουν πνευματικά. Ψυχραίνουν τον ζήλο του. Διασπούν τον νου του, δεν τον αφήνουν να αλλοιωθή εσωτερικά. Έτσι η θεία λειτουργία τελειώνει και αυτός μένει άδειος και στείρος.

Πρέπει όμως κάποτε το κακό αυτό να σταματήση. Και η αρχή πρέπει να γίνη από εμάς, τους ιερείς και αρχιερείς. Ας μη λησμονούμε ότι η θέα λειτουργού σιωπηλού και αφοσιωμένου, συγκλονίζει τους πιστούς, τους καθηλώνει, τους ανεβάζει και τους μεταρσιώνει. Ευφραίνει τους αγγέλους και ευαρεστεί τον Θεό.

Επιτρέψατέ μου, από τα άπειρα παραδείγματα τέτοιων ενθέων λειτουργών του θυσιαστηρίου παλαιών και νέων, να επιλέξω και να σταματήσω μπροστά στο συγκλονιστικό παράδειγμα του Μ. Βασιλείου. Γράφει στο βίο του ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, ότι κάποτε ο αυτοκράτωρ Ουάλης ευρέθη την ημέρα των Θεοφανείων στην Καισάρεια. Επεσκέφθη την εκκλησία, όπου ιερουργούσε ο Ιεροφάντωρ Βασίλειος. Μόλις μπήκε μέσα στον Ναό, εβρόντησαν τα αυτιά του από την υπέροχη ομαδική ψαλμωδία. Βλέποντας δε την λαοθάλασσα του εκκλησιάσματος και όλη την αγγελική ιεροπρέπεια, που υπήρχε γύρω από το άγιο βήμα, καθηλώθηκε κυριολεκτικά. Δεν επερίμενε να συναντήση τέτοιο θέαμα. Η έκπληξις όμως και ο θαυμασμός του κορυφώθηκαν, όταν προχωρώντας προς το βήμα, αντίκρυσε την σεπτή και ουράνια μορφή του θείου Ιεράρχου. Ο Μ. Βασίλειος όρθιος, μπροστά από τον λαό, στητός σαν κυπαρίσσι προ του θυσιαστηρίου, μετάρσιος και σιωπηλός, ιερουργούσε το πανάγιο Μυστήριο. Ο Ουάλης θαμπώθηκε από την ακτινοβολία, ζαλίσθηκε και λίγο έλειψε να σωριασθή στο δάπεδο, αν δεν έτρεχαν κάποιοι να τον στηρίξουν. Αλήθεια, πόσα δεν μας λέει αυτό το περιστατικό!.





δ) Ευσχημόνως και κατά τάξιν



Μια ακόμη προϋπόθεσις, για την θεάρεστη επιτέλεσι των λειτουργικών μας καθηκόντων, είναι η τήρησις του αποστολικού παραγγέλματος: «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» (Α' Κορ. 14, 40). Το «ευσχημόνως» νομίζω ότι αναφέρεται στην συμπεριφορά και εμφάνισι του λειτουργού, αλλά και των πιστών, το δε «κατά τάξιν» στην ευπρεπή και άψογη εικόνα του θυσιαστηρίου και γενικά του Ναού και των τελουμένων εν αυτώ.

Ελάτε τώρα σας παρακαλώ να μπούμε σε έναν ναό εν ώρα λειτουργίας, όπου ιερουργεί ένας ιερεύς, όπως τον περιγράψαμε μέχρι τώρα, πιστός και ευλαβής. Κατ' αρχήν τί σας κάνει εντύπωσι; Ότι ο ναός είναι σχεδόν γεμάτος, από πολύ νωρίς. Έτσι τους έχει συνηθίσει ο καλός τους ποιμένας. Όλοι παρακολουθούν με ευλάβεια και προσοχή. Μια θεία ησυχία απλώνεται παντού. Ο Ναός είναι καθαρός και περιποιημένος. Τίποτε δεν προδίδει αδιαφορία και αμέλεια. Όλα στη θέσι τους. Όλα μυρίζουν αρχοντιά. Αλλά ας προχωρήσουμε προς το ιερό, για να δούμε τον λειτουργό από κοντά, ως απλοί αθέατοι θεαταί. Δείτε τον ιερέα: Σοβαρός, ιεροπρεπής και ευσχήμων. Τα βλέμματά του προσεκτικά δεν στρέφονται δεξιά και αριστερά χωρίς λόγο, ούτε προς το εκκλησίασμα, για να παρατηρή τον καθένα. Είναι προσηλωμένος στον εσταυρωμένο, στους αγίους και στην Πλατυτέρα των ουρανών. Δεν περιφέρεται συνεχώς μέσα στο ιερό με νευρικότητα. Στέκεται την περισσότερη ώρα μπροστά στην αγία Τράπεζα. Δεν την εγκαταλείπει για «ψύλλου πήδημα». Οι κινήσεις του δεν είναι απότομες και βιαστικές άλλα αργές επίσημες, λειτουργικές. Έτσι από την πρώτη κιόλας στιγμή, έχουμε την αίσθησι ότι αυτός ο άνθρωπος δεν κάνει μια κοινή εργασία, αλλά τελεσιουργεί μια μυσταγωγία! Ευτυχώς που επήγαμε νωρίς. Έτσι έχουμε την ευκαιρία να τον δούμε πώς παίρνει καιρό. Ήσυχα, ευλαβικά παίρνει καιρό, λέγοντας όλα τα λόγια της ακολουθίας. Χωρίς καιρό δεν θα λειτουργήση ποτέ του. Ας τον παρακολουθήσουμε περαιτέρω. Μπαίνει στο Άγιο Βήμα. Παίρνει τα ιερά του άμφια, πάντοτε διπλωμένα και τοποθετημένα στο ντουλάπι, όχι απαραιτήτως πολυτελή και εξεζητημένα, αλλά πάντοτε καθαρά και ευπρεπή. Τα φορεί, προφέροντας τους ωραίους στίχους των ψαλμών, τους οποίους δυστυχώς πολλοί τους παραλείπουν. Έτσι, ντυμένος την ιερατική του στολή, αισθάνεται ότι δεν είναι ένας κοινός άνθρωπος, αλλά κάτι άλλο ασυνήθιστο και εξωκόσμιο, αφού κανείς από τους άλλους ανθρώπους δεν εμφανίζεται έτσι. Τελειώνοντας προσεκτικά την προσκομιδή, προχωρεί ήρεμος προς την θεία ιερουργία. Εμάς περισσότερο αυτό μας ενδιαφέρει: Πώς λειτουργεί. Από αυτό κρίνεται. Για δείτε όμως πρώτα την Αγία του Τράπεζα. Αστράφτει από καθαρότητα και ωραιότητα. Αληθινός θρόνος του Παμβασιλέως Χριστού. Σου έρχεται να πης: "ο Κύριος εβασίλευσεν ευπρέπειαν ενεδύσατο". Ό,τι καλύτερο, πολυτιμώτερο και ακριβώτερο, το χρησιμοποιεί ο φιλόθεος ιερέας μας, για να ενδύση βασιλοπρεπώς τον Κύριόν Του. Το ίδιο παρατηρούμε και σε όλο το Άγιο Βήμα. Λάμπει από τη μια άκρη ως την άλλη. Υποβάλλεσαι όταν μπαίνεις μέσα. Κάποιος έλεγε: «το ιερό είναι η βιτρίνα του ιερέως».

Οι εκφωνήσεις του είναι σεμνές και γλυκές, όχι άγαρμπες, ούτε επιδεικτικές και στεντόριες, σαν τους τραγουδιστές, μπροστά στα μεγάφωνα. Τις ευχές τις αναγινώσκει ορθώς και ευκρινώς. Ούτε μεγαλοφώνως, ούτε αφώνως, αλλά χαμηλοφώνως, ελαφρώς ακουόμενες. Αυτό σημαίνει μυστικώς. Τις διαβάζει δε στην οικεία τους θέσι, με τρόπο παρακλητικό, προσπαθώντας να τις αισθάνεται πρώτος αυτός.

Εντύπωσι μας κάνει ότι τελεί όλες τις ακολουθίες κατά το τυπικό και την τάξι της Εκκλησίας. Δεν παραλείπει τίποτε. Ούτε προσθέτει, ούτε αφαιρεί. Δεν καινοτομεί και δεν αυθαιρετεί, κατά το δοκούν, «μη μεταίρων όρια αιώνια, ά οι πατέρες ημών έθεντο» εν αγίω Πνεύματι. Δείτε και τα παιδιά του ιερού πώς στέκονται. Έχει εμπνεύσει σε όλα τον σεβασμό και την ευλάβεια. Στέκονται σαν άλλα εξαπτέρυγα δεξιά και αριστερά του θυσιαστηρίου παρακολουθώντας και αυτά με θάμβος τα τελούμενα. Από αυτόν τον ευλαβέστατο ιερέα, που μπορεί να είναι και αγράμματος, πολλά παιδιά αγάπησαν τον Θεό και μερικά έγιναν και ιερείς εν οις και ο ομιλών.

Παρατηρούμε και κάτι ακόμη που μας ικανοποιεί πολύ. Τα μεγάφωνα της Εκκλησίας τα έχει ρυθμίσει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνονται ευλογία, βοηθώντας αυτούς που δεν ακούνε καλά, και όχι κατάρα, που απομακρύνει πολλούς από την λειτουργία, σμπαραλιάζοντας το νευρικό τους σύστημα. Γνωρίζει καλώς ότι τα μεγάφωνα δεν είναι ο σκοπός της λατρείας, αλλά μέσον βοηθητικό. Οπότε κι αν λείπουν δεν δημιουργούν σοβαρό κενό, ιδίως στους μικρούς ναούς.

Μέσα σ' αυτόν τον ναό που μπήκαμε, όλα τελούνται αποστολικώς, δηλαδή «ευσχημόνως και κατά τάξιν». Οι ψάλται σεμνοί και ευλαβείς. Οι επίτροποι προσεκτικοί και εξυπηρετικοί. Ο νεωκόρος με φόβο Θεού. Και όλα οφείλονται στην ευσέβεια και την άοκνη προσπάθεια του καλού μας λειτουργού.





ε) Αναγεννημένοι ιερείς



Δείτε τώρα τον υποδειγματικό αυτόν ιερέα μετά την θεία λειτουργία. Είναι αλλοιωμένος. Η επαφή του με το θυσιαστήριο τον έχει μεταμορφώσει. Το πρόσωπό του λάμπει σαν τον Μωυσή, όταν κατέβηκε από την θεοπτία του Σινά. Είναι γεμάτος χάρι, ειρήνη και χαρά. Ο Χριστός που είναι μέσα του τον κάνει πολύ ελκυστικό. Λέγει ο π. Σωφρόνιος του Έσσεξ: «η ορθή τέλεσις της θείας λειτουργίας αφήνει τους ίδιους καρπούς χάριτος, στο επίπεδο της προσευχής, όπως η ησυχαστική προσευχή της ερήμου». Η λειτουργία όμως γι' αυτόν δεν σταματά στον ναό. Θα συνεχισθή στην καθημερινή του ζωή. Η καρδιά του θα είναι πλέον το θυσιαστήριο. Όπου κι αν σταθή, ό,τι κι αν κάνη, ό,τι κι αν πη, όλα θα αποπνέουν Χριστό. Ένας τέτοιος λειτουργός είναι «ευωδία Χριστού εν τοις σωζομένοις και εν τοις απολλυμένοις» (Β' Κορ. 2, 15). Για έναν τέτοιο λειτουργό, έγραφε μια ευλαβής ψυχή: "Σε σέβομαι, σε ευλαβούμαι ώ ιερέα του Θεού! Είσαι ό,τι πιο υπέροχο υπάρχει στη γη. Είσαι μια ευλογία όταν μας πλησιάζης. Μια συμφορά όταν φεύγης! Μείνε μαζί μας"!...

Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για την ανάγκη μιας λειτουργικής αναγεννήσεως στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Πολλοί προτείνουν πολλά. Επιτρέψατέ μου να πιστεύω ότι την πραγματική αναγέννησι σε όλα τα επίπεδα και μάλιστα στο της θείας λατρείας, θα την φέρη ο αναγεννημένος ιε­ρεύς. Ο φλεγόμενος από τον θείο έρωτα προς το Πανάγιο θυσιαστήριο λειτουργός του Κυρίου, ο οποίος με την λειτουργία του, έχει την δύναμι να κατεβάζει τον ουρανό στην γη και να ανεβάζη την γη στον ουρανό.