Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Το χωριό μας από ψηλά


Σας παρουσιάζουμε φωτογραφία απο το χωριό μας, τη Γραμματικου του Δήμου Αρακύνθου στην Αιτωλοακαρνανία. Διακρίνεται στο κέντρο περίπου, στην κεντρική πλατεία ο Ιερός Ναός Αποστόλου Φιλίππου και αριστερά από τον κεντρικό δρόμο επάνω στον καταπράσινο και στον πευκόφυτο λόφο, διακρίνεται ο παλαιός Ιερός Ναός του χωριού που είναι αφιερωμένος επ΄ονόματι της Υπεραγίας Θεοτόκου της Ζωοδόχου Πηγής. Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας διακρίνεται το 3θέσιο Δημοτικό Σχολείο της Γραμματικούς

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Τή ΚΘ' τού αυτού μηνός, Μνήμη τού Αγίου μάρτυρος Καλλινίκου
Στίχοι
• Βληθείς ο Καλλίνικος εν τή καμίνω,
• Τό νικοκαλές εύρε καί θείον στέφος.
• Εικάδι αμφενάτη φλόξ Καλλίνικον κατέδαψε.

Τή αυτή ημέρα, Μνήμη τής Αγίας μάρτυρος Θεοδότης, καί τών τέκνων αυτής.
Στίχοι
• Θεώ δοτήν τίθησι τήν Θεοδότην.
• Τό πύρ καμίνου σύν τρισί τέκνοις φίλοις.
Οι άγιοι μάρτυρες πατήρ καί μήτηρ μετά δύο τέκνων αυτών, πυρί τελειούνται.

Τή αυτή ημέρα Μνήμη τών Αγίων μαρτύρων Μάμαντος καί Βασιλίσκου, εν τοίς Δαρείου, καί τών Αγίων Βενιαμίν καί Βηρίου, πλησίον τών Παλατίων τού Εβδόμου, Καί μνήμη τού μακαρίου Ιωάννου τού Στρατιώτου, καί Κωνσταντίνου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, καί τού ευσεβούς Βασιλέως Θεοδοσίου τού Νέου.
Ταίς αυτών αγίαις πρεσβείαις, ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν

Η ανατροφή των παιδίων κατά τον Γέροντα Παίσιο

Γέροντα, το ξύλο βοηθάει τα παιδιά να διορθωθούν;

- Όσο γίνεται, οι γονείς να το αποφεύγουν. Να προσπαθούν με το καλό και με υπομονή να δώσουν στο παιδί να καταλάβη ότι αυτό που κάνει δεν είναι σωστό. Μόνον όταν είναι μικρό το παιδί και δεν καταλαβαίνη ότι αυτό που κάνει είναι επικίνδυνο, βοηθιέται, αν φάη κανένα σκαμπίλι, για να προσέχει άλλη φορά. Ο φόβος, μήπως φάη πάλι σκαμπίλι, γίνεται φρένο και το προστατεύει. Εγώ, όταν ήμουν μικρός, περισσότερο βοηθιόμουν από την μητέρα μου παρά από τον πατέρα μου. Και οι δυο με αγαπούσαν και ήθελαν το καλό μου. Καθένας όμως με βοηθούσε με το δικό του τρόπο. Ο πατέρας μου ήταν αυστηρός. Όταν κάναμε καμιά αταξία, μας έδινε σκαμπίλια. Εγώ πονούσα λίγο από το ξύλο, μαζευόμουν, όταν όμως περνούσε ο πόνος, ξεχνούσα και τον πόνο και τις συμβουλές του. Όχι ότι δεν με αγαπούσε ο πατέρας μου. Από αγάπη με έδερνε. Μια φορά, θυμάμαι – τριών ετών ήμουν – , που μου έδωσε ο πατέρας μου ένα σκαμπίλι, με τίναξε πέρα! Τι είχε γίνει; Δίπλα από το σπίτι μας ήταν ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο. Οι ιδιοκτήτες είχαν φύγει στην Αμερική και είχε ρημάξει. Στην αυλή είχε μια συκιά που τα κλαδιά της έβγαιναν στον δρόμο. Ήταν καλοκαίρι και ήταν γεμάτη σύκα. Εκεί που έπαιζα με τα άλλα παιδιά, ήρθε ένας γείτονας και με σήκωσε, για να του κόψω μερικά σύκα, γιατί δεν έφθανε μόνος του να τα κόψη. Του έκοψα πέντε έξι και μου έδωσε κι εμένα δύο. Όταν το έμαθε ο πατέρας μου, θύμωσε πάρα πολύ. Μου έδωσε ένα σκαμπίλι!… Εγώ έβαλα τα κλάματα. Η μάνα μου που ήταν μπροστά, γύρισε και του είπε: «Τι το χτυπάς το παιδί; Τι ήξερε αυτό; μικρό παιδί είναι. Πως μπορείς να το ακούς να κλαίη;». «Άμα έκλαιγε τότε που το σήκωσε ο άλλος, για να κόψη τα σύκα, δεν θα έκλαιγε τώρα, είπε ο πατέρας μου. Αλλά, φαίνεται, ήθελε να φάη και αυτό σύκα. Ας κλαίη λοιπόν τώρα». Που να τολμήσω να το ξανακάνω! Και η μητέρα μου έβλεπε τις αταξίες μου και στενοχωριόταν, αλλά είχε μια αρχοντιά. Όταν έκανα καμμιά αταξία, γύριζε το κεφάλι από την άλλη μεριά και έκανε πως δεν με βλέπει, για να μη με στενοχωρήση. Εμένα όμως αυτή η συμπεριφορά μου ράγιζε την καρδιά. «Κοίταξε, έλεγα μέσα μου, εγώ έκανα τέτοια αταξία και η μητέρα όχι μονάχα δεν με δέρνει, αλλά κάνει και πως δεν με βλέπει! Άλλη φορά δεν θα το ξανακάνω! Πώς να την ξαναστενοχωρήσω;». Με αυτήν την συμπεριφορά της η μητέρα μου με βοηθούσε περισσότερο, παρά αν μου έδινε ένα σκαμπίλι. Κι εγώ όμως δεν το εκμεταλλευόμουν, να πω: «Ε, τώρα δεν με βλέπει, ας κάνω μεγαλύτερη αταξία». Ενώ ο πατέρας μου, μόλις έκανα κάτι, τακ, σκαμπίλι. Βλέπεις, και οι δύο με αγαπούσαν, εκείνο όμως που με διόρθωνε περισσότερο ήταν η αρχοντική συμπεριφορά της μάνας μου.
- Γέροντα, μερικά παιδιά όμως είναι πολύ άτακτα. Φωνάζουν, τρέχουν, κάνουν ζημιές. Πώς να αποφύγουν οι γονείς το ξύλο;
- Κοίταξε, δεν φταίνε τα παιδιά. Τα παιδιά, για να μεγαλώσουν φυσιολογικά, θέλουν αυλή, για να μπορούν να παίξουν. Τώρα τα κακόμοιρα είναι κλεισμένα μέσα στις πολυκατοικίες και ζορίζονται. Δεν μπορούν να τρέξουν ελεύθερα, να παίξουν, να χαρούν. Δεν πρέπει να στενοχωριούνται οι γονείς, όταν το παιδάκι είναι ζωηρό. Ένα ζωηρό παιδί έχει δυνάμεις μέσα του και μπορεί να προκόψη πολύ στην ζωή του, αν τις αξιοποιήση.

Μια διδακτική ιστορία από το Περιβόλι της Παναγίας


Κάποτε είχε πάει ένας κοσμικός στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων στο Άγιο όρος , για να γίνη Μοναχός. Οι Πατέρες όμως της Σκήτης δεν τον δέχονταν, γιατί, εκτός που τήταν ράθυμος και αμελής, ήταν και πολύ σκανδαλοποιός και δημιουργούσε συνέχεια θέματα. Επειδή εκείνος αναπαυόνταν στην Σκήτη, παρακάλασε τους Πατέρες να τον αφήσουν να μένη ως λαϊκός και να εργάζεται καμιά φορά. Έτσι λοιπόν πέρασε την ζωή του με ραθυμία και αμέσως μέχρι την ώρα του θανάτου του που έπεσε πιά στο κρεβάτι και ψυχοραγούσε. Οι Πατέρες όμως του συμπαραστέκονταν και βρίσκονταν συνέχεια κοντά του.Μια μέρα ο ετοιμοθάνατος είχε έρθει σε έκσταση και έκανε νοήματα. Οι Πατέρες απορούσαν τι να συμβαίνη ! Όταν συνήλθε τους διηγήθηκε το εξής φοβερό:
Είδα τον Αρχάγγελο Μιχαήλ μ' ένα χαρτί στα χέρια του, που είχε όλες τις αμαρτίες μου, και μου είπε:
«Βλέπεις, αυτά εδώ τα έκανες όλα , γι' αυτόν ετοιμάσου να πας στην κόλαση»
Τότε εγώ του λέω:
«Για κοίταξε, ανάμεσα σ' αυτά τα αμαρτήματα, υπάρχει το αμάρτημα της κατακρίσεως» Ψάχνει ο Αρχάγγελος και μου λέει : «Όχι , δεν υπάρχει»
«Οπότε, του λέω, δεν πρέπει να πάω στην κόλαση, σύμφωνα με αυτό που είπε ο Κύριος . «Μη κρίνετε και ου μη κριθήτε»
Τότε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ έσχισε το χαρτί με τα αμαρτήματά μου. Έτσι, Πατέρες μου, θα πάω στον Παράδεισο . Όταν μου είχατε πει ότι δεν κάνω για Μοναχός στην Σκήτη και εργαζόμουν ως λαϊκός και εκκλησιαζόμουν στον Κυριακό τις εορτές, είχα ακούσει τα λόγια του Ευαγγελίου «Μη κρίνετε , ίνα μη κριθήτε» και είπα : «Ταλαίπωρε , τουλάχιστον αυτό να εφαρμόσης», και αυτό με έσωσε δίχως άλλον κόπο» Μόλις τελείωσε αυτά τα λόγια, παρέδωσε την ψυχή του στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.

Το θαύμα μιας αμαρτωλής γυναίκας...

Μιά πονεμένη χήρα μάνα βρίσκεται σ’ ἕνα νοσοκομεῖο μέ τό δίχρονο παιδάκι της νά χαροπαλεύει ἀπό λευχαιμία. Ὁ πόνος τῆς εἶναι μεγάλος, διότι ἤδη ἔχει χάσει ἄλλα δυό παιδιά, καί τώρα ἔβλεπε νά τῆς φεύγει καί τό τελευταῖο, τρίτο βλαστάρι της. Ὅσο περνοῦσαν οἱ ὧρες, τόσο καί πιό πολύ μεγάλωνε ἡ ἀπελπισία της.
Ἦταν ἤδη 2:00 μετά τά μεσάνυκτα, ὅταν ὅλως ἐκτάκτως πέρασε ἀπό τό θάλαμο ὁ διευθυντής τοῦ τμήματος, νά δεῖ ἕνα διπλανό κοριτσάκι ‘’ἐπί πληρωμή’’ καί ἀπό παρόρμησι πρόσεξε καί τό δίχρονο παιδάκι τῆς χαροκαμένης ἐκείνης μάνας. Τό ἐξέτασε καί τῆς εἶπε: Λυπᾶμαι πολύ κυρία μου. Πάρε τό παιδάκι σου καί φύγε τώρα, γιά νά πεθάνη τουλάχιστον στήν ἀγκαλιά σου καί στό σπίτι σου.
Σάν τό ἄκουσε αὐτό ἡ δύστυχη μάνα ἀπό τό στόμα τοῦ γιατροῦ, μέ λυγμούς, τύλιξε τό παιδάκι της μέ μία κουβερτούλα, τό ἕσφιξε στήν ἀγκαλιά της καί ἔφυγε τρέχοντας. Βγῆκε στό δρόμο… Παντοῦ ἐπικρατοῦσε ἐρημιά καί ἡσυχία. Τίποτα δέν κυκλοφοροῦσε.
Σέ μία στροφή τοῦ δρόμου, βλέπει ξαφνικά μπροστά τῆς μία νεαρή σχετικά γυναίκα, περίπου 30 ἐτῶν. Μόλις εἶχε τελειώσει τή <<δουλειά της>>, ἦταν πόρνη.
Μόλις ἔφθασε ἡ μάνα μπροστά της, τήν σταμάτησε καί τῆς ἔβαλε μέ βία τό παιδάκι τῆς μέσα στήν ἀγκαλιά της. Ταυτόχρονα, ἔπεσε στά πόδια της καί φώναξε: Σῶσε τό παιδί μου! Σῶσε τό παιδί μουουουου!!!
Τά ἔχασε αὐτή! Πόρνη ἦταν, ἁμαρτωλή ἦταν, βυθισμένη στό βοῦρκο τῆς ἀκολασίας! Τί νά κάνει; Στά πόδια τῆς μία μάνα, στά χέρια τῆς ἕνα παιδί πού ἔσβηνε. Τό εἶδε ὅτι ἔσβηνε. Σήκωσε τά μάτια της στόν οὐρανό καί εἶπε μέ δυνατή φωνή: Τί προσευχή νά κάνω τώρα Θεέ μου; Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλή, ἐγώ εἶμαι πόρνη! Τώρα μόλις ;τελείωσα τήν δουλειά μου. Ἄν δέν μ’ ἀκοῦς ἐμένα –καί δέν θά μέ ἀκούσεις, βέβαια, γιατί εἶμαι ἁμαρτωλή- ἄκουσε τουλάχιστον αὐτή τή πονεμένη μάνα.
Ἐκείνη τή στιγμή ἔγινε τό θαῦμα!!! Κατέβηκε ἕνα φῶς ἀπό τόν οὐρανό καί τό παιδί ἄνοιξε τά ματάκια του, φώναξε μανούλα μου; κι ἅπλωσε τά χεράκια του ἀγκαλιάζοντας τή πόρνη, γιατί νόμισε ὅτι αὐτή ἦταν ἡ μανούλα του. Πάρ’ τό τῆς εἶπε. Ὁ Θεός ἔκανε τό θαῦμα Του!
Ὁ Θεός ἄκουσε τή προσευχή μίας ἁμαρτωλῆς, μίας πόρνης καί ὄχι τῆς μάνας! Αὐτό συντάραξε τά λιμνάζοντα ‘’νερά’’ στή ψυχή τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας, ὥστε μέ συντριβή καί μετάνοια, καί μέ ἐξομολόγηση, ὁριστικά πλέον ἄλλαξε τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας μέ τή νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Δόξα στό Ὄνομά σου, Κύριε!

Πηγή: π. Στεφάνου Ἀναγνωστόπουλου, «Πνευματικές διαδρομές στούς μακαρισμούς»

Bίος, πολιτεία και θαυμαστά σημεία της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου



Στα μέσα του 9ου αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο εικονομάχος Θεόφιλος και σύζυγός του η εικονολάτρισσα Θεοδώρα, όταν η περίοδος της Εικονομαχίας, που για περισσότερο από 100 χρόνια ταλάνισε την αυτοκρατορία, βρισκόταν στην τελευταία φάση της, στην Καππαδοκία της Μικράς Ασίας, γεννήθηκε και έζησε την πρώτη της νεότητα η οσία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου. Πατέρας της οσίας ήταν ο πατρίκιος Φιλάρετος ο Καππαδόκης. Ήταν από την Καισαρεία της Καππαδοκίας, ευνοούμενος του αυτοκράτορα Θεόφιλου και έμπιστος της συζύγου του Θεοδώρας. Ήταν ο στρατιωτικός διοικητής του εξαιρετικής σημασίας θέματος της Καππαδοκίας. Μητέρα της η πατρικία Ζωή, γυναίκα όμορφη και σεβαστή σε όλη την Καισαρεία για τον ενάρετο βίο της. Το ανδρόγυνο είχε αποκτήσει δυο κόρες, την Καλλινίκη και την Ειρήνη. Η Καλλινίκη γεννήθηκε το 825 μ.Χ. Οφείλει το όμορφο όνομά της στις θριαμβευτικές νίκες που πέτυχε ο πατέρας της εναντίον των Σαρακηνών τη χρονιά που γεννήθηκε. Τρία χρόνια αργότερα, το 828, γεννήθηκε η Ειρήνη. Ο Φιλάρετος όμως έχασε τη γυναίκα του, όταν εκείνη ήταν ακόμη πολύ νέα. Έτσι, η ανατροφή των δύο κορών τους ανατέθηκε στην πατρικία Σοφία, τη μεγαλύτερη αδερφή του στρατηγού.
 Η Ειρήνη υποψήφια σύζυγος του αυτοκράτοραΤην άνοιξη του 839 μ.Χ., ο Φιλάρετος φιλοξένησε στο ανάκτορό του το νεαρό καίσαρα Βάρδα, αδερφό της Αυγούστας Θεοδώρας, ο οποίος είχε μεταβεί στην Καισαρεία για κρατική υπόθεση, απεσταλμένος του αυτοκράτορα Θεόφιλου. Εκεί γνώρισε τη δεκατετράχρονη Καλλινίκη, γοητεύτηκε από την καλλονή της και τη ζήτησε σε γάμο. Λίγους μήνες αργότερα, ολόκληρη η Καππαδοκία παρέστη στους υπέρλαμπρους γάμους της Καλλινίκης και του Βάρδα, όπου ο ίδιος ο αυτοκράτορας Θεόφιλος συμμετείχε ως παραγαμπρός του γυναικαδερφού του.
Το χειμώνα του 843, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, χήρα πια και επίτροπος του γιου της Μιχαήλ Γ΄, κάλεσε τον πατρίκιο Φιλάρετο στην Κωνσταντινούπολη. Είχε αποφασίσει να θέσει οριστικό τέλος στην Εικονομαχία και γι’ αυτό το εγχείρημα χρειαζόταν τη βοήθεια και του στρατού και των ιερέων. Εμπιστεύτηκε λοιπόν το Φιλάρετο και τον Ομολογητή Μάξιμο (μετέπειτα Πατριάρχη). Όταν επιτεύχθηκε ο σκοπός της και οι ιερές εικόνες αναστηλώθηκαν (19 Φεβρουαρίου 843 μ.Χ.), ζήτησε από το Φιλάρετο να φέρει στην Κωνσταντινούπολη την όμορφη θυγατέρα του, προκειμένου να την παντρέψει με το γιο της Μιχαήλ. Έψαχνε κατάλληλη νύφη, η οποία θα συνέτιζε το νεαρό αυτοκράτορα από τα ξέφρενα γλέντια και θεωρούσε ότι η φημισμένη για την ενάρετη ζωή της καλλονή θα εξυπηρετούσε το σκοπό της. Ο Φιλάρετος μήνυσε αμέσως στην αδερφή του να στείλει την Ειρήνη, που τότε ήταν 15 χρονών, στη Βασιλεύουσα με τη συνοδεία του πατρικίου στρατηγού Νικηφόρου, αδερφού της μακαρίτισσας συζύγου του. Τα νέα ότι η Ειρήνη θα παντρευόταν τον αυτοκράτορα και θα φορούσε το στέμμα της αυτοκρατορίας διαδόθηκαν σαν αστραπή σε όλη την Καππαδοκία.
H μόνη που έμεινε παγερά αδιάφορη σε όλη αυτήν την αναστάτωση ήταν και η άμεσα ενδιαφερόμενη: η Ειρήνη. Από πολύ νωρίς είχε ποθήσει το μοναχικό βίο και οι λόγοι που δέχτηκε με χαρά αυτό το ταξίδι προς τη Βασιλεύουσα απείχαν πολύ από αυτό που όλοι νόμιζαν: Ταξίδευε στην Πόλη για να αποχαιρετήσει την πολυαγαπημένη της αδερφή, την οποία δεν είχε ξαναδεί από την ημέρα των λαμπρών γάμων της (είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε) και για να αποσπάσει την ευχή του πατέρα της, ώστε να αποσυρθεί στη μονή που τόσο διακαώς ποθούσε.
Η Ειρήνη και οι συνοδοί της έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη ένα ανοιξιάτικο πρωινό, για να πληροφορηθούν εκεί ότι μόλις πριν λίγες μέρες είχαν τελεστεί οι γάμοι του αυτοκράτορα με την Ευδοκία τη Δεκαπολίτισσα. Ο πατέρας της, η αδερφή της, ο θείος της με δυσκολία έκρυβαν την απογοήτευσή τους. Η Ειρήνη αντίθετα αισθανόταν αγαλλίαση για την τροπή των γεγονότων και περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία να μιλήσει του πατέρα της και να πάρει την ευχή του, καθώς δεν ήθελε να τον λυπήσει με κρυφή της αναχώρηση.
Η ευκαιρία δεν άργησε να παρουσιαστεί. Ο Φιλάρετος γνώρισε σε μια αποστολή του στην Αδριανούπολη το γιο του Έπαρχου της πόλης Νικήτα, πατρίκιο Φωτεινό. Ο Φιλάρετος θεώρησε ότι ήταν ο πιο κατάλληλος για να ευτυχίσει στο πλευρό του η Ειρήνη και αμέσως μίλησε στον πατέρα του νέου. Οι δύο πατεράδες έδωσαν λόγο να αρραβωνιάσουν τα παιδιά τους. Η Ειρήνη όμως, όταν ο πατέρας της ανακοίνωσε τους προαποφασισμένους αρραβώνες της, τον πληροφόρησε για την αμετάκλητη απόφασή της να λάβει το μοναχικό σχήμα. Ακολούθησε έντονη συναισθηματική σύγκρουση πατέρα και κόρης, έπειτα από την οποία η ευαίσθητη Ειρήνη ασθένησε σοβαρά και κινδύνεψε ακόμη και η ζωή της. Όταν η υγεία της αποκαταστάθηκε, ο πατρίκιος Φιλάρετος, συνειδητοποιώντας ότι η Ειρήνη είχε λάβει μια απόφαση ζωής, την οδήγησε ο ίδιος στη γυναικεία κοινοβιακή μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ & Γαβριήλ του Χρυσοβαλάντου, η οποία βρισκόταν στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης.
Στη μονή αυτή, σε ηλικία περίπου 15 ετών, η Ειρήνη εκάρη μοναχή και έξι χρόνια αργότερα Ηγουμένη της μονής Χρυσοβαλάντου. Οι συναξαριστές αναφέρουν πολλά θαύματα τα οποία επιτέλεσε η Ειρήνη ως Ηγουμένη, τρία όμως από αυτά θεωρήθηκαν ιδιαίτερα σημαντικά, ώστε επηρέασαν άμεσα την ορθόδοξη αγιογραφία.Η Ειρήνη έδινε πολλή μεγάλη σημασία στην εξομολόγηση. Κάθε πρωί προσκαλούσε τις αδελφές στον ιερό ναό των Αρχαγγέλων και τις εξομολογούσε, ενώ πολλές φορές πήγαιναν και λαϊκοί να την επισκεφθούν και να ζητήσουν την καθοδήγησή της. Η Ειρήνη ζήτησε στην προσευχή της το διορατικό χάρισμα, για να γνωρίζει τι κρύβει ο εξομολογούμενος στην καρδιά του.
Eνα πρωί λοιπόν, όταν η Ειρήνη έμπαινε στο ναό για να προσκυνήσει και να αρχίσει το ποιμαντικό έργο της, βλέπει μπροστά της έναν άγγελο και τον ακούει να της απευθύνει τον εξής χαιρετισμό: «Χαίρε δούλη του Υψίστου, Ειρήνη. Εκείνος μ’ έστειλε να σε διακονώ χάρις εκείνων που μέλλουν δια μέσου εσού να σωθούν. Έχω διαταγή, σύμφωνα με την αίτησή σου, να βρίσκομαι πάντα πλησίον σου και να σου αποκαλύπτω τα μυστικά που κρύβουν οι ανθρώπινες καρδιές».Από εκείνη τη στιγμή ο άγγελος ήταν πάντα πλάι της και της φανέρωνε μύχιες σκέψεις των ανθρώπων που κατέφευγαν στη συμβουλή της. Μάλιστα, με τόση λεπτότητα διόρθωνε τα σφάλματα και συμβούλευε, που όλοι, μοναχές και λαϊκοί, από όλες τις κοινωνικές τάξεις της Πόλης, την αποζητούσαν συνεχώς, ώστε να διδαχθούν και να διορθωθούν. Για τον Άγγελο τούτο που την καθοδηγούσε (σύμφωνα με μαρτυρίες του τότε, και τους βιογράφους της), λέγεται ότι είναι ο 'Αρχων Φιλάρετος ένας Αρχάγγελος από τις τάξεις των Σεραφείμ.
Το δεύτερο θαύμα, η συναξαριστική παράδοση μας το μεταφέρει ως εξής: Τις έναστρες νύχτες, η οσία Ειρήνη στεκόταν έξω από το κελί της και προσευχόταν. Μία από τις βραδιές αυτές, κάποια αδελφή αγρυπνούσε έξω από το κελί της και είδε το εξής παράδοξο: Τα δύο πανύψηλα κυπαρίσσια, τα οποία ορθώνονταν αριστερά και δεξιά στην είσοδο του Καθολικού, λύγιζαν μπροστά στην προσευχόμενη αγία σαν να την προσκυνούσαν και η ίδια η Ειρήνη δεν πάταγε στη γη αλλά αιωρούνταν περίπου ένα μέτρο πάνω από το έδαφος. Όταν η οσία ολοκλήρωσε την προσευχή της, σταύρωσε τα δυο κυπαρίσσια και εκείνα επανήλθαν στη φυσιολογική τους θέση. Η μοναχή κατάπληκτη, με ανάμειχτα συναισθήματα φόβου και θαυμασμού, συγκρατήθηκε και δεν είπε τίποτα στην υπόλοιπη αδελφότητα. Το επόμενο βράδυ παραφύλαξε πάλι έξω από το κελί της και το ίδιο παράδοξο γεγονός επαναλήφθηκε˙ και ξανά το ίδιο, το τρίτο κατά σειρά βράδυ. Την επόμενη νύχτα, η μοναχή, χωρίς να την αντιληφθεί η Ηγουμένη της, έτρεξε στα λυγισμένα κυπαρίσσια, έδεσε από ένα λευκό μαντήλι στις κορυφές τους και επέστρεψε στο κελί της.
Tο επόμενο πρωί, η ήρεμη ατμόσφαιρα του κοινοβίου αναστατώθηκε, όταν οι μοναχές είδαν τα δεμένα μαντήλια και κατάπληκτες ρωτούσαν η μια την άλλη ποιος ήταν αυτός που έδεσε τόσο ψηλά δέντρα, για ποιο λόγο το έπραξε και προπάντων με ποιο τρόπο. Η αδελφή που υπήρξε μάρτυρας στα θαυμάσια αυτά περιστατικά αποκάλυψε όλη την αλήθεια και τότε όλες έκλαιγαν από χαρά και συγκίνηση και παραπονιόντουσαν γιατί δεν τις ξύπνησε να δουν και εκείνες το θαύμα της Ηγουμένης τους. Πάνω στην ώρα κατέφθασε και η Ειρήνη. Όταν κατάλαβε τι συνέβη και πώς μαθεύτηκε ένα μυστικό που εκείνη κρατούσε επτασφράγιστο για χρόνια ολόκληρα, επέπληξε αυστηρά την αδελφή που το μαρτύρησε με τα παρακάτω λόγια: «Αν με έβλεπες να αμαρτάνω σαν άνθρωπος, θα εφανέρωνες την αμαρτία μου»; Έθεσε λοιπόν βαρύ επιτίμιο για όποια τολμούσε να φανερώσει οτιδήποτε παράδοξο έβλεπε, όσο ήταν η ίδια εν ζωή. Έτσι, πολλά από τα θαύματα της αγίας εξαφανίστηκαν στη σιωπή της συνοδεί
Kάποια χρονιά, ξημερώνοντας η γιορτή του μεγάλου Βασιλείου και μετά την τέλεση του εσπερινού, η αγία ξαγρυπνούσε προσευχόμενη. Πλησίαζε η ώρα του όρθρου και τότε η Ειρήνη ακούει κάποια φωνή να της λέει: «Υποδέξου το ναυτικό που σου φέρνει τα εσπεριδοειδή και φάε να ευφρανθεί η ψυχή σου». Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας, η αγία λέει στην πορτάρισσα να ανοίξει την πόρτα της μονής και να οδηγήσει τον άνθρωπο που περιμένει εκεί στον ξενώνα, όπου θα πήγαινε και η ίδια να τον συναντήσει.Πράγματι, η οσία Ειρήνη του Χρυσοβαλάντου συνάντησε τον άνθρωπο και τον ακούει να της εξιστορεί την εξής θαυμάσια ιστορία: Ήταν ναυτικός, πλοιοκτήτης ενός καραβιού, από την Πάτμο. Απέπλευσε με το πλοίο του από το βόρειο τμήμα του νησιού για την Πόλη και βρισκόταν λίγα μέτρα από τη στεριά, όταν βλέπει εκείνος και οι ναύτες κάποιον σεβάσμιο γέροντα να τους φωνάζει να σταματήσουν. Αυτό όμως ήταν αδύνατο, καθώς ο ισχυρός άνεμος έσπρωχνε το πλοίο στο ανοιχτό πέλαγος. Τότε ο γέροντας φωνάζει με όλη τη δύναμή του και προστάζει το πλοίο να σταματήσει. Το καράβι ακινητοποιείται και ο ίδιος αρχίζει να βαδίζει πάνω στα ύδατα. Μπροστά στους κατάπληκτους ναύτες, επιβιβάζεται στο πλοίο και δίνει στον καπετάνιο τρία μήλα και του λέει: «Όταν πας στη Βασιλεύουσα, δώσε τα στον Πατριάρχη και πες του πως του τα στέλνει ο Πανάγαθος Θεός με τον δούλο Του Ιωάννη, από τον Παράδεισο». Έπειτα δίνει στο ναύκληρο άλλα τρία μήλα προσθέτοντας: «Αυτά να τα πας της Ειρήνης, της Ηγουμένης του Χρυσοβαλάντου και να της πεις: φάγε από τους καρπούς του Παραδείσου που η αγνή ψυχή σου επεθύμησε». Λέγοντας αυτά, ο γέροντας ευλόγησε το πλήρωμα και το πλοίο ξεκίνησε και πάλι το ταξίδι του, ενώ ο ίδιος εξαφανίστηκε.
Ολοκληρώνοντας τη διήγησή του, ο ναυτικός προσκύνησε την Ειρήνη και της πρόσφερε τα μήλα. Η αγία τα δέχτηκε με δάκρυα ευλάβειας και ευγνωμοσύνης ευχαριστώντας τον άγιο ευαγγελιστή και απόστολο Ιωάννη. Στο κελί της γονάτισε και ευχαρίστησε τον Χριστό για αυτό το δείγμα της εύνοιάς Του προς τη δούλη Του.Η αγία Ειρήνη, με την έμφυτη ευφυΐα της και τη χάρη του αγίου Πνεύματος, εννόησε ότι το θείο αυτό δώρο ήταν ουράνια πρόσκληση. Όταν έφτασε η μεγάλη Τεσσαρακοστή, έκοψε το ένα μήλο σε λεπτά κομματάκια και έτρωγε ένα κομμάτι κάθε μέρα, απέχοντας από οποιαδήποτε άλλη τροφή, ακόμη και από το νερό. Τη Μεγάλη Πέμπτη, ύστερα από τη θεία λειτουργία και αφού όλες οι μοναχές κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων, η Ειρήνη έκοψε και το δεύτερο μήλο και έδωσε σε κάθε αδελφή από ένα κομμάτι. Τότε τους αποκάλυψε και την ιστορία του θείου δώρου. Το τρίτο μήλο η Ειρήνη το φύλαξε για τις τελευταίες μέρες της επίγειας ζωής της.
Τη Μεγάλη Παρασκευή, οι αδελφές έψαλαν τα άγια Πάθη και η Ειρήνη, μόνη της μέσα στο ιερό βήμα, γονατισμένη, είχε παραδοθεί σε προσευχή. Δίπλα της βρισκόταν μόνο ο άγγελος-οδηγός της, που τόσες φορές την είχε διακονήσει: «Γίνου έτοιμη» της είπε απλά και εκείνη κατάλαβε ότι πλησίαζε η ώρα να εγκαταλείψει τα επίγεια.Το σύντομο διάστημα από το ουράνιο αυτό μήνυμα μέχρι και την οσιακή της κοίμηση, η αγία προετοίμαζε την ακολουθία της για το μεγάλο γεγονός. Στον ιερό ναό τον Αρχαγγέλων τις δίδασκε για το μυστήριο του θανάτου, τη μελλοντική κρίση και την αιωνιότητα. Ο θάνατος είναι δύσκολο για κάθε ανθρώπινο πλάσμα και όσο πλησίαζε η ώρα, τόσο η ψυχή της αγίας ένιωθε την επιθανάτια αγωνία.
Τακτοποίησε τις υποθέσεις του μοναστηριού και υπέδειξε την άξια διάδοχό της. Μια εβδομάδα πριν τη μεγάλη ημέρα, νήστεψε τρώγοντας μόνο από το παραδεισένιο μήλο και καθημερινά κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Ξημέρωσε τέλος η Κυριακή, όπου για τελευταία φορά η Ειρήνη παρακολούθησε τη θεία λειτουργία, απάγγειλε το σύμβολο της πίστης (το πιστεύω), κοινώνησε, αγκάλιασε τις αδελφές και τους ζήτησε συγγνώμη και τέλος γονάτισε μπροστά στην Ωραία Πύλη, ύψωσε τα χέρια της και προσευχήθηκε για τελευταία φορά με αυτά τα λόγια: «Δέσποτα, Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος. Συ ο Ποιμήν ο Καλός που με το Πανάγιο και Πολύτιμο Αίμα Σου μας ελύτρωσες από τα δεσμά της αμαρτίας, άκουσε την τελυταία δέησι της ταπεινής Σου δούλης. Στην κραταιά Σου χείρα παραδίδω σήμερα το μικρό τούτο ποίμνιο. Σκέπασε το με τη θεία σκέπη Σου και διαφύλαξέ το από τις επιθέσεις του αοράτου εχθρού. Διότι Συ είσαι ο αγιασμός μας και η απολύτρωσις και Σε θα δοξάζουμε αιωνίως. Αμήν».
Στη συνέχεια, σιωπηλά και ήρεμα, αποσύρθηκε στο κελί της και πλάγιασε στην ασκητική της κλίνη. Οι μοναχές της, με ευλαβική σιωπή, την περικύκλωσαν και την έβλεπαν να χαμογελά. Με αυτό το ουράνιο χαμόγελο, το οποίο αποδείκνυε την απόλυτη μακαριότητα και γαλήνη της ψυχής της, παρέδωσε το πνεύμα της η οσία Ειρήνη, Ηγουμένη της μονής Χρυσοβαλάντου, σε ηλικία 104 χρόνων.
Η οσιακή της κοίμηση διαδώθηκε σε όλη τη Βασιλεύουσα αστραπιαία και χιλιάδες κόσμου συνέρευσαν στο μοναστήρι, για να προλάβουν να προσκυνήσουν το ιερό σκήνωμα της πνευματικής τους μητέρας. Επικεφαλής ήταν ο πατριάρχης, ο οποίος με το πλήθος του λαού από όλες τις κοινωνικές τάξεις και των αρχιερέων και λοιπών κληρικών συνόδευσαν τη μακαριστή Ηγουμένη στην τελευταία της κατοικία, στο παρεκκλήσι του μεγαλομάρτυρος αγίου Θεοδώρου.

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κκ ΣΕΡΑΦΕΙΜ, στον Ιερό Ναό Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς

Αρχιερατική  Θεία Λειτουργία τέλεσε στον Ιερό μας Ναό, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς και Φαλήρου κκ ΣΕΡΑΦΕΙΜ, προχθές Σάββατο 23 Ιουλίου 2011. Συπαραστατούμενος από πλειάδα Ιερέων, τόσο της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, όσο και της καθ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως και συμπροσευχομένου εντός του Ιερού Βήματος, του Σεπτού Ποιμενάρχη μας, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κκ ΚΟΣΜΑ, τελέσθηκε Αρχιερατικό τεσσαρακονθήμερο Μνημόσυνο, υπερ αιωνίας μνήμης και μακαρίας αναπαύσεως του κεκοιμημένου επί σειρά ετών Εκκλησιαστικού Επιτρόπου (αντιπροέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου) μακαριστού Παναγιώτη Παππά.
Παραθέτουμε φωτογραφίες από τα αναγραφόμενα:













Η εορτή της Αγίας Παρασκευής στο Τριχώνιο Μακρυνείας


Την προσεχή Τρίτη 26 Ιουλίου 2011, εορτάζει και πανηγυρίζει με κάθε εκκλησιαστική λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, ο Ιερός Ναός της Αγίας Παρασκευής της Αθληφόρου, στο χωριό Τριχώνιο Μακρυνείας.
Αφ΄εσπέρας Δευτέρας 25 Ιουλίου 2011, θα τελεσθεί Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός μετ Αρτοκλασίας και Θείου Κυρήγματος ενώ το πρωί της εορτής, θα τελεσθεί η ακολουθία του Όρθρου και Πανηγυρική Θεία Λειτουργίας μετά Θείου Κηρύγματος.

Οι αόρατοι ερημίτες του Άθωνα


Φώτο: Το όρος Αθως, από τη Λήμνο

Οπωσδήποτε πολλοί εκ των αναγνωστών του παρόντος πονήματος θα έχουν ακούσει ή διαβάσει έστω και μια διήγηση για τους αόρατους Ερημίτες του Άθωνα. Άλλοι τους ονόμασαν «αόρατους ασκητές», άλλοι «γυμνούς ασκητές», άλλοι «μυστικούς γέροντες», άλλοι πάλι «αφανείς αναχωρητές».Πρόκειται για ομάδα ασκητών, οι οποίοι είναι εφτά, κατ' άλλους δώδεκα και κατ' άλλους δέκα, οι οποίοι διατρίβουν στις ερημικότερες περιοχές της αθωνικής ερήμου και είναι αόρατοι από τα μάτια των ανθρώπων.
Εμφανίζονται μόνο σ' όποιον αυτοί θέλουν ως επί το πλείστον απλό και απονήρευτο μοναχό ή και σε ευσεβή και ευλαβή προσκυνητή που έχει καθαρό και χριστιανικό βίο. Εδώ πρέπει να μεταφέρω κάποια υποσημείωση ενός σύγχρονου συγγραφέα μοναχού (Από το βιβλίο του μοναχού Ιωσήφ Διονυσιάτου «Ο Γέρων Αρσένιος ο Σπηλαιώτης», 2002) περί των μυστηριωδών αυτών ασκητών που την βρήκα την πιο κατάλληλη σε περιεκτικότητα και περιγραφή και την πιο σύντομη για το θέμα αυτό:
«Γυμνοί ασκητές: Κατά την μακραίωνη ιστορία του Αγίου Όρους υπάρχει η εξής παράδοσις. Μια ομάδα ασκητών τον αριθμόν επτά (κατ' άλλους δώδεκα), ζουν με άκρα άσκηση, με μοναδικό έργο την αδιάλειπτη προσευχή υπέρ όλου του κόσμου. Έχουν λάβει ειδική χάρη από τον Κύριο να ζουν άοικοι και γυμνοί και να είναι αόρατοι από τους οφθαλμούς των ανθρώπων».
Η φήμη των ασκητών αυτών, μάλλον η παράδοση αυτή διασώζεται τα τελευταία διακόσια χρόνια τουλάχιστον και μεταφέρεται από γενιά σε γενιά στον αγιορείτικο μοναχισμό και ιδίως τον ασκητισμό, και όχι μόνο αλλά και σε ολόκληρη την ορθοδοξία ...
Συζήτησα με πολλούς αγιορείτες Γέροντες, Σκητιώτες, Κοινοβιότες, Κελλιώτες, Ερημίτες για το θέμα αυτό, δηλαδή την ύπαρξη και σήμερα των αοράτων γυμνών ασκητών και βρήκα πολλούς να πιστεύουν ότι υπάρχουν και σήμερα τέτοιοι ερημίτες. Συνάντησα πράγματι απλούς και ενάρετους και αγωνιστές Μοναχούς και Γέροντες οι οποίο πιστεύουν τη παράδοση αυτή. Δηλαδή ότι υπάρχουν και σήμερα τέτοιοι αναχωρητές σε άβατα αθωνικά μέρη, που ζουν πρωτόγονα, απλά, λιτά και τρέφονται από το Θεό με θαυμαστό τρόπο.Μάλιστα ένας τέτοιος απλός Γέροντας μου διηγήθηκε ότι γνωρίζει μερικούς τέτοιους μυστικούς αναχωρητές οι οποίοι ζουν στη ψηλότερη και αγριότερη περιοχή από αυτόν και ότι τους οικονομεί η θεία Πρόνοια τα προς το ζωή αναγκαία με θαυμαστό και ιδιαίτερο τρόπο. Και ότι τις νύχτες αγρυπνούν προσευχόμενοι όρθιοι. Και για να μην νυστάξουν και πέσουν κάτω - μετά τις μεσονύκτιες ώρες που αποκάμνουν - στηρίζονται με σχοινιά δεμένοι από τις μασχάλες και που κρέμονται από δοκάρια. Και δεν θέλησε να μου πει ούτε τον τόπο που μένουν, ούτε τα περαιτέρω της θαυμαστής ασκητικής των πολιτείας.
Υπάρχουν πάλι άλλοι μοναχοί που πιστεύουν ότι υπάρχει μέχρι σήμερα η ομάδα αυτή των εφτά ασκητών και αναπληρώνεται όταν πεθάνει κάποιος απ' αυτούς με άλλον ενάρετο από τους Αγιορείτες Μοναχούς, ο οποίος προσφεύγει κοντά τους με θαυμαστό τρόπο και γίνονται πάλι εφτά. Υπάρχει και παράδοση μάλιστα, που υποστηρίζει ότι αυτοί οι Εφτά ερημίτες (κατ' άλλους δώδεκα) θα επιτελέσουν την τελευταία Λειτουργία στη κορυφή του Άθωνα στο ναϊδριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού. Και μετά θα έρθει η συντέλεια του κόσμου, δηλαδή η Δευτέρα Παρουσία. Αυτοί οι εφτά (ή δώδεκα) δεν θα γευθούν θάνατο, αλλά θα μεταμορφωθούν. Δηλαδή θα αλλάξουν μορφή και τα σώματά τους θα γίνουν άφθαρτα και αθάνατα όπως όλων των ευρισκομένων εν ζωή τότε ανθρώπων. Υπάρχουν βέβαια και μερικοί οι οποίοι θεωρούν την παράδοση αυτή των «αοράτων Ερημιτών» σαν θρύλο.

Οι αόρατοι ερημίτες του Άθωνα,βλασίου μοναχού Αγιορείτου,
Εκδόσεις ΤΕΡΤΙΟΣ,Σελίδες 18,19,21,22

Βίος και πολιτεία της Αγίας Παρασκευής της αθληφόρου


Αγία Παρασκευή ή Παρασκευή η Οσιομάρτυς ή Παρασκευή η Παρθενομάρτυς ή Παρασκευή Αθληφόρος είναι Αγία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και θεωρείται προστάτιδα των ματιών κάθε ανθρώπου. Έζησε στη Ρώμη κατά το 2ο αιώνα και υπέστη μαρτυρικό θάνατο επί ημερών Αυτοκράτορος Μάρκου Αυρηλίου. 
H Αγία Παρασκευή γεννήθηκε σε ένα προάστιο της Ρώμης επί Αυτοκρατορίας Αδριανού. Γονείς της ήταν ο Αγαθόνικος και η Πολιτεία, που ήσαν θεοσεβούμενοι Χριστιανοί και οικονομικά εύποροι. Για πολλά χρόνια δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί και τελικά απέκτησαν την Παρασκευή, μετά από πολλά χρόνια θερμής προσευχής. Η Αγία Παρασκευή μάλιστα γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή και έτσι αποφάσισαν να της δώσουν το όνομα της ημέρας που γεννήθηκε. Η ανατροφή της από μικρή ηλικία έγινε με βάση Χριστιανικά πρότυπα. Έτσι από μικρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς το λόγο του ευαγγελίου και ξεχώριζε για τον ενάρετο βίο της. Παρότι το παρουσιαστικό της ήταν ιδιαίτερα θελκτικό και πολλοί εύποροι της εποχής είχαν ζητήσει την όμορφη Παρασκευή σε γάμο, αυτή αρνείτο, προτιμούσε την διακονία των γονιών της και των γειτόνων της, την προσήλωση στην προσευχή και τη μελέτη των Γραφών. Με το πέρασμα μάλιστα των ετών απέκτησε και σημαντική βιβλική κατάρτιση.
Σε ηλικία 20 ετών, η Αγία Παρασκευή έχασε τον πατέρα της. Αυτό στάθηκε σημαντικός παράγοντας στην εξέλιξη της πορείας της διότι πλέον ήταν μόνη και με αρκετά χρήματα ώστε να πραγματοποιήσει φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο που ποθούσε. Έτσι εκποιεί όλη της την περιουσία σε φτωχούς και αφιερώνει το χρόνο της στην ανακούφιση των ασθενών. Δίνεται ολοκληρωτικά στην ιεραποστολή, διδάσκει σε σπίτια γυναίκες, μικρά παιδιά, διακονεί αδυνάτους, σπεύδει για τις ανάγκες τις εκκλησίας της Ρώμης. Μάλιστα με τον καιρό επέκτεινε τη δράση και σε γειτονικά χωρία και εκκλησίες. Πλησίαζε ιδίως νέες γυναίκες, προκαλούσε συζητήσεις, ομιλούσε για το Χριστό, το παράδειγμά Του. Γρήγορα όμως έφτασε στα αυτιά του Αυτοκράτορα Αντωνίνου οι δραστηριότητες της Παρασκευής, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ενώπιόν του. Η σεμνή και όμορφη εμφάνιση της στον Αυτοκράτορα μάλιστα λέγεται πως τον εντυπωσίασε. Αλλά και η σύνεσή της, το θάρρος της και η διαύγεια πνεύματος έγιναν αντιληπτά από τον Αντωνίνο, ο οποίος δεν ήθελε να εφαρμόσει τα μέτρα του Ρωμαϊκού νόμου σε βάρος της, όπως ορίζονταν για τους Χριστιανούς. Δοκίμασε πολλές μεθόδους ιδιαίτερα κολακευτικές για γυναίκα, αλλά τελικά έμεινε αμετακίνητη στη θέση της.
Η Παρασκευή τελικά συνελήφθη και οδηγήθηκε σε τιμωρία βασανισμού μέχρι να ομολογήσει την αποστροφή της από το χριστιανισμό. Αρχικά της έθεσαν μια πυρακτωμένη περικεφαλαία στην κεφαλή της. Εν συνεχεία και αφού δε λύγισε, ρίχτηκε στην απομόνωση. Μια οπισθοχώρηση άλλωστε θα σήμαινε μεγάλη νίκη του Αυτοκράτορος και πλήγμα ιδιαίτερα στο γυναικείο Χριστιανικό πληθυσμό που θα έβλεπε τη θερμότερη εκπρόσωπό της να αλλαξοπιστεί. Αυτή όμως αντί να λυγίσει, θεώρησε εξαιρετικό χρόνο την απομόνωση για προσευχή. Μάλιστα το βράδυ άγγελος Κυρίου ενεφανίσθη ενώπιόν της και την ελευθέρωσε από τα δεσμά της. Η Παρασκευή ενώπιον του Αυτοκράτορα πλέον πάλι, έμεινε σταθερή, ο Αντωνίνος κατάλαβε πλέον το μάταιο της προσπάθειάς του και διέταξε σε βασανισμό μέχρι θανάτου. Έτσι την οδήγησαν ενώπιον ενός καζανιού που περιείχε καυτό λάδι. Όμως εδώ αναφέρεται από τον βιογράφο της μέγα σημείο. Πως ενώ εισήχθη στο θερμό λάδι, παρέμενε ανέπαφη. Όταν το άκουσε ο Αντωνίνος δεν πίστεψε σε κάτι τέτοιο και θέλησε ο ίδιος να διαπιστώσει το αληθές, όμως πλησιάζοντας το λέβητα τα μάτια του βλάφτηκαν, όταν η Παρασκευή του έριξε λίγο λάδι στα μάτια, με αποτέλεσμα να τυφλωθεί. Η Παρασκευή όμως με θαυματουργικό τρόπο θεράπευσε τα μάτια του. Έτσι μέχρι και σήμερα θεωρείται προστάτης των ματιών. Μετά το γεγονός ο Αντωνίνος άφησε ελεύθερη την Παρασκευή. Μάλιστα από το γεγονός αυτό και έπειτα ο Αντωνίνος διατήρησε θετική για τη εποχή στάση για τους χριστιανούς και για αυτό του δόθηκε το προσωνύμιο «Ευσεβής». Έτσι η Παρασκευή επέστρεψε στο έργο της κάτι που έδωσε πολύ δύναμη στη χριστιανική κοινότητα, ιδίως δε στις γυναίκες που στο πρόσωπό της έβλεπαν ένα σπουδαίο στήριγμα.
Όμως σύντομα τον Αντωνίνο διαδέχθηκε ο Μάρκος Αυρήλιος. Μέσα στους πρώτους χριστιανούς που συνέλαβε ήταν και η Παρασκευή. Ο ίδιος, έδωσε εντολή σε δύο έπαρχους να τη βασανίσουν. Ο ένας ονομαζόταν Ασκληπιός, ήταν αυτός που την έριξε σε χώρο που φυλάσσονταν φίδια, τα οποία όμως πέθαναν όταν την πλησίασαν. Ο Ασκληπιός ταράχτηκε, πιθανώς να γνώριζε και αυτά που οι χριστιανοί μεταξύ τους συζητούσαν ή ακόμα να ήξερε τα λεγόμενα για την ίδια τη Παρασκευή. Μετά τα γενόμενα ανέλαβε δράση ο έτερος έπαρχος ονόματι Ταράσιος. Αυτός όμως της απέκοψε την κεφαλήν και έτσι βρήκε τέλος η ζωή της Αγίας και μεγαλομάρτυρος Παρασκευής. Χριστιανοί περιμάζεψαν το λείψανό της και εν καιρώ το τοποθέτησαν στη βάση του θυσιαστηρίου, όπου τα χαριτόβρυτα Λέιψανά είναι πηγή θείων δωρεών σε όλους όσους την επικαλούνται με πίστη και πραότητα. Η μνήμη της εορτάζεται στις 26 Ιουλίου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ: Ἦχος α!
Τήν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασαμένη φερώνυμε, τήν
ὁμώνυμόν σου πίστιν, εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευή ἀθληφόρε·
ὅθεν προχέεις ἰάματα, καί πρεσβεύεις ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν

Τή ΚΣΤ' τού αυτού μηνός, μνήμη τής Αγίας Οσιομάρτυρος τού Χριστού, Παρασκευής

Εκ σπαργάνων μητρώων σύ τώ Χριστώ, σεαυτήν αναθείσα διηνεκώς, αυτώ ευηρέστησας τώ Σωτήρι τών όλων, καίτυράννων θράση, στερρώς κατεπάτησας, καί βασάνους όντως, ανδρείως υπέμεινας, όθεν ο Χριστός σοι, τοίς στεφάνοις κοσμήσας, ενδόξως εισήγαγεν, εις νυμφώνα ουράνιον, Παρασκευή αξιάγαστε, πρέσβευε Χριστώ τώ Θεώ τών πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι,
τοίς εορτάζουσι πόθω, τήν αγίαν μνήμην σου

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

π Ευσέβιος Γιαννακάκης, μια αγιασμένη μορφή του αιώνα μας



Αληθινός Μοναχός ο ίδιος καί πλήρης θείας Χάριτος αναδείχθηκε εμπνευστής Ιερατικών καί Μοναχικών κλίσεων. Ασκητικός, ταπεινός, γλυκύς και πράος έγινε ο έμπειρος καί απλανής Νυμφαγωγός πολλών ψυχών που ποθούσαν την αγγελική ζωή και πολιτεία. Εραστής του Μονήρους κατά Θεόν βίου υπήρξε εμπνευσμένος διοργανωτής Κοινοβίων. Παράλληλα με την εξαντλητική εργασία καί διακονία του στό Νοσοκομείο, ίδρυσε και εκ βάθρων ανήγειρε την Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή Εισοδίων της Θεοτόκου στο Μαρκόπουλο Ωρωπού, όπου αναλώθηκε επί είκοσι έτη (1967-1987) ως Κτίτωρ και πνευματικός Πατέρας.
Το 1987, που ο π. Ευσέβιος είχε πλέον συνταξιοδοτηθεί, η Πρόνοια του Θεού οδήγησε τά βήματα του στην Ιερά Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας με μια ομάδα ευλαβών νεανίδων, πνευματικών του τέκνων που επιθυμούσαν να μονάσουν.Ο Σεβασμιώτατος Άγιος Καλαβρύτων θεώρησε ξεχωριστή ευλογία την άφιξη του π. Ευσεβίου στη Μητρόπολη του. Τον περιέβαλε με πηγαία υϊική αγάπη και του έδειξε δυό Μοναστήρια της Επαρχίας του. Ο ιερός λόφος του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, με το υγιεινό κλίμα, το άριστο νερό των πηγών και το πανέμορφο φυσικό τοπίο με τον ανοικτό ορίζοντα, ενέπνευσε τον Γέροντα, ώστε να επιλέξει το ερειπωμένο Μετόχι τής Ι. Μ. Ταξιαρχών, για να εγκατασταθεί εκεί η Αδελφότητα.
Το Νοέμβριο του 1987, το έως τότε Μετόχι μετατράπηκε με προεδρικό διάταγμα σε Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Με την ουσιαστική ηθική και υλική βοήθεια του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ.κ. Αμβροσίου, το παλαιό κτήριο ανακαινίσθηκε εκ βάθρων και οι πρώτες δεκατέσσερις Αδελφές εγκαταστάθηκαν στα τέσσερα κελλιά του, την περίοδο του Πάσχα του 1988. Ο ερχομός του π. Ευσεβίου στη Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας θεωρήθηκε από την τοπική Εκκλησία και τους πιστούς ευλογία Θεού και δώρο του Ουρανού. Μέσα στα οκτώ χρόνια που έζησε εκεί -κατά κοινή ομολογία- αναμόρφωσε πνευματικά την Αιγιαλεία με τις κατανυκτικές θείες Λειτουργίες, τις Αγρυπνίες, την Εξομολόγηση, το εμπνευσμένο κήρυγμα του και τις κατ’ ιδίαν πατρικές νουθεσίες. Αγαπήθηκε πολύ από το λαό του Θεού, που στο πρόσωπο του αγιασμένου Γέροντα βρήκε τον πονετικό πατέρα ο οποίος συνέπασχε μαζί του. Η ανεπάρκεια του χώρου για τις λειτουργικές ανάγκες της Αδελφότητος ανάγκασαν τον Γέροντα στα 77 του χρόνια να αποδυθεί σ’ ένα τιτάνιο αγώνα για την ανέγερση της νέας Μονής με μοναδικό εφόδιο την ακράδαντη πίστη του στο Θεό. Η ανέγερση της νέας Μονής ήταν ένα παρατεινόμενο θαύμα, αφού χρήματα δεν υπήρχαν, και η νεοσύστατη Μονή δεν είχε καμιά περιουσία.
Ο Γέροντας, έχοντας άνωθεν πληροφορία ενθάρρυνε τις Μοναχές: «Μην ανησυχείτε. Ο Άγιος Ιωάννης προπορεύεται. Εκείνος θα το κτίσει. Έχει ένα ιδιαίτερο ταμείο για μας και όταν χρειαζόμαστε μας δίνει…». Το κτήριο θεμελιώθηκε το 1991, και το 1995 που ο Γέροντας εκοιμήθη, είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Είναι σημαντικό το ότι όλοι σχεδόν οι εργαζόμενοι στη Μονή (χτίστες, σιδεράδες, μαρμαράδες, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι), συγκινημένοι από την πατρική αγάπη και το άγιο παράδειγμα του εξομολογήθηκαν κοντά του, καθώς και οι οικογένειές τους. Ο έμπειρος στη μοναχική ζωή και ηγιασμένος Γέροντας οργάνωσε το ιερό Κοινόβιο σύμφωνα με τις αρχές του γνήσιου Ορθόδοξου Μοναχισμού και τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Ο ίδιος με την οσία ζωή του ήταν κανών και τύπος αληθινού Μονάχου και με τις άγιες νουθεσίες του καλλιεργούσε και καθοδηγούσε ακάματα τις Μοναχές στην στενή τρίβο της Αγγελικής πολιτείας.
Χιλιάδες άνθρωποι ανέβαιναν έως εκεί για να ωφεληθούν από τον άγιο Γέροντα. Η γλυκιά και οσιακή μορφή του μετέδιδε Χάρη. Κοντά του οι ψυχές ειρήνευαν και γεύονταν αγιοπνευματική χαρά. Η φιλοξενία του αρχοντική, παροιμιώδης. Οι πάντες ένιωθαν την ειλικρινή αγάπη του. Ο καθένας ένιωθε ότι ο Γέροντας τον αγαπούσε περισσότερο. Γιατί είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για όλους. Είχε πολλή παρρησία στο Θεό· η προσευχή του έλυνε δυσεπίλυτα προβλήματα, θεράπευε ανίατες ασθένειες, φυγάδευε ακάθαρτα πνεύματα, έφερνε την ευλογία του Θεού στον κόσμο. Βαθιά ταπεινός, είχε τα χαρίσματα της διοράσεως και προοράσεως, όμως δεν έδινε σημασία σ’ αυτά· εκεί που εστίαζε την ποιμαντική του ήταν η μετάνοια, την οποία ο ίδιος βίωνε και γι’ αυτό την ενέπνεε. Ο Γέροντας είχε όλες τις αρετές του Θεού. Η ψυχή του είχε αγγελική καθαρότητα. Άδολος, αθώος, απλός. Αποκορύφωμα όλων, όμως, η απέραντη αγάπη του και η βαθύτατη ταπείνωση του. Σύγχρονος νηπτικός Πατέρας της Εκκλησίας μας ο Γέροντας, είχε το χάρισμα της αδιάλειπτης προσευχής.
Η ζωή του ήταν η θεία Λειτουργία, και η μνημόνευση ονομάτων στην αγία Προσκομιδή η προσφιλέστερη απασχόληση του. Μνημόνευε αμέτρητα ονόματα, επί τέσσερις και πλέον ώρες. Στα 52 χρόνια Ιερωσύνης του ουδέποτε κάθισε στο Ιερό κατά τη διάρκεια του Όρθρου και της θείας Λειτουργίας. Από τις 4.30 έως τις δώδεκα, που έβγαινε από το Ιερό, ήταν όρθιος και δεν ένιωθε καθόλου κούραση· το Ιερό Βήμα για το Γέροντα ήταν ο πιο ευχάριστος χώρος επάνω στη γη. Ο ίδιος ζούσε εν μετάνοια και γι’ αυτό είχε το χάρισμα να οδηγεί τις ψυχές στη μετάνοια και τη Μυστηριακή ζωή. Ως Πνευματικός πατέρας ήταν Χριστοκεντρικός. Συνέδεε τα πνευματικά του τέκνα με το Χριστό και όχι με το πρόσωπό του. Γι’ αυτό και το πνευματικό του έργο συνεχίζεται και μετά την οσιακή κοίμησή του. Ήταν υπέρμαχος της συχνής -κατόπιν βέβαια της κατάλληλης προετοιμασίας- θείας Μεταλήψεως και καλλιεργούσε τα πνευματικά του τέκνα με αυτό το πνεύμα.
Επειδή είχε σπλάγχνα οικτιρμών και συμπονούσε πολύ τους άρρωστους και προσευχόταν γι’ αυτούς, έλαβε από το Θεό το χάρισμα των ιαμάτων. Η έμπονη προσευχή του άλλαζε τις βουλές του Θεού. Εκατοντάδες είναι τα περιστατικά θαυματουργικής θεραπείας ασθενών. Ο Γέροντας έβλεπε εν Αγίω Πνεύματι τις ψυχές όπως πραγματικά ήταν, αλλά και πρόσωπα και πράγματα που βρίσκονταν πολύ μακριά. Γνώριζε τους κρυφούς διαλογισμούς των καρδιών και προγνώριζε γεγονότα πολλά χρόνια προτού συμβούν. Όμως από πολλή ταπείνωση απέκρυπτε επιμελώς τα χαρίσματα αυτά, τα όποια ουδόλως αξιολογούσε. «Το προορατικό και διορατικό χάρισμα δίνονται από το Θεό, αλλά δεν σώζουν τον άνθρωπο, η μετάνοια όμως σώζει, αυτή μας χρειάζεται», έλεγε.
Με τους ασκητικούς αγώνες και τη συνεχή Μυστηριακή ζωή είχε λάβει εξουσία κατά των δαιμόνων. Οι προσευχές του, κυρίως όμως η ταπεινοφροσύνη του, φυγάδευαν ακάθαρτα πνεύματα. Η αρετή που κυρίως διέκρινε τον π. Ευσέβιο ήταν η βαθιά ταπείνωσή του. Ζούσε στην αφάνεια και εργαζόταν αθόρυβα για τη δόξα του Θεού, τον Οποίο αγαπούσε εξ όλης ψυχής, διανοίας και ισχύος. Ο ίδιος επιμελώς απέκρυπτε τον εαυτό του για τον οποίο είχε πολύ ταπεινή ιδέα.Ανεξίκακος συγχωρούσε αμέσως όσους τον έβλαπταν και τους ευεργετούσε, τόσο, που η αγάπη του τους άλλαζε.
Η υπομονή του στις δυσκολίες, τις ασθένειες και τις θλίψεις ήταν απέραντη. Υποτασσόταν με ταπείνωση και ευγνωμοσύνη στο θέλημα του Θεού· ευχαριστούσε και δοξολογούσε το όνομά Του ακόμη και στις πιο οδυνηρές και δύσκολες ώρες της ζωής του. Το «δόξα Σοι ο Θεός» δεν έλειπε από τα χείλη του.
Παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να λειτουργεί μέχρι το τέλος της ζωής του και να αυτοεξυπηρετείται μέχρι τέλους. Και ο Θεός του τα χάρισε και τα δύο. Η τελευταία Θεία Λειτουργία ήταν σαράντα ημέρες προ της οσιακής κοιμήσεώς του στις 8 Μαΐου, εορτή του προστάτου της Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Την αγία ζωή του σφράγισε το κατά πάντα οσιακό τέλος του το οποίο και προγνώρισε. Αντιμετώπισε την οδυνηρή νόσο του καρκίνου με θαυμαστή καρτερία και δοξολογία στο Θεό. Μέσα στους φρικτούς πόνους του ακατάπαυστα εδόξαζε τον Θεό. Καθημερινά κατέφθαναν από όλα τα μέρη της Ελλάδος και από το εξωτερικό τα πνευματικά του παιδιά να πάρουν την ευχή του για τελευταία φορά. Ήλθαν Αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί και μοναχές. Παρά τους αφόρητους πόνους του όλους τους δεχόταν. Τακτοποίησε αθόρυβα όλα τα θέματα της Αδελφότητος. Άφησε και γραπτώς τις τελευταίες του υποθήκες προς τις Μοναχές. Είχε πλήρη διαύγεια μέχρι τέλους. Ευλογούσε και συμβούλευε πατρικά, συγχωρούσε από την καρδιά του, ζητούσε πρώτος συγγνώμη και ευχαριστούσε όλους. Συμβούλευε τις Μοναχές για ενότητα και αγάπη. Προσευχόταν ακατάπαυστα.
Επί ένδεκα συνεχείς ημέρες ετελείτο Αγρυπνία στη Μονή και ο π. Ευσέβιος περίμενε με πολλή λαχτάρα κάθε φορά τη Θεία Κοινωνία. Μιλούσε ανοικτά και χωρίς φόβο για το θάνατο του: «Το μοναδικό ταξίδι, το υπέροχο, το άφθαστο ταξίδι»! Την περισσότερη ώρα έμενε σιωπηλός. Βυθισμένος στην προσευχή και στις ουράνιες θεωρίες, σήκωνε που και που το εξαντλημένο χέρι του και προσπαθούσε να κάνει το σταυρό του. Ξημέρωνε η 19η Ιουνίου, ήμερα Δευτέρα. Η θεία Λειτουργία τελείωσε γύρω στις 2 το πρωί. Ο Γέροντας, αν και ήταν τόσο βαριά, κατέβασε τα πόδια του από την κλίνη και κοινώνησε καθιστός για τελευταία φορά. Από σεβασμό, ούτε μία φορά δεν κοινώνησε ξαπλωμένος. Ήταν πανέτοιμος. Η ώρα που θα έφευγε πλησίαζε. Βαθιά σιγή επικρατούσε στό κελλί του.
Στις έξι το πρωί ο Γέροντας είπε με φωνή μισοσβησμένη: «Φεύγω… Λειβάδια! Λειβάδια!». Οι μοναχές πήραν την ευχή του για τελευταία φορά. Η ώρα ήταν 9 π. μ., όταν έφερε το βλέμμα του γύρω, τις κοίταξε, έπλεξε με κόπο τα δάκτυλα των χεριών του μεταξύ τους, για να δείξει την ενότητα, και τους είπε ψιθυριστά: «ενωμένες, ενωμένες, ενωμένες και αγαπημένες. Πάντα μαζί, όλοι μαζί, εκεί στο θρόνο του Θεού μαζί».Μετά από λίγο τον άκουσαν να λέει: «Όλα λάμπουν, όλα λάμπουν, όλα λάμπουν».
Στις 10.15 π.μ., ο Γέροντας ανάσαινε με πολλή δυσκολία. Ξαφνικά, σήκωσε ζωηρά το κεφάλι του, κοίταξε ψηλά και δεξιά με μια έκφραση ευχάριστου εκπλήξεως. Το πρόσωπό του έλαμψε. «Χαίρω, χαίρω, χαίρω!» είπε, και η ψυχή του πέταξε στα ουράνια σκηνώματα. Η κηδεία του ήταν μια αποκάλυψη. Ήταν η καλή έξωθεν μαρτυρία του λαού του Θεού για τον άγιο Γέροντα που αναλώθηκε στο βωμό της αγάπης. Χιλιάδες λαού, απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδος πέρασαν από το απέριττο φέρετρο του αποδίδοντας τον ύστατο χαιρετισμό. Επτά Αρχιερείς, πολλοί ιερείς και διάκονοι κι ένα πλήθος μοναχών και μοναζουσών επικεφαλής του λαού κατευόδωσαν το Γέροντα στο ύστατο ταξίδι
Πλάι στο ίερό του Καθολικού εναποτέθηκε το σεπτό σκήνωμα του, για ν’ αναπαυθεί από τους κόπους του.

(Από το: ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ καί ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ του πολυχαρισματούχου Γέροντος ΕΥΣΕΒΙΟΥ Γιαννακάκη (1910-1995) ΕΚΔ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» Θεσσαλονίκη 2009)

Τι εννοούμε λέγοντας ΄΄Πνευματικός αγώνας ΄΄ και πως αυτός επιτυγχάνεται κατά τον Άγιο Νεκτάριο


Ο ΑΓΙΟΣ Νεκτάριος Πενταπόλεως, ο θαυμα­τουργός, αποτελεί, στις πενιχρές μέρες του εικοστού αιώνα, ένα δώρο του Θεού στον κόσμο. Απαύγασμα της οσιακής του βιοτής αποτελούν τα γραπτά του κείμενα.Από την "ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ" της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής παραθέτουμε το παρακάτω κείμενο του Αγίου Νεκταρίου:

Σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε τέλειοι και άγιοι. Να αναδειχθούμε παιδιά του Θεού και κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών. Ας προσέξουμε μήπως, για χάρη της παρούσας ζωής, στερηθούμε τη μέλλουσα, μήπως, από τις βιοτικές φροντίδες και μέριμνες, αμελήσουμε το σκοπό της ζωής μας.Η νηστεία, η αγρυπνία και η προσευχή από μόνες τους δεν φέρνουν τους επιθυμητούς καρπούς, γιατί αυτές δεν είναι ο σκοπός της ζωής μας, αποτελούν τα μέσα για να πετύχουμε το σκοπό.Στολίστε τις λαμπάδες σας με αρετές. Αγωνιστείτε ν’ αποβάλετε τα πάθη της ψυχής. Καθαρίστε την καρδιά σας από κάθε ρύπο και διατηρήστε την αγνή, για να έρθει και να κατοικήσει μέσα σας ο Κύριος, για να σάς πλημμυρίσει το Αγιο Πνεύμα με τις θείες δωρεές.Παιδιά μου αγαπητά, όλη σας η ασχολία και η φροντίδα σ’ αυτά να είναι. Αυτά ν’ αποτελούν σκοπό και πόθο σας ασταμάτητο. Γι’ αυτά να προσεύχεστε στο Θεό.

Να ζητάτε καθημερινά τον Κύριο, αλλά μέσα στην καρδιά σας και όχι έξω από αυτήν. Και όταν Τον βρείτε, σταθείτε με φόβο και τρόμο, όπως τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, γιατί η καρδιά σας έγινε θρόνος του Θεού. Αλλά για να βρείτε τον Κύριο, ταπεινωθείτε μέχρι το χώμα, γιατί ο Κύριος βδελύσσεται τους υπερήφανους, ενώ αγαπάει και επισκέπτεται τους ταπεινούς στην καρδιά.Αν αγωνίζεσαι τον αγώνα τον καλό, ο Θεός θα σε ενισχύσει. Στον αγώνα εντοπίζουμε τις αδυναμίες, τις ελλείψεις και τα ελαττώματά μας. Είναι ο καθρέφτης της πνευματικής μας καταστάσεως. Όποιος δεν αγωνίστηκε, δεν γνώρισε τον εαυτό του.Προσέχετε και τα μικρά ακόμα παραπτώματα. Αν σας συμβεί από απροσεξία κάποια αμαρτία, μην απελπιστείτε, αλλά σηκωθείτε γρήγορα και προσπέστε στο Θεό, που έχει τη δύναμη να σάς ανορθώσει.Μέσα μας έχουμε αδυναμίες και πάθη και ελαττώματα βαθιά ριζωμένα, πολλά είναι και κληρονομικά. Όλα αυτά δεν κόβονται με μια σπασμωδική κίνηση ούτε με την αδημονία και τη βαρειά θλίψη, αλλά με υπομονή και επιμονή, με καρτερία, με φροντίδα και προσοχή.

Η υπερβολική λύπη κρύβει μέσα της υπερηφάνεια. Γι’ αυτό είναι βλαβερή και επικίνδυνη, και πολλές φορές παροξύνεται από το διάβολο, για ν’ ανακόψει την πορεία του αγωνιστή.Ο δρόμος που οδηγεί στην τελειότητα είναι μακρύς. Εύχεστε στο Θεό να σάς δυναμώνει. Να αντιμετωπίζετε με υπομονή τις πτώσεις σας και, αφού γρήγορα σηκωθείτε, να τρέχετε και να μη στέκεστε, σαν τα παιδιά, στον τόπο που πέσατε, κλαίγοντας και θρηνώντας απαρηγόρητα.Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην μπείτε σε πειρασμό. Μην απελπίζεστε, αν πέφτετε συνέχεια σε παλιές αμαρτίες. Πολλές απ’ αυτές είναι και από τη φύση τους ισχυρές και από τη συνήθεια. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, και με την επιμέλεια νικιούνται. Τίποτα να μη σας απελπίζει.

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Χαριτωμένες διδαχές του γέροντα Παισίου

Η φαγωμάρα των Ελλήνων
Οι Τούρκοι μόνοι τους δεν μπορούσαν να φάνε τους Έλληνες, αν οι Έλληνες δεν ήταν φαγωμένοι μεταξύ τους

Άμυνα κατά του Διαβόλου
Να κλείνετε τις πόρτες και τα παράθυρα να μην μπαίνει απ' εκεί ο Διάβολος. Εκεί είναι τα αδύνατα σημεία. Εάν αφήσεις μια σχισμή, μπορεί να μπει και να σου κάνει ζημιά. Εγώ αγωνίζομαι όλο το εικοσιτετράωρο, για να κλείσω όλες τις πόρτες του Σατανά («πόρτες και παράθυρα» είναι οι αισθήσεις).

Η ευχή αγιάζει
Όταν η νοικοκυρά λέει την ευχή, κάνοντας τις δουλειές του σπιτιού, όλα αγιάζονται. Και το φαγητό της και αυτοί που τρώνε το φαγητό της.


Δεν αγιάζονται όλα
Μόνον αυτά που δέχονται αγιασμό, αυτά μόνο αγιάζονται. Όπως το νερό, δέχεται αγιασμό και γίνεται Αγιασμός τα ούρα δεν δέχονται αγιασμό. Η πέτρα με θαύμα γίνεται ψωμί. Η ακαθαρσία δεν δέχεται αγιασμό.

Η μάχαιρα τον Προφήτη Ηλία
Γέροντα, το απολυτίκιο του Προφ. Ηλία λέει ότι είναι ο «δεύτερος Πρόδρομος της παρουσίας Χριστού». Θα έρθει ο Προφήτης Ηλίας στη γη;Ο Προφήτης Ηλίας τροχάει τώρα τη μάχαιρα. Πρώτα θα αρχίσει από τους Πατριάρχες, Δεσποτάδες, παπάδες, μοναχούς.

Οι μιναρέδες της Πόλης
- Γέροντα, είπατε ότι θα πάρουμε την Πόλη. Τι θα γίνουν οι μιναρέδες της; Θα τους γκρεμίσουμε; Θα γίνουν καμπαναριά;- Γέροντας (χαμογελώντας):Όχι! θα γίνουν στύλοι για τους Στυλίτες και θα κρέμονται τα κομποσχοίνια μέχρι κάτω!

Κώλυμα ιεροσύνης
- Γέροντα, αφού η εξομολόγηση τα σβήνει όλα, τότε γιατί αυτός που κάνει μεγάλη σαρκική αμαρτία δε μπορεί να γίνει ιερέας;- (Εκείνη τη στιγμή ο γέροντας έτυχε να κρατάει δύο ανοξείδωτα κύπελλα που κερνούσε νερό στους προσκυνητές). Δε μου λες, αν το κύπελλο σπάσει και το ηλεκτροκολλήσω τότε δε θα γίνει γερό;- Ναι, και μάλιστα πιο γερό από ότι ήταν πριν.Τότε, να που το ένα με την κόλληση έγινε πολύ γερό, ενώ το άλλο, που δεν έχει κόλληση, δεν είναι μεν τόσο γερό, αλλά είναι απείραχτο. Όταν έλθει ό Βασιλιάς, με ποιο ποτήρι θα του δώσουμε να πιει νερό;- Με το δεύτερο, το απείραχτο, που δεν έχει κολληθεί.- Ε, για αυτό κάνουμε ιερείς εκείνους, που δεν έκαναν αμαρτία ασχέτως εάν δεν είναι τόσο θερμοί, όσο εκείνοι που έκαναν αμαρτία.


Η μαύρη γραμμή της πιστωτικής κάρτας
-Γέροντα, είναι κακό να έχει κανείς πιστωτικές κάρτες; (Ό Γέροντας, αφού εξέτασε την κάρτα, απάντησε): Όχι ευλογημένε, δεν είναι σφράγισμα αυτό. Άλλα βλέπεις αυτή τη μαύρη γραμμή κάτω από το όνομα; Σου αρέσει να φοράς πένθος χωρίς να έχεις κηδεία;

Τα ονόματα αυτών που δεν γιορτάζουν
Γέροντα, πότε γιορτάζουμε; Όταν γεννηθήκαμε ή όταν βαφτισθήκαμε;Γιορτάζουμε, όταν γιορτάζει ό άγιος μας, το όνομα του οποίου πήραμε στο βάπτισμα.Τότε, τι γίνεται με όσους έχουν ονόματα, που δεν είναι ονόματα αγίων;Όσων ανθρώπων τα ονόματα δεν εορτάζουν, αυτοί είναι υποχρεωμένοι να αγιάσουν!

Το τηλέφωνο του Γέροντα
Ό Γέροντας έδωσε δώρο ένα κομποσχοίνι σε κάποιον προσκυνητή λέγοντας:Είναι το τηλέφωνο σου. Όταν είναι ανάγκη θα παίρνεις τηλέφωνο με αυτό!

Να μη βιαζόμαστε στα πνευματικά
Γέροντα, τι θα γίνει με εμένα, δε βλέπω προκοπή.Εσύ σήμερα φύτεψες την κληματαριά και θέλεις αμέσως να πιεις κρασί. Πρέπει να περιμένεις, να βγει το σταφύλι, να ωριμάσει, να το ραντίσεις, να το κόψεις, να το πατήσεις, να το βάλεις στο βαρέλι, να γίνει καλό κρασί και μετά να πιεις. Μη βιάζεσαι λοιπόν. Ακόμα είσαι αρχάριος. Βρε παιδί μου, ζαλίζεσαι έτσι και, ενώ το στομάχι σου δεν μπορεί να χωνέψει το γάλα, πάς να φας μπριζόλα!

Τα παιδιά που δε θηλάζουν
Τα παιδιά που δε θηλάζουν και δε μεγαλώνουν στην αγκαλιά της μάνας τους, γίνονται βλαμμένα, δε στέκουν σταθερά στη ζωή τους και όταν μεγαλώσουν μετά το μπουκάλι του γάλακτος, πιάνουν το μπουκάλι της μπύρας.

Οι πονηριές της Τουρκίας
Η Τουρκία είναι σαν την αλεπού. Όλο πονηριές κάνει. Όταν καταλάβει ότι έχουν στήσει δόκανα για να την πιάσουν, αρχίζει να πηδάει και με τα τέσσερα πόδια κι έτσι πιάνεται και με τα τέσσερα. Αυτό θα πάθει και η Τουρκία.

Το «φουστάνι» της Παναγίας
Παππούλη, πως να σωθώ; Να πιαστείς από το φουστάνι της Παναγίας. Δηλαδή, με απόλυτη εμπιστοσύνη, όπως αυτή που έχει ένα παιδάκι στη μάνα του.

Η εγκράτεια των νέων
Τη γενετήσια ορμή πρέπει να τη βάζουμε στο ψυγείο μέχρι το γάμο και να κάνουμε τίμιο αγώνα ενώπιον του Θεού, για την αγάπη του Θεού. Και μόνο έτσι θα βρούμε λύση στο πρόβλημα αυτό.

Η πραγματική αγάπη είναι άσχημη
Αν έχεις κοπέλα και λες ότι την αγαπάς, για να δεις αν πραγματικά την αγαπάς, φαντάσου το πρόσωπο της καμένο και παραμορφωμένο σε μια άμορφη και άσχημη μάζα. Αν βλέποντας το άσχημο πρόσωπο συνεχίζεις να την αγαπάς το ίδιο, όπως πριν, τότε να είσαι σίγουρος ότι την αγαπάς αληθινά.

Να μην τρέχουμε στο Θεό οριζόντια αλλά κάθετα
(Παρατήρηση του Γέροντα σε γνωστό του που ασχολιόταν πολύ με το τρέξιμο).Να μην τρέχουμε οριζόντια, αλλά κάθετα προς το Θεό!

Η «πολυγλωσσία» τον Γέροντα
Μια παρέα αλλοδαπών, ένας Άγγλος, ένας Ιταλός και ένας Γάλλος, επισκέφθηκε το Γέροντα. Κάποιος Έλληνας γλωσσομαθής προσφέρθηκε να κάνει το διερμηνέα. Ό Γέροντας του είπε ότι δε χρειάζεται.- Τους πήρε σε μια γωνιά έξω από την αυλή του και άρχισε να συνομιλεί μαζί τους. Μίλησε αρκετή ώρα. Επιστρέφοντας είπε στο «διερμηνέα».Τα είπαμε, τα είπαμε μ' αυτούς! Εγώ τους μιλούσα στα Ελληνικά. Αυτοί καταλάβαιναν στη γλώσσα τους και έτσι συνεννοηθήκαμε!

Τι τον θέλεις τον Παΐσιο;
Ένας νεαρός ρώτησε το Γέροντα ποιος ήταν ό Γέρων Παΐσιος και πήρε την εξής απάντηση:Τι τον θέλεις τον Παΐσιο; Σαν πολλή αξία του δώσατε. Τον Παΐσιο ό ένας, τον Παΐσιο ό άλλος... Παρατάτε τον, μην του δίνετε καμία σημασία...

Να προσέχουμε τους φίλους μας
Μια μέρα δύο φίλοι πήγαιναν βόλτα. Ό ένας είχε κουστούμι και ήταν καθαρός. Ό άλλος φορούσε παλιόρουχα και ήταν λερωμένος.Σε κάποιο σημείο συνάντησαν λάσπη. Τότε ό λερωμένος πήρε λάσπη και λέρωσε τον άλλο που ήταν καθαρός.Ό κακός άνθρωπος θέλει και οι ενάρετοι να γίνουν σαν κι αυτόν, δηλαδή κακοί. Γι' αυτό να προσέχετε στη ζωή σας και να διαλέγετε ως φίλους σας τους ενάρετους.

Οι Ευαγγελικοί δεν έχουν πνεύμα αλλά οινόπνευμα
Κάποια παρέα πιστών σύχναζε σε καφενείο, όπου επίσης σύχναζε και κάποιος ευαγγελικός που τους ενοχλούσε με τις θεωρίες του. Είπαν στο Γέροντα:γέροντα, στο καφενείο που πάμε έχουμε πρόβλημα.
Τι; Έρχεται ένας ευαγγελικός και μας λέει διάφορα. Πίνει αυτός;Πίνει Γέροντα. Μπύρες και άλλα ποτά.Να του μεταφέρετε ότι ένας Γέροντας είπε πως εσείς οι Ευαγγελικοί δεν έχετε μέσα σας πνεύμα, αλλά οινόπνευμα...

Ό νέος που ήθελε να βρει γυναίκα
Γέροντα, θέλω να με βοηθήσετε. Θέλω να βρω γυναίκα να παντρευτώ.Τι θέλεις να κάνω δηλαδή; Εσείς από μοναχό θα με καταντήσετε προξενητή...

Η αγάπη δεν πουλιέται στα σούπερ μάρκετ
η γυναίκα έχει λιγότερη λογική και περισσότερη καρδιά. Ό άντρας έχει περισσότερη λογική και λιγότερη καρδιά. Το ευαγγέλιο μόνο τη γυναίκα λέει «πόρνη» και όχι τον άντρα, διότι η γυναίκα στον έρωτα δίνει και την καρδιά της, ενώ ό άντρας δίνει μόνο το σώμα του, συνήθως για να ικανοποιήσει τις ορμές του. Η γυναίκα θέλει αγάπη και πρέπει να της δίνουμε αγάπη. Ό άντρας πρέπει να δίνει αγάπη στη γυναίκα του, γιατί τα σούπερ-μάρκετ δεν πουλάνε αγάπη.

Πουλιά του κλούβιου και πουλιά του κλαδιού
Υπάρχουν πουλιά του κλούβιου και πουλιά του κλαδιού. Κάποιοι μοναχοί μοιάζουν με τα πουλιά του κλούβιου και επιζητούν τα μοναστήρια (κοινόβια), ενώ άλλοι μοιάζουν με τα πουλιά του κλαδιού και επιζητούν μια ελεύθερη ζωή στην έρημο. Εκεί, βέβαια, υπόκεινται σε περισσότερους πειρασμούς.


Ό Γέροντας και το αγριογούρουνο
Μια φορά ένα αγριογούρουνο πήγε κοντά του. Ό Γέροντας το χάιδεψε κι αυτό έφυγε. Κάποιος τον ρώτησε:-Γέροντα, τι κάνεις εκεί;-Ήρθε το καημένο να με ευχαριστήσει. Δε θα ζούσε από τις σφαίρες των κυνηγών, αλλά προσευχήθηκα να αστοχήσουν και έτσι ζει.

Το «ψυγείο» του Γέροντα
Κοντά στην καλύβα του Γέροντα κάτι κοκκίνιζε κάτω από ένα θάμνο. Ένας προσκυνητής ρώτησε με περιέργεια τι είναι αυτό γέροντα; Αυτό; Είναι το «ψυγείο» μου! (Ήταν καλοκαίρι και είχε βάλει εκεί τις ντομάτες για να είναι δροσερές!).

Ο εγωισμός είναι σαν το στενό ρούχο
Η ταπείνωση είναι η βάση όλων των αρετών. Θαύμα είναι η υπέρβαση των νόμων της φύσεως. Ό εγωισμός είναι πάθος που δύσκολα αποβάλλει ό άνθρωπος. Είναι σαν ένα στενό ρούχο που φοράει ό άνθρωπος και το βγάζει με μεγάλη δυσκολία, γιατί του είναι πολύ στενό.

Ο πνευματικός τουρισμός
Γέροντα, πείτε μας για τις πνευματικές σας εμπειρίεςΓιατί, βρε παιδί μου, να σας πω; Για να αυξήσουμε τον πνευματικό τουρισμό του τόπου;
Το κόψιμο του τσιγάρου με στραγάλια
Για να κόψεις το τσιγάρο πρέπει να κάνεις πολλή προσευχή. Επίσης να γεμίσεις στραγάλια ένα άδειο πακέτο και κάθε φορά που θα αισθάνεσαι την ανάγκη να καπνίσεις, να βάζεις ένα στραγάλι στο στόμα σου.

Η κοίμηση του Γέροντα
Στις 12 Ιουλίου (νέο ημερολόγιο) του 1994, Στις 11.30 τη νύχτα, την ησυχία τάραξε μια δυνατή βροντή! Κατόπιν με συνεχείς αστραπές φωτιζόταν όλο το Άγιο Όρος. Το απόγευμα έγινε γνωστό ότι ό Γέροντας είχε περάσει στην αιωνιότητα.

Ο Γέροντας διορθώνει τα ορθογραφικά λάθη
Όταν γινόταν η εκτύπωση του βιβλίου του ιερομόναχου Χριστοδούλου Αγιορείτου με τον τίτλο «Ό Γέρων Παΐσιος» έγινε το έξης: Ενώ είχε τελειώσει η εκτύπωση και ετοιμαζόταν το εξώφυλλο, σταμάτησε το εκτυπωτικό μηχάνημα. Έγιναν προσπάθειες, σχεδόν τρεις μέρες, για να διορθωθεί το μηχάνημα, αλλά ήταν αδύνατο. Τότε ό υπεύθυνος ήλεγξε πάλι τον τίτλο του προς εκτύπωση εξωφύλλου και διαπίστωσε ότι από τη λέξη «Παΐσιος» έλειπαν τα δύο διαλυτικά, και έτσι ό τίτλος παρουσιαζόταν «Ό Γέρων Παΐσιος». Όταν διορθώθηκε το λάθος, το μηχάνημα άρχισε να λειτουργεί κανονικά.


Οι ενοχλήσεις από τους Αλβανούς
Γέροντα, οι Αλβανοί μας ενοχλούν.Όταν μια γίδα θέλει να φάει ξύλο, πάει και ξύνεται στη γκλίτσα του τσοπάνου. Έτσι κάνουν και οι Αλβανοί τώρα. Ας τους. Μην τους λογαριάζεις. Μη τους φοβάσαι.

Η πάλη του Γέροντα με το διαβολάκι
Ό Γέροντας φιλοξένησε κάποιο γνωστό του στην καλύβα. Όταν αυτός σηκώθηκε το πρωί περίμενε το Γέροντα να βγει. Όταν εμφανίσθηκε, τον είδε αναμαλλιασμένο, με το ζωστικό του σακατεμένο, τα μουστάκια του επάνω, τα γένια του ανακατωμένα. Νόμισε πως ήταν έτσι επειδή είχε ταλαιπωρηθεί από την αγρυπνία. Τότε ό Γέροντας στάθηκε στην πόρτα και άρχισε να του μιλάει για έναν αγώνα που είχε όλη τη νύχτα, για έναν πόλεμο με κάποιο ταγκαλάκι.ηταν ένα μικρό διαβολάκι δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Το έπιασα και του έδωσα και κατάλαβε. Μη φοβάσαι όμως. Έχουμε το Χριστό μαζί μας.

Η διάλυση της Τουρκίας
- Εγώ δε θα είμαι εδώ, αλλά θα βλέπω από πάνω. Η Τουρκία θα διαμελιστεί σε 3-4 κομμάτια. Ήδη έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Εμείς θα πάρουμε τα δικά μας εδάφη, οι Αρμένιοι τα δικά τους και οι Κούρδοι τα δικά τους. Το Κουρδικό έχει ήδη δρομολογηθεί. Αυτά θα γίνουν όχι τώρα, αλλά σύντομα, όταν θα πάψει αυτή η γενιά που κυβερνάει την Τουρκία και θα αναλάβει νέα γενιά πολιτικών. Τότε θα γίνει ό διαμελισμός της Τουρκίας. Πολύ σύντομα, οι προσευχές που γίνονται κάτω από την επιφάνεια της γης (δηλ. των κρυπτοχριστιανών Ελλήνων της Τουρκίας) θα ανάβονται πάνω στη γη και τα κεράκια που ανάβονται κάτω, θα ανάβονται επάνω.
Πηγή : Περιοδικό Θεοδρομία, Ιανουάριος 2004

Τρίτη 12 Ιουλίου 1994. Ο πατήρ Παίσιος περνά στην αιωνιότητα. Ευλαβικό αφιέρωμα στον ασκητή της Παναγούδας


Ο Γέρων Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Ο Γέροντας είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, ο Γέροντας βαφτίστηκε από τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.
Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά και στη συνέχεια πήγε στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο. Στην Κέρκυρα η οικογένειά του έμεινε ενάμιση χρόνο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα. Εκεί ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετο». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».
Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελνόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμεί στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Απολύθηκε από το στρατό το 1949.
Ο πατέρας Παΐσιος πρώτη φορά εισήλθε στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του. έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Η πρώτη μονή στην οποία κατευθύνθηκε και παρέμεινε για ένα βράδυ ήταν Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στις Καρυές. Εν συνεχεία κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί θα γνωρίσει τον πατέρα Κύριλλο που ήταν ηγούμενος στη μονή και θα τον ακολουθήσει πιστά.
Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα και διάβαζε διαρκώς, ιδιαίτερα τον Αββά Ισαάκ.
Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν Ιδιόρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του. Η συνάντησή του όμως με τον Γέροντα Συμεών θα είναι καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο.
Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. Επί 4 έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.Από εκεί πήγε στο Όρος Σινά στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Ο Γέροντας εργαζόταν ως ξυλουργός και ό,τι κέρδιζε το έδινε σε φιλανθρωπίες στους Βεδουίνους, ιδίως τρόφιμα και φάρμακα.
Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος, από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ. Η σκήτη η οποία τον φιλοξένησε ήταν η Ιβήρων. Στο διάστημα που παρέμεινε εκεί, και συγκεκριμένα το 1966, ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στην Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπάτου.Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά από το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα χαρισματικό μοναχό που ονομάζεται Παΐσιος. Το επόμενο έτος μεταφέρεται στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοηθάει σημαντικά σε χειρονακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού. Συχνά μάλιστα βοηθάει ως ψάλτης στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου το Γέροντα Τύχωνα. Οι δύο γέροντες ανέπτυξαν δυνατή φιλία η οποία τερματίσθηκε με την κοίμηση του Γέρωντα Τύχωνα το 1968. Ο Παΐσιος έμεινε στο κελί του Γέροντα Τύχωνα για ένδεκα έτη μετά την κοίμησή του, πράγμα που ήταν επιθυμία του φίλου του λίγο πριν πεθάνει.
Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Προδρόμου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν μια σκήτη εγκαταλελειμμένη και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.
Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στο Θεαγένειο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.
Μετά το 1993 άρχισε να παρουσιάζει αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Παΐσιος βγαίνει για τελευταία φορά από το Όρος και πηγαίνει στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί μένει για λίγες μέρες και ενώ ετοιμάζεται να φύγει ασθενεί και μεταφέρεται στο Θεαγένειο, όπου του γίνεται διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 ο γέροντας χειρουργείται.
Παρότι η ασθένεια δεν σταμάτησε (παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ), ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.
Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοινώνουν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) ο γέροντας κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του.
Τελικά την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994  και ώρα 11:30 το βράδυ την ησυχία τάραξε μια δυνατή βροντή! Κατόπιν με συνεχείς αστραπές φωτιζόταν όλο το Άγιον Όρος.Το απόγευμα εγινε γνωστό ότι ο γέροντας είχε περάσει πιά στην αιωνιότητα.
Ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο κοιμήσεως του Γέροντος, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.

Πολλοί είναι οι άνθρωποι που γνώρισαν το Γέροντα Παΐσιο. Καθένας από αυτούς μπορεί να πει μια ιστορία για το Γέροντα ή να θυμηθεί την απλότητά του. Οι πιο κοντινοί στο Γέροντα Παΐσιο άνθρωποι που ζούνε σήμερα είναι:Ο πατήρ Παΐσιος ο μαθηματικός που ζει σε ένα κελλάκι κοντά στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους. Αυτός έλαβε το όνομα του Γέροντα και είναι ο πνευματικός της Μονής του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή.Ο ιερομόναχος Αρσένιος και ο μοναχός Ησαΐας που μένουν στο κελλάκι της Παναγούδας όπως ο γέροντας Παΐσιος επιθυμούσε. Οι δύο μοναχοί κρατούν το κελλάκι όπως το είχε ο γέροντας και δέχονται με μεγάλη χαρά όσους επισκέπτονται το σπιτάκι που έζησε ο γέροντας Παΐσιος.
Οι μοναχές της Σουρωτής στη γυναικεία Ιερά Μονή αγίου Ιωάννου του Θεολόγου κατέχουν δύο πολύτιμους θησαυρούς: Τα λείψανα του αγίου Αρσενίου και τον τάφο του γέροντος Παισίου. Στο μοναστήρι της Σουρωτής καθημερινά συρρέουν πολλοί προσκυνητές από ολόκληρο τον κόσμο για να προσκυνήσουν στον τάφο του γέροντος Παισίου.
Υπάρχουν βεβαίως και πάρα πολλοί άλλοι άνθρωποι που γνώρισαν το Γέροντα Παΐσιο, άκουσαν τη διδασκαλία του, διαπίστωσαν την αγιότητά του, δέχτηκαν τα δώρα της προσευχής του. Όλοι αυτοί ομολογούν πως ο γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης είναι ένας από τους πιο σημαντικούς αγίους ασκητές του 20ου αιώνα.Ο Γέρων Παΐσιος ήταν ένας πολύ απλός άνθρωπος, ο οποίος πίστευε στο λόγο του Ευαγγελίου, κάνοντας τρόπο ζωής τον μοναστικό βίο και τις διδαχές της ορθόδοξης ασκητικής παράδοσης. Οι εγκύκλιες γνώσεις του περιορίζονταν στο επίπεδο του δημοτικού. Παρ' όλα αυτά ξεχώριζε για την «χαριτωμένη» απλότητά του και την έντονη αγωνία που τον διακατείχε για την βοήθεια των συνανθρώπων του, που αναζητούσαν ένα πνευματικό καθοδηγητή. Ο ίδιος αποτελούσε παράδειγμα ανθρώπου αφιερωμένου στον Θεό, αφαιρώντας τις προσωπικές επιδίωξεις και τα προσωπικά θελήματα. Η υπακοή, η άσκηση, η ταπείνωση, η ευσέβεια, το φιλότιμο και πάνω από όλα η αγάπη και η μακροθυμία, αποτελούσαν τρόπο ζωής για τον ίδιο, αλλά και διδαχές για όσους αποζητούσαν ένα λόγο παρηγοριάς ή κάποια επίλυση προσωπικού προβλήματος.
Πηγή:http://gero-paisios.blogspot.com

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Έτη πολλά & ευλογημένα, στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Λευκάδος και Ιθάκης κ Θεόφιλον


Επί τη εορτή του Οσίου πατρός Θεοφίλου του Μυροβλήτου που εορτάζει και πανηγυρίζει σήμερα 8 Ιουλίου, η Ορθόδοξος Εκκλησία μας, ο πρόεδρος και τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ιερού Ναού Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς, ευχόμαστε στον λίαν αγαπητό μας π Θεόφιλο, χρόνια πολλά και ευλογημένα. Ο Τριαδικός Θεός μας να του χαρίζει δύναμη και υγεία ώστε να ποιμένει άξια, τον προσφιλή λαό της Λευκάδος και της Ιθάκης .

Συναξάριον- Μαρτυρολόγιον Αγίων της Αιτωλ/νίας, γράφει ο αξιότιμος κ Κουζέλης Απόστολος



Ένα υπέροχο βιβλίο εξέδωσε ο λιαν αγαπητός μας Απόστολος Κουζέλης, της ενορίας Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς Αιτωλοακαρνανίας με τίτλο : Συναξάριον Μαρτυρολόγιον Αγίων Μαρτύρων της Αιτωλοακαρνανίας. Ο συγγραφέας ο οποίος διακρίνεται για την ευσέβειά του στα σκηνώματα της Ορθοδοξίας, στις Ακροπόλεις του πνεύματος και της Πίστεως, είναι ενεργό μέλος της Ενορίας του Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς, συμβάλλοντας με όλες του τις δυνάμεις και με το έργο του και την εν γένει προσφορά του, στην πνευματική οικοδομή των ενοριτών μας. Ευχόμαστε εκ βάθους καρδίας ο Τριαδικός μας Θεός, δια μέσου των Αγίων της Αιτωλοακαρνανίας να σκέπει τον ίδιο και την οικογένειά του χαρίζοντάς του δύναμη και φώτιση προς συγγραφή και άλλων θεάρεστων επικοδομητικών τέτοιων βιβλίων.

Πρόλογος του βιβλίου
Σκοπός του παρόντος βιβλίου, αναφέρει ο συγγραφέας, είναι να γνωρίσουμε τη ζωή των Αγίων και Οσίων που έζησαν και μαρτύρησαν, που έζησαν και και κοιμήθηκαν οσιακά ή κύρηξαν το θείο λόγο του Θεού στη γη της Αιτωλοακαρνανίας. Από αυτούς μερικοί δεν ήξεραν να διαβάζουν και να γράφουν. Όλοι όμως είχαν ένα κοινό σημείο: την Αγάπη και την Πίστη τους στον Τριαδικό Θεό, χάριν Του Οποίου μαρτύρησαν με φρικτά βασανιστήρια και με το Αίμα τους πότισαν το δέντρο της Ορθοδοξίας. Τέκνα αξιομίμητα, παραδείγματα ψυχών μεγάλων και εκλεκτών, που αγάπησαν τον Κύριο παράφορα και προσανατόλισαν τη ζωή στο Άγιο θέλημά Του.
Το παρόν έργο αποτελεί έκφραση ελαχίστων ευχαριστιών για αυτούς τους ήρωες της πίστεως, που ομολόγησαν την πίστη τους και έχυσαν το αίμα τους για τον Σταυρωμένο Χριστό και το Έθνος μας.Το παράδειγμα των Αιτωλοακαρνάνων Αγίων Μαρτύρων,ας μας αφυπνίσει και ας μας παρακινήσει να αγωνιστούμε και εμείς τον καλόν αγώνα της πίστεως. Το φωτεινό τους παράδειγμα ας συγκλονίσει, ας ηλεκτρίζει και ας μας παρακινήσει να ζήσουμε χριστιανικά..

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Απόστολος Κουζέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Γραμματικού Αιτωλοακαρνανίας, τελείωσε το Γυμνάσιο στην Γαβαλού Αιτωλ/νίας και σπούδασε οικονομικά. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία απο το 1970 έως το 1972, όπου και διορίστηκε υπάλληλος του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης και εν συνεχεία στο Υπουργείο Οικονιμικών απο όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Αρθρογραφεί στον Τύπο σε θέματα κοινωνικού και Εθνικού περιεχομένου. Το βιβλίο αυτό είναι το πέμπτο που εκδίδει.
Εργα του ιδίου είναι ΄΄Οι Αυτοκράτορες του Βυζαντίου΄΄, Οι Αιτωλοακαρνάνες Πρωθυπουργοί που εκδόθηκε το 2001, Τα Μοναστήρια της Αιτωλοακαρνανίας που εκδόθηκε το 2003 και το τέταρτο βιβλίο του που είναι Η ιστορία των εκλογών στην Ελλάδα (1821-2005) που εκδόθηκε το 2006

Στο καλυβάκι του π Παισίου, γράφει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαος


Πέμπτη 13 Αυγούστου, προπαραμονή της Παναγίας. Ξύπνησα στις 6 το πρωΐ. Βαρεια μέρα σήμερα. Συννεφιά, ζέστη, υγρασία. Το πρωϊνό μας, πλούσιο: τοάϊ, καφές, ψωμί, μαρμελάδα, μέλι, γλυκό κερασάκι. Πολύ γεμάτο από πηγαία φιλόξενα αισθήματα. Oτι είχαν οι άνθρωποι, τα βγαλαν. Ο.τι είχαν στα ντουλάπια τους, ο,τι είχαν στις καρδιές τους. Μαζί με την ευλογία παίρνουμε την ευγνώμονα άνάμνηση της άβραμιαίας φιλοξενίας του π. Χρυσοστόμου καί αναχωρούμε στίς 9:30 π,μ. Σνγκινήθηκα αλλά δεν αναπαύθηκα.Κάτι άλλο περίμενα.
Ό καιρός ελαφρώς ξεμπούκωσε.Αμυδρός ήλιος καί ατμοσφαιρική θολουρα. Στόχος μας ό π. Παΐσιος. Τα μάτια αχόρταγα ρουφούν. Το μυαλό άκατάπαυστα δουλεύει. Σήμερα θά δούμε αυτό που ως τώρα φανταζόμασταν. Θεέ μου! τί γλυκεία αίσθηση δεν μου δημιουργούσε αυτός ό πόθος του αυθεντικού ασκητισμού μέσα μου! Πέρασαν τρία τέταρτα πορείας. "Ηδη είμαστε αρκετά κοντά. Θέλω φοβερά να δω, αλλά δεν θελω καθόλου να μιμηθώ. Αυτό είναι μόνο για να το θαυμάσω- όχι για να το κάνω. Αρνούμαι να το δεχθώ, έστω καί ως υποψία ή απόμακρο ενδεχόμενο μέσα μου. Αυτό αποκλείεται. Εγώ θα γίνω επιστήμονας! Θέλω να κατακτήσω αυτήν τήν ζωή. Αυτήν πού βλέπω. Για την άλλη... «έχει ό Θεός»!
Σε λίγο, να 'σου καί φαντάζει το ταπείνό καλυβάκι του π. Παϊσίου. Απέχει περίπου δεκαπέντε λεπτά. Ή στέγη του από λαμαρίνα. Ένα κυπαρίσσι ακριβώς δίπλά του σε υποβάλλει. Είναι κάπως πιο χαμηλά από μας. Μπορεί όμως καί να 'ναι το ψηλότερο σημείο της γης!... Κατεβαίνουμε το μονοπάτι με τα πόδια καί τό ανεβαίνουμε με την ψυχή. Δεν μιλούμε μεταξύ μας. Σάν κάτι μυστηριακό να προσδοκούμε. Κι εδώ έχει απόλυτη ησυχία κι ας ακούγονται πουλάκια ή τζιτζίκια ή το θρόισμα των φύλλων. Αυτή ή ησυχία δεν είναι παράξενη ή ασυνήθιστη μόνο, αλλά αναδίδει μια βαθειά αίσθηση μυστηρίου. Δεν σε προκαλεί για απόλαυση, αλλά σου δημιουργεί κατάνυξη. Δεν ξεκουράζει, αλλά αφυπνίζει. Σιωπάς καί τα πάντα μέσα σου λειτουργούν τόσο έντονα όσο ποτέ. Αγωνιάς, αλλά εΐσαι πρωτόγνωρα ειρηνικός. Προσδοκάς... "Οχι, ή ησυχία εδώ δεν έχει καμμία σχέση με την ησυχία των Καρυών μετά την δύση του ηλίου, ούτε πολύ περισσότερο με την ησυχία της Δάφνης μετά την αναχώρηση του λεωφορείου. Οι άλλες ησυχίες σε κάνουν να μην ακούς τίποτε. Αυτή σου γεννά νέες ακοές, σου φέρνει μηνύματα καί μελωδίες πού είναι του άλλου κόσμου. Μέσα σ' αυτήν την ησυχία ακούς τους χτύπους της καρδιάς σου, κατανοείς τα βάθη σου- αντιλαμβάνεσαι τα βάθη Του, ακούς αυτά πού «ους ουκ ήκουσε»(Α' Κορ. β' 9), «άρρητα ρήματα» (Β' Κορ. ιβ' 4). Κάτι ακούγεται εδώ πού δεν ακούγεται πουθενά άλλου.

Να! Βρισκόμαστε κιόλας έξω από τηνπόρτα της καλύβης. Της καλύβης του Τιμίου Σταυρού. "Εξω από το άσκητήριο του π. Παϊσίου. "Έχω φόβο. Αυτό κυριαρχεί μέσα μου. Το καταλαβαίνω. Άλλα απροσδιόριστο φόβο. "Ανομολόγητο δέος καί ανέκφραστο θαυμασμό. Χτυπάμε διακριτικά, αν καί κάπως επίμονα, την πόρτα της αυλής. "Ενα σίδερο κάνει πολύ καλύτερη δουλειά από τα σύγχρονα ηλεκτρικά κουδούνια. Περνούν πέντε λεπτά. ' Απόκριση καμμία. Μπορεί καί να μη μας ανοίξει. Αυτό, λένε, είναι το πιο πιθανό. Συνήθως δεν διακόπτει την συνομιλία του με τον Θεό. Εμείς πάντως ελπίζουμε. Ψιθυρίζουμε μεταξύ μας. Δεν τολμούμε να μιλήσουμε πιο δυνατά άπ' όσο χρειάζεται για να ακουγόμαστε. Ούτε αποφασίζουμε να ξαναχτυπήσουμε. Χωρίς αμφιβολία το πρώτο χτύπημα ακούστηκε μέσα στην υποβάλλουσα ησυχία. Ή επανάληψη του θα την μόλυνε με τον εγωισμό καί την ανυπομονησία μας. Ό γέροντας σίγουρα προσεύχεται, αφού αδιαλείπτως αυτό κάνει. Το χτύπημα δεν είναι για να ακούσει αυτός" αυτός ακούει. Είναι για να ζητιανέψουμε έμεϊς. Να ζητήσουμε πριν εκείνος δώσει, όχι να λάβουμε χωρίς την ταπείνωση της αιτήσεως. Προκρίνουμε την αναμονή. Περιμένουμε άλλο ένα πεντάλεπτο.
Μόλις αποφασίζουμε να ξαναδοκι¬μάσουμε, να, κάτι ακούγεται, μια πόρτα πού ανοίγει. Καί κάποιος φαίνεται. Εΐναι αυτός πού κρύβεται καί μόλις τώρα φανερώνεται. «Δόξα σοι, ό Θεός», ακούν τ' αυτιά μου την φωνή του. «Δόξα σοι, ό Θεός», ακούει κι ή καρδιά μου την φωνή της. Μας άνοιξε, είπα ανακουφιστικά, αν καί με κάποιον φόβο, μέσα μου. "Ερχεται αργά καί σταθερά, σιωπηλός. Ανοίγει την πορτούλα. Στόν χαιρετισμό μας «ευλογείτε», ή τρεμάμενη από την κατάνυξη καί ασθενική από την σπάνια χρήση φωνή του άπαντα:
Ό Κύριος. Περάστε.
Ρίχνω μια βαστική ματιά επάνω του. Ούτε άντεξα ούτε τόλμησα για δεύτερη. Ή καρδιά μου χτυπά γρήγορα. "Έχω περιέργεια να ανακαλύψω το μυστήριο της άγιωσύνης του. Και φόβο,να μην άποκαλύψει το μυστικό της άμαρτωλότητός μου. Αυτός κρύβεται από ταπείνωση,εγώ απο εγωισμό.
Μπαίνουμε στο απέριττο καλυβάκι, τον. Ολα μικρά. Οί πόρτες στενές καί χαμηλές.Τα ταβάνια επίσης χαμηλά. Άκομη καί οι γεωμετρικές διαστάσεις έχουν ταπείνωση εδώ. Προχωροϋμε στο έκκλησάκι του. Το τέμπλο απλό, σανιδένιο. Εικόνες ρώσικες αναγεννησιακές, από σκέτο χαρτί, στερεωμένες με πινέζες και καρφιά στο πλαίσιο πού δημιουργεί το σανίδι του τέμπλου, δίχως ξύλινη πλάτη. Με λίγη πίεση σχίζονται. Όλα στα όρια της φυσικής αντοχής καί άναγκαιόίτητος, Εμείς προσκυνούμε καί ό π. Παϊσιος συνοδεύει ισοκρατώντας:''Δόξα σοι ό Θεός'', «Κύριε έλέησον». Μου έκανε εντύπωση ότι, ενώ σ' όλες σχεδόν τις εικόνες τα χέρια των αγίων ήταν λειωμένα, στην εικόνα του Κυρίου, τα πόδια Του ήταν σβησμένα. Κάποια άλλη φορά, έκλεψα την ευκαιρία καί του φανέρωσα την παρατήρηση μου. Μου είπε τότε:
Στό πρόσωπο φιλούμε με αγάπη, στα χέρια από σεβασμό, στα πόδια φιλούμε μόνο με συντριβή. Τον Θεό δεν Τον άσπαζόμεθα στο πρόσωπο, όταν υπάρχουν τα πόδια Του. Τους αγίους τολμούμε να τους φιλήσουμε στα χέρια. Τον Χριστό όμως μόνο στα πόδια αντέχουμε να Τον ασπασθούμε.
Καί έτρεχαν τα μάτια του...

"Εξω από το καλύβι ό τάφος του παπα-Τύχωνα, γέροντος του π. Παϊσίου, πού είχε κοιμηθεί προ τριετίας. Δύο-τρείς ρίζες δενδρολίβανο. ένα κλήμα κι ένα κυπαρίσσι από αυτά πού μόνο πού τα βλέπεις σου ανεβάζουν την ψυχή στον ουρανό. Μπαίνουμε στο άρχονταρίκι του, στο καθιστικό του, δύο επί δυόμισυ περίπου μέτρα. Όχι μεγαλύτερο. Μια φυσική προεξοχή στην ρίζα του τοίχου, με μια καφέ στρατιωτική κουβέρτα έπάνω της.παίζει το ρόλο του καναπέ. Το κέρασμα του, νερό καί λουκούμι. Περιμένουμε κάτι να μας πει. Αυτός τίποτε, ήρεμα σκυμμένος, πλέκει ένα κομποσχοίνι χωρίς νό βγάλει λέξη για αρκετή ώρα. Κάποιος σπάει την σιωπή. Δεν θυμάμαι τί ακριβώς ρώτησε. Θυμάμαι μόνο το πώς ό γέροντας με την τρεμουλιαστή φωνή του περιέγραφε την αγάπη του Θεού πρώτα, καί πώς ή αίσθηση της γεννά καί την δική μας αγάπη σ'Αυτόν. Όλα τα παρουσίαζε τόσο γλυκά. Μιλούσε για τα γλυκίσματα του Θεοϋ, την λιακάδα της παρουσίας Του, την αρχοντιά των αγίων, την λεβε¬τιά των μαρτύρων καί το δικό μας φιλότιμο.
Μέσα σ' αυτήν την ατμόσφαιρα, μ' ανάλογο τόνο, ρυθμό καί λεξιλόγιο, περιέγραφε το μεγαλείο της προσευχής ως αίσθησης της παρουσίας του Θεού καί κίνησης της δικής μας αγάπης προς Αυτόν. Εγώ μόνο άκουγα. Ρουφούσα με μάτια, αυτιά καί σκέψη ο,τι μπορούσα, κυρίως πέραν από όσα έλεγε ή έδειχνε. Το υφός του εννοούσε, ασφαλώς, περισσότερο από τον λόγο του. Αυτό έλεγε όσα αυτός εκρυβε. Οί ερωτήσεις γίνονταν έτσι για τις ερωτήσεις. Εγώ δεν άνοιξα το στόμα μου, πήρα όμως την απόφαση να ξαναπάω με συγκεκριμένο ρεπερτόριο έρωτήσεων. Διψούσα για το πέραν του συμβατικού, του ηθικά σωστού, του μετρίου. Είχα βαρεθεί τους τσελεμεντέδες της πνευματικής ζωής. Εδώ ήταν εμφανές το αυθεντικό και μερακλίόικο. "Εφτιαχνε δικά του φαγητά, πού έγλειφες τα δάχτυλα σου. Δεν άκουγε μόνο τα «άρρητα ρήματα» της ησυχίας, αλλά μέσα στην αφάνεια του ό άνθρωπος αυτός φανέρωνε.
Εδώ άκούς τα άρρητα καί βλέπεις τα αθέατα. Κάθε άσκητήριο είναι σαν ένα βαθύ πηγάδι. Από κεΐ μέσα το εξηγούν οί Φυσικοί- μπορεί καταμεσήμερο να δείς καί τ'άστρα. Όπως τα τοιχώματα του πηγαδιού απορροφούν τίς ανακλώμενες επάνω τους ακτίνες του ηλίου, έτσι καί ό τόπος της ασκήσεως απορροφά κάθε ήχο, εικόνα ή μέριμνα, δίνοντας στον ασκητή την δυνατότητα να ακούει, να βλέπει καί να σκέπτεται καθαρά καί απερίσπαστα. Πολύ ευγενικά καί χαριτωμένα, μας έδωσε να καταλάβουμε ότι έπρεπε να πηγαίνουμε. "Ηδη εμείς βιαζόμασταν. Βγήκαμε στην αυλή. Εκείνος επιστρέφει να μας φέρει ως ευλογία από ένα κομπο-σχοινάκι πού ό ίδιος έπλεξε. Δίπλα μας, στην κουφάλα ενός δένδρου, διακρίνω ένα γυάλινο βάζο με φουντούκια ωμά. Επάνω έγραφε «ευλογία». Τα πάντα εδώ προσφέρονται ως ευλογία. "Ερχεται μαζί μας να μας δείξει ένα μονοπάτι για να συντομεύσουμε τον δρόμο μας. Τον άποχαιρετούμε. Παίρνουμε την ευχή του κα ξεκινούμε.
Σκέψεις πολλές ζάλιζαν τον νου μου. Μήπως πήγαμε φιλοπερίεργα καί όχι από δίψα; Μήπως τελικά έχασε τον χρόνο του μαζί μας; Από την δική μας ζωή εξαρτάται ή αξία του δικού του χρόνου. Γύρισα πίσω να κλέψω μια ματιά, να δω εστω την ράχη του. Εΐχε εξαφανισθεί. Βιαζόταν να επιστρέψει στην προσευχή του! Στόν π. Πάίσιο πήγα καί το 1976 με έναν συμφοιτητή μου. Καί τότε θυμάμαι την χάρη καί την γλύκα των λόγων του. Τί σπουδάζετε, παλληκάρια; μας ρώτησε. Φυσική, του απαντούμε. Καί οί δύο φυσικοί είστε; "Ε, τότε πρέπει να μάθετε καί την φυσική της μεταφυσικής. Ξέρετε για την πνευματική διάσπαση του ατόμου; Όταν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, όταν δηλαδή φθάσουμε σε αυτογνωσία, τότε γίνεται ή διάσπαση του ατόμου μας. "Αν δεν ταπεινωθούμε ωστέ να διασπάσουμε το άτομο μας. δέν θά βγεί ή πνευματική ενέργεια πού χρειάζεται για να ξεπεράσουμε την βαρύτητα ης φύσεως μας. Μόνον έτσι, παλληκάρια, θά μπορέσουμε να διαγράψουμε πνευματική τροχιά.
Τι ωραίος αιφνιδιασμός! Μας μίλησε ιήν γλώσσα μας με την γλώσσα του. "Η πνευματική ζωή είναι εύκολη, μας είπε. «Ό ζυγός μου χρηστός καί το φορτίον μου έλαφρόν εστί» (Ματθ. ια' 30), λέγει ό Κύριος. Μα «στενή ή πύλη καί τεθλιμμένη η οδός» (Ματθ. ζ' 14), του αντιλέγει ο φίλος μου χαριτωμένα καί ευγενικά. Τα ξίγγια, ευλογημένε, την κάνουν κενή. Πέταξε τα καί θα δεϊς πόσο εύκολα είναι τα πράγματα. Ή αγάπη μας πρέπει να είναι ίδια πρός όλους. Μόνο τότε είναι αγάπη Θεού.Αν αγαπούμε κάποιους περισσότερο καί άλλους λιγότερο, πρέπει να ύποψιασθούμε εγωισμό.
Όσο ξεχνούμε τον εαυτό μας, τόσο αγνωρίζουμε στην ζωή μας τίς εύλογίες του Θεού. Καί τί δεν μας δίνει ό πανάγαθος Θεός! (Τί ζεστά καί γλυκά πού το είπε αυτό το «πανάγαθος»!) Ώρες ώρες νοιώθουμε τα κόκκαλα της υποστάσεως μας σαν κέρινα, να μην αντέχουν το βάρος των δωρεών Του. Κάτω από την αγάπη του Θεού τα πάντα λυγίζουν. Δίπλα της όλα λειώνουν. Μας μίλησε καί για τα θαυμαστά της προσευχής καί της χάριτος του Θεου, πώς γνώρισε κάποιον μοναχό πού με απλότητα, βασιζόμενος στην αγιογραφική ρήση καί στον λόγο του Κυρίου ότι έχει δώσει στους δικούς Του την εξουσία «του πατεΐν επάνω οφεων καί σκορπιών» (Λουκ. ι' 19), αυτός έπιανε δηλητηριώδη φίδια με τα χέρια του καί τα πετούσε έξω από την μάνδρα δίχως κανέναν φόβο. Επίσης για κάποιον πού ή χάρις του Θεοϋ κατά τίς στιγμές της προσευχής του τον μετέφερε σε μάκρυνα μέρη, οπού έπιτελοϋσε θαυμαστά έργα καί φανέρωνε την δύναμη του Θεού, καί μετά τον επέστρεφε. Αυτός κάποτε, όταν ξύπνησε, βρήκε ένα λουλούδι πού μόνο στην Κασπία φύεται. Έκεί τον είχε πάει ό Θεός.Μ' όλα αυτά έσπαζε ό γέροντας το κέλυφος του ορθολογισμού μας. Δημιουργούσε υποψίες άλλου φρονήματος ζωής. Μια υποψία όμως δεν κατάφερε να γεννήσει μέσα του. Την υποψία της κλήσεως μου. Εγώ επίμονα αρνιόμουν να δω προς αυτήν την κατεύθυνση...
"Υστερα από δώδεκα χρόνια, το 1988, βρέθηκα στο "Ορος με σύμμαχο την κλήση μου αυτήν την φορά. Είχε ένα κατάξερο καλοκαίρι. Για μήνες δεν είχε πέσει ούτε μία σταγόνα βροχής. Οι πηγές, τα ρυάκια είχαν στερέψει- οι βρύσες είχαν στεγνώσει. Κανενός τα κηπευτικά δέν μπορούσαν να αναπτυχθούν. "Εβλεπες τίς ντοματιές καί καμμιά δέν ξεπερνούσε το ένα μέτρο ύψος. Σάν φυματικές κοπέλλες κρέμονταν από τα στηρίγματα τους δημιουργώντας ένα θέαμα αποκαρδιωτικό. Το ίδιο καί χειρότερα οι πιπεριές, οί κολοκυθιές καί οί αγγουριές. Εξαίρεση ο κήπος του π. Παϊσίου. Αυτός δεν φιύτευε άπ' όλα τα λαχανικά. Μόνον αυτά πού δέν χρειάζονταν μαγείρεμα, μια πού το ασκητικό του πρόγραμμα δεν μπορούσε να συμπορευθεί με κάτι τέτοιο. "Εβαζε εννέα ρίζες ντοματιές και μια άγγουράκια. Οί άπότιστες ντοματιές του, την χρονιά εκείνη, ξεπερνούσαν τα δυο μέτρα- όσο τους έλειπε το νερό, τόσο κέρδιζαν σε ύψος. Οί δέ ντομάτες του ήταν σαν μικρά πεπόνια. "Έκθαμβος άντίκρυζα το θαύμα. Το ζών ΰδωρ της θεϊκής χάριτος αντικαθιστούσε την αναγκαιότητα του νεροϋ της φύσεως.
Με το ελάχιστο νεράκι καί την πολλή μας προσδοκία στον Θεό. Τον παρακαλούμε πνευματικά καί μεταμορφώνει την φύση. "Οσο ή λογική αύτού του κόσμου καί ή παχύτητα της έπιγειότητος συστέλλονται μέσα μας, τόσο ζωντανότερος καί άληθινότερος προκύπτει ό Θεός καί στην ατμόσφαιρα της ψυχής μας καί στο περιβάλλον της ζωής μας. Αστειευόμενος μ' έβαζε ανάμεσα στα φυτά καί μου έλεγε: - Κρίμα, καί νόμιζα πώς είσαι ψηλός. Εδώ σε ξεπερνούν καί οί ντοματιές μου. Καί πού να τις πότιζα κιόλας! Από τις ντοματιές του π. Παϊσίου παρηγορήθηκε ολόκληρη ή περιοχή, όλα τα κελλιά. Δεν ξέρω τελικά αν τρεφόμασταν με ντομάτες, σίγουρα όμως γευόμασταν την ευλογία του Θεού. Αυτός πού ήθελε τα λίγα, απολάμβανε τα πολλά. Μια τέτοια εμπειρία πώς κανείς να την ξεχάσει; Αυτά τα βιώματα αρδεύουν καί τις πιο χέρσες ψυχές των Αγιορειτών καί τις αναγκάζουν στους άνυδρους καιρούς μας να παράγουν με θαυμαστό τρόπο τους πιο χυμώδεις καί ευγευστούς καρπούς της εποχής μας. «Αυτών ή πίστις καί ζωή την οικουμένην στηρίζει».
Μου έλεγε συχνά ότι, όταν επισκέπτεται ό Θεός την καρδιά, ό άνθρωπος γίνεται τόσο λεπτός καί απαλός στην σχέση του με την φύση, πού δεν την ενοχλεί, οΰτε αμύνεται απέναντι της, δεν σπάει ένα λουλουδάκι, δεν πατάει μια τσουκνίδα, δεν σκοτώνει ένα μυρμήγκι, δεν διώχνει απότομα μια μύγα, αλλά σέβεται το σπασμένο κλαδάκι, το άκαρπο δένδρο, το ενοχλητικό ζωύφιο, το απειλητικό ζώο. Όταν συναντήσεις ένα θηρίο ή ένα φίδι, αν το αγαπάς έτσι, δεν θα σε πειράξει, σε αγαπά κι εκείνο. Γίνεσαι φίλος της κτίσης καί αυτή σου ανταποδίδει την αγάπη καί την εμπιστοσύνη. Την σέβεσαι στον στεναγμό καί στην αδυναμία της,την ποτίζεις με προσευχή καί αυτή σου άπαντα με θαυμαστούς καρπούς. Οί ντομάτες, ή συγκομιδή πού παίρνεις, δεν είναι συνέπεια μιας φυσικής νομοτέλειας, αλλά απόδειξη της ευλογίας του Θεου. "Ετσι μεταμορφώνεται το περιβάλλον σε ναό καί οί νόμοι άντικαθίστανται από το θαύμα καί την θεϊκή παρέμβαση. Αυτή εΐναι ή ασκητική οικολογία.
Ό π. Παΐσιος του 1988 καί οί ντοματιές του επαλήθευαν τα λόγια της γλυκόηχης διδασκαλίας του, του 1976 και επιβεβαίωναν τις βαθειές εντύπωσεις πού χάραξαν την υπόσταση μου κατά τι ευλογημένη εκείνη συνάντηση του 1971 Θυμάμαι, τότε, δεν είχα ανάγκη να τον βλέπω ούτε ακόμη καί να τον άκούω. Μου αρκούσε ή αίσθηση ότι βρέθηκα δίπλα σ' έναν υπερβατικό άνθρωπο, γνώρισα έναν ασκητή, αντάμωσα έναν άγιο.
Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κκ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Από το βιβλίο:'''Άγιον "Ορος, το ύπέρτατο σημείο της γης''Έκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2000)