Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

Ο Ευαγγελισμός και η θέωση της Υπεραγίας Θεοτόκου

Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι Δεσποτικοθεομητορική εορτή. Αυτό σημαίνει ότι είναι Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία.
Η Θεοτόκος Μαρία έχει μεγάλη αξία και σπουδαία θέση στην Εκκλησία, ακριβώς γιατί ήταν το πρόσωπο εκείνο που περίμεναν όλες οι γενεές, και αυτή έδωσε στον Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση. Έτσι, το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το Πρόσωπο του Χριστού. Και η αξία της Παναγίας δεν οφείλεται μόνον στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Γι’ αυτό, η Θεοτοκολογία συνδέεται στενώτατα με την Χριστολογία. Όταν κάνουμε λόγο για τον Χριστό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν που του έδωσε σάρκα, και όταν κάνουμε λόγο για την Παναγία, αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στον Χριστό, γιατί από Αυτόν αντλεί Χάρη και αξία. Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε εν συνδυασμώ με το ότι είναι μητέρα του Χριστού: "Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα".Αυτός ο σύνδεσμος Χριστολογίας και Θεοτοκολογίας φαίνεται και στην ζωή των αγίων. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, είναι ότι αγαπούν την Παναγία. Είναι αδύνατον να υπάρχη άγιος ο οποίος δεν την αγαπά.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: "σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις...". Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α', 26-56).Η λέξη "ευαγγελισμός" αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ', 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, το ευαγγέλιο του Θεού είναι πρεσβεία του Θεού και παράκληση στους ανθρώπους δια του σαρκωθέντος Υιού Του. Παράλληλα είναι και η καταλλαγή των ανθρώπων με τον Πατέρα, ο Οποίος δίνει ως μισθό την αγέννητη θέωση σε αυτούς που υπακούουν στον Χριστό. Η θέωση λέγεται αγέννητη γιατί δεν γεννάται, αλλά φανερώνεται στους αξίους. Επομένως, η θέωση που προσφέρεται δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού δεν είναι γέννηση, αλλά φανέρωση δια της ενυποστάτου ελλάμψεως σε αυτούς που είναι άξιοι αυτής της αποκαλύψεως.
Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ. Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία (Ιωσήφ Βρυένιος). Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία "κεχαριτωμένη". Της είπε: "Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν" (Λουκ. α', 28-29). Η Παναγία αποκαλείται "κεχαριτωμένη" και χαρακτηρίζεται "ευλογημένη", αφού ο Θεός είναι μαζί της.Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι’ αυτούς που έφθασαν στην θέωση.Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθή την επίσκεψη του αρχαγγέλου. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάση στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νού. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νού. Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. Και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού, να δώση την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού.
Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της. Γι’ αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη.Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος, εκ του πληρώματος των Χαρίτων του Υιού της, προ της συλλήψεως, κατά την σύλληψη και μετά την σύλληψη. Πρό της συλλήψεως το πλήρωμα της Χάριτος ήταν τέλειο, κατά την σύλληψη ήταν τελειότερο, και μετά την σύλληψη ήταν τελειότατο (άγ. Νικόδημος αγιορείτης). Με αυτόν τον τρόπο η Παναγία ήταν παρθένος κατά το σώμα και παρθένος κατά την ψυχή. Και αυτή η σωματική της παρθενία είναι ανώτερη και τελειότερη από την ψυχική παρθενία των αγίων, που επιτυγχάνεται με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος.
Κανείς άνθρωπος δεν γεννάται απηλλαγμένος από το προπατορικό αμάρτημα. Η πτώση του Αδάμ και της Εύας και οι συνέπειες αυτής της πτώσεως κληρονομήθηκαν σε όλο το ανθρώπινο γένος. Φυσικό ήταν και η Παναγία να μην είναι απηλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι σαφής: "πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού" (Ρωμ. γ', 23). Στο αποστολικό αυτό χωρίο φαίνεται ότι το αμάρτημα νοείται ως στέρηση της δόξης του Θεού, και ακόμη ότι κανείς δεν είναι απηλλαγμένος από αυτό. Έτσι, λοιπόν, και η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα. Πότε όμως απαλλάχτηκε από αυτό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να ελευθερωθή από σχολαστικές αντιλήψεις.Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι το προπατορικό αμάρτημα ήταν η στέρηση της δόξης του Θεού, η αλλοτρίωση από τον Θεό, η απώλεια της Θεοκοινωνίας. Αυτό όμως είχε και σωματικές συνέπειες, γιατί στο σώμα του Αδάμ και της Εύας εισήλθε η φθορά και ο θάνατος. Όταν στην Ορθόδοξη Παράδοση γίνεται λόγος για κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος, δεν εννοείται η κληρονόμηση της ενοχής της προπατορικής αμαρτίας, αλλά κυρίως οι συνέπειές της, που είναι η φθορά και ο θάνατος. Όπως όταν αρρωσταίνη η ρίζα του φυτού, αρρωσταίνουν και τα κλαδιά και τα φύλλα, το ίδιο έγινε με την πτώση του Αδάμ. Ασθένησε όλο το ανθρώπινο γένος. Η φθορά και ο θάνατος που κληρονομεί ο άνθρωπος είναι το εύκρατο κλίμα της καλλιέργειας των παθών, και με αυτόν τον τρόπο σκοτίζεται ο νούς του ανθρώπου.Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η πρόσληψη από τον Χριστό, με την ενανθρώπησή Του, αυτού του θνητού και παθητού σώματος, χωρίς την αμαρτία, συνετέλεσε στο να διορθωθούν οι συνέπειες του αμαρτήματος του Αδάμ. Θέωση υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη, όπως και φωτισμός του νού, αλλά δεν είχε καταργηθή ο θάνατος, γι’ αυτό και οι θεόπτες Προφήτες πήγαιναν στον Άδη. Με την ενανθρώπηση του Χριστού και την Ανάστασή Του, θεώθηκε η ανθρώπινη φύση και έτσι δόθηκε η δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να θεωθή. Επειδή με το άγιο Βάπτισμα γινόμαστε μέλη του θεωθέντος και αναστημένου Σώματος του Χριστού, γι’ αυτό και λέμε ότι δια του αγίου Βαπτίσματος απαλλάσσεται ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα.Όταν προσαρμόσουμε αυτά στην περίπτωση της Παναγίας, μπορούμε να καταλάβουμε την σχέση της με το προπατορικό αμάρτημα και την ελευθέρωσή της από αυτό. Η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα, είχε όλες τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου στο σώμα της. Με την είσοδό της στα άγια των αγίων έφθασε στην θέωση. Αυτή όμως η θέωση δεν ήταν αρκετή για την απαλλαγή από τις συνέπειές του, που είναι η φθορά και ο θάνατος, ακριβώς γιατί δεν είχε ενωθή η θεία με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου. Έτσι, την στιγμή που με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση, στην γαστέρα της Παναγίας, η Παναγία πρώτη γεύεται την ελευθέρωσή της από το λεγόμενο προπατορικό αμάρτημα και τις συνέπειές του. Άλλωστε, την στιγμή εκείνη έγινε αυτό που απέτυχε να κάνη ο Αδάμ και η Εύα με τον ελεύθερο προσωπικό τους αγώνα. Γι’ αυτό, η Παναγία την στιγμή του Ευαγγελισμού έφθασε σε μεγαλύτερη κατάσταση από εκείνην στην οποία βρισκόταν ο Αδάμ και η Εύα πριν την πτώση. Αξιώθηκε να γευθή το τέλος του σκοπού της δημιουργίας, όπως θα δούμε σ’ άλλες αναλύσεις.Γι’ αυτό, για την Παναγία δεν χρειάστηκε να γίνη Πεντηκοστή, δεν χρειάστηκε να βαπτισθή. Αυτό που βίωσαν οι Απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής, που έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού δια του Αγίου Πνεύματος, και αυτό που έγινε σε όλους εμάς κατά το μυστήριο του Βαπτίσματος, έγινε για την Παναγία την ημέρα του Ευαγγελισμού. Τότε απαλλάχθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, όχι με την έννοια ότι απαλλάχθηκε από την ενοχή, αλλά ότι απέκτησε την θέωση στην ψυχή και το σώμα, λόγω της ενώσεώς της με τον Χριστό.
Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να ερμηνευθή και ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ότι την ημέρα του Ευαγγελισμού η Παναγία έλαβε το Άγιον Πνεύμα, το Οποίο την καθάρισε και της έδωσε δύναμη δεκτική της θεότητος του Λόγου, συγχρόνως δε και γεννητική. Δηλαδή, η Παναγία έλαβε από το Άγιο Πνεύμα καθαρτική χάρη, αλλά και δεκτική και γεννητική του Λόγου του Θεού, ως ανθρώπου

Ευαγγέλιο Κυριακής Ε των Νηστειών μετά της συντόμου ερμηνείας του

Τῶ καιρῷ ἐκείνῳ, παραλαμβάνει ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς ῾Ιεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.
Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ ᾿Ιάκωβος καὶ ᾿Ιωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται. Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ ᾿Ιακώβου καὶ ᾿Ιωάννου. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καὶ γὰρ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.

Απόδοση σε απλή γλώσσα

Εκεῖνο τὸν καιρό, πῆρε ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητές του κι ἄρχισε νὰ τοὺς λέει τὰ ὅσα ἦταν νὰ τοῦ συμβοῦν. «᾿Ακοῦστε», τοὺς ἔλεγε· «τώρα ποὺ ἀνεβαίνουμε στὰ ῾Ιεροσόλυμα, ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου θὰ παραδοθεῖ στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ στοὺς γραμματεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν καταδικάσουν σὲ θάνατο καὶ θὰ τὸν παραδώσουν στοὺς ἐθνικούς. Θὰ τὸν περιγελάσουν, θὰ τὸν μαστιγώσουν, θὰ τὸν φτύσουν καὶ θὰ τὸν θανατώσουν· καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα θὰ ἀναστηθεῖ».
Πλησιάζουν τότε τὸν ᾿Ιησοῦ ὁ ᾿Ιάκωβος καὶ ὁ ᾿Ιωάννης, οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ τοῦ λένε· «Διδάσκαλε, θέλουμε νὰ μᾶς κάνεις τὴ χάρη ποὺ θὰ σοῦ ζητήσουμε». «Τί θέλετε νὰ κάνω γιὰ σᾶς;» τοὺς ρώτησε ἐκεῖνος. «῞Οταν θὰ ἐγκαταστήσεις τὴν ἔνδοξη βασιλεία σου», τοῦ ἀποκρίθηκαν, «βάλε μας νὰ καθίσουμε ὁ ἕνας στὰ δεξιά σου κι ὁ ἄλλος στὰ ἀριστερά σου». ῾Ο ᾿Ιησοῦς τότε τοὺς εἶπε· «Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Μπορεῖτε νὰ πιεῖτε τὸ ποτήρι τοῦ πάθους ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ ἢ νὰ βαφτιστεῖτε μὲ τὸ βάπτισμα μὲ τὸ ὁποῖο θὰ βαφτιστῶ ἐγώ;» «Μποροῦμε», τοῦ λένε. Κι ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς ἀπάντησε· «Τὸ ποτήρι ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ θὰ τὸ πιεῖτε, καὶ μὲ τὸ βάπτισμα τῶν παθημάτων μου θὰ βαφτιστεῖτε· τὸ νὰ καθίσετε ὅμως στὰ δεξιά μου καὶ στὰ ἀριστερά μου δὲν μπορῶ νὰ σᾶς τὸ δώσω ἐγώ, ἀλλὰ θὰ δοθεῖ σ’ αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχει ἑτοιμαστεῖ». ῞Οταν τ’ ἄκουσαν αὐτὰ οἱ ὑπόλοιποι δέκα μαθητές, ἄρχισαν ν’ ἀγανακτοῦν μὲ τὸν ᾿Ιάκωβο καὶ τὸν ᾿Ιωάννη. Τοὺς κάλεσε τότε ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ τοὺς λέει· «Ξέρετε ὅτι αὐτοὶ ποὺ θεωροῦνται ἡγέτες τῶν ἐθνῶν ἀσκοῦν ἀπόλυτη ἐξουσία πάνω τους, καὶ οἱ ἄρχοντές τους τὰ καταδυναστεύουν. Σ’ ἐσᾶς ὅμως δὲν πρέπει νὰ συμβαίνει αὐτό, ἀλλὰ ὅποιος θέλει νὰ γίνει μεγάλος ἀνάμεσά σας, πρέπει νὰ γίνει ὑπηρέτης σας· καὶ ὅποιος ἀπὸ σᾶς θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, πρέπει νὰ γίνει δοῦλος ὅλων. Γιατὶ καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου δὲν ἦρθε γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετήσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήσει καὶ νὰ προσφέρει τὴ ζωή του λύτρο γιὰ ὅλους.

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

Ιστορικές μνήμες του 1821. Η Συμβολή της Εκκλησίας στον Αγώνα για την Ελευθερία

«Κι’ αυτείνη η Πατρίδα δεν λευτερώθη με παραμύθια,  λευτερώθη μ’ αίματα και θυσίες…»
Μακρυγιάννης
Γράφει ο Καθηγητής Χρήστος Γερ. Σιάσος 

Σε λίγες ημέρες το Ελληνικό Έθνος θα γιορτάσει για άλλη μια φορά τις  μεγάλες επετείους του,  την απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό, 25 Μαρτίου 1821, και την Έξοδο του Μεσολογγίου, 10 Απριλίου 1826, και στις δύο περιπτώσεις οι λίγοι τόλμησαν να τα βάλουν με τους πολλούς και μετά από τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς ύψωσαν το ανάστημά τους μπροστά στις δυνάμεις που θέλησαν να αφανίσουν το Ελληνικό γένος. 
Σ’ αυτόν τον μεγάλο Αγώνα ουδέποτε αμφισβητήθηκε η ξεχωριστή και πρωτοποριακή συμβολή της Εκκλησίας μας. Του Αρχάγγελου Γαβριήλ το μήνυμα, την ημέρα αυτή προς την Παναγία μας, την Μητέρα όλου του Κόσμου, ήταν ταυτόχρονα και μήνυμα Ανάστασης προς τη σκλαβωμένη Ελλάδα μας. «…Έχουνε σκόλη η Παναγιά και η Ελλάς μεγάλη, η μια τον κρίνο δέχεται, δάφνης κλωνάρι η άλλη…» μας λέει ο ποιητής. 
Η Εκκλησία μας με τη μυστηριακή της ζεστασιά, με την διδασκαλία της, κράτησε ζωντανή την ψυχή του σκλάβου Έλληνα από τον εξισλαμισμό και δεν τον άφησε να τουρκέψει ούτε και να φραγκέψει. Η προσφορά της Εκκλησίας μας μεγάλη, οι σπινθήρες της πνευματικής φωτιάς απλώθηκαν σε όλο τον Ελλαδικό χώρο, Πατριάρχες, Δεσποτάδες, Μοναχοί, Κληρικοί, Μεγάλοι Δάσκαλοι του Γένους, φτωχοί τσοπάνηδες, αγράμματοι και γραμματιζούμενοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, βρέθηκαν με μιας αδελφωμένοι και  έδωσαν τιτάνιο αγώνα για την απελευθέρωση της Πατρίδας μας, της Ελλάδας μας.

 Πολλοί από αυτούς, αφού βασανίστηκαν σκληρά, από τον κατακτητή,  κρεμάστηκαν, αποκεφαλίστηκαν, τουφεκίστηκαν, και, με το μαρτύριό τους δοξάστηκαν και τέλος αγιάστηκαν. Με ακλόνητη πίστη στον Τρισυπόστατο Θεό, σύσσωμο το Ελληνικό Έθνος αναζητά το ιερότερο από τα ανθρώπινα δικαιώματα που είναι η ελευθερία του, για την οποία πολλές γενιές Ελλήνων γεννήθηκαν και πέθαναν με το όνειρο της λευτεριάς. 
Το ράσο του Κληρικού είναι διπλό σύμβολο, Θρησκεία και Παιδεία – Χριστιανισμός και Ελληνισμός και την ώρα του Κρυφού Σχολειού, ο παπάς θέρμαινε στα στήθη του χριστιανού την αποσταμένη ελπίδα του. Μέσα στα Μοναστήρια μας αναπτύχθηκε ό,τι καλύτερο γέννησε η Ρωμιοσύνη στα χρόνια της τουρκοκρατίας, Θρησκεία, Πατρίδα, Οικογένεια, Αγάπη, Σεβασμός.   
Κανένας άλλος λαός, κανένα άλλο Έθνος στο διάβα της ιστορίας του δεν πέρασε τόσες δοκιμασίες και κανένα άλλο Έθνος δεν έχει επιδείξει τόσο τρανή θέληση για να ζήσει. Όσο ενάντια και αν μας τα φέρνει η μοίρα, όσοι ποταμοί αίματος χύθηκαν και αν χρειαστεί να χυθούν, η Ελλάδα θα ζήσει αρκεί να είμαστε ενωμένοι και πιστοί στις Πάτριες αρετές της φυλής μας. 
Μέσα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, όπως αυτά παραδόθηκαν στην επιτροπή αγώνων και θυσιών, συναντάμε στοιχεία  τα οποία βρίσκονται καταχωρημένα σε διάφορες βιβλιογραφίες, παραθέτω κάποια από αυτά, με πρώτο αυτό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη που μας λέει:  «...Όταν αποφασίσαμεν να κάμωμεν την επανάσταση,  δεν εσυλλογιστήκαμε τότε ούτε πόσοι είμαστε, ούτε πως δεν έχομεν άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας μας είπε, πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιτοκάραβα βατσέλα; Αλλά ως μία βροχή έπεσεν σ’ όλους η επιθυμία της Ελευθερίας μας και όλοι, και οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι συμφωνήσαμεν σ’αυτό το σκοπό και κάναμεν την επανάσταση…» και στη συνέχεια μας συμβουλεύει: «…Σε σας μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, που εμείς ελευθερώσαμε…».
 Ο Σπυρομήλιος  γράφει για το Μεσολόγγι: «…Οι δε Μεσολογγίται εις όλον το διάστημα της πολιορκίας έδωκαν άπειρα δείγματα της καρτερίας και γενναιοψυχίας των , διότι ήταν εκ των πρώτων, όπου να ριψοκινδυνεύουν, οι πρώτοι εις τας μάχας και όπου ηρίστευον ελάμβαναν μόνοι σχεδόν και πάντοτε μέρος εις τας εξόδους , αφήνοντες κατά ταύτας τους πλειότερους νεκρούς και επέστρεφαν με τους περισσότερους τραυματίας. Εφύλαττον δε πάντοτε τας πλέον επικινδύνους θέσεις και ως πυροβολισταί εις τα κανονοστάσια και με τα τουφέκια εστέκοντο εις τας επάλξεις…»
Στην απόφαση για την Έξοδο  που υπαγόρευσε ο Επίσκοπος Ιωσήφ Ρωγών στην Αγία Παρασκευούλα προς τους Οπλαρχηγούς γράφει: «...Bλέποντες τόν εαυτόν μας, τό στράτευμα καί τούς πολίτας, εν γένει μικρούς καί μεγάλους παρ ελπίδα εστερημένους από όλα τά κατεπείγοντα αναγκαία τής ζωής πρό 40 ημέρας καί ότι επληρώσαμεν τά χρέη μας ως πιστοί στρατιώται τής Πατρίδος εις στενήν πολιορκίαν ταύτην καί ότι, εάν μίαν ημέραν υπομείνωμεν περισσότερον, θέλομεν αποθάνει όρθιοι εις τούς δρόμους όλοι.. αποφασίσαμεν ομοφώνως: H έξοδος μας νά γίνη βράδυ εις τάς δύο ώρας τής νυκτός 10 Aπριλίου, ημέρα Σάββατον καί ξημερώνοντας τών Bαϊων...».
 Στο Ιστορικό αυτό εκκλησάκι θα πρέπει κάποια ημέρα να γίνει χαρμόσυνη και λαμπρή Αρχιερατική Θεία Λειτουργία για να δοξαστούν και στις ημέρες μας,  ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ και όλοι οι Οπλαρχηγοί,  που στον αύλειο χώρο ορκίστηκαν και έλαβαν την μεγάλη απόφαση της Εξόδου. 
 Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος, το Σάββατο του Λαζάρου 2006, στην ομιλία του μας είπε: «…Απόψε η ιστορία κυοφορεί ιερούς και μεγάλους πόθους απέναντι στους οποίους, εδώ μπροστά στον  Ιερό Τύμβο, με προσοχή, με σεβασμό και τιμή και με προσευχή στεκόμαστε όλοι. Αισθάνομαι αδύνατες τις δυνάμεις μου να αναλύσω, στην αγάπη σας, απόψε τα του θρύλου που είναι συνυφασμένος με την ιστορία της Εξόδου, αλλά και δεν θέλω κατ’ ουδένα τρόπο να ηγηθώ του θρήνου για όσα συνέβησαν σε βάρος των προγόνων μας εκείνη την Ιστορική βραδιά της Εξόδου…».
Πολλές είναι οι πραγματικές ιστορίες και πολλά είναι τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται από πολλούς ιστορικούς  συγγραφείς τόσο για την Ελληνική Επανάσταση του 1821 όσο και της Ηρωικής Εξόδου του Μεσολογγίου στις 10 Απριλίου 1826. Συνέχεια από τον Επίσκοπο Ιωσήφ, τον Πορφύριο, υπήρξαν και πολλοί άλλοι ιερείς στην πόλη και στα περίχωρα που βοήθησαν στον Αγώνα για την Ελευθερία. 
Ο Αγιόπαπας, όπως τον  αποκαλούσαν, δηλαδή ο παπα- Παναγιώτης Μπουγάτσας από το Ευηνοχώρι, ήταν εφημέριος στον Ιερό Ναό του Αγίου Παντελεήμονα. Είναι ένας από τους 1300 Μεσολογγίτες που διασώθηκε κατά την Έξοδο και ο οποίος όταν ο Αγώνας τελείωσε επέστρεψε στην πόλη, το 1829. Ο παπα-Παναγιώτης κατά την διάρκεια της μεγάλης πολιορκίας και όταν άρχισαν οι κανονιοβολισμοί πήγαινε στον Ιερό Ναό έπαιρνε το δισκοπότηρο με τα Άχραντα Μυστήρια – το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας και κάτω από τα ράκη του ράσου του αψηφώντας τις σφαίρες και τα βόλια που έπεφταν δίπλα του πήγαινε και μεταλάβαινε τους ψυχορραγούντες πολεμιστές, εκπληρώνοντας των ιερών του καθηκόντων και καθημερινά εμψύχωνε τους αμάχους άνδρες, γυναίκες και παιδιά. 
Όταν ο Βασιλιάς Όθων το 1837 επισκέφτηκε το Μεσολόγγι ζήτησε από τον Στρατηγό Δημήτριο Μακρή να πληροφορηθεί ποιος ήταν ο ηλικιωμένος ιερέας και η απάντηση ήταν, «Τον παπάν αυτόν, Μεγαλειότατε, δίκαιον είναι να τον προσκυνούμεν ως Άγιον δια τας μεγάλας εκδουλεύσεις εις την Πατρίδα και τον κόσμον… από την αρχή του κλεισμού στο Μεσολόγγι, η μόνη δουλειά που έκανε, ήτανε καθώς έπιανε το τουφέκι, και ήτανε αυτό καθημερινό , είτε μέρα είτε νύχτα, έτρεχε στην εκκλησία, έπαιρνε το δισκοπότηρο στα χέρια του και ξεσκούφωτος με το φαναράκι του επήγαινε από τάπια σε τάπια και μεταλάβαινε τους ψυχορραγούντας… Σου ορκίζουμε στην πίστη μου, Μεγαλειότατε…».  
Μετά από αυτή την τοποθέτηση του Στρατηγού ο Όθων ιδιοχείρως παρασημοφόρησε τον παπα-Παναγιώτη με το παράσημο του Αγώνα και το παράσημο του Σωτήρος και του παρέδωσε και χρηματικό ποσό ως οικονομική ενίσχυση. Ήταν ο μοναδικός ίσως ρασοφόρος και πολεμιστής στο ελεύθερο πλέον Μεσολόγγι που τιμήθηκε από τον Ανώτατο Άρχοντα, τον Βασιλέα Όθων.    
Συμπερασματικά και αφού παραλληλίσουμε τις δύσκολες εκείνες εποχές για την Πατρίδα μας, μπορούμε με το χέρι στην καρδιά να πούμε ότι και σήμερα χρειάζεται επαγρύπνηση για τη σωτηρία και την ακεραιότητα της Πατρίδας μας και αν λάβουμε υπόψη μας τη ροή των τελευταίων γεγονότων έχοντας πάλι «απέναντί μας» τον ίδιο λαό, η προσοχή μας θα πρέπει να είναι αυξημένη. 
Κλίνω την μικρή μου αυτή ιστορική αναδρομή με δύο στοίχους από το τραγούδι που γράφτηκε αυτές τις ημέρες από τον πατριώτη μας που ζει στην μακρινή Αυστραλία κ. Νίκο Δρυμούση και που αναφέρεται στους φυλακισμένους Ορθόδοξους Έλληνες Αξιωματικούς στην Τουρκία:

Μη μαραζώνεις μάνα μου
που σε κελί κοιμάμαι
της κάθε μάνας είμαι εγώ
παιδί και δε φοβάμαι.

Κι αν μ” εχουν μάνα στη Τουρκιά
τώρα φυλακισμένο
γρήγορα θα “ρθει η λευτεριά μανούλα μου
αυτό είναι γραμμένο.

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018

O Mεγάλος Κανόνας μέσα στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας


Ὁ Μέγας Κανών, ποὺ συνέθεσε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης, ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης κι ἕνας ἀπ᾿ τοὺς πιὸ ἐξέχοντες ἐκπροσώπους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποιήσεώς μας, εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ὑπέροχους καὶ περισσότερο γνωστοὺς ὕμνους στὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα. Ψάλλεται τμηματικὰ τὶς τέσσερις πρῶτες ἡμέρες τῆς Καθαρῆς Ἑβδομάδας καὶ ὁλόκληρος τὴν Πέμπτη τῆς ε´ ἑβδομάδας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἀποτελεῖ ἕνα ἐγερτήριο σάλπισμα ποὺ ἀποβλέπει στὸ νὰ φέρει τὸν ἄνθρωπο σὲ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει μέσα ἀπὸ τὴ συντριβὴ καὶ τὴ μετάνοια κοντὰ στὸν Θεό.
Ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι ὕμνος βαθιᾶς συντριβῆς καὶ συγκλονιστικῆς μετανοίας. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ αἰσθάνεται τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας· ποὺ γεύεται τὴν πικρία τῆς μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ ζωῆς· ποὺ κατανοεῖ τὶς τραγικὲς διαστάσεις τῆς ἀλλοτριώσεως τῆς ἀνθρώπινης φύσεως στὴν πτώση καὶ τὴν ἀποστασία της ἀπὸ τὸν Θεό, συντρίβεται. Κατανύσσεται. Ἀναστενάζει βαθιὰ καὶ ξεσπᾶ σὲ θρῆνο γοερό. Ἕναν θρῆνο ὅμως ποὺ σώζει, διότι ἀνοίγει τὸν δρόμο τῆς μετανοίας. Τὸν δρόμο ποὺ ἐπαναφέρει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη κοντὰ στὸν Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς καὶ τὸ πλήρωμα τῆς ἄρρητης χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης.
Τὸ πιὸ ἀξιόλογο καὶ περισσότερο γνωστὸ ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα εἶναι ἀσφαλῶς ὁ Μέγας Κανών. Ξεχωρίζει ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς Κανόνες του γιὰ τὴν πρωτοτυπία του καὶ τὴν ἔκτασή του. Ἡ ἔκτασή του αὐτὴ εἶναι ᾿κείνη ποὺ τοῦ ἔδωσε καὶ τὴν ὀνομασία Μέγας. Ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ εὐγενέστερα προϊόντα βαθιᾶς θρησκευτικῆς πείρας. Ἡ ἀξία του ἀπὸ πλευρᾶς θρησκευτικῆς καὶ αἰσθητικῆς εἶναι μεγάλη καὶ κατέχει ἐκλεκτὴ θέση στὴν ὅλη ἐκκλησιαστικὴ ποίηση καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐννιὰ Ὠδές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ β´ καὶ ἡ γ´ ἔχουν ἀπὸ δύο Εἱρμοὺς καὶ ἡ Ϛ´ διαιρεῖται σὲ δύο τμήματα. Τὸ δεύτερο τμῆμα της δὲν ἔχει δικό του Εἱρμό. Ἴσως παλαιότερα νὰ εἶχε καὶ στὸν τελικὸ καταρτισμὸ τοῦ Τριωδίου νὰ ἐξέπεσε. Μπροστὰ ἀπὸ κάθε τροπάριό του ἔχει τεθεῖ στίχος ἀπ᾿ τοὺς Μακαρισμούς. Σχετικὰ μὲ τὸν ἀριθμὸ καὶ τὴν τάξη τῶν τροπαρίων πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὑπάρχει μιὰ ποικιλία στὰ χειρόγραφα κι ἔτσι δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε ἀπόλυτα ποιά εἶναι γνήσια καὶ ποιά παρέμβλητα. Τὰ τροπάρια ποὺ ἀναφέρονται στὴν ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία καὶ τὸν ἴδιο τὸν Ἅγιο εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴ γραφίδα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα, ἀλλ᾿ ὅτι εἶναι μεταγενέστερα. (Στὸ συμπέρασμα αὐτὸ καταλήγουν ὅλοι οἱ ἐρευνητές, γι᾿ αὐτὸ κι ἐμεῖς τὰ παραλείψαμε στὴν παρούσα ἐργασία). Σύμφωνα μὲ τὸ Τριώδιο ποὺ βρίσκεται στὴ λειτουργικὴ χρήση τῆς Ἐκκλησίας, στὸ ὁποῖο κι ἐμεῖς στηριχτήκαμε (ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1960)*, ὁ ἀριθμὸς τῶν τροπαρίων ἔχει ὡς ἑξῆς· α´ 25, β´ 41, γ´ 28, δ´ 29, ε´ 23, Ϛ´ 33, ζ´ 22, η´ 22, καὶ θ´ 27. Συνολικὰ δηλαδὴ ὁ Μέγας Κανὼν ἀποτελεῖται ἀπὸ 11 Εἱρμοὺς καὶ 250 τροπάρια. Κατὰ μιὰ ἐκδοχὴ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἔγραψε τόσα τροπάρια, ὅσοι εἶναι καὶ οἱ στίχοι τῶν ἐννιὰ βιβλικῶν ὠδῶν.
Τὰ περιστατικὰ κάτω ἀπ᾿ τὰ ὁποῖα ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνέθεσε τὸν Κανόνα δὲ μᾶς εἶναι γνωστά. Δὲν ἔχουμε συγκεκριμένες μαρτυρίες, ποὺ νὰ ἀναφέρονται στὸν χρόνο, τὸν τόπο καὶ τὰ πλαίσια τῆς συνθέσεώς του. Πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ μιὰ κάποια βοήθεια μᾶς δίνουν μερικὰ προσωπικὰ στοιχεῖα καὶ ἐνδείξεις τοῦ ἴδιου τοῦ Κανόνος. Ὁ ποιητὴς μερικὲς φορὲς ἀναφέρεται στὴν ἡλικία του· «Ἐρριμμένον με, Σωτήρ, / πρὸ τῶν πυλῶν σου / κἂν ἐν τῷ γήρει... / ἀλλὰ πρὸ τοῦ τέλους / ...» (α´ 13)· «Ἐκ νεότητος, Σωτήρ, / τὰς ἐντολάς σου ἐπαρωσάμην, / ὅλον ἐμπαθῶς, / ἀμελῶν, ραθυμῶν / παρῆλθον τὸν βίον...» (α´ 20)· «Ὁ χρόνος ὁ τῆς ζωῆς μου / ὀλίγος...» (δ´ 23. Βλέπε καὶ δ´ 2, η´ 6 κ.ἄ.). Ἀπὸ τὶς παραπάνω ἐνδείξεις πρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι ὁ ποιητὴς συνέθεσε τὸν Κανόνα σὲ ἡλικία προχωρημένη.
Τὸ τελευταῖο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Κανόνος μᾶς δίνει τὴ δυνατότητα γιὰ ἕνα ἀκριβέστερο καθορισμὸ τοῦ τόπου συγγραφῆς· «Τὴν πόλιν σου φύλαττε, / Θεογεννῆτορ ἄχραντε· / ἐν σοὶ γὰρ αὕτη / πιστῶς βασιλεύουσα, / ἐν σοὶ καὶ κρατύνεται / καὶ διὰ σοῦ νικῶσα...». Φαίνεται δηλαδὴ ὅτι ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνέγραψε τὸν Κανόνα στὴν Κωνσταντινούπολη εἴτε πρὶν ἐκλεγεῖ ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης εἴτε μετά, σὲ κάποιο ταξίδι του καὶ μάλιστα κοντὰ χρονικὰ σὲ κάποια ἐπιτυχὴ ἀπόκρουση βαρβαρικῆς ἐπιδρομῆς («ἐν σοὶ κρατύνεται», «διὰ σοῦ νικῶσα», «τροποῦται πάντα πειρασμόν», «σκυλεύει πολεμίους»). Ἴσως τῶν Ἀράβων τὸ 717.
Τὸ Συναξάριο τῆς Πέμπτης τῆς ε´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν (τῆς ἡμέρας δηλαδὴ ποὺ ψάλλεται ὁ Μέγας Κανὼν) ὡς ἑξῆς ἀναφέρεται στὸ θέμα, τὸ περιεχόμενο καὶ τοὺς σκοποὺς τοῦ ποιήματος· «πᾶσαν γὰρ Παλαιᾶς καὶ Νέας Διαθήκης ἱστορίαν ἐρανισάμενος καὶ ἀθροίσας, τὸ παρὸν ἡρμόσατο μέλος, ἀπὸ Ἀδὰμ δηλαδὴ μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς Χριστοῦ Ἀναλήψεως καὶ τοῦ τῶν Ἀποστόλων κηρύγματος. Προτρέπεται γοῦν διὰ τούτου πᾶσαν ψυχήν, ὅσα μὲν ἀγαθὰ τῆς ἱστορίας ζηλοῦν καὶ μιμεῖσθαι πρὸς δύναμιν, ὅσα δὲ τῶν φαύλων ἀποφεύγειν, καὶ ἀεὶ πρὸς Θεὸν ἀνατρέχειν διὰ μετανοίας, διὰ δακρύων καὶ ἐξομολογήσεως, καὶ τῆς ἄλλης δηλονότι εὐαρεστήσεως». Θέμα δηλαδὴ τοῦ Μεγάλου Κανόνος εἶναι ἡ παρουσίαση τῆς τραγικῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσεως καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ θερμὴ παρακίνησή του νὰ μετανοήσει καὶ νὰ ἐπιστρέψει κοντὰ στὸν ζώντα καὶ ἀληθινὸ Θεό.
Ἡ διαπραγμάτευση τοῦ θέματος εἶναι πρωτότυπη, ἔντονα δραματικὴ καὶ πλαισιώνεται ἀπὸ τὴ χρήση ἑνὸς πλήθους παραδειγμάτων ἀποβλέπει στὴν παρακίνηση τῆς ψυχῆς νὰ μιμηθεῖ τὶς καλὲς πράξεις τῶν εὐσεβῶν καὶ ν᾿ ἀποφύγει τὶς κακὲς τῶν ἀσεβῶν. Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ βιβλικὰ παραδείγματα εἶναι παρμένα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Αὐτὸ κυρίως γίνεται στὶς πρῶτες ὀκτὼ Ὠδὲς (ὅπου, βέβαια, ἀναφέρονται σποραδικὰ πρόσωπα καὶ γεγονότα καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης). Μᾶς τὸ ὑπογραμμίζει καὶ ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς στὸ τροπάριο θ´ 2· «Μωσέως παρήγαγον, /ψυχή, τὴν κοσμογένεσιν / καὶ ἐξ ἐκείνου / πᾶσαν ἐνδιάθετον / γραφὴν ἱστοροῦσάν σοι / δικαίους καὶ ἀδίκους, / ὧν τοὺς δευτέρους, ὦ ψυχή, / ἐμιμήσω, οὐ τοὺς πρώτους, / εἰς Θεὸν ἐξαμαρτήσασα».
Τὰ βιβλικὰ πρόσωπα, ποὺ χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τὸν ποιητή, κρίνονται ἀνάλογα μὲ τὴ συμπεριφορά τους πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν νόμο Του καὶ τὴ διαγωγή τους μὲς στὴν Ἰσραηλιτικὴ κοινωνία. Ἔτσι προβάλλεται ἰδιαίτερα ἡ παιδαγωγική τους ἀξία. Τόσο τῶν θετικῶν παραδειγμάτων, ποὺ θὰ πρέπει νὰ μιμηθεῖ ὁ πιστός, ὅσο καὶ τῶν ἀρνητικῶν, ποὺ ὀφείλει ν᾿ ἀποφύγει.
Ὁ ἱερὸς Ἀνδρέας ἀντλεῖ τὶς ὑποθέσεις του ἀπὸ διάφορα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Οἱ περισσότερες εἶναι παρμένες ἀπὸ τὴ Μωσαϊκὴ Πεντάτευχο, δὲν λείπουν ὅμως καὶ ἀπὸ ἄλλα βιβλία, ὅπως τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, τῶν Κριτῶν, τῶν Βασιλειῶν, τῶν Ψαλμῶν, τοῦ Ἰώβ, τοῦ Ἰωνᾶ, τοῦ Ἱερεμία καὶ τοῦ Δανιήλ.
Ἡ θ´ ᾠδὴ εἶναι ἡ μόνη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη (Λουκ. 1,46-55), γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τὰ παραδείγματα τῶν τροπαρίων της τὰ δανείστηκε ἀποκλειστικὰ ἀπ᾿ αὐτήν. Τὸ δηλώνει ἄλλωστε ὁ ἴδιος στὸ τέταρτο τροπάριό της, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ ἀρχίζει τὴ χρήση Καινοδιαθηκικῶν παραδειγμάτων· «Τῆς Νέας παράγω σοι / Γραφῆς τὰ ὑποδείγματα / ἐνάγοντά σε, / ψυχή, πρὸς κατάνυξιν· / δικαίους οὖν ζήλωσον, / ἁμαρτωλοὺς ἐκτρέπου...». Τὰ παραδείγματα αὐτὰ ἀναφέρονται κυρίως στὸν Χριστὸ καὶ τὰ θαύματά Του καὶ εἶναι ὅλα παρμένα ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια.
Ὁ Μέγας Κανὼν ἀπὸ τὴν ἀρχή, φαίνεται, προορίστηκε γιὰ τὴ λατρεία. Αὐτὸ συμπεραίνουμε ἀπ᾿ τὸ ποιητικὸ εἶδος του, τὴ σύνδεσή του μὲ τὶς Βιβλικὲς ὠδές, ποὺ ἦταν στὴ λειτουργικὴ χρήση τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, καὶ τὴν ὅλη διάρθωσή του μὲ τὶς ἱκεσίες, τὶς λατρευτικὲς ἐπικλήσεις καὶ τὰ ἄλλα λειτουργικά του στοιχεῖα. Ποῦ καὶ πότε ἀκριβῶς πρωτομπῆκε στὴ λειτουργικὴ χρήση δὲν μᾶς εἶναι γνωστό. Ἴσως σὲ Ἐκκλησίες τῆς Κρήτης, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε καὶ ἐπισκόπευε ὁ Ἅγιος.
Σήμερα, στὴ λειτουργικὴ πράξη ποὺ ἐπικράτησε, ὁ Μέγας Κανών, ὅπως εἶναι γνωστό, ψάλλεται στὸν Ὄρθρο τῆς Πέμπτης τῆς ε´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἡμέρα ἐπικράτησε νὰ λέγεται «Πέμπτη τοῦ Μεγάλου Κανόνος». Στὰ μοναστήρια συνεχίζεται ἡ παλαιὰ τάξη νὰ ψάλλεται στὸν Ὄρθρο, ἐνῶ στοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς τῶν πόλεων τὸ ἀπόγευμα τῆς Τετάρτης μαζὶ μὲ τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο.
Μαζὶ μὲ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Κανόνος διαβάζεται ὁ βίος τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καὶ ψάλλεται καὶ Κανόνας ἀφιερωμένος στὴν Ὁσία μὲ ἀκροστιχίδα· «Σὺ ἡ ὁσία Μαρία βοήθει». Ἡ μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας ἑορτάζεται τὴν 1η Ἀπριλίου καὶ τὴν Ε´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν. Ὁ συσχετισμὸς τοῦ βίου της μὲ τὸν Μεγάλο Κανόνα καὶ ἡ προσθήκη ἀργότερα καὶ ἰδιαίτερου Κανόνα, ποὺ συντάχθηκε κάτω ἀπ᾿ τὴν ἐπίδραση τοῦ πρώτου, ἔγινε προφανῶς διότι ἡ μεγάλη Ὁσία ἀποτελεῖ ἕνα ζωηρὸ ὑπόδειγμα εἰλικρινοῦς μετανοίας, τὸ ὁποῖο ἄριστα συνδυάζεται μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τοὺς σκοποὺς τοῦ Μεγάλου Κανόνος. Ἡ σχετικὴ τυπικὴ διάταξη τοῦ Τριωδίου μᾶς λέγει τὰ ἑξῆς· «Τῇ Τετάρτῃ ἑσπέρας, περὶ ὥραν δ´ τῆς νυκτὸς σημαίνει. Καὶ συναχθέντες ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως, μετὰ τὸν Ἑξάψαλμον, τὸ Ἀλληλούϊα καὶ τὰ Τριαδικά... καὶ ἀναγινώσκομεν τὸν βίον τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας εἰς δόσεις δύο. Εἶτα μετὰ τὸν Ν´ Ψαλμόν, ἀρχόμεθα εὐθὺς ψάλλειν τὸν Κανόνα ἀργῶς καὶ ἐν κατανύξει, ποιοῦντες εἰς καθὲν τροπάριον μετανοίας γ´ καὶ λέγοντες· Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, ἐλέησόν με».
Ἡ σημασία τοῦ Μεγάλου Κανόνος μὲς στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας πιστοποιεῖται κι ἀπὸ δύο ἄλλα δεδομένα ποὺ ἔχουμε· πρῶτον ὅτι ὁρίστηκε νὰ γίνεται τὸ πρωῒ τῆς Πέμπτης ἡ θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, δεῖγμα σεβασμοῦ τῆς λειτουργικῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν ἡμέρα ποὺ ψάλλουμε τὸν Μεγάλο Κανόνα, καὶ δεύτερον ὅτι διαιρέθηκε σὲ τέσσερα μέρη καὶ τμηματικὰ ψάλλεται μαζὶ μὲ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου καὶ τὶς πρῶτες τέσσερις ἡμέρες τῆς α´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν.
Ὁ Μέγας Κανὼν ψάλλεται σὲ ἦχο πλάγιο τοῦ β´. Εἶναι ἦχος γλυκός, κατανυκτικὸς καὶ ἐκφραστικὸς ἰδιαίτερα τοῦ πένθους καὶ τῆς συντριβῆς τῆς ψυχῆς, γι᾿ αὐτὸ καὶ χρησιμοποιεῖται πολὺ στὴν ὑμνογραφία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας. Ὁ γοργὸς μάλιστα εἱρμολογικὸς ρυθμός του, στὸν ὁποῖο ψάλλονται τὰ τροπάρια τοῦ Μεγάλου Κανόνος, πέρα ἀπὸ τὴν κατάνυξη καὶ τὴ συντριβὴ ποὺ μεταδίδει, ἐκφράζει καὶ τὴν ἱερὴ ἀνησυχία τῆς ὑπάρξεως νὰ ἐπιτύχει τὴν ἐν Χριστῷ ἀπολύτρωσή της.

Τι είναι ο Μεγάλος Κανόνας, πότε ψάλλεται και γιατί ονομάστηκε έτσι


Η Πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της Τεσσαρακοστής. Οι ακολουθίες είναι μακρότερες και εκλεκτότερες. Στη συνήθη ακολουθία των λοιπών εβδομάδων θα προστεθούν δυο νέες μεγάλες ακολουθίες· Την Πέμπτη ο Μεγάλος Κανόνας και το Σάββατο ο Ακάθιστος Ύμνος. Κανονικά το αποκορύφωμα αυτό θα έπρεπε να αναζητηθεί στην επόμενη, στην Έκτη εβδομάδα των Νηστειών, που είναι και η τελευταία της περιόδου αυτής. Αλλά όλα στη λατρεία μας έχουν τακτοποιηθεί από τους πατέρες με πολλή μελέτη και περίσκεψη. Με «διάκριση» κατά την εκκλησιαστική έκφραση. Μετά από την τελευταία εβδομάδα ακολουθεί η Μ. Εβδομάδα, με πυκνές και μακρές ακολουθίες, ανάλογες προς τα μεγάλα εορτολογικά θέματα. Μεταξύ αυτής και του αποκορυφώματος της Τεσσαρακοστής έπρεπε να μεσολαβήσει μια περίοδος σχετικής αναπαύσεως, μια μικρή ανάπαυλα. Το τόσο λοιπόν ανθρώπινα αναγκαίο μεσοδιάστημα είναι η τελευταία εβδομάδα και την έξαρση του τέλους βαστάζει η πρότελευταια.
πότε ψάλλεται ο Μ. Κανόνας;
Ο Μ. Κανόνας ψάλλεται τμηματικά στα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α΄ Εβδομάδας των Νηστειών και ολόκληρος στην ακολουθία του Όρθρου της Πέμπτης της Ε΄ εβδομάδας. Στις ενορίες συνήθως ψάλλεται ανεξάρτητα από τον όρθρο, σαν μικρή αγρυπνία, το βράδυ της Τετάρτης μαζί με την ακολουθία του αποδείπνου. Έτσι διευκολύνονται περισσότερο οι χριστιανοί στην παρακολούθησή του. Μπορεί να τον βρει κανείς μέσα στο λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες της Τεσσαρακοστής, το Τριώδιο, καθώς και σε μικρά αυτοτελή φυλλάδια. Η παρακολούθηση του Κανόνα αυτού κατά την ώρα της ψαλμωδίας του είναι αρκετά δύσκολη, γιατί τα νοήματα είναι πυκνά και ο ρυθμός της ψαλμωδίας γρήγορος. Για τους λόγους αυτούς τα εγκόλπια αυτά είναι ιδιαίτερα απαραίτητα για όσους θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα τον ύμνο αυτό. Τα παρακάτω ας αποτελέσουν μια σύντομη εισαγωγή και βοήθεια για την κατανόησή του και μια παρακίνηση για την παρακολούθηση της ψαλμωδίας του εκλεκτού αυτού λειτουργικού κειμένου.
Ποιός ο ποιητής – δημιουργός του Μ. Κανόνα;
Τον Μ. Κανόνα συνέθεσε ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης. Γεννήθηκε στη Δαμασκό το 660 μ. Χ. από ευσεβείς γονείς. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών η αγάπη του τον φέρνει στα Ιεροσόλυμα όπου οι γονείς του τον αφιερώνουν στον Ναό της Αναστάσεως. Στα Ιεροσύλυμα απόκτησε μεγάλη παιδεία, την «θύραθεν» και τη θεολογική. Ανκαι το έργο του έγινε στην Κωνσταντινούπολη και την Κρήτη φέρει τον τίτλο του «Ιεροσολυμίτη» επειδή πέρασε από την αγία πόλη. Μοναχός της Μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα εγινε γραμματέας του Πατριάρχη Θεόδωρου. Το 685 ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εκκλησιαστική αποστολή. Εκεί παρέμεινε για είκοσι χρόνια και ανέλαβε διάφορες εκκλησιαστικές θέσεις και τέλος γύρω στο 711 ή 712 εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Κρήτης.
Στη Κρήτη συμμετέχει στις ταλαιπωρίες του ποιμνίου του που οφείλονταν στις Αραβικές επιδρομές. Εμψυχώνει το λαό στις θλίψεις και προσεύχεται για τη σωτηρία του. Με τις προσευχές του σταματά τη μεγάλη ανομβρία και σταματά τη μάστιγα της πείνας. Ιδρύει μεγάλο «Ξενώνα» στον οποίο περιθάλπονται οι γέροντες και οι άρρωστοι, φιλοξενούνται οι ξένοι και οι φτωχοί διακονώντας ο ίδιος. «Με τα χέρια του υπηρετούσε τους ασθενείς και τους έπλενε τα πόδια και το κεφάλι, καθάριζε τις πληγές τους και τα τραύματα τους. Σ’ αυτό το σημείο τον οδηγούσε η αγάπη του πρός τον Θεό και τον πλησίον» σημειώνει ο βιογράφος του.
Ο άγιος Ανδρέα ο Κρήτης είχε μεγάλη ευλάβεια και ιδιαίτερη αγάπη του πρός την Παναγία. Αφιέρωσε πλήθος ύμνων και εγκωμιαστικών λόγων στις εορτές της. Έκτισε δε μεγαλοπρεπή ναό προς τιμήν της Θεοτόκου που τον ονόμασε «Βλαχέρνες». Φρόντισε δε για την επισκευή των παλαιών και παραμελημένων ναών τους οποίους «ευπρεπώς κατεκόσμησε». Πέθανε στις 4 Ιουλίου 740 στην Ερεσό της Λέσβου, είτε επιστρέφοντας στην Κρήτη μετά από ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, είτε και εξόριστος εκεί – ήταν υποστηρικτής των αγίων εικόνων. Στην παραλία της Ερεσού τιμάται μέχρι σήμερα ο τάφος του, μια μεγάλη σαρκοφάγο, που βρίσκεται πίσω από το άγιο βήμα της ερειπωμένης βασιλικής της Αγίας μάρτυρος Αναστασίας, όπου κατά τους βιογράφους του είχε ταφεί. Η καθιέρωση του ως Αγίου έγινε πολύ νωρίς.
Ο Ανδρέας ήταν λόγιος κληρικός, εκκλησιαστικός ρήτορας και υμνογράφος. Η φιλολογική και υμνογραφική του παραγωγή είναι αξιόλογη Οι λόγοι του είναι κυρίως εγκωμιαστικοί. Σώζονται όμιλίες στις Θεομητορικές και Δεσποτικές εορτές και σε διαφόρους αγίους. Στις ομιλίες του φαίνεται η ρητορική του τέχνη, η άριστη γνώση της αττικής γλώσσας, η βαθιά γνώση της βίβλου, ιδιαίτερα της Π.Δ που ερμηνεύει αλληγορικά. Χαρακτηρίζεται ως ο καλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της Βυζαντινής εποχής. Τα χαρακτηριστικά των λόγων του είναι η «έντεχνος ρητορική επεξεργασία και τα υψηλά θεολογικά νοήματα». Το υμνογραφικό του έργο είναι πλουσιότερο των ρητορικών του λόγων. Εφεύρε το είδος των Κανόνων που ψάλλονται μέχρι σήμερα και διακρίνονται για την σαφήνεια και το διδακτικό τους χαρακτήρα. Το σπουδαιότερο όμως υμνογραφικό του έργο είναι ο Μ. Κανόνας. Τον έγραψε, όπως φαίνεται από διάφορες ενδείξεις, περί το τέλος της ζωής του, κατά δε την μαρτυρία ενός συναξαρίου, στην Ερεσό, λίγο πριν πεθάνει. Αν η πληροφορία αυτή είναι αληθινή, ο Μ. Κανόνας είναι το κύκνειο άσμα του υμνογράφου μας.
Για να καταλάβουμε την ποιητική του δομή πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκβαση. Το έργο αυτό ανήκει στο ποιητικό είδος των κανόνων, που κατά πολλούς έχει την αρχή του σ’ αυτόν τον ίδιο τον Ανδρέα. Είναι δε οι κανόνες ένα σύστημα τροπαρίων, που γράφονταν για ένα ορισμένο λειτουργικό σκοπό: να διακοσμήσουν τη ψαλμωδία των 9 ωδών του Ψαλτηρίου, που στιχολογούνταν στον όρθρο. Όλος ο κανόνας ψάλλεται σε ένα ήχο. Κάθε όμως ωδή παρουσιάζει μια μικρή παραλλαγή στη ψαλμωδία κατά τρόπο, που να διατηρείται μεν η μουσική ενότητα στον όλο κανόνα, αφού όλος ψάλλεται στον ίδιο ήχο, αλλά και να σπάει και η μονοτονία με τις παραλλαγές στην ψαλμωδία που παρουσιάζει κάθε μια ωδή.
Γιατί ονομάζεται «Μεγάλος»;
Ο Μ. Κανόνας στην μορφή του έχει μια χαρακτηριστική ιδιορρυθμία. Η ιδιορρυθμία του συνίσταται στο ότι συγκρινόμενος προς τους άλλους ομοίους του κανόνες, είναι «μέγας». Μέγας στην απόλυτη του έννοια. Μεγαλύτερος δεν μπορούσε να υπάρξει· και τούτο γιατί ο ποιητής θέλησε να συνθέσει όχι τρία ή τέσσερα τροπάρια για την κάθε ωδή, όπως συνήθως έχουν οι άλλοι κανόνες, αλλά πολύ περισσότερα: τόσα, όσα είναι και όλοι οι στίχοι των ωδών, έτσι ώστε στον καθένα στίχο να αντιστοιχεί και να παρεμβάλλεται κατά την ψαλμωδία από ένα τροπάριο. 250 είναι οι στίχοι των ωδών, 250 και τα τροπάρια του Μ. Κανόνα, ενώ οι συνήθης κανόνες έχουν γύρω στα 30. Σήμερα τα τροπάρια του Μ. Κανόνα είναι κατά 30 περίπου περισσότερα από τα αρχικά. Μεταγενέστεροι υμνογράφοι πρόσθεσαν τροπάρια για την οσία Μαρία την Αιγυπτία και για τον ίδιο τον Ανδρέα.
Ποιο είναι το περιεχόμενο του Μ. Κανόνα;
Ο Μ. Κανόνας παρουσιάζει το τραγικό γεγονός της πτώσεως του ανθρωπίνου γένους που κατάστρεψε τη δυνατότητα της κοινωνίας του με τον Θεό. Στον Μ. Κανόνα ο ποιητής θεωρεί και βιώνει το γεγονός της πτώσεως προσωπικά. Με την καθημερινή αμαρτία του ταυτίζεται με τον πρωτόπλαστο Αδάμ του οποίου γίνεται μιμητής. Η ψυχή του ακολουθεί τη πορεία της Εύας. «Αλίμονο, ταλαίπωρη ψυχή! Γιατί μιμήθηκες την πρώτη Εύα; Κοίταξες πονηρά και πληγώθηκες πικρά». Ο άγιος αναφέρεται στην ύπαρξη που κληρονομήσαμε μετά τη πτώση που συνδέεται με τη φθορά και το θάνατο. Με τους πρωτόπλαστους έχουμε οντολογική αλληλεγύη. Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας και η ομολογία της σφραγίζει ολόκληρο τον Μ. Κανόνα.
Είναι ένα κύκνειο άσμα, ένας θρήνος προθανάτιος, ένας μακρύς θρηνητικός μονόλογος, είναι ο Αδαμιαίος θρήνος. Ο ποιητής βρίσκεται στο τέλος της ζωής του. Αισθάνεται ότι οι ημέρες του είναι πια λίγες, ο βίος του έχει περάσει. Αναλογίζεται τον θάνατο και την κρίση του δίκαιου κριτή, που τον αναμένει. Και έρχεται να κάνει μια αναδρομή, μια ανασκόπηση του πνευματικού του κόσμου. Κάθεται να συζητήσει με τη ψυχή του. Ο απολογισμός όμως δεν είναι ενθαρρυντικός. Ο βαρύς κλοιός της αμαρτίας στον συμπνίγει. Η συνείδηση τον ελέγχει. Και ο ποιητής θρηνεί διαρκώς για την άβυσσο των κακών τους πράξεων. Στον θρήνο αυτό συμπλέκεται η αναδρομή στην Αγία Γραφή. Αυτό κυρίως δίνει την μεγάλη έκταση στο ποίημα. Ο σύνδεσμος όμως του θρήνου με την Γραφή είναι πολύ φυσικός. Σαν άνθρωπος του Θεού ο ποιητής, ανοίγει το βιβλίο του Θεού για να αξιολογήσει τα πεπραγμένα του. Εξετάζει ένα προς ένα τα παραδείγματα του ιερού βιβλίου. Στις οκτώ πρώτες ωδές παίρνει τα παραδείγματα του από τη Παλαιά Διαθήκη. Στη εννάτη ωδή από την Καινή Διαθήκη. Το αποτέλεσμα της συγκρίσεως είναι κάθε φορά τρομερό και αιτία νέων θρήνων. Έχει μιμηθεί όλες τις κακές πράξεις όλων των ηρώων της ιεράς ιστορίας, όχι όμως και τις καλές πράξεις των αγίων. Δεν του μένει παρά η μετάνοια, η συντριβή και η καταφυγή στο έλεος του Θεού. Και εδώ ανοίγει η αισιόδοξη προοπτική του ποιητή. Βρήκε την πόρτα του παραδείσου, την μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δεν έχει να παρουσιάσει· προσφέρει όμως στον Θεό τη συντετριμμένη του καρδιά και την πνευματική του φτώχια. Τα βιβλικά παραδείγματα του Δαυίδ,του προφήτη Ιερεμία, των βασιλέων Μανασσή και Εζεκία από την Π. Δ και του Πέτρου, της Μάρθας και της Μαρίας, της Χαναναίας, του τελώνη, της πόρνης και του ληστή τον ενθαρρύνουν. Πολλές φορές επανέρχεται χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της μετάνοιας της πόρνης και παρακαλεί τον Κύριο να δεχθεί τα δικά του δάκρυα όπως δέχθηκε και τα δικά της και να του συγχωρήσει τις αμαρτίες του. Ο κριτής θα ευσπλαχνισθεί και αυτόν, που αμάρτησε πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους. Ψάλλεται σε ήχο πλ. του β΄. Είναι ήχος γλυκός, κατανυκτικός και εκφραστής του πένθους και της συντριβής.

Αγίου Ιωάννου Σιναίτου:"Περί πραότητος..."


Μια πτώσις, πολλές φορές εσωφρόνισε τους κακούς και πονηρούς
και τους εχάρισε χωρίς να το θέλουν,την ακακία και την σωτηρία

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η μεγάλη συνάντηση του Θεού και του ανθρώπου"

Περίοδος αγώνα είναι η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή.Περίοδος αγώνα πνευματικού.Μας καλεί η Αγία μας Εκκλησία σε προσευχή, σε νηστεία, σε εγρήγορση.Μας δείχνει το δρόμο που οδηγεί από το Γολγοθά στην Ανάσταση,Από την πτώση στην ανύψωση, από την αμαρτία στην σωτηρία.Όταν ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, τον έπλασε για να είναι παντοτινά ενωμένος μαζί Του, για να κοινωνεί την αγάπη του Θεού και να λαμβάνει διαρκώς από τον Δημιουργό την ζωή και την τελειότητα.
Δυστυχώς όμως, ο πρώτος εκείνος άνθρωπος, ο Αδάμ, παρήκουσε την μία και μοναδική εντολή του Θεού, προτίμησε να γευτεί τον απαγορευμένο καρπό και στη συνέχεια, δηλητηριασμένος από το μικρόβιο της αμαρτίας,εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο Κι έπειτα, όπως μας περιγράφει ένα θαυμάσιο τροπάριο των ημερών, έκατσε ο Αδάμ απέναντι από τον κλειστό και σφραγισμένο πλέον Παράδεισο, και ατενίζοντας αυτό που με την παρακοή του είχε χάσει, έκλαψε πικρά, γιατί τότε πλέον είχε αντιληφθεί το μέγεθος της αμαρτίας που είχε διαπράξει.Όλοι μας είμαστε εξόριστοι από τον Παράδεισο,εξαιτίας αυτής της πρώτης αμαρτίας.Όλοι μας λοιπόν έχουμε ένα κοινό σκοπό:να κατοικήσουμε και πάλι στον Παράδεισο.Ο αγώνας επομένως του Χριστιανού είναι αγώνας με στόχο τον Παράδεισο.Και τα σημεία του αγώνα μας είναι η καθαρότητα του βίου, η απόκτηση των αρετών, η προσέγγιση του Θεού μέσα από την Μυστηριακή ζωή.
Ειδικά όμως αυτή την περίοδο, την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή,η Εκκλησία μας μάς ωθεί να αγωνιστούμε εντονότερα, να προσπαθήσουμε περισσότερο, να αναθερμάνουμε το ζήλο μας, να ζήσουμε όλο το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, ώστε κι εμείς, μαζί με τον Αναστημένο Ιησού Χριστό,να πορευθούμε προς τον Πατέρα!Γι αυτό λοιπόν, την περίοδο αυτή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ασκούμαστε με την νηστεία, ώστε να περιορίσουμε και να πειθαρχήσουμε τον εαυτό μας.
Με τον τρόπο αυτό της νηστείας ισχυροποιούμε τη θέλησή μας και μαθαίνουμε να αντιστεκόμαστε στις προκλήσεις και τις επιθυμίες των πειρασμών, μαθαίνουμε να κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, να τα περιορίζουμε και σιγά - σιγά να τα εξορίζουμε από μέσα μας.Άλλο όπλο της Σαρακοστής είναι και η εντονότερη προσευχή,η ατομική και η Μυστηριακή στην εκκλησία.Η προσευχή είναι επικοινωνία με τον Θεό, συνομιλία μαζί Του.Τη στιγμή της προσευχής η καρδιά μας και ο νους μας φεύγει από τα γήινα και ταξιδεύει στο χώρο του πνεύματος.Ο άνθρωπος που προσεύχεται αντλεί δύναμη και κουράγιο από την προσευχή, για να μπορέσει να αντισταθεί στο ρεύμα του κόσμου που μας περιτριγυρίζει, και να συνεχίσει τον πνευματικό του αγώνα.Προσευχή λοιπόν εντονότερη αυτή την περίοδο, τόσο μόνοι μας, όσο και στην εκκλησία, με τους Χαιρετισμούς, τα Απόδειπνα,τις Προηγιασμένες Θείες Λειτουργίες.Την νηστεία και την προσευχή συνοδεύει η καλλιέργεια των αρετών.Αυτή η περίοδος είναι η καταλληλότερη για να προσπαθήσουμε πιο εντατικά για την απόκτηση των αρετών.
Η ελεημοσύνη προς τον πλησίον που έχει την ανάγκη μας, η φιλανθρωπία που δεν γίνεται για επίδειξη και αυτοέπαινο, η ταπείνωση που υψώνει τον άνθρωπο, η αληθινή, γνήσια αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους, η πραότητα, η εγκράτεια, η σωφροσύνη, είναι άνθη πνευματικά που οφείλουμε να φυτέψουμε και να καλλιεργήσουμε μέσα μας.Μόνο τότε θα μπορέσουμε να δεχθούμε μέσα μας τον Θεό και να ζήσουμε την χαρά της Αναστάσεως, αυτού του μεγάλου γεγονότος που εορτάζουμε με το πέρας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Ας αγωνιστούμε, λοιπόν.Ας αγωνιστούμε με μεγαλύτερη προθυμία και ένταση, με την νηστεία, την προσευχή, την Μυστηριακή ζωή, την μελέτη του Ευαγγελίου, με την αγαθοσύνη και την καλλιέργεια των αρετών.Ας αγωνιστούμε για να τελειοποιήσουμε τους εαυτούς μας και να καθαριστούμε από κάθε ρύπο πνευματικό που λεκιάζει το ένδυμα της ψυχής μας.Ας αγωνιστούμε κι ας τρέξουμε για να συναντήσουμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό.Γιατί η Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η μεγάλη συνάντηση του Θεού και του ανθρώπου.Είναι το σημείο στο οποίο ο Θεός, ταπεινούμενος θυσιάζεται για μας, προσφέρει θυσία τον Υιό Του, λύτρο για τις αμαρτίες μας, και συναντά τον άνθρωπο, εμάς, όλους μαζί και τον καθένα μας ξεχωριστά, που ανυψώνουμε το πνεύμα και την διάνοιά μας για να Τον συναντήσουμε και να οδηγηθούμε από Αυτόν στην Ουράνια Πατρίδα, τον χαμένο Παράδεισο.

Πηγή: απο το ιστολόγιο "Aπλά & Ορθόδοξα"

Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος για την Καταλαλιά

Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως κκ Ιερεμία


 Ἡ σημερινή Κυριακή, ἀδελφοί μου χριστιανοί, λέγεται Δ´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν. Τήν Κυριακή αὐτή ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία καθόρισε νά ἑορτάζουμε τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ἑορτή τοῦ ἁγίου αὐτοῦ εἶναι στίς 30 Μαρτίου. Ἐπειδή ὅμως ἡ ἑορτή πέφτει μεσοβδόμαδα, καί τίς καθημερινές τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή δέν ἐπιτρέπεται θεία Λειτουργία, γι᾽ αὐτό ἡ Ἐκκλησία, γιά νά μή χαθεῖ ἡ ἑορτή αὐτή, τήν μετέθεσε τήν Δ´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν. Ἄρα, πρόκειται περί μεγάλου ἁγίου, γιά νά φροντίσει ἡ Ἐκκλησία νά μήν χαθεῖ ἡ ἑορτή του. Καί πραγματικά, ἀδελφοί, εἶναι μεγάλος ἅγιος, ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Εἶναι ἕνας ἀσκητικός πατέρας τοῦ ἕκτου αἰῶνος. Ἔγραψε ἕνα μόνο, ἀλλά περίφημο σύγγραμμα, πού τό ὀνόμασε «Κλῖμαξ τοῦ Παραδείσου». Ἀπό τό σύγγραμμά του αὐτό πῆρε καί αὐτός τήν ἐπωνυμία «Ἰωάννης τῆς Κλίμακος». Ἡ ἀλεπού, λέγει ἕνας μύθος, κορόϊδευε τήν λιονταρίνα, γιατί γεννάει μόνο ἕνα. Ἀλλά αὐτή τῆς εἶπε: «Ἕνα, ἀλλά λέοντα»! Γράφουν πολλοί συγγραφεῖς πολλά βιβλία. Ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἔγραψε μόνο ἕνα βιβλίο, ἀλλά «λέοντα»! Βιβλίο ἰσχυρό, δυνατό, γιγάντιο! Τέτοια βιβλία νά διαβάζετε, ἀδελφοί μου χριστιανοί, γιά νά μορφωθεῖτε θεολογικά, ἀλλά καί γιά νά σωθεῖτε. Πραγματικά, τό βιβλίο Κλῖμαξ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου ἔχει σπουδαῖα φάρμακα γιά τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς μας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὀνόμασε τό βιβλίο του «Κλῖμαξ» ἀπό τό ὅραμα τοῦ Ἰακώβ, πού διαβάζουμε στό βιβλίο τῆς Γένεσης (28,12). Ἐκεῖ διαβάζουμε ὅτι ὁ πατριάρχης εἶδε στό ὄνειρό του μία κλίμακα, ἡ ὁποία ἀπό τήν γῆ ἔφτανε στόν οὐρανό. Τό βιβλίο αὐτό τοῦ ἁγίου Ἰωάννου περιέχει τριάντα κεφάλαια. Εἶναι οἱ τριάντα βαθμίδες τῆς «Κλίμακός» του, πού εἰσάγουν στόν οὐρανό. Ἐπίτηδες ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἔκανε τά κεφάλαια τοῦ βιβλίου του τριάντα ἀπό τήν ἡλικία τῆς ὡριμότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἄρχισε τό θεῖο Του ἔργο.
2. Στό σημερινό μου κήρυγμα, ἀδελφοί χριστιανοί, θά σᾶς πῶ λίγα, πολύ ὀλίγα λόγια ἀπό τόν 10ο λόγο τοῦ βιβλίου, πού ἀναφέρεται στό ἁμάρτημα τῆς καταλαλιᾶς καί τῆς κατακρίσεως. Εἶναι ἕνα ἁμάρτημα, στό ὁποῖο πέφτουμε ὅλοι, ἄλλος πολύ καί ἄλλος λίγο. Καί ὅμως, ὅπως μᾶς τό λέει ὁ ἅγιος, εἶναι πολύ σοβαρό τό ἁμάρτημα αὐτό, τό πάθος αὐτό, καί πρέπει ὁπωσδήποτε ὅλοι νά ἀγωνιστοῦμε, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά τό κόψουμε. Σᾶς λέγω μερικά ἀπό ὅσα λέει γιά τήν καταλαλιά ὁ ἅγιος Ἰωάννης, πού ἑορτάζουμε σήμερα.

(α) Ὁ ἅγιος παρομοιάζει τήν καταλαλιά μέ «παχειά βδέλλα, πού ἀπορροφάει τό αἷμα τῆς ἀγάπης» (§ 1). Πραγματικά, χριστιανοί μου, ὅποιος κατηγορεῖ τόν ἄλλο, δέν ἔχει ἀγάπη σ᾽ αὐτόν, γι᾽ αὐτό καί γιά τήν καταλαλιά βρίσκει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὅτι «γεννᾶται ἀπό τό μίσος καί ἀπό τήν μνησικακία» (§ 1).

(β) Τήν καταλαλιά τήν λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης «ἀναιδῆ ἁρπαγή τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ» (§ 15). Ἔτσι εἶναι, χριστιανοί μου. Ἡ κρίση τῶν ἀνθρώπων θά γίνει τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιατί ὁ Θεός Πατέρας «τήν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ» (Ἰωάν. 5,22). Ἐκεῖνος λοιπόν πού κατηγορεῖ τόν ἄλλον παίρνει ἀπό τόν Χριστό τό θεῖο δικαίωμά Του καί γίνεται αὐτός, ὁ καταλαλῶν, γίνεται κριτής τοῦ ἄλλου. Γι᾽ αὐτό, πολύ ὡραῖα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης λέγει τήν καταλαλιά «ἀναιδῆ ἁρπαγή».
(γ) Ἀλλά γιατί νά κατηγοροῦμε τόν ἄλλο; Ναί, τόν εἴδαμε νά ἁμαρτάνει. Ξέρουμε ὅμως τό πόσο θά μετάνοιωσε αὐτός γιά τήν ἁμαρτία αὐτή πού ἔκανε, πόσους ἀναστεναγμούς θά ἔβγαλε ἀπό τά στήθη του καί πόσα δάκρυα θά ἔχυσε γιά τήν κακή ὥρα πού τόν ἔκανε νά ἁμαρτήσει; Ἐμεῖς εἴδαμε τήν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου καί τόν κατηγοροῦμε γι᾽ αὐτό. Ὁ Θεός ὅμως εἶδε τήν μετάνοιά του καί τόν δικαιώνει γι᾽ αὐτήν καί τόν κάνει ἅγιο. Δηλαδή, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης στό βιβλίο του, ἐμεῖς τόν εἴπαμε «ἀνήθικο» γιά τήν ἁμαρτία του, ἀλλά ὁ Θεός κηρύσσει «ἁγνό» γιά τήν μετάνοιά του (§6·βλ. καί § 9).
(δ) Τήν καταλαλιά καί τήν κατάκριση ὁ ἅγιος Ἰωάννης τήν θεωρεῖ ὡς τό χειρότερο ἁμάρτημα, τόσο ὥστε ὅποιος βαρύνεται καί μόνο μέ αὐτό τό ἁμάρτημα δέν σώζεται. Ἄς θυμηθοῦμε τόν Φαρισαῖο τῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου (βλ. Λουκ. 18,10 ἑξ.). Καί νήστευε καί προσευχόταν, ἀλλά ἐπειδή κατέκρινε τόν ἁμαρτωλό τελώνη, δέν δικαιώθηκε, δέν σώθηκε (§16).
(ε) Ἀδελφοί μου! Ἄς μή κατηγοροῦμε τούς ἄλλους γιά τίς ἁμαρτίες τους, γιατί, ὅπως τό λέγει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης, δέν φταῖνε αὐτοί πού ἁμαρτάνουν. Ὁ διάβολος εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ, ἄν καί βέβαια δέν ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος γιά τίς ἁμαρτίες πού κάνει, ἐπειδή τόν ὑποκινεῖ ὁ διάβολος σ᾽ αὐτό. Ἀλλά τόν διάβολο κυρίως νά κατηγοροῦμε, αὐτόν νά καταριόμαστε καί ὄχι τόν ἀδελφό μας γιά τήν ἁμαρτία του (§13). Ἔπειτα πῶς κατηγοροῦμε τόν ἄλλο τίς ἁμαρτίες του, ἀφοῦ καί ἐμεῖς ἁμαρτάνουμε;  Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Καί ἄν, χριστιανοί μου, σκεπτόμαστε τίς ἁμαρτίες μας καί πονοῦμε γι᾽ αὐτές – αὐτό καλεῖται μετάνοια – , δέν θά ἔχουμε τότε ὄρεξη νά σηκώσουμε κεφάλι καί νά ἀνοίξουμε τό στόμα μας γιά νά κατηγορήσουμε τόν ἀδελφό μας γιά τήν ἁμαρτία του. Αὐτός πού ζεῖ πραγματικά τήν μετάνοια δέν κατηγορεῖ κανέναν. Γι᾽ αὐτό καί λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ὅτι ἡ καταλαλιά εἶναι ἐνάντια πρός τήν μετάνοια. «Ὅπως δέν συμβιβάζεται ἡ φωτιά μέ τό νερό, ἔτσι καί ἡ κατάκρισις μέ ἐκεῖνον πού ἀγαπᾶ τήν μετάνοια» (§ 8). Ἄς μή κατηγοροῦμε κανέναν, ἀδελφοί, γιά τήν ἁμαρτία του, γιατί, ἄν κατηγοροῦμε τούς ἄλλους, θά μᾶς πάρει ὁ Θεός τήν Χάρη Του καί θά πέσουμε στά ἴδια καί σέ χειρότερα ἀπό αὐτά πού κατηγοροῦμε (§10).
3. Μή ἔχοντας χρόνο νά σᾶς πῶ περισσότερα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, σᾶς λέω γιά τήν καταλαλιά μιά νόστιμη διήγηση πού γράφει τό Γεροντικό:
Σέ ἕνα μοναστήρι ἦταν ἕνας μοναχός πού φαινόταν ἀμελής στά καθήκοντά του. Δέν ἦταν ἐπιμελής στίς ἱερές Ἀκολουθίες καί στά ἄλλα διακονήματά του. Ἀρρώστησε κάποτε ὁ μοναχός αὐτός καί ἦταν στά τελευταῖα του. Τότε πῆγε ὁ Γέροντας τοῦ Μοναστηρίου νά τόν συμβουλεύσει γιά νά δείξει μετάνοια, γιά νά σωθεῖ ἡ ψυχή του. Τοῦ εἶπε μέ καλό τρόπο ὅτι ἦταν ἀμελής στά καθήκοντά του καί πρέπει νά μετανοήσει γι᾽ αὐτό, γιά νά βρεῖ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὁ μοναχός τόν ρώτησε ἕνα περίεργο λόγο: «Γέροντα, εἶναι ἀληθινό τό Εὐαγγέλιο;». Ὁ Γέροντας ὑποθέτω ὅτι θά σκέφτηκε: «Ἐγώ τοῦ μιλάω γιά μετάνοια καί αὐτός μέ ρωτάει ἄν εἶναι ἀληθινό τό Εὐαγγέλιο…»! «Ἀληθινό εἶναι τό Εὐαγγέλιο, παιδί μου», τοῦ ἀπάντησε ὁ Γέροντας. «Ἔ, Γέροντα – εἶπε πάλι ὁ μοναχός –, ἄν εἶναι ἀληθινό τό Εὐαγγέλιο, ἐγώ δέν θά καταδικαστῶ ἀπό τόν Χριστό. Γιατί ὁ Χριστός εἶπε: “Μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε”. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἤμουν ἀμελής στά καθήκοντά μου, ἀλλά σέ ὅλη μου τήν μοναχική ζωή, δέν κατηγόρησα κανένα ἀδελφό. Καί ἀφοῦ λοιπόν δέν ἔκρινα κανέναν, δέν θά κριθῶ ἀπό τόν Χριστό, γιατί μᾶς εἶπε “μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε”». «Πώ, πώ»!, εἶπε τότε ὁ Γέροντας. «Ἐμεῖς ἀγωνιζόμαστε σκληρά γιά τήν σωτηρία μας καί αὐτός ὁ μοναχός, πού τόν λέμε γιά ἀμελῆ, βρῆκε ἄλλο δρόμο, εὐκολώτερο καί καλύτερο, γιά νά πετύχει τήν σωτηρία του. Καί θά τήν πετύχει»! Τότε ὅλοι οἱ ἀδελφοί θυμήθηκαν ὅτι πραγματικά ὁ ἀδελφός αὐτός, πού φαινόταν ἀμελής ὡς μοναχός, ποτέ-μά ποτέ δέν εἶχε κατηγορήσει κανέναν. Καί ὅλοι πῆραν μάθημα καί δίδαγμα ὅτι περισσότερο ἀπό ὅλα νά προσέχουν τήν καταλαλιά καί τήν κατάκριση· καί ὁ καθένας τους νά βλέπει τό δοκάρι πού ἔχει στό μάτι του καί νά μήν κατηγορεῖ τόν ἄλλο γιά τήν ἀκίδα τοῦ ματιοῦ του (βλ. Ματθ. 7,3). Ἀδελφοί, ἄς μήν κατηγοροῦμε κανένα, γιά νά εὕρουμε ἔλεος τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως.

Το Ευαγγέλιο της αυριανής Κυριακής και η απόδοσή του στη Νεοελληνική


«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἄνθρωπός τις πρόσηλθε τῷ Ἰησοῦ γονυπετῶν αὐτῷ καὶ λέγων διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρὸς σέ, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. Καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, φήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· Καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σοῦ ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει ὢ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρὸς μέ. Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. Καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων.
Καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· παιδιόθεν. Καὶ πολλάκις αὐτὸν εἰς τὸ πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτὸν ἀλλ’ εἰ τὶ δύνασαι, βοηθῆσαν ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ' ἡμᾶς. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. Καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε- πιστεύω, κύριε βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγὼ σοὶ ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ' αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. Καὶ κράξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτὸν καὶ ἀνέστη.
Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ' ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστεία. Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τὶς γνῶναι. ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενούσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἥμερα ἀναστήσεται».

Απόδοση στη Νεοελληνική

Εκείνο τον καιρό ένας άνθρωπος πλησίασε τον Ιησού, γονάτισε μπροστά του και είπε· Διδάσκαλε,· σου έφερα το γιο μου, που έχει πνεύμα άλαλο· Και όπου τον πιάσει τον ρίχνει κάτω, και αφρίζει και τρίζει τα δόντια του και ξεραίνεται· και είπα στους μαθητές σου για να το βγάλουν και δεν μπόρεσαν. Και ο Ιησούς του αποκρίθηκε και λέγει· Ω γενεά άπιστη, ως πότε θα είμαι μαζί σας ως πότε θα σας βαστάξω; Φέρτε μου εδώ το παιδί. Και του το έφεραν. Και όταν το παιδί είδε τον Ιησού, αμέσως το πονηρό πνεύμα το τράνταξε και έπεσε στη γη και κυλιόταν αφρίζοντας.
Και ο Ιησούς ρώτησε τον πατέρα του· Πόσος καιρός είναι από τότε που το έπαθε; Και ο πατέρας είπε· Από τότε που ήταν παιδί. Και πολλές φορές και στη φωτιά τον έριξε και στο νερό για να τον ξεκάμει· μα αν κάτι μπορείς, λυπήσου μας και βοήθησε μας. Και ο Ιησούς του είπε· Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σ' εκείνον που πιστεύει. Και αμέσως έβαλε φωνή ο πατέρας του παιδιού με δάκρυα και είπε· Πιστεύω Κύριε· βόηθα με στην απιστία μου. Και όταν είδε ο Ιησούς πως μαζεύεται κόσμος, μίλησε αυστηρά στο ακάθαρτο πνεύμα και του λέγει: Πνεύμα άλαλο και κουφό, εγώ σε διατάζω, να βγεις από το παιδί και να μην ξαναμπείς σ' αυτό. Και το πνεύμα, αφού έβαλε μεγάλη φωνή και τράνταξε δυνατά το παιδί, βγήκε· και το παιδί έγινε σαν νεκρό, ώστε πολλοί να λέγουν πως πέθανε. Και ο Ιησούς το ‘πιασε από το χέρι και το σήκωσε και εκείνο στάθηκε ορθό.
Και όταν ο Ιησούς πήγε στο σπίτι οι μαθητές του τον πήραν κατά μέρος και τον ρωτούσαν: Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να βγάλουμε το πονηρό πνεύμα; Και τους είπε· Τα πονηρά πνεύματα με κανέναν τρόπο δε βγαίνουν παρά μόνο με προσευχή και με νηστεία. Και αφού βγήκαν από εκεί διάβαιναν κρυφά μέσα από τη Γαλιλαία και κανείς δεν ήθελε να το ξέρει. Γιατί δίδασκε τους μαθητές του και τους έλεγε πως ο υιός του ανθρώπου παραδίνεται στα χέρια των ανθρώπων και θα τον σκοτώσουν και αφού πεθάνει την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί. 


Tοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.


     Το επεισόδιο που μας αφηγείται το σημερινό ανάγνωσμα από το Ευαγγέλιο του Μάρκου αγαπητοί εν Χριστω αδελφοί,  τοποθετείται ευθύς μετά την κάθοδο του Ιησού από το όρος όπου μεταμορφώθηκε μπροστά σε τρεις από τους μαθητές του. Μετά τη δόξα της Μεταμορφώσεως συναντά ο Ιησούς την ανθρώπινη αθλιότητα σ’ όλη της την τραγική εκδήλωση: Ένας πονεμένος πατέρας μας λέγει το Ευαγγελικό ανάγνωσμα που μόλις ακούσαμε, παρακαλεί τον Ιησού να γιατρέψει το άρρωστο παιδί του, που το είχε κυριεύσει δαιμονιο και  που οι μαθητές του προηγουμένως, οι υπόλοιποι δηλ. εννέα, στάθηκαν ανίσχυροι να το θεραπεύσουν. Φοβερό όντως το θέαμα !!! Βρίσκει λοιπόν ο Ιησούς μπροστά του από την μια μεριά την πονεμένη και πάσχουσα ανθρωπότητα, από την άλλη τους εκπροσώπους του που δεν μπορούν να βοηθήσουν. Και σαν να μη φθάνουν αυτά, βλέπει και τους γραμματείς, τους θεολόγους δηλ. του ιουδαϊσμού, να συζητούν με τους μαθητές και να προσπαθούν ίσως να κλονίσουν την πίστη τους στον Χριστό. Όλα αυτά θα κάνουν σε λίγο τον Ιησού να εκστομίσει την φράση «ω γενεά άπιστος, εώς πότε προς υμάς έσομαι;».
     Τη δύναμη της πίστεως, της προσευχής και της νηστείας, μας διδάσκει σήμερα ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, μέσα από τη θεραπεία του δαιμονιζόμενου παιδιού που μας διηγείται ο Ευαγγελιστής Μάρκος. Το παιδι που από μικρό το είχε καταλάβει το πονηρό πνεύμα και συχνά απειλούσε ακόμα και την σωματική του ακεραιότητα, ο διάβολος δεν αρκούνταν μόνο στη ζημιά που έκανε στην ψυχή του, αλλά το ωθούσε πότε στη φωτιά και πότε στο νερό, για να το φονεύσει. Ο πατέρας του με πόνο και με δάκρυα στα μάτια απευθύνεται στους μαθητές του Χριστού να το θεραπεύσουν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Και ο Κύριος, αφού προηγουμένως στηλίτευσε την απιστία των μαθητών Του, λέει στον πατέρα του παιδιού “αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά για εκείνον που πιστεύει”. Κι εκείνος απαντά “πιστεύω, Κύριε, βοήθησέ με στην απιστία μου”. Τότε ο Ιησούς έδιωξε το ακάθαρτο πνεύμα από το παιδί, και αργότερα, στην ερώτηση των μαθητών Του για τη δική τους αδυναμία, απάντησε ότι “τούτο το γένος δεν μπορεί με τίποτε άλλο να εκδιωχθεί, παρά μόνο με προσευχή και με νηστεία”.
    Η νηστεία δηλαδή και η προσευχή αποτελούν τα στοιχεία εκείνα, τα πνευματικά αγωνίσματα, μέσα από τα οποία ενισχύεται η πίστη, γίνεται πιο καθαρή, πιο σταθερή, πιο δυνατή, πιο αποτελεσματική. 
    Πρώτη θέτει ο Χριστός την νηστεία. Κάνοντας έναν εύστοχο παραλληλισμό, οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε ότι όπως η παράβαση της νηστείας, έδιωξε τον Αδάμ από τον Παράδεισο, έτσι και η νηστεία έχει τη δύναμη να φέρει και πάλι τον άνθρωπο κοντά στο Θεό. Διότι η νηστεία για τον χριστιανό δεν είναι ένα σωματικό αγώνισμα, αλλά πνευματικό. Δεν αποστρέφεται κάποιες τροφές ως “ακάθαρτες”, διότι τα πάντα ο Θεός τα δημιούργησε καλά λίαν. Αλλά απέχει συνειδητά από ορισμένες κατηγορίες τροφών, με απώτερο σκοπό να δαμάσει τις επιθυμίες του, κάνοντας αρχή από την πιο απλή, που είναι η επιθυμία για τροφή, και για ικανοποίηση της γεύσεως. Έτσι, μαθαίνει σταδιακά να μην υποτάσσεται στις επιθυμίες του σώματος, και παράλληλα να επιθυμεί τα πνευματικά πράγματα, τις αρετές, όλα εκείνα που αρέσουν στον Θεό και τρέφουν την ψυχή του ανθρώπου. 
     Ως φυσική συνέχεια ακολουθεί η προσευχή. Μέσα από την προσευχή η ψυχή του ανθρώπου συνομιλεί με Εκείνον που τελικά επιθυμεί, ζητά το έλεος του Θεού, την συγχώρεσή Του, την βοήθειά Του, την προστασία Του ενάντια στους πειρασμούς, την εκπλήρωση της κοινωνίας με τον Τριαδικό Θεό, την αγάπη προς τον πλησίον. Με τον τρόπο αυτό, τόσο η νηστεία όσο και η προσευχή τροφοδοτούν την πίστη προς τον Θεό και την ενδυναμώνουν. 
      Αν προχωρήσουμε λίγο ακόμα, θα διαπιστώσουμε ότι και η πίστη με τη σειρά της γίνεται η κινητήρια δύναμη για την προσευχή και για τη νηστεία, αφού ουσιαστικά χωρίς πίστη η μεν νηστεία γίνεται μια μηχανική αποχή από τροφές, η οποία δεν προσφέρει τα πνευματικά αγαθά που περιγράψαμε, η δε προσευχή αποτελεί μια απλή τυπολατρία χωρίς περιεχόμενο, εφόσον δεν μπορούμε να διαλεγόμαστε με κάποιον στον οποίο δεν πιστεύουμε. Χωρίς πίστη, ολόκληρη η ζωή μας χάνει το ουσιαστικό της νόημα και γίνεται μια καθημερινότητα ατέρμονη, άγευστη, βαρετή. Χωρίς πίστη η κάθε μας ημέρα περιστρέφεται μονάχα γύρω από το τί θα φάμε και τί θα πιούμε, πώς θα αποκτήσουμε περισσότερα υλικά αγαθά και πώς θα επιβληθούμε γύρω μας, ανεξάρτητα από τις συνέπειες των πράξεών μας. 
     Η πίστη, αντίθετα, είναι εκείνη που προκαλεί το θαύμα, την επέμβαση του Θεού, την αλλαγή στη ζωή μας, την Ανάσταση από τον πνευματικό θάνατο. “Πιστεύω, Κύριε, βοήθησέ με στην απιστία μου”, παρακαλεί ο πατέρας της σημερινής περικοπής. Έχω την στοιχειώδη πίστη να αναγνωρίσω την θεότητά Σου και την δύναμή Σου να μεταμορφώσεις τα πάντα γύρω σου προς το καλύτερο. Αναγνωρίζω παράλληλα και την δική μου ανεπάρκεια. Ενίσχυσέ με, αύξησε την πίστη μου, διώξε τον πειρασμό, δώσε μου την ειρήνη Σου, ανάστησέ με από τα πάθη που νεκρώνουν την ψυχή μου. Αυτή ας είναι και η δική μας προσευχή, όχι μόνο τούτη την περίοδο της εντονότερης νηστείας και προσευχής, αλλά και κάθε ημέρα της ζωής μας.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018


Σήμερα το απόγευμα στις 19:00 μμ στον Ιερό Ναό Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς Αιτωλ/νίας θα τελεσθεί η ακολουθία του μικρού Αποδείπνου και η Δ΄ στάση των Χαιρετισμών προς την Υπεραγία Θεοτόκο.

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

Παναγία !!! Το μοναδικό πρόσωπο στην ιστορία που κατάφερε να επιβληθεί τόσο πολύ και τόσο απόλυτα στις ψυχες των Χριστιανών.


Στην τόσο κατανυκτική περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, στην οποία μόλις πριν από λίγες ημέρες εισήλθαμε, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας προβάλλει έντονα, επιτακτικά  και όπως του αρμόζει, το πρόσωπο εκείνο, χάρη στο οποίο το όνειρο της ανθρώπινης σωτηρίας μπόρεσε να γίνει πραγματικότητα•… τη Θεοτόκο και Παρθένο Μαρία, η οποία κατέστη η κλίμακα που κατέβασε το Θεό στη γη και ανέβασε τον άνθρωπο στον ουρανό. Οι ημέρες δε, που στους Ναούς μας ψάλλεται η ακολουθία των Χαιρετισμών της Παναγίας, προβάλλουν  σαν ενέσεις ηθικού, χαράς και πνευματικού ενθουσιασμού για όλους τους Χριστιανούς που βιώνουμε το Στάδιο των Αρετών και αγωνιζόμαστε στα δύσκολα, μα και τόσο υπέροχα, αγωνίσματα της  προσευχής και της μετανοίας.       
Ζούμε σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από τη νοοτροπία του γκρεμίσματος και της καταστροφής. Εμείς, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, σε πείσμα αυτής της νοοτροπίας, που γκρεμίζει και αμφισβητεί τα πάντα, δε διστάζουμε να θεωρούμε την Παναγία Bασίλισσα και κυρά μας, δεν διστάζουμε να γονατίζουμε μπροστά στο εικόνισμά της και να εναποθέτουμε στη μητρική της αγκαλιά τα προβλήματα, τους καημούς, τα πάθη και τις αδυναμίες μας, έχοντας βεβαία την ελπίδα ότι θα μάς ακούσει και θ' απαλύνει τον πόνο της ψυχής μας ως γνήσια και μοναδική μητέρα.
  Η Παναγία είναι το μοναδικό πρόσωπο στην ιστορία που κατάφερε να επιβληθεί τόσο πολύ και τόσο απόλυτα στις ψυχες των Χριστιανών.      Θρονιάστηκε στις ανθρώπινες καρδιές με την αρετή της, την ταπείνωση και την υπακοή της. Κατάφερε να γίνει το όνομά της προσευχή στα χείλη των πιστών, κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Κατάφερε να μαλακώνει τις πιο σκληρές και απρόσιτες ανθρώπινες ψυχές, μόνο στο άκουσμα του ονόματός της, μόνο στη θέα της εικόνας της. Αυτή είναι η Παναγία, η "Κυρία πάντων ημών", μια Κυρία με την οποία ο Έλληνας, κυρίως ο Ορθόδοξος Έλληνας, έχει για αιώνες τώρα καθημερινό διάλογο μαζί της.  Κουβεντιάζει, παρακαλεί με δάκρυα στα μάτια και ικετεύει γονατιστός στη Χάρη Της και  την αναζητά με λαχτάρα, επικαλούμενος το όνομά της.
Ποιος είναι αυτός ο οποίος θα αμφισβητήσει τη δύναμη και την αγάπη που έχει η Παναγία προς όλο το ανθρώπινο γένος, αφού η ίδια είναι η μεσίτρια προς τον φιλάνθρωπον Θεόν ; Ποιος θα αρνηθεί τις εμφανίσεις της σε ανθρώπους που βρίσκονται στο κρεβάτι του πόνου, σε θλιβομένους, σε αρρώστους ? Ποίος είναι αυτός ο οποίος θα αρνηθεί την δύναμή της και τα θαύματά της;  Σε κείνη καταφεύγουμε μέρα και νυχτα για κάθες μας πρόβλημα. Πόσα υπέροχα τροπάρια έχουν γραφτει ανα τους αιώνες για το πρόσωπό της και ποιος ή ποια μπορεί να φτάσει την αγιότητα και την καθαρότητά της ; Η απάντηση βρίσκεται στο διάβα των αιώνων. Πόσες αυτοκράτειρες περάσαν απο αυτή τη γή, πόσες βασίλισσες τιμήθηκαν και προσκυνήθηκαν πολλα χρόνια πίσω, πόσες πολιτικές γυναίκες έρχονται και παρέρχονται σήμερα και μετά από κάποιο διάστημα ξεχνιούνται και σβήνουν. Η Υπεραγία όμως Θεοτόκος, δυο χιλίαδες τώρα χρόνια ζει και θα ζει ανα τους αιώνες. Αυτή κατέχει τα δευτερεία της Τριάδος κατά τον Αγ Γρηγόριο τον Παλαμά διότι είναι η Αγιοτέρα όλων των Αγιών και ενδοξοτέρα πασών των επουρανίων δυνάμεων. Σε κείνη ελπίζουμε και προστρέχουμε για κάθε μας πρόβλημα διότι την αισθανόμαστε δική μας Μητέρα και Μητέρα όλου του κόσμου. Ακούραστη και ακοίμητη στο σωτήριο και μητρικο πρεσβευτικό της έργο, δέχεται τα δάκρυα και τα αιτήματα των ανθρώπων. Δεν παυει να ανταποκρίνεται στις ικεσίες των απλών και ταπεινών ανθρώπων και να εμφανίζει της δόξα της στις καρδιές.
  Αυτή είναι η προστάτιδα της Ελληνικής οικογένειας, το πρότυπο της σωστής Ελληνίδας μάνας που με τη σιωπή της μας δίδαξε τόσα πολλά !!! Γιατί η Παναγία, μέσα από τη σιωπή της, είπε τα πάντα. Είναι το μόνο πρόσωπο στην ιστορία που κάλυψε κάθε ανάγκη και απάντησε σε αναρίθμητα ερωτήματα, χωρίς να πει λέξη. Απλώς, ακολούθησε καρτερικά, με το βλέμμα της, τον μοναδικό επίγειο Υιό της και επουράνιο Θεό της Ιησού Χριστό.  
Γνωρίζουμε πολύ καλά, πως ό,τι και να πούμε για την Θεοτόκο θα είναι λίγο, αδελφοί μου, μπροστά στη σημασία της παρουσίας της στη ζωή της Εκκλησίας και του έθνους μας. Αυτού του έθνους που, πολλές φορές, τη χρησιμοποίησε ως το έσχατο όπλο για τη σωτηρία του, τοποθετώντας Την στη θέση που Τής αρμόζει μέσα στην ιστορία• στην Υπέρμαχο Στρατηγό και Σώτηρά του. Είναι καιρός να αναλογιστούμε την ιστορία μας και να πράξουμε το ίδιο και πάλι, στην εποχή της κρίσης και της μεγάλης ανάγκης, γιατί Εκείνη είναι η ασφαλής ελπίδα και καταφυγή μας.ΑΜΗΝ

Τι σημαίνει όμως «απαρνούμαι τον εαυτό μου»;


Καθώς βρισκόμαστε στο μέσο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας προβάλλει στους ιερούς Ναούς μας τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου και μας καλεί να τον προσκυνήσουμε με δέος και πίστη και να πάρουμε χάρη πολλή και δύναμη για τον πνευματικό αγώνα που διεξάγουμε την περίοδο αυτή.
Τι θα πει αυταπάρνηση;
Λίγες εβδομάδες πριν από το πάθος του ο Κύριος κάλεσε τους μαθητές του και τα πλήθη του λαού για να τους πει λόγια βαρυσήμαντα για τη ζωή τους και τη ζωή όλων μας. Όποιος θέλει, είπε, να με ακολουθήσει και να γίνει μαθητής μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του κι ας πάρει τη σταθερή απόφαση να υποστεί για μένα όχι μόνο κάθε θλίψη και δοκιμασία αλλά και θάνατο σταυρικό, και τότε ας με ακολουθεί.
Τι σημαίνει όμως «απαρνούμαι τον εαυτό μου»; Σημαίνει δυο πράγματα. Πρώτα ότι νεκρώνω τον παλαιό εαυτό που κρύβω μέσα μου, τον διαγράφω από τη ζωή μου. Παύω να υπάρχω γι’ αυτόν. Αρνούμαι δηλαδή και νεκρώνω τα θελήματα, τις επιθυμίες και τις ροπές του παλαιού ανθρώπου. Ακόμη κι αν τον δω να επαναστατεί, να αντιδρά, να επιζητεί με μανία και επιμονή καθετί αμαρτωλό, εγώ δεν υποκύπτω, δεν του δίνω σημασία. Έχω αρνηθεί όχι μόνο κάτι από τον εαυτό μου αλλά όλο τον παλαιό εαυτό μου.
Αρνούμαι τον παλαιό εαυτό μου σημαίνει ταυτόχρονα ότι υποτάσσομαι στο άγιο θέλημα του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι ακολουθώ τον Κύριο όπου με οδηγεί. Και υπομένω όλες τις θλίψεις που επιτρέπει στη ζωή μου για τον εξαγιασμό μου. Μέχρι του σημείου να περιφρονώ ακόμη και το θάνατο. Διότι αυτό σημαίνει να σηκώνω διαρκώς τον σταυρό των θλίψεων και της θυσίας. Όπως κάθε κατάδικος σήκωνε ως μελλοθάνατος τον σταυρό του, έτσι κι εγώ πρέπει να σηκώνω τον δικό μου σταυρό περιμένοντας το μαρτύριο. Με την απόφαση να είμαι έτοιμος σε κάθε στιγμή, αργά ή γρήγορα, να πεθάνω, αν μου το ζητήσει ο Κύριος. Και να προχωρώ με τέτοια διάθεση όχι για λίγο αλλά σε όλη μου τη ζωή. Να σηκώνω τον σταυρό των θλίψεων όχι αναγκαστικά, επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, αλλά με χαρά κι ελπίδα, με τη συναίσθηση ότι ο δρόμος της υποταγής στο θέλημα του Θεού, τον οποίο βαδίζω σηκώνοντας τον σταυρό των θλίψεων, είναι ο μοναδικός δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία μου, στον Παράδεισο.
Όλη η ζωή του Κυρίου άλλωστε ήταν μία διαρκής αυταπάρνηση, προσφορά και θυσία, που κορυφώθηκε και ολοκληρώθηκε στη σταυρική θυσία. Κι επειδή αυτός πρώτος εφάρμοσε την τέλεια αυταπάρνηση, ζητά κι από μας ν’ ακολουθήσουμε ολόψυχα το παράδειγμά του.
Πόσο αξίζει μια ψυχή
Ο Κύριος συνέχισε τη διδασκαλία του λέγοντας: όποιος θέλει να σώσει την επίγεια ζωή του, θα χάσει την αιώνια. Όποιος όμως θυσιάσει τη ζωή του για μένα και το Ευαγγέλιό μου, αυτός θα σώσει την ψυχή του. Διότι τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο εάν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο και χάσει την ψυχή του; Και τι μπορεί να δώσει ως αντάλλαγμα για να την εξαγοράσει; Όποιος ντραπεί εμένα και τους λόγους μου επειδή φοβάται τους χλευασμούς των ανθρώπων της αποστατημένης και αμαρτωλής αυτής γενιάς, αυτόν θα τον αποκηρύξω κι εγώ όταν θα έλθω μέσα στη θεϊκή δόξα μου μαζί με τους αγίους αγγέλους.
Και ο Κύριος επισφράγισε τους λόγους του λέγοντας: Πολλοί από σας, πριν πεθάνουν, θα δουν να θεμελιώνεται με δύναμη ακαταγώνιστη η Βασιλεία του Θεού στη γη, δηλαδή η Εκκλησία μου.
Σ’ όλη αυτή τη διδασκαλία του ο Κύριος τονίζει την αξία της ψυχής μας. Και τι λέει; Πόσο αξίζει η ψυχή μας; Ανυπολόγιστα. Δεν συγκρίνεται με όλα τα αγαθά του κόσμου αυτού. Έχει ασυγκρίτως ανώτερη αξία από όλα τα πλούτη, τις τιμές και τις απολαύσεις αυτής της ζωής. Γι’ αυτήν ο Θεός έγινε άνθρωπος, γι’ αυτήν έχυσε το αίμα του επάνω στο σταυρό και μας εξαγόρασε με το τίμιο Αίμα του. Κι αν εμείς περιφρονήσουμε το πολυτιμότατο αυτό λύτρο που έδωσε ο Χριστός για την ψυχή μας, η καταστροφή μας θα είναι ανεπανόρθωτη. Διότι, όταν εμείς αμαρτάνουμε συστηματικά και ασύστολα, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ψυχή μας για πάντα στην αιώνια κόλαση. Εκεί η ψυχή θα χωρισθεί αιωνίως από τον Θεό, τη χάρη του και την αγάπη του και θα βυθισθεί στο αιώνιο σκοτάδι. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος ότι το χειρότερο κακό που μπορούμε να πάθουμε οι άνθρωποι, είναι το να χάσουμε την ψυχή μας. Και αν χάσουμε την ψυχή μας, χάσαμε τον Θεό, χάσαμε τον εαυτό μας, χάσαμε τα πάντα. Κι αυτή η απώλεια είναι αμετάκλητη. Μήπως έχουμε και άλλη ψυχή, ώστε να δώσουμε μία στον σατανά και μία στον Θεό; Ή να δώσουμε τη μία αντάλλαγμα για την απώλεια της άλλης; Τα χρήματα και τα κτήματα και τα σπίτια μπορούμε να τα ανταλλάξουμε. Την ψυχή όμως ποτέ.
Και δεν είναι δύσκολο να τη χάσουμε. Σ’ αυτή τη ζωή φοβερός πόλεμος διεξάγεται. Με λύσσα οι δαίμονες ζητούν να αρπάξουν και να κατασπαράξουν την ψυχή μας. Ας αντισταθούμε λοιπόν κι ας αγωνισθούμε. Ώστε, όταν κλείσουμε τα μάτια μας, να παραλάβουν την ψυχή μας οι παμφώτεινοι άγγελοι στην αγκαλιά του Θεού.

Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως

Η τρίτη Κυριακή των Νηστειών ονομάζεται <<Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης>>. Μετά από τη μεγάλη Δοξολογία στον όρθρο, ο Σταυρός μεταφέρεται σε μια σεμνή πομπή στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, οπότε στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνηση του Σταυρού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέμα του Σταυρού, που κυριαρχεί στην υμνολογία αυτής της Κυριακής, παρουσιάζεται όχι μέσα στα πλαίσια του πόνου, αλλά της νίκης και της χαράς.
Βρισκόμαστε στη μέση της Μεγάλης Σαρακοστής. Από τη μια πλευρά η φυσική και πνευματική προσπάθεια, αν είναι συστηματική και συνεχής, αρχίζει να μας γίνεται αισθητή, το φόρτωμα να γίνεται πιο βαρύ, η κόπωση πιο φανερή. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια και ενθάρρυνση. Από την άλλη πλευρά, αφού αντέξουμε αυτή τη κόπωση και έχουμε αναρριχηθεί στο βουνό μεχρι αυτό το σημείο, αρχίζουμε να βλέπουμε το τέλος της πορείας μας και η ακτινοβολία του Πάσχα γίνεται πιο έντονη.
Η Σαρακοστή είναι η σταύρωση του εαυτού μας, είναι η εμπειρία - περιορισμένη βέβαια - που αποκομίζουμε από την εντολή του Χριστού που ακούγεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής: <<όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του ας σηκώσει το σταυρό του, και έτσι ας με ακολουθεί>> (Μαρκ.8,34).
Αλλά δεν μπορούμε να σηκώσουμε το σταυρό μας και ν' ακολουθήσουμε το Χριστό αν δεν ατενίζουμε το Σταυρό που Εκείνος σήκωσε για να μας σώσει. Ο δικός Του Σταυρός είναι εκείνος που δίνει νόημα αλλά και δύναμη στους άλλους. Αυτό μας εξηγεί το συναξάρι της Κυριακής:
Στη διάρκεια της νηστείας των σαράντα ημερών, κατά κάποιο τρόπο, και μείς σταυρωνόμαστε, νεκρωνόμαστε από τα πάθη, έχουμε την πίκρα της ακηδίας και της πτώσης, γι' αυτό υψώνεται ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, για αναψυχή και υποστήριξή μας. Μας θυμίζει τα πάθη του Κυρίου και μας παρηγορεί.. Είμαστε σαν τους οδοιπόρους σε δύσκολο και μακρινό δρόμο που, κατάκοποι, κάθονται για λίγο να αναπαυθούν. Με το ζωοποιό Σταυρό γλυκαίνει την πίκρα που νοιώθουμε από τη νηστεία, μας ενισχύει στη πορεία μας στην έρημο έως ότου φθάσουμε στην πνευματική Ιερουσαλήμ με την ανάστασή Του.. Επειδή ο Σταυρός λέγεται Ξύλο Ζωής και είναι εκείνο το ξύλο που φυτεύθηκε στον Παράδεισο, γι' αυτό και οι θείοι Πατέρες τοποθέτησαν τούτο στο μέσο της Σαρακοστής, για να μας θυμίζει του Αδάμ την ευδαιμονία και την πτώση του από αυτή, να μας θυμίζει ακόμα ότι με τη συμμετοχή μας στο παρόν Ξύλο δεν πεθαίνουμε πια αλλά ζωογονούμαστε>>.

Σταυρός: Η Ωραιότης της Εκκλησίας

Την τρίτη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας προβάλλει στους πιστούς της τον Σταυρό του Κυρίου. Κατά το συναξάρι της ημέρας: «Επειδή με τη σαρανταήμερη νηστεία, κατά κάποιο τρόπο σταυρωνόμαστε και εμείς με τη νέκρωση από τα πάθη, κι έχουμε μια αίσθηση πικρίας με το να μας δημιουργείται ακηδία και κατάπτωση, μπαίνει μπροστά μας ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, σαν αναψυχή και στήριγμά μας, και σαν υπόμνηση του Πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρηγοριά: αν ο Θεός μας σταυρώθηκε για μας, πόσα πρέπει να κάνουμε εμείς για χάρη Του; Ανακουφιζόμαστε λοιπόν από τους κόπους μας, με την παράθεση των δεσποτικών θλίψεων και με την υπόμνηση και ελπίδα της δόξας που ήρθε μέσα από τον Σταυρό». Κι είναι πράγματι μία επιπλέον ευκαιρία που δίνει η Εκκλησία για να προβληματιστούμε πάνω στο μέγιστο μυστήριο της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου μας.
1. Ο Σταυρός του Χριστού: ιστορικό γεγονός.
Στο Σύμβολο της Πίστεως, εκεί που αναφέρεται στον Σταυρό του Κυρίου, λέει: «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου». Ο Χριστός σταυρώθηκε στην Ιουδαία επί της ηγεμονίας του Ποντίου Πιλάτου. Η σταύρωση δηλαδή έχει ιστορικές συντεταγμένες. Δεν αποτελεί ένα μύθευμα – συνέβη «μια φορά κι έναν καιρό», δηλαδή ποτέ. Ούτε πάλι κατανοείται ως πιθανή ψευδαίσθηση ορισμένων πιστών. Πρόκειται για γεγονός της ιστορίας, που προκαλεί τον οιονδήποτε, πιστό ή αμφισβητία, να ερευνήσει το γεγονός, να το ψηλαφήσει με ανθρώπινα μέσα, να το εντάξει μέσα σε ευρύτερα πλαίσια. Με άλλα λόγια, η αποδοχή της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού και των παθών Του είναι αναμφισβήτητη. Μόνον κακοπροαίρετοι και ελλειμματικοί κατά τον νου προκαλούν ερωτηματικά πάνω στα αυτονόητα. Η ίδια η ιστορία όμως τους διαψεύδει. Ο Χριστός έπαθε «επί Ποντίου Πιλάτου».
Για τους πιστούς όμως υπάρχει και η οραματική επιβεβαίωση του γεγονότος της Σταύρωσης και από πολλούς αγίους. Δεν είναι λίγοι οι άγιοι που «είδαν» με τη χάρη του Θεού τα γεγονότα του Πάθους.  Θυμόμαστε για παράδειγμα το περιστατικό του Γεροντικού με τον όσιο Ποιμένα. Σε έκσταση ευρισκόμενος αλλοιώθηκε το πρόσωπό του, ενώ δάκρυα το αυλάκωναν πυκνά. Και πιεζόμενος από τους μαθητές του ομολόγησε: «Ήμουν κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου με την Παναγία Μητέρα Του και τον άγιο Ιωάννη. Πόσο θα ήθελα διαρκώς να κλαίω έτσι μαζί τους!» Παρόμοιο όραμα – και όχι μία μόνο φορά – έζησε και ο μεγάλος Γέροντας της εποχής μας π. Πορφύριος. Κι εκείνος Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, αλλά και άλλη φορά, «είδε» τον Εσταυρωμένο και συγκλονισμένος, τόσο που δεν μπορούσε να συνεχίσει την ακολουθία, έζησε στιγμές από το άγιο Πάθος Του.
 2. Ο Σταυρός: μυστήριον μέγα.
Αν όμως η ιστορικότητα της Σταύρωσης του Κυρίου είναι αναμφισβήτητη, εκείνο που δημιουργεί πρόβλημα αποδοχής είναι το είδος του σταυρικού μαρτυρίου του Χριστού. Το μαρτύριο του Χριστού δεν είναι κάτι το εξωτερικό: βάσανα που φαίνονται. Τέτοια βάσανα σωματικής μορφής πέρασαν άνθρωποι, προ Χριστού και μετά Χριστόν. Το μαρτύριο του Χριστού είναι ποιοτικό, έχει δηλαδή βάθος που δεν μπορεί να προσεγγιστεί παρά μόνον με την πίστη. Διότι επάνω στον Σταυρό δεν πάσχει ένας άνθρωπος, αλλ’ ο ίδιος ο Υιός του Θεού ως άνθρωπος.
Η εν πίστει προσέγγιση – δείγμα της χάρης του Θεού – διανοίγει τους οφθαλμούς της καρδιάς για να δει ο άνθρωπος την πραγματικότητα: την άρση της αμαρτίας του κόσμου από τον Χριστό. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό «αίρει την αμαρτίαν του κόσμου», γεγονός που σημαίνει ότι καταργείται για τον άνθρωπο «το σώμα της αμαρτίας» – δεν αμαρτάνει αναγκαστικά πια ο άνθρωπος – και συμφιλιώνεται με τον Θεό. Με τον Σταυρό του Χριστού έτσι διανοίχτηκε η κλειστή θύρα της Βασιλείας των Ουρανών. Ο Ουρανός έγινε φιλικός και πάλι προς αυτόν. Ό,τι έχασε ο άνθρωπος από την ανυπακοή των πρωτοπλάστων, το κέρδισε πολύ περισσότερο τώρα, με τη μέχρι θανάτου υπακοή του Χριστού, του νέου Αδάμ. «Παρ’ ότι ήμασταν εχθροί με τον Θεό, μας συμφιλίωσε μαζί Του ο σταυρικός θάνατος του Υιού Του…Κι όπως η παρακοή του ενός ανθρώπου έκανε όλη την ανθρωπότητα αμαρτωλή, έτσι και με την υπακοή του ενός θα αναγνωριστούν όλοι δίκαιοι από τον Θεό» (Ρωμ. 5, 10. 19). «Άρα ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. 2, 19).
Η άρση της αμαρτίας του κόσμου δεν σχετίζεται με ορισμένες μόνον εποχές. Ο Χριστός «αίρει την αμαρτίαν» σύμπαντος του κόσμου: του προ Αυτού, του κατά την εποχή Του και του μετά από Αυτόν. Έτσι δεν υπάρχει κανείς που να μην είναι ενταγμένος στην κίνηση αγάπης Του, ενώ, ακριβώς γι’ αυτό, δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη. Εκείνος που θα επικαλεστεί μετά τη σταύρωση του Κυρίου τις πολλές και μεγάλες αμαρτίες του για να δικαιολογήσει την απομάκρυνσή του από τον Θεό, ουσιαστικά βλασφημεί τον Σταυρό Εκείνου. Είναι ευνόητο μετά τα παραπάνω ότι οποιαδήποτε λογική προσπάθεια κατανοήσεως του μαρτυρίου του Χριστού διαστρέφει το μαρτύριο και το πάθος Του. Διότι το υποβαθμίζει σε κάτι το φυσικό και ανθρώπινο μόνο. Ο Σταυρός του Χριστού, που αποκορυφώνει το όλος πάθος της ζωής Του, είναι μυστήριο μεγάλο. Αποτελεί θέα των πιστών που κατ’ αναλογία της πίστεώς τους βιώνουν τη χάρη του Θεού μέσα στην καρδιά τους