Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Ο Μέγας Αγιασμός των Θεοφανείων

     


 Μία από τις πιο γνωστές και λαοφιλείς ακολουθίες της Εκκλησίας μας είναι αυτή του αγιασμού των υδάτων. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η ακολουθία αυτή παρουσιάζεται σε δύο τύπους, τον μεγάλο και τον μικρό αγιασμό, ανήκει δε στην κατηγορία των μυστηριοειδών τελετών. Μυστηριώδεις καλούνται οι ακολουθίες μέσω των οποίων παρέχεται αοράτως η θεία χάρη με αισθητούς χειρισμούς και σημεία, δεν έχουν συσταθεί όμως από τον Κύριο ούτε είναι αναγκαίες προς σωτηρία όπως τα μυστήρια.
Είναι γνωστές σε όλους οι διάφορες ευλαβείς παρανοήσεις που υφίστανται σε σχέση με τον αγιασμό γενικώς, ιδίως δε με τον μεγάλο. Για τον λόγο αυτό κρίνεται σκόπιμο προς άρση των παρεξηγήσεων να παρουσιαστούν ακροθιγώς τα όσα σχετικά ισχύουν.

1. Διάκριση μεταξύ μεγάλου και μικρού αγιασμού
      Μέγας αγιασμός ονομάζεται η ακολουθία που τελείται στο ναό δύο φορές το έτος (5 και 6 Ιανουαρίου) σε ανάμνηση της βαπτίσεως του Χριστού στον Ιορδάνη. Μικρός Αγιασμός είναι ο συνήθως τελούμενος στους ναούς κατά την 1η εκάστου μηνός και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις (θεμελιώσεις οίκων, εγκαίνια καταστημάτων, δημοσίων έργων κτλ.). Γίνεται σαφές λοιπόν ότι κακώς νομίζεται ότι ο αγιασμός της παραμονής των Θεοφανείων είναι ο μικρός αγιασμός και της κυρίας ημέρας ο μέγας. Κατά τις δύο αυτές ημέρες τελείται η ακολουθία του μεγάλου αγιασμού. Η τέλεση του μεγάλου αγιασμού την παραμονή της μεγάλης εορτής είναι συνήθεια που επικράτησε κατά τους νεότερους χρόνους χάριν εξυπηρέτησης των πιστών. Η όποια διάκριση μεταξύ της αγιαστικής χάριτος του αγιασμού της παραμονής και της ημέρας των Θεοφανείων είναι λανθασμένη αν όχι απαράδεκτη.

2. Φύλαξη αγιασμού κατ' οίκον.
     Ο μέγας αγιασμός δύναται να φυλάσσεται κατ' οίκον προς εξυπηρέτηση των αναγκών των πιστών. Αυτό αναφέρεται ρητώς στο κείμενο της ακολουθίας: «ίνα πάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκον, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον» καθώς επίσης και στον λόγο του Ι. Χρυσοστόμου ο οποίος γράφει σχετικά: «κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρεύονται, οίκαδε τα νάματα φέροντες και εις ενιαυτόν φυλάττουσιν». Απαραίτητη βεβαίως προϋπόθεση για την κατ’ οίκον διατήρηση του καθαγιασμένου ύδατος είναι η ευλαβής και μετά μεγίστης προσοχής φύλαξή του.


3
. Μέγας αγιασμός και νηστεία
       Επικρατεί η αντίληψη ότι η νηστεία της 5ης Ιανουαρίου έχει οριστεί λόγω της επικείμενης μετάληψης του μεγάλου αγιασμού της επομένης. Μία τέτοια εκδοχή όμως δεν μαρτυρείται από την παράδοση της Εκκλησίας μας αλλά προέρχεται από παρανόηση μιας άλλης αρχαιότατης πράξης. Από τους πρωτοχριστιανικούς ήδη χρόνους, της μεγάλης Δεσποτικής εορτής των Θεοφανείων προηγούνταν προπαρασκευαστική νηστεία που αφορούσε το ομαδικό βάπτισμα των κατηχουμένων που γινόταν κατά την ημέρα αυτή. Τότε νήστευαν όχι μόνον ο βαπτιζόμενος και ο βαπτίζων αλλά και σύμπασα η Εκκλησία.Την αιτιολόγηση της νηστείας της παραμονής λόγω της λήψης αγιασμού δεν δικαιολογεί ούτε η σύγχρονη πράξη κατά την οποία τελείται μέγας αγιασμός και κατά την παραμονή. Ο λαός μεταλαμβάνει του μεγάλου αγιασμού της παραμονής χωρίς να νηστεύει την προηγουμένη (4η Ιανουαρίου) αλλά ούτε καταλύει την νηστεία της παραμονής των Θεοφανείων (5ης Ιανουαρίου) μετά την λήψη του.Μολαταύτα η νηστεία της παραμονής, αν και δεν συνδέεται όπως αναφέραμε παραπάνω, με την μετάληψη του αγιασμού, πρέπει σε κάθε περίπτωση να τηρηθεί ως προπαρασκευή για την μεγάλη Δεσποτική εορτή των Θεοφανείων που ακολουθεί. Αυτό άλλωστε συμβαίνει με όλες τις μεγάλες εορτές του εκκλησιαστικού έτους.Για την μετάληψη του μεγάλου αγιασμού απαιτείται τέλεια αποχή τροφής και ποτού από του δείπνου ή του μεσονυκτίου της προηγούμενης ημέρας μέχρι της μεταλήψεως. Εξαίρεση αποτελεί η έκτακτη μετάληψη αγιασμού σε περιπτώσεις ασθενειών, κινδύνων κτλ.. Και εκεί όμως η πνευματική νηστεία όπως ορίζεται από τον απόστολο Παύλο (Β΄ Κορ. 7,1) είναι απαραίτητη.

4. Μέγας Αγιασμός και Θ. Κοινωνία
      Μέγας αγιασμός φυλάσσεται στον ναό καθ’ όλο το έτος σε ειδική φιάλη. Σκοπός της πράξης αυτής είναι η διευκόλυνση των πιστών και η εξυπηρέτηση των αναγκών τους. Πιο συγκεκριμένα ο μέγας αγιασμός δίδεται συνήθως ως ευλογία σε πιστούς που βρίσκονται υπό επιτίμιο του πνευματικού και δεν επιτρέπεται να κοινωνήσουν. Η πράξη αυτή όμως εάν δεν κατανοηθεί ορθά γεννά ακραίες παρεξηγήσεις. Μια όμοια παρανόηση έγκειται στην αντίληψη ότι η Θ. Κοινωνία κατά τα Θεοφάνεια δεν είναι απαραίτητη αφού υποκαθίσταται από την λήψη αγιασμού. Ο μέγας αγιασμός σε καμία περίπτωση δεν δύναται να υποκαταστήσει τη μετάληψη του Κυριακού σώματος και αίματος. Δεν θεωρείται υποκατάστατο ούτε όμοιο και ισότιμο. Ο αγιασμός είναι το δεύτερο μετά από την Θ. Κοινωνία ιερό μυστηριακό είδος.

5. Διαφορά αγιαστικής χάριτος μεγάλου και μικρού αγιασμού
       Ένα θέμα το οποίο απασχολεί τους πιστούς είναι η διαφορά της παρεχόμενης δια των δύο τύπων του αγιασμού χάριτος. Σε κάθε περίπτωση το ερώτημα για την ορθόδοξη παράδοση και θεολογία θεωρείται σχολαστικό. Στην συνείδηση της Εκκλησίας τόσο ο μέγας όσο και ο μικρός αγιασμός είναι ύδωρ καθαγιασμένο δια της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος παρεχόμενο στους πιστούς «πρός πάσαν ωφέλειαν». Η όποια διαφορά δεν έγκειται στην παρεχόμενη χάρη αλλά στην χρήση του καθαγιασμένου ύδατος η οποία αποκαλύπτεται μέσω των κειμένων των ακολουθιών του αγιασμού. Η έμφαση στον μικρό αγιασμό δίδεται στην ίαση των σωματικών και ψυχικών ασθενειών και στην θεραπεία των παθών και των αλγηδόνων ενώ στον μεγάλο αγιασμό στα αιτήματα τούτα προστίθενται και άλλα παρόμοια και ποικίλα.Εάν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι κατά τα πρωτοχριστιανικά χρόνια ο καθαγιασμός του ύδατος των Θεοφανείων ήταν ο καθαγιασμός του ύδατος του αγίου βαπτίσματος εντός του οποίου βαπτίζονταν οι κατηχούμενοι μετά την άντληση ενός μέρους του από τους πιστούς για ευλογία, ίσως έχουμε την απάντηση στο ερώτημα γιατί ο μεν ένας ονομάζεται «μέγας» ο δε άλλος «μικρός».

6. Άντληση του αγιασμού και διατήρησή του από τους πιστούς
       Σε μεγάλες πόλεις και ενορίες όπου η προσέλευση των πιστών είναι μεγάλη θα ήταν σκόπιμο και εύτακτο να γίνει από τον λειτουργό ιερέα μια επισήμανση προς τους πιστούς οι οποίοι συνωστίζονται για να γεμίσουν πλήρως μεγάλα σκεύη και φιάλες με τα γνωστά σε όλους επακόλουθα. Οι προσερχόμενοι θα μπορούσαν να παίρνουν μια μικρή ποσότητα καθαγιασμένου ύδατος και να προσθέσουν σε αυτό κοινό (μη καθαγιασμένο) ύδωρ κατ’ οίκον. Αναμειγνύοντας αγιασμό με κοινό ύδωρ μετατρέπεται και το κοινό ύδωρ σε αγιασμό και έτσι οι πιστοί έχουν όση ποσότητα αγιασμού επιθυμούν. Το ίδιο μπορούν να πράξουν επίσης όταν η ποσότητα του αγιασμού που φυλάσσεται κατ’ οίκον φαίνεται ότι εξαντλείται. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι να μην έχει ολοτελώς εξαντληθεί το καθαγιασμένο ύδωρ. Αυτός ο τρόπος χρησιμοποιείται από τους λειτουργούς ιερείς για αύξηση της ποσότητας όλων των υγρών μυστηριακών ειδών ακόμη και του τιμίου αίματος της Θ. Ευχαριστίας όταν η προσέλευση των πιστών είναι μεγάλη.Τον μεγάλο αγιασμό που λαμβάνουν από τον ναό μπορούν οι πιστοί να τον προσθέσουν στην φιάλη του αγιασμού που τυχόν διατηρούν κατ' οίκον από προηγούμενα έτη. Ένας άλλος τρόπος οικονομίας των πραγμάτων είναι να αδειάσουν τη φιάλη χρησιμοποιώντας τον παλαιό αγιασμό σε κάποια ιερή χρήση (ραντισμό κτλ.) και κατόπιν να γεμίσουν την φιάλη με αγιασμό που μόλις έλαβαν από τον ναό.




7. «Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις...»
      Μία λιγότερο διαδεδομένη πλην όμως σοβαρή παρανόηση αφορά την λαϊκή αντίληψη ότι κατά την ημέρα των Θεοφανείων όλα αδιακρίτως τα ύδατα είναι καθαγιασμένα. Το όλο θέμα εδράζεται στην παρανόηση της έννοιας των ποιητικών εκφράσεων «Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις...» κτλ. Επ' ουδενί λόγω όμως μπορεί να υποστηριχθεί ότι όλα τα ύδατα καθαγιάζονται αυτομάτως κατά την ημέρα αυτή και ότι έχουν την δύναμη και την χάρη του μεγάλου αγιασμού. Εξάλλου εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο η τέλεση του αγιασμού θα ήταν άνευ νοήματος. Η ως άνω υμνολογική έκφραση και όλες οι όμοιες με αυτή αναφέρονται στην φύση του ύδατος ως υλικού στοιχείου η οποία εξαγιάστηκε μέσω του βαπτίσματος του Χριστού.Η έννοια του «σήμερον» άλλωστε αφορά την σχετικοποίηση του χρόνου εντός της θείας λατρείας και εμφανίζεται στην υμνολογία πολλών άλλων μεγάλων εορτών. Τα μέλη της Εκκλησίας πλησιάζουν τα θεία γεγονότα ως γενόμενα «σήμερον» και μη δεσμευόμενα από τον ανθρώπινο χρόνο αφού η σωστική τους χάρη «διαμένει εις τον αιώνα του αιώνος».

8. Λειτουργικά Θέματα
     Τελειώνοντας την διαπραγμάτευση του ζητήματος θα αναφερθούμε σε τρία σημεία που αφορούν την λειτουργική υφή της ακολουθίας του μεγάλου αγιασμού.

Α) Ο Πρόλογος της καθαγιαστικής ευχής
Της ευχής «Μέγας εί Κύριε», που είναι η καθαγιαστική του ύδατος, προηγείται ένα κείμενο («Τριάς υπερούσιε...») που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευχή διότι δεν περιλαμβάνει καμία επίκληση ή αίτηση. Πρόκειται για ένα εγκώμιο πομπώδους ύφους που γράφτηκε με σκοπό να εκφωνηθεί ως ένα είδος εγκωμιαστικού ή κηρυγματικού λόγου. Σε κάποια χειρόγραφα υπάρχει, σε άλλα όμως όχι. Σήμερα έχει επικρατήσει να διαβάζεται μόνον κατά τον αγιασμό της ημέρας των Θεοφανείων και όχι κατ' αυτόν της παραμονής. Σε κάθε περίπτωση δεν ανήκει στον οργανικό άξονα της ακολουθίας.

Β) Η επίκληση του Αγίου Πνεύματος

Η ευχή «Μέγας εί Κύριε», που κατά μία εκδοχή είναι έργο του Μεγ. Βασιλείου, ως έχει σήμερα στα έντυπα λειτουργικά βιβλία περιλαμβάνει δύο επικλήσεις του Αγίου Πνεύματος («αυτός ούν φιλάνθρωπε βασιλέυ...» και «Αυτός και νυν, δέσποτα, αγίασον το ύδωρ τούτο...»). Κάτι τέτοιο όμως φαίνεται λογικά και λειτουργικά άτοπο αφού ο καθαγιασμός θα γίνει μόνον μια φορά και σε συγκεκριμένη στιγμή. Η πιθανότερη εξήγηση του παραδόξου αυτού θέματος είναι η πιθανότητα αντιγραφικού σφάλματος σε κάποιο χειρόγραφο που μετέπειτα χρησιμοποιήθηκε για την έντυπη έκδοση. Η επίκληση γινόταν μόνον μία φορά κατά την φράση «αυτός ούν φιλάνθρωπε βασιλέυ...» ενώ όπως φαίνεται σε πολλά παλαιά χειρόγραφα η δεύτερη φράση δεν ήταν επίκληση αφού η ορθή μορφή της είναι «Αυτός και νυν, δέσποτα, αγιάσας το ύδωρ τούτο... δος πάσι...».



Γ) Η εμβάπτιση του Τιμίου Σταυρού

Η εμβάπτιση του Τιμίου Σταυρού στο ύδωρ του μεγάλου αγιασμού είναι μεταγενέστερη και εισήχθη για να εικονιστεί παραστατικότερα η βάπτιση του Κυρίου στον Ιορδάνη. Σε καμία περίπτωση δεν καθαγιάζει το ύδωρ το οποίο είναι ήδη καθαγιασμένο από την ευχή «Μέγας εί Κύριε» που προηγήθηκε. Από επίδραση του μεγάλου αγιασμού εισήχθη προοδευτικά και στον μικρό αγιασμό.

Επίλογος
     Ο αγιασμός είναι πράγματι ένα πολύτιμο και ιερότατο μυστηριακό είδος το οποίο με πολύ σοφία προσφέρει η Εκκλησία στον λαό της. Μέσω αυτού ο πιστός εξαγιάζεται, χαριτώνεται και ενδυναμώνεται στον πνευματικό αγώνα του. Σε κάθε περίπτωση όμως απαιτείται από όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς, μεγάλη προσοχή στην συντήρηση των ορθών παραδόσεων που συνοδεύουν αυτό το θείο δώρο, το πλήρες χάριτος και θεϊκής ευλογίας, ώστε να αποφεύγονται παρερμηνείες και παρεξηγήσεις που όσο ευλαβείς και αν είναι δεν συνάδουν με τα παραδεδομένα.

Οδήγός προς τους νέους, για μια καλή εξομολόγηση

Διανεμήθη στα παιδιά του Κατηχητικού παραμονές της του Χριστού γεννήσεως



Γιά μία καλή ἐξομολόγησι
       Ὅταν στίς νεανικές συντροφιές τεθεῖ τό θέμα τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως ἄλλοι μειδιοῦν, ἄλλοι στρίβουν, μερικοί παριστάνουν τούς ἀδιάφορους, κάποιοι ἄλλοι ἐπιχειρηματολογοῦν, ὅτι αὐτά εἶναι ξεπερασμένα καί ὅτι αὐτοί εἶναι ὑπεράνω. Ὡστόσον ὑπάρχουν καί ἀρκετοί, οἱ ὁποῖοι μέ γενναιότητα καί παρρησία ὑπερασπίζονται καί τό ἱερό μυστήριο κυρίως ὅμως τά προσωπικά τους βιώματα καί τίς ἐπιλογές τους. Εἶναι γεγονός, ὅτι ὅσοι λαμβάνουν ἀρνητική καί ἀπορριπτική θέσι ἔναντι τοῦ θέματος τούτου δέν ἔχουν ποτέ ἐξομολογηθεῖ, δέν ἔχουν πλησιάσει τόν πνευματικό μέ ταπείνωσι ἕτοιμοι νά ἀναγνωρίσουν τά σφάλματά τους καί νά ζητήσουν συγγνώμη, δέν ἔχουν δοκιμάσει τήν ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό Πατέρα. Γι αὐτό πλανῶνται καί πλανοῦν. Πρός χάριν ἀμφοτέρων τῶν κατηγοριῶν καί ἐκείνων πού ἐξομολογοῦνται καί χαίρονται καί ἀπολαμβάνουν τήν φιλανθρωπία τοῦ οὐρανίου Πατέρα μας γιά νά μήν ἐντρέπονται πλέον καί νά μήν σκύβουν τό κεφάλι, ἀλλά καί ἐκείνων πού δέν ἐξομολογοῦνται καί στεροῦνται τήν μακροθυμία καί τήν εὐσπλαχνία, τά πατρικά σπλάγχνα τῶν θείων οἰκτιρμῶν γιά νά τολμήσουν, θά σᾶς γράψω δυό λόγια. Θέλω νά τά διαβάσετε μέ προσοχή, νά σκεφθῆτε καί νά προβληματισθῆτε.
1. Οὐδέν εὐφραίνει τόν ἐπουράνιο Θεό καί Πατέρα μας, ὅσο ἡ μετάνοια καί ἡ ἐξομολόγησις τῶν παιδιῶν Του. Ὁ οὐράνιος κόσμος, εἶπε ὁ Κύριος μας, πανηγυρίζει καί χαίρεται μέ τήν ἐπιστροφή καί μετάνοια τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων. Μή διστάζετε νά αἰσθάνεσθε ἁμαρτωλοί καί μή ἀποφεύγετε νά τό ὁμολογεῖτε ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Νά ἀποφεύγετε νά ἁμαρτάνετε. Πάντα ὅμως νά κρίνετε τόν ἑαυτό σας καί νά σκέπτεσθε, ἐάν εἶσθε ἔτσι, ὅπως σᾶς θέλει ὁ Θεός. Ὅση χαρά καί εὐφροσύνη προκαλεῖ στόν Θεό καί στόν κόσμο τοῦ Θεοῦ ἡ μετάνοια καί ἡ ἐξομολόγησις, ἄλλη τόση καί ἴσως περισσότερη καί μεγαλύτερη εὐφροσύνη γεννᾶ στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου.
Μελετῶντας πνευματικά βιβλία ἀσφαλῶς θά βρεῖτε τέτοια παραδείγματα. Ἐγώ θά σᾶς θυμίσω τήν ἐξομολόγησι τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἐκεῖ στήν παραλία τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας. Πόση χαρά αἰσθάνθηκε ὅταν ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε τήν δυνατότητα νά ὁλοκληρώσει τήν μετάνοιά του γιά τήν ἄρνησί του κατά τήν σκοτεινή νύκτα τῆς δίκης τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στήν αὐλή τοῦ ἀρχιερέως. Ἄκουσε μέ τά αὐτιά του τόν Κύριο νά τοῦ κάνει τήν τριπλῆ ἐρώτησι καί νά τόν ἀποκαθιστᾶ ἐνώπιον πάντων. Τόν ἐδέχθη πάλι ὡς μαθητή Του καί ἀπόστολό Του. Διαβάστε πάντως αὐτή τήν συγκινητική καί μεγαλοπρεπῆ διήγησι στό τέλος τοῦ κατά Ἰωάννην Εὐαγγελίου καί θά καταλάβετε ἀπό πιά χαρά στερῆτε τήν ψυχή σας.


Ἡ ἐξομολόγησις εἶναι προσευχή, εἶναι δέησις, εἶναι ἰκεσία, εἶναι κραυγή “πρός τόν δυνάμενον σῶσαι”, τήν ὁποία καί ἀκούει καί δέχεται ὁ μόνος ἐλεήμων, ἀγαθός καί φιλάνθρωπος Θεός καί Πατέρας μας.

2. Γιά νά χαρεῖς τήν ἐξομολόγησί σου θά πρέπει προηγουμένως νά προσευχηθεῖς. Μήν πᾶς ἀπροετοίμαστος, πρόχειρα καί ἐπιπόλαια. Θά ἐμφανισθεῖς ἐνώπιον τοῦ πάντων Θεοῦ καί Δεσπότου, τοῦ δικαίου κριτοῦ. Φόρεσε τήν καλή στολή τῆς ψυχῆς σου. Κι αὐτή ἡ στολή δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν προσευχή, τήν εἰλικρίνεια, τήν μετάνοια. Προσευχήσου καί ζήτησε ἀπό τόν Κύριο νά σοῦ χαρίσει συναίσθησι καί συντριβή. Δέν ἔχει ἀξία ἡ ἐξομολόγησι, πού δέν συνοδεύεται ἀπό τήν συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός μας καί τήν συντριβή ἐπειδή εἴμαστε ἐλεεινοί, δοῦλοι, πονηροί καί κακοί. Πρέπει καί νά γνωρίζουμε πότε καί πῶς ἁμαρτάνουμε καί νά θλιβόμαστε γι αὐτό. Προσέξατε ποιά λέξι ἐχρησιμοποίησα γιά νά ἀποδώσω αὐτήν τήν ἐσωτερική καί πνευματική μας κατάστασι σ υ ν τ ρ ι β ή. Ὅποιος γίνεται λιῶμα, ὅταν σκέπτεται καί ἀναλογίζεται τά λάθη του αὐτός ἔχει καρδία συντετριμένη καί τεταπεινωμένη. Καί ὁ Κύριος “καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην οὐκ ἐξουδενώσει”.

3. Πρίν πᾶς στόν πνευματικό νά ἐξομολογηθεῖς ἐξέτασε τά βάθη σου, τῆς συνειδήσεώς σου καί τῆς ψυχῆς σου. Μήν σκεφθεῖς, ἐγώ δέν ἔχω κάνει τίποτα. Ρίψε τό φῶς τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί ἐξέτασε τήν ζωή σου κάτω ἀπό τό πνεῦμα τους. Μάθε τί εἶπε ὁ Θεός καί ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου, ἐάν τά τηρεῖς. Μήν σκεφθεῖς, ὅτι αὐτά ἀφοροῦν ἄλλους. Εἶναι λάθος. Οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἀφοροῦν τούς πάντες, μικρούς καί μεγάλους. Μήν πεῖς, αὐτά εἶναι ξεπερασμένα, σήμερα ἰσχύουν ἄλλα. Κι αὐτό εἶναι λάθος. Ὁ Θεός δέν ἀλλάζει γνώμη. Αὐτή πού εἶχε, ἔχει καί θά ἔχει πάντα. Μή λησμονήσεις, ὅτι εἰς τήν ἐξέτασιν αὐτή θά συμπεριλάβεις τά πάντα. Πρῶτα τίς πράξεις σου, μετά τά λόγια σου, ἐπίσης τά συναισθήματά σου, ἀκόμη καί τίς ἐπιθυμίες σου, εἴτε τίς πραγματοποίησες, εἴτε ὄχι. Τέλος καί τίς σκέψεις σου. Ἡ ἁμαρτία ὑπάρχει σ’ ὅλους αὐτούς τούς χώρους τῆς ὑπάρξεώς μας.

4. Κατανίκησε τήν ντροπή σου. Μή σκεφθεῖς, πῶς θά τό πῶ στόν πνευματικό ; Μήπως μέ παρεξηγήσει; Μήπως μέ ὑποτιμήσει; Ἄραγε θά μέ ἐλέγξει ; Πῶς θά τό ἀκούσει ; Μήπως τό πεῖ στούς φίλους μου, στήν οἰκογένειά μου ; Πάλι μή σκεφθεῖς δέν βαριέσαι θά πάω ἀλλά ὅλα δέν θά τά πῶ. Δέν χρειάζεται νά τά λέμε ὅλα. Ὅλες αὐτές οἱ σκέψεις καί ἄλλες πού ἐνδεχομένως νά κάνεις εἶναι ὅλες λανθασμένες. Ἐρωτᾶς γιατί; Διάβασε τήν παρακάτω παράγραφο. Θά βρεῖς τίς ἀπαντήσεις.

5. Ποτέ μή λησμονήσεις, ὅτι ὁ ἱερεύς, ὁ πνευματικός εἶναι ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ. Ἀκούει τήν ἐξομολόγησι γιά τόν Θεό, στήν θέσι καί στόν τόπο τοῦ Θεοῦ. Ὁμιλεῖ ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Νά θυμᾶσαι ἐπίσης, ὅτι κι ὁ πνευματικός εἶναι στοργικός πατέρας. Δέν ἔχει σκοπό του οὔτε τήν τιμωρία, οὔτε τήν ταπείνωσι καί τόν ἐξευτελισμό τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκούει μέ μεγάλη συμπάθεια καί ἀγάπη, ἀληθινή φιλανθρωπία τήν ἐξομολόγησι. Λυπᾶται κι αὐτός μαζί σου γιά τίς πτώσεις σου. Ὑποφέρει, γιατί ζεῖς μακρυά ἀπό τόν Θεό. Φοβᾶται κι αὐτός τήν ἁμαρτία. Εἶναι κι ὁ ἴδιος ἐξ ἴσου ἁμαρτωλός μέ μία διαφορά. Ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε τό δικαίωμα μέ τήν χάρι τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες καί νά λύει τά δεσμά τῶν παθῶν. Ἰσχύει καί εἰς τήν περίπτωσί του αὐτό τό ὁποῖο ἔχει γραφεῖ ἀπό τόν προφήτη Ἡσαΐα γιά τόν Λυτρωτή μας Ἰησοῦ Χριστό. “ Κάλαμον συντεθλασμένον δέν θέλει συντρίψει καί λυχνίαν καπνίζουσαν δέν θέλει σβύσει”. Σπασμένα καλάμια καί καπνίζοντα λυχνάρια εἶναι οἱ ψυχές ὅλων μας. Ὁ Χριστός δέν ἐπιθυμεῖ νά συντριβοῦν τά “σπασμένα καλάμια” καί νά σβύσουν τά “καπνίζοντα λυχνάρια”. Μάθε, ὅτι οὔτε κι ὁ πνευματικός τό θέλει.



Γι αὐτό μήν ἐντραπῆς νά ἐξομολογηθεῖς τίς ἁμαρτίες σου. Καί μήν ἀμφιβάλλεις γιά τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καί τήν συμπάθεια τοῦ πνευματικοῦ.
Σοῦ εὔχομαι μιά καλή ἐξομολόγησι.

Μετά πατρικών ευχών


π Σπυρίδων Ιωάννου
Εφημέριος Ιερού Ναού Αποστ Φιλίππου
Γραμματικούς

Το μέγα Μυστήριο της εξαγόρευσης των αμαρτιών μας.



Η εξομολόγηση είναι ένα μυστήριο. Το θέσπισε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, όταν είπε στους αποστόλους Του: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον. Αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς. Αν τινων κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιω. 20,23).


Η άφεση των αμαρτιών είναι η πιο μεγάλη ευεργεσία του Χριστού στον κόσμο. Και όταν εξομολογούμεθα, το έχομε σίγουρο ότι μας συγχωρεί ο Θεός. Γιατί ο ίδιος είπε: «Αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφιένται αυτοίς»! Και στην φοβερή και αδέκαστη Κρίση, την ημέρα της Β' Παρουσίας Του, θα έχουν πια λησμονηθεί! Ποιος δεν θέλει να έχουν τότε λησμονηθεί οι αμαρτίες του; Ποιος λοιπόν μπορεί να αμφιβάλλει, ότι η εξομολόγηση είναι η πιο μεγάλη ευεργεσία του Κυρίου σε μας; ότι η εξομολόγηση είναι η «διακονία της καταλλαγής» των ανθρώπων με τον Θεό;
Όταν ένας αμαρτωλός εξομολογείται, ο διάβολος που τον πλανούσε, σκάει από το κακό του. Και γι' αυτό ο σατανάς αγωνίζεται με κάθε τρόπο να εμποδίσει τον άνθρωπο από την προσέλευση στο σωτήριο αυτό μυστήριο. Τότε του φέρνει όλα τα βαθιά αισθήματα εντροπής, που τον είχε κάμει και τα είχε εντελώς ξεχάσει, όταν διέπραττε την αμαρτία.
-Πως θα πας τώρα να εξομολογηθείς τόσο αισχρές αμαρτίες; Ρεζίλι θα γίνεις!... Άφησε για καμιά καλύτερη ευκαιρία!...

Και έτσι αναβάλλοντας, και πάλι αναβάλλοντας, έρχεται αιφνίδιος ο θάνατος και μας βρίσκει ανεξομολόγητους. Και πηγαίνομε στο φοβερό δικαστήριο αναπολόγητοι Είχαμε τόσες ευκαιρίες! Και δεν τις εκμεταλλευθήκαμε! Τις χάσαμε!
Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος ήταν βαριά άρρωστος. Ο γιατρός του ήταν καλός χριστιανός και του έλεγε:
-Μη ξεχνάς, ότι είμαστε και μεγάλοι πια. Εγώ θα κάμω ό,τι μπορώ. Αλλά και συ να εξομολογηθείς. Να τακτοποιηθείς ενώπιον του Κυρίου,
Μα εκείνος όλο ανέβαλλε:
-Έννοια σου, γιατρέ μου, την σαρακοστή θα πάω να εξομολογηθώ! Ας γίνω πρώτα καλά!...
Ο γιατρός βλέποντας την τακτική του, και θέλοντας να τον κάμει να σκεφθεί πιο σοβαρά, του έκαμε το εξής χουνέρι: Σε μία του επίσκεψη έφερε ένα μπουκαλάκι με φάρμακο και το άφησε στο τραπέζι του αρρώστου λέγοντας:
-Αυτό είναι για σένα!


Ερωτά ο άρρωστος:
-Πότε και πώς θα το πάρω;
-Μετά δύο μήνες και θα ιδούμε το «πώς».
-Γιατρέ, δεν αισθάνομαι καλά! Θα ζω μετά δύο μήνες; Θα γίνω καλά, χωρίς να πάρω κάτι;
-Αλήθεια! Δίκιο έχεις! Να ιδούμε τότε μετά από ένα μήνα!
-Καλά, γιατρέ μου, γιατί όχι από σήμερα; Με την υγεία μου παίζεις;
-Όχι, του λέει τότε ο γιατρός. Δεν παίζω με την υγεία σου. Ηθέλησα απλώς να σε βοηθήσω να σκεφθείς, ότι δεν κάνει να παίζεις συ με την ψυχή σου, πού είναι πολυτιμότερη από την υγεία σου.
Ο άρρωστος το κατάλαβε το μάθημα καλά.

Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός γράφει:
-Η εξομολόγηση μάς φαίνεται βαριά. Μα είναι πολύ ελαφρό πράγμα. Σαν να πρόκειται να σηκώσομε τέσσαρες τρίχες! Τόσο ελαφρό!...
Πρώτη τρίχα: Να συγχωρήσομε τούς εχθρούς μας.
Δεύτερη τρίχα: Να βρούμε πνευματικό καλό, γραμματισμένο, ενάρετο και να του ειπούμε όλα μας τα αμαρτήματα.
Τρίτη τρίχα: Στην εξομολόγηση μας, να μην ειπούμε ότι φταίει κάποιος άλλος για τις αμαρτίες μας. Να ειπούμε με ταπείνωση: Εγώ φταίω. Η κακή μου διάθεση. Η αγάπη μου για το κακό, για την αμαρτία.
Τέταρτη τρίχα: Φεύγοντας από την εξομολόγηση να ειπούμε: Από τώρα και πέρα, δεν θα αφήσω τον εαυτό μου να ξαναπέσω στις ίδιες αμαρτίες!...
Και παρατηρεί ο άγιος Κοσμάς: Όποιος αυτά τα κάνει, σώζεται!
Δεν έχει δίκιο ο άγιος Κοσμάς, ότι το καθένα από αυτά, όταν υπάρχει διάθεση, είναι τόσο ελαφρό σαν να σηκώνεις μία τρίχα;
Και όταν δεν υπάρχει διάθεση; Τότε τι πρέπει να κάμομε; Τότε πρέπει να κατηγορούμε τον εαυτό μας. Γιατί η διάθεση είναι δική μας. Όποτε θέλομε την κάνομε καλή. Και όποτε θέλομε την κάνομε κακή.


Και μια τελευταία συμβουλή:
Στην εξομολόγηση σας να λέτε τα αμαρτήματα σας με όσο το δυνατό πιο λίγα λόγια. Στα πολλά λόγια και στις μακρές διηγήσεις κρύβεται η προσπάθεια να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας. Και αυτό πικραίνει τον Κύριο.

Μητρ. Νικοπόλεως ΜΕΛΕΤΙΟΥ «ΑΓΑΛΛΙΑΜΑ ΚΑΡΔΙΑΣ»
Τουλάχιστον...
Δυο φίλοι από την Αλεξάνδρεια έφτασαν μέχρι τα βάθη της ερήμου, ψάχνοντας για ένα σοφό και ευτυχισμένο άνθρωπο. Πραγματικά, μετά από πολύ καιρό, βρήκαν έναν άγιο ασκητή. Και τον ρώτησαν:
-Τι να κάνουμε, πάτερ, για να βρούμε την αληθινή ευτυχία; Βλέπουμε, ότι είσαι ο πιο κατάλληλος άνθρωπος πού μπορούμε να ρωτήσουμε. Γιατί φαίνεσαι ΑΛΗΘΙΝΑ ήρεμος και ευτυχισμένος. Μόνο πού εμείς
-γιατί να το κρύψομε;
-δεν μπορούμε να ζήσομε όπως εσύ...
Τότε εκείνος ο άγιος άνθρωπος, σηκώνοντας τα χέρια του προς τον ουρανό και με δάκρυα στα μάτια, τούς είπε:
-Αδέλφια μου, δεν χρειάζεται να ζείτε ακριβώς όπως εγώ, για να είσθε ΑΛΗΘΙΝΑ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ. Αλλά τι χρειάζεται;
* ΝΑ σκέπτεστε τον Θεό,τουλάχιστον όσο σκέπτεστε τούς ανθρώπους.
* ΝΑ φοβάσθε τον Θεό, τουλάχιστον όσο φοβάσθε τούς ανθρώπους.
* Να τιμάτε τον Θεό, τουλάχιστον όπως τιμάτε τους ανθρώπους.
* Να ελπίζετε στον Θεό, τουλάχιστον όσο ελπίζετε στους ανθρώπους.
* Να εκπληρώνετε τον νόμο του Θεού, τουλάχιστον όσο εφαρμόζετε τον ανθρώπινο νόμο.
* Να ζητάτε την βοήθεια του Θεού, τουλάχιστον όσο την ζητάτε από τους ανθρώπους.
* Να δοξάζετε τον Θεό, τουλάχιστον όσο δοξάζετε τους ανθρώπους.

Το μυστήριο της βαπτίσεως του Ιησού Χριστού, μέσα από τους ύμνους της Εκκλησίας μας.


      Όλες οι γιορτές της ορθόδοξης χριστιανικής λατρείας έχουν το δικό τους συμβολισμό, ιδιαίτερα οι Δεσποτικές αποκαλούμενες. Μια από αυτές είναι και η γιορτή των Θεοφανείων που αναφέρεται στη βάπτιση του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό. Η γιορτή αυτή, όμως, ονομάζεται και "τα Άγια Φώτα" και των "Επιφανείων", γιατί την ημέρα εκείνη, σύμφωνα και με τη μαρτυρία των Ευαγγελιστών έκανε την εμφάνισή του ολόκληρη η Αγία Τριάδα.
      "Τότε παραγίνεται ο Ιησούς από της Γαλιλαίας επί του Ιορδάνην προς τον Ιωάννην του βαπτισθήναι υπ' αυτού" (Ματθ. γ' 13). Όπως συνεχίζει ο Ευαγγελιστής, την ώρα που τελείται η βάπτιση "Ιδού φωνή εκ των ουρανών λέγουσα ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα" (1) (Ματ. γ' 17). Έχουμε δηλ. την παρουσία, εκτός του Χριστού και του Θεού ο οποίος δηλώνει τη συμμετοχή του στο μυστήριο, ως δεύτερο πρόσωπο της Αγ. Τριάδος, και το πνεύμα "του Θεού καταβαίνων ωσί περιστεράν και ερχόμενον επ' αυτού". Το γεγονός της βάπτισης του Χριστού αναφέρουν όλοι οι ευαγγελιστές στα κείμενά τους.
      Την ημέρα εκείνη η εκκλησία μας καθόρισε να ψάλλονται το πρωί στον όρθρο δύο κανόνες. Ο μεν πρώτος, πεζός, έργο του επισκόπου Κοσμά του Μαϊουμα σε δεύτερο ήχο και ένας Ιαμβικός, του ίδιου ήχου (δεύτερου) έργο του μεγάλου μελωδού της ορθόδοξης εκκλησίας Ιωάννη του Δαμασκηνού.Τα πρώτα τροπάρια (ειρμοί) των εννέα ωδών, (μικρών ομάδων από 4-6 τροπάρια) ψάλλονται με πανηγυρικό τρόπο λίγο πριν από το εωθινό ευαγγέλιο. Τα πρώτα αυτά τροπάρια ονομάζονται στη λειτουργική γλώσσα, "καταβασίες" γιατί τα παλιά χρόνια, οι ψάλτες κατέβαιναν από τα στασίδια τους και τα έψαλλαν στο μέσο του Ναού.Το περιεχόμενό τους έχει σχέση με το θρησκευτικό γεγονός που γιορτάζεται την ημέρα εκείνη. Και οι δύο ποιητές της εκκλησίας έζησαν τον 7ομ.Χ. αιώνα. Είναι η εποχή της μεγάλης θρησκευτικής παραγωγής, 7ος-9ος αιώνας, που διαμορφώνεται και οριστικοποιείται ο λατρευτικός τύπος που θα ακολουθήσουν όλες οι εκκλησίες. Ο εμπλουτισμός της με τα ιερά αναγνώσματα από τα κείμενα της Αγίας Γραφής (Π. και Κ. Δ.) τους ύμνους και τις προσευχές, στους ιερούς χώρους των ναών θα καλλιεργούν το θρησκευτικό συναίσθημα και θα ενισχύσουν την πίστη των χριστιανών.
       "Η ορθόδοξη λατρεία είναι αγιοστάλαχτη τη διαμόρφωσαν οι άγιοι και σοφοί πατέρες της εκκλησίας, οι κατ' εξοχήν άνθρωποι του Θεού, που είχαν βιωματική σχέση με το Θεό" γράφει πανεπιστημιακός δάσκαλος και συνεχίζει. "Οι άγιοι, πάλι, είναι οι ποιητές και υμνογράφοι και μελωδοί και ψάλτες… της ορθόδοξης εκκλησίας" (2)

Ωδή α' ήχος β'

"Βυθού ανεκάλυψε πυθμένα,
Και δια ξηράς οικείους έλκει,
Εν αυτώ κατακαλύψας αντιπάλους
Ο κραταιός εν πολέμοις Κύριος
Ότι δεδόξασται".

         Το πρώτο τροπάραιο του κανόνα αναφέρεται στο θαυματουργικό τρόπο που πέρασαν οι Ισραηλίτες την Ερυθρά Θάλασσα με αρχηγό τους το Μωυσή, γύρω στα 1225π.Χ. Στέκει με θαυμασμό ο Ιερός υμνογράφος μπροστά στο συντελούμενο θαύμα. Ο πανίσχυρος Κύριος έκανε να φανεί ο πυθμένας της θαλάσσης και στον σχηματιζόμενο διάδρομο πέρασαν οι Ισραηλίτες στην απέναντι ακτή. Γρήγορα, όμως, τα νερά επανήλθαν όταν απομακρύνθηκαν όλοι μαζί με τον Μωυσή και ταυτόχρονα εισήλθαν οι Αιγύπτιοι. Ο ιερός υμνογράφος από τη μια προβάλλει την παντοδυναμία του Θεού, στις εντολές του οποίου υπακούνε και τα στοιχεία της φύσεως. Ο υμνογράφος μάλιστα χρησιμοποιεί το ρήμα "έλκει, για να τονίσει το ενδιαφέρον του Θεού για "τους υιούς Ισραήλ" αφού ο ίδιος ηγείται δια του Μωυσέως, της σωτηρίας Φάλαγγας.
Από την άλλη πλευρά τονίζεται η αγάπη του Θεού προς τον περιούσιο λαό στον οποίο υποσχέθηκε να οδηγήσει στη γη Χαναάν, τη γη της επαγγελίας.

Ωδή γ'

"Ισχύν, ο διδούς, τοις βασιλεύσιν ημών Κύριος

Και κέρας χριστών αυτού υψών παρθένου αποτίκτεται.

Μολεί δε προς το βάπτισμα, διο πιστοί βοήσωμεν
Ουκ εκ έστιν άγιος ως ο Θεός ημών

Και ουκ έστι δικαίος πλην σου, Κύριε"

       Ο ποιητής εδώ παίρνει αφορμή από την τρίτη βιβλική ωδή που είναι αφιερωμένη στην προφήτιδα Άννα για να μας θυμίσει ότι είναι εκείνος που δίνει τη δύναμη και την ενίσχυση στους βασιλείς. Τώρα Χριστός έρχεται για να βαπτιστεί στον Ιορδάνη ποταμό. Η χρίση με λάδι ήταν πράξη καθιέρωσης εκ μέρους του Θεού για ανθρώπους που επρόκειτο να κυβερνήσουν ως βασιλείς είτε επρόκειτο για ιερείς για να ασκήσουν τα καθήκοντά τους. Αυτός, λοιπόν, που είναι πιο πάνω και από τους βασιλείς, καταδέχεται να γεννηθεί από την Μαρία και ενώ είναι αναμάρτητος, θέλει να βαπτιστεί όπως όλοι οι άνθρωποι. Να θυμίσουμε εδώ ότι πολλοί κάτοικοι που πήγαιναν, στον Ιωάννη, τον Πρόδρομο, ζητούσαν να εξομολογηθούν. Γι' αυτό και το βάπτισμα που εδέχοντο από τον Ιωάννη, ελέγετο βάπτισμα μετάνοιας. Από το βάπτισμα του Χριστού και μετά ονομάστηκε βάπτισμα σωτηρίας.

Ωδή δ'

Ακήκοα, Κύριε, φωνής σου ον είπας,
Φωνή βοώντος εν τη ερήμω,
Ότι εβρόντισαν πολλών επί υδάτων.
Τω σω μαρτυρούμενος Υιώ όλος γεγονός του παρόντος
Πνεύματος δε εβόησε: Συ ει Χριστός, Θεού σοφία και δύναμις".

          Με τη βιβλική ρήση "Φωνή βοώντος εν τη ερήμω" (Ησ. 40.3) αρχίζει ο εκκλησιαστικός ποιητής τον ειρμό της δ' ωδής. Γνωρίζει το σπουδαίο ρόλο που έπαιξε στο τελετουργικό του βαπτίσματος του Χριστού. Πιο πολύ, όμως, ήταν ο άνθρωπος (ο Ιωάννης) που με τα ηθικά του κηρύγματα του έλεγχε τους άρχοντες της εποχής του για τα παραπτώματά τους για να σώσει το λαό του από την κατάπτωση και την παρακμή. Ο ιερός βαπτιστής "άκουσε τη φωνή του Θεού πατέρα", πολύ δυνατή την ώρα που τελείται η βάπτιση του Χριστού, και ακούστηκε σ' όλη την περιοχή του Ιορδάνη. Αλλά ο Ιωάννης γέμισε μέσα του από την χάρη του αγίου πνεύματος που τη στιγμή εκείνη ήταν παρόν με την μορφή ενός περιστεριού. Γι' αυτό ακριβώς είχε τη φώτιση ώστε σε λίγο να αναφωνήσει: "Συ ει ο Χριστός, Θεού Σοφία και δύναμις". Λίγα χρόνια αργότερα ο Απόστολος των εθνών Παύλος θα διατυπώσει και θα επιβεβαιώσει την αλήθεια ότι ο Χριστός είναι και "σοφία και δύναμις Θεού" (Α' Κορ. 1,24)

Ωδή ε'

Ιησούς ο ζωής αρχηγός λύσαι το κατάκριμα ήκει
Αδάμ του πρωτοπλάστου, καθαρσίων δε ως Θεός μη δεόμενος
Τω παισόντι καθαίρεται εν τω Ιορδάνη, εν ω την έχθραν κτείνας,
Υπερέχουσαν πάντα νουν ειρήνην χαρίζεται".

        Στην ωδή αυτή ο ιερός υμνογράφος τονίζει με έμφαση τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο και τον σκοπό του να σώσει το ανθρώπινο γένος. Έρχεται στον κόσμο για να απαλλάξει τον πρωτόπλαστο Αδάμ από την καταδίκη του προπατορικού αμαρτήματος. Ενώ είναι Θεός και δεν έχει ανάγκη από καθαρισμό, βαπτίζεται στον Ιορδάνη ποταμό για χάρη του Αδάμ. Εκεί (στον ποταμό) αφού θανάτωσε την έχθρα που χώριζε τον άνθρωπο με το Θεό, χαρίζει την ειρήνη του σ' όλο τον κόσμο, κάτι που δεν μπορεί να συλλάβει το ανθρώπινο μυαλό. Γενικά όλη η παρουσία του Χριστού στον κόσμο με το κήρυγμα και τα θαύματα που επιτέλεσε ήταν "η καταλλαγή" και συμφιλίωση του ανθρώπου με το Θεό. Την επαναφορά του από την κατάσταση που βρέθηκε μετά από την πτώση του, στην προηγούμενη ζωή του παραδείσου.
      Η ωδή στ' είναι αφιερωμένη στην κηρυκτική δράση του Προδρόμου που καλούσε από την έρημο τους λαούς να μετανοήσουν. "Μετανοείτε και καθαριστείτε" τους έλεγε, για να υποδεχτούν τον ερχομό του σωτήρος Χριστού.
      Η ωδή ζ' κάνει λόγο για τη θαυματουργική διάσωση των τριών νέων που ρίχτηκαν στο καμίνι επειδή δεν αρνήθηκαν την πίστη τους στον αληθινό Θεό. Ο ποιητής εμπνέεται από τα γραφόμενα του προφήτη Δανιήλ, που ζει στην εξορία, στην Βαβυλώνα, μαζί με τους συμπατριώτες του. Την ώρα της φωτιάς ένας άγγελος τους προστατεύει θαυματουργικώς.
      Και η ωδή η' αναφέρεται στο πυρακτωμένο καμίνι. Κάνει ένα παραλληλισμό. Όπως, εκεί στη Βαβυλώνα, ο άγγελος σώζει τους τρεις νέους, έτσι και στον Ιορδάνη ποταμό, έρχεται ο ίδιος ο Χριστός να σώσει όλους τους ανθρώπους.

Ωδή θ'


"Απορεί πάσα γλώσσα ευφημείν προς αξίαν, ιλιγγιά δε νους

Και υπερκόσμιος υμνείν σε, Θεοτόκε, όμως αγαθή υπάρχουσα

Την πίστιν δέχου, και γαρ τον πόθον οίδας τον ένθεον ημών.

Συ γαρ χριστιανών ει προστάτις, σε μεγαλύνομεν".

          Πάντοτε οι ποιητές και υμνογράφοι της εκκλησίας μας, την 9η ωδή την αφιερώνουν στην Παναγία. Εδώ ο Ιερός Κοσμάς, μένει έκθαμβος από το μεγαλείο της Θεοτόκου. Πιστεύει ότι είναι πολύ δύσκολο η ανθρώπινη γλώσσα να βρει τα λόγια που αρμόζουν για τον έπαινο της. Επειδή, όμως, πιστεύει ότι εκείνη είναι αγαθή, και γνωρίζει τον πόθο και την αγάπη μας στο πρόσωπό της, την παρακαλεί να δεχτεί την ειλικρινή πίστη τους. Σε υμνούμε και σε δοξολογύμε, γιατί είναι η προστάτιδα όλων μας. (3)

Ας δεχθεί ο καθένας την ημέρα εκείνη μαζί με το αγιασμένο νερό και τα νάματα του Ιορδάνη, που χαρίζουν υγεία, ειρήνη και ευλογία.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Βάπτιση: ο Ανάδοχος και οι υποχρεώσεις του

Ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε και ζοῦμε, ἡ Ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, το Σῶμα δηλ. τοῦ Χριστοῦ, εἶναι Ἐκκλησία τῶν Μυστηρίων. Τό πρῶτο ἀπό τά μυστήρια, τό εἰσαγωγικό μυστήριο, πού μᾶς εἰσάγει καί μᾶς κάνει ὀργανικά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος.
Στήν Π.Δ. ἔχουμε τύπους τοῦ πραγματικοῦ Βαπτίσματος, μέ τελευταῖο τό βάπτισμα μετανοίας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ὁ ὁποῖος κλείνει τήν Π.Δ. καί ἀνοίγει τήν Κ. Διαθήκη. «Ἰωάννης ἐβάπτισεν βάπτισμα μετανοίας τῷ λαῷ λέγων εἰς τόν ἐρχόμενον μετ’ αὐτόν ἵνα πιστεύσωσιν, τοῦτ’ ἔστιν εἰς τόν Ἰησοῦν» (Πράξ. 19,4). Ὁ Ἰωάννης βάπτισε βάπτισμα μετανοίας καί ἔλεγε στό λαό νά πιστεύουν σ’ Ἐκεῖνον πού ἔρχεται μετά ἀπό αὐτόν, δηλ. στόν Ἰησοῦ Χριστό.
Ὁ Ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέ τό παράδειγμά Του ἁγίασε τό Βάπτισμα, ὅταν βαπτίστηκε ἀπό τόν Ἰωάννη τόν Βαπτιστή στόν Ἰορδάνη ποταμό. Τέλος, ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, μετά τήν ἀνάστασή Του, δίνει στους Ἀποστόλους τήν τελευταία Του ἐντολή: «Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. 20, 18-19). Πηγαίνετε καί κάνετε ὅλο τον κόσμο μαθητές μου, βαπτίζοντες αὐτούς στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Αὐτή τη θεία ἐντολή τοῦ βαπτίσματος, ἡ Ἐκκλησία μας τήν τηρεῖ ἐξ ἀρχῆς καί φυσικά θα συνεχίσει νά τήν ζεῖ καί νά τήν ἐφαρμόζει μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων. Τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος εἶναι ἀναγκαῖο καί ὑποχρεωτικό γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτό καί δέν ἀμφισβητεῖται ἀπό κανέναν πιστό Χριστιανό, πού γνωρίζει ἔστω καί στοιχειωδῶς κάποια πράγματα τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς.

***

Ἐκεῖνο ὅμως γιά τό ὁποῖο χρειάζεται νά μιλήσουμε καί τό ὁποῖο ἔχει ἄμεση σχέση μέ τό ἴδιο τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, εἶναι τό θέμα «ἀνάδοχος».

Τί εἶναι ὁ ἀνάδοχος; καί ποιές εἶναι οἱ ὑποχρεώσεις του;
Εἶναι ἀνάγκη νά ἐξετάσουμε τίς πτυχές τοῦ θέματος αὐτοῦ, διότι, δυστυχῶς, ἀρκετοί εἶναι οἱ Χριστιανοί πού ἀναλαμβάνουν τήν εὐθύνη τοῦ νά γίνουν ἀνάδοχοι (νονοί), χωρίς νά γνωρίζουν τίς σοβαρές ὑποχρεώσεις καί εὐθύνες πού συνεπάγεται ἡ πράξη τους αὐτή, νομίζοντας ὅτι τό νά βαπτίσει κανείς ἕνα παιδί ἤ ἕναν μεγάλο ἄνθρωπο, αὐτό δέν εἶναι παρά μιά κοινωνική ἐκδήλωση, πού σκοπό ἔχει νά συνδέσει περισσότερο φιλικά τίς οἰκογένειες καί τούς ἀνθρώπους. Πιστεύουν δηλ. ὅτι τό μυστήριo τοῦ βαπτίσματος καί τό νά γίνει κανείς νονός, εἶναι ἁπλά μιά κοινωνική ἐκδήλωση.

Ἄς δοῦμε λοιπόν: α) Τί εἶναι ὁ ἀνάδοχος (ὁ νονός ἤ ἡ νονά)
Ἀνάδοχος εἶναι τό πρόσωπο, ἄνδρας ἤ γυναίκα, πού στέκεται ἐγγυητής στήν Ἐκκλησία γιά τήν πίστη τοῦ βαπτιζομένου καί ἀναλαμβάνει τή φροντίδα μετά τό βάπτισμα νά τον στερεώνει στήν Χριστιανική πίστη. Ὁ θεσμός λοιπόν τοῦ ἀναδόχου ξεκινᾶ ἀπό μία βασική ἐκκλησιαστική προϋπόθεση. Ὅτι ὁ ὑποψήφιος πρέπει νά εἶναι ἐχέγγυος, γνωστός, νά ἔχει δώσει καλή μαρτυρία πρός τά ἔξω, νά ἔχει δηλ. δώσει δείγματα ἀκεραιότητας καί εἰλικρινῶν διαθέσεων γιά τήν Χριστιανική πίστη καί ζωή, πού θά λάβει μέ τό βάπτισμα. Σήμερα πού λόγῳ τῆς μετακίνησης τῶν πληθυσμῶν καί γενικῶς τῆς παγκοσμιοποίησης τά δεδομένα ἔχουν ἀλλάξει καί ὥριμοι πλέον ἄνθρωποι ἐντάσσονται καθημερινῶς στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, θά πρέπει καί πάλι ὅσοι ἀναλαμβάνουν τό ρόλο καί τό διακόνημα τοῦ ἀναδόχου, νά μελετήσουν σοβαρά τίς προϋποθέσεις καί, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια, τίς εὐθῦνες τοῦ ρόλου αὐτοῦ, καί κατόπιν, συνειδητά πλέον, νά ἀποδέχονται τήν εὐθύνη τοῦ ἀναδόχου.

Ἄς δοῦμε τώρα: β) Ποιές εἶναι αὐτές οἱ ὑποχρεώσεις τοῦ ἀναδόχου; Μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ, οἱ ἀνάδοχοι ἀνεδέχοντο ν’ ἀναπληρώσουν τήν φυσική ἔλλειψη τῆς πίστεως καί τῆς μετανοίας στά νήπια, φροντίζοντας μαζί μέ τούς γονεῖς τοῦ νηπίου γιά τήν κατά Χριστόν μόρφωση καί ἀνατροφή του. Πράγματι· στήν ἀρχαία Ἐκκλησία πού ὑπῆρχε γνήσιος ζῆλος, τότε καί μόνο, μετά δηλ. τήν Ὁμολογία Πίστεως, ὁ ἀρχιερέας τόν σφράγιζε μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί ἔδινε τήν ἔγκριση, ὥστε οἱ ἱερεῖς νά τόν καταγράψουν ὡς ἀνάδοχο στά δελτία τῆς Ἐκκλησίας, μαζί μέ τόν ὑποψήφιο γιά τήν βάπτιση ἀνάδεκτό του. Ὁποία τιμή ἀλλά καί εὐθύνη γιά τόν ἀνάδοχο. Ἄς ἀκούσουμε τόν ἱερό Χρυσόστομο νά μᾶς περιγράφει τήν προσωπικότητα τοῦ αὐθεντικοῦ ἀναδόχου:

Θέλετε νά ἀπευθύνουμε τώρα τό λόγο στούς ἀναδόχους σας, γιά νά μάθουν καί ἐκεῖνοι ποιῶν ἀμοιβῶν ἀξιώνονται, ἐάν δείξουν γιά ἐσᾶς πολύ φροντίδα καί ἀντιθέτως ποιά τιμωρία τούς ἀναμένει ἄν ἀμελήσουν;
Γιά νά τό ἐννοήσεις σκέψου, ἀγαπητέ, ἐκείνους πού γίνονται ἐγγυητές καί ἀνάδοχοι προσώπων πού δανείζονται χρήματα, ὅτι περισσότερο ἀπό τόν ὑπεύθυνο καί δανειζόμενο ἐκεῖνοι ὑφίστανται τήν ἀγωνία καί τόν φόβο. Ἄν δηλ. αὐτός πού δανείστηκε, φανεῖ συνεπής, μέ τήν συνέπειά του κατέστησε ἐλαφρό τό φορτίο, πού ἀνέλαβε ὁ ἐγγυητής. Ἄν άντιθέτως φανεῖ ἀγνώμονας καί ἀσυνεπής, τότε τοῦ ἑτοίμασε τέλεια τήν καταστροφή. Γι’ αὐτό καί ἕνας σοφός συμβουλεύει τά ἑξῆς: «Ἐάν ἐγγυηθῆς, ἑτοιμάσου νά πληρώσης» (Σοφ. Σειράχ η΄, 13). Ἐάν λοιπόν ὅσοι ἀναδέχονται ἄλλους γιά χρήματα εἶναι ἀπολύτως ὑπεύθυνοι γιά ὁλόκληρο τό ποσό, περισσότερο εἶναι ὑπεύθυνοι ἐκεῖνοι πού ἀναδέχονται ἄλλους καί ἐγγυῶνται γιά πνευματικά θέματα καί γιά τήν ἀρετή. Ναί· πολύ ἐνδιαφέρον πρέπει νά ἐπιδεικνύουν γι’ αὐτούς πού ἀναλαμβάνουν, προτρέποντάς τους, συμβουλεύοντάς τους, διορθώνοντας τά σφάλματά τους καί δείχνοντάς τους πατρική ἀγάπη.

[Καί συνεχίζει ὁ ἱερός πατήρ].
Ἄς μή νομίζουν αὐτοί, ὅτι τό νά εἶναι ἀνάδοχοι εἶναι τυπικό καί τυχαῖο πρᾶγμα, ἀλλά ἄς μάθουν καλά, ὅτι καί αὐτοί γίνονται συμμέτοχοι τῆς πνευματικῆς ὠφέλειας τῶν ἀναδεκτῶν, ἐαν μέ τίς συμβουλές τους τούς χειραγωγήσουν στήν ὁδό τῆς ἀρετῆς, καί ἄς γνωρίζουν πάλι ὅτι ἄν δείξουν ἀμέλεια καί ἀδιαφορία, θά ἐπιφέρουν στόν ἑαυτό τους μεγάλη καταδίκη. Γι’ αὐτόν τόν λόγο καί ἐπικρατεῖ ἡ συνήθεια καί πατέρες ἤ μητέρες πνευματικούς νά τούς ὀνομάζουν αὐτούς τούς ἀναδόχους, γιά νά μάθουν πόση ἐπιμέλεια πρέπει νά δείχνουν γιά νά μορφώνουν πνευματικά ὅσους ἀναλαμβάνουν.
Διότι, ἐάν ἐκείνους πού δέν ἔχουν καμμία ἰδιαίτερη σχέση μέ ἐμᾶς, πρέπει νά τούς κινήσουμε τόν κύριο ζῆλο τῆς ἀρετῆς, πολύ περισσότερεο ὀφείλουμε νά ἐπιτελέσουμε τό καθῆκον ἀπέναντι σ’ ἐκεῖνον, τόν ὁπιοῖο ἀναδεχόμαστε ὡς πνευματικό μας τέκνο. Γιά τόν λόγον λοιπόν αύτόν, μάθετε καί οἱ ἀνάδοχοι ὅτι δέν σᾶς ἀπειλεῖ μικρός κίνδυνος, ἐάν δείξετε στό καθῆκον αὐτό ἀμέλεια (Ἰ. Χρυσοστόμου, Β΄Κατήχησις).

Καί τίθεται τώρα τό ἐρώτημα: Οἱ ἀνάδοχοι σήμερα γνωρίζουν τήν ἀποστολή τους; Ἔχουν συνειδητοποιήσει ὅτι τό καθῆκον τους δέν ἐξαντλεῖται στό νά ἀγοράζουν ἐνδύματα καί δῶρα στά παιδιά πού ἀναλαμβάνουν, ἀλλά τό κύριο καί βασικό καθῆκον τους εἶναι νά διδάξουν τήν ὀρθή πίστη στά πνευματικά τους τέκνα; Γνωρίζουν πρῶτα οἱ ἴδιοι τήν Ὀρθόδοξη πίστη, καί ζοῦν σωστά οἱ ἴδιοι τήν Χριστιανική ζωή γιά νά μπορέσουν στήν συνέχεια νά τήν μεταδώσουν στίς ψυχές πού ἔχουν ἀναλάβει;
Ἔχουμε συνειδητοποιήσει ὅτι ἄν κάποιος ζεῖ μέσα σέ βαριά ἠθικά παραπτώματα, ἄν δέν μετανοήσει καί δέν ἀλλάξει τρόπο ζωῆς δέν μπορεῖ νά γίνει ἀνάδοχος; Κατανοήσαμε ὅτι ὅσοι συζοῦν παράνομα ἤ ἔχουν τελέσει τόν λεγόμενο πολιτικό γάμο, ἔχουν ἀποκόψει τόν ἑαυτό τους ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἄρα δέν μποροῦν καί δέν ἔχουν τό δικαίωμα νά ἐγγυηθοῦν γιά τήν ψυχή τοῦ ἄλλου;
Πραγματικά πῶς εἶναι δυνατόν νά κατηχήσει μιά ψυχή καί νά τήν ὁδηγήσει στήν ἀλήθεια ἕνας πού ἔχει ξεφύγει ἀπό τήν ὁδό τῆς ἀληθείας;
Εἶναι συγκλονιστικό ἀλλά καί σωτήριο νά συνειδητοποιήσει ὁ ἀνάδοχος ὅτι θά δώσει λόγο στόν Θεό γιά τήν ψυχή ἤ τίς ψυχές πού ἔχει ἀναλάβει.
Καί ἐπειδή ἔτσι ἔχουν τά πράγματα, εἶναι δηλ. τόσο σοβαρή ἡ ὑπόθεση τό νά γίνει κανείς ἀνάδοχος, γι’ αὐτό καί δέν μποροῦν ν’ ἀναλάβουν τόν ρόλο αὐτό οἱ μή Χριστιανοί. Δέν μποροῦν νά γίνουν ἀνάδοχοι οἱ ἄθεοι καί ἄπιστοι, οἱ ἀλλόθρησκοι, οἱ αἱρετικοί, οἱ σχισματικοί, οἱ ἀφορισμένοι, ὅσοι ἀνήκουν σέ ἀποκρυφιστικά τάγματα καί ὀργανώσεις καί γενικῶς ὅσοι ἔχουν ἔκλυτο βίο καί ἔχουν καταδικαστεῖ γιά ἠθικά παραπτώματα. Ἀκόμα δέν μποροῦν νά ἀναλάβουν τό ρόλο τοῦ ἀναδόχου ὅσοι δέν ἔχουν συνείδηση τῶν πράξεών τους καί γενικῶς οἱ ἀκαταλόγιστοι, ὅπως τά μικρά παιδιά, ὅσοι πάσχουν διανοητικῶς κ.λπ. Ἐπίσης δέν μποροῦν νά γίνουν ἀνάδοχοι οἱ γονεῖς τοῦ τέκνου, οἱ κληρικοί ὅλων τῶν βαθμῶν καί οἱ μοναχοί. Μόνο σέ εἰδικές καί ἔκτακτες περιπτώσεις μπορεῖ νά γίνει ἐξαίρεσις ὡς πρός τούς μοναχούς, κατόπιν ὅμως ἀδείας τοῦ Ἐπισκόπου καί γενικῶς τῆς προϊσταμένης ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς.
Εἴπαμε στήν ἀρχή ὅτι τό θέμα μας δέν εἶναι αὐτό καθ’ ἑαυτό τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, ἀλλά ὁ ἀνάδοχος. Στό σημεῖο ὅμως αὐτό καί σέ συνδυασμό μέ τόν ἀνάδοχο εἶναι ἀνάγκη νά ποῦμε κάποια πράγματα γιά τό βάπτισμα τῶν παιδιῶν. Καί τοῦτο, διότι μέσα στά τόσα πολλά καί παράδοξα τῆς ἐποχῆς μας, βλέπουμε καί τοῦτο· νά ὑπάρχουν γονεῖς πού ἀποκτοῦν ἕνα ἤ καί περισσότερα παιδιά, καί νά ἀρνοῦνται νά τά βαπτίσουν. Τά ἀφήνουν νά μεγαλώσουν ἀβάπτιστα μέ τή δικαιολογία, νά μεγαλώσουν καί ἄν μόνα τους τό ζητήσουν, τότε τά βαφτίζουμε. Ἔτσι ὑπάρχουν σήμερα παιδιά οἰκογενειῶν, κυρίως σέ μεγάλες πόλεις, πού πηγαίνουν στό σχολεῖο, καί ὅμως δέν ἔχουν δεχθεῖ τήν χάρη τοῦ ἁγίου μυστηρίου. Προχωροῦν μάλιστα οἱ γονεῖς καί δίνουν ὄνομα στό παιδί τους ἤ στά παιδιά τους, χωρίς ὅμως αὐτά νά περάσουν ἀπό τά ἁγιασμένα ὕδατα τῆς κολυμβήθρας.
Βέβαια στό «ἐπιχείρημα» τῶν γονέων ὅτι τ’ ἀφήνουν νά μεγαλώσουν καί ἐάν μόνα τους τό ζητήσουν, τότε θά τά βαφτίσουν, θά μποροῦσε κανείς νά ἀπαντήσει ὅτι ἄν θέλουν νά εἶναι συνεπεῖς μέ τή θεωρία τους, τότε δέν θά πρέπει οὔτε στόν ἰατρό, οὔτε στόν παιδικό σταθμό, οὔτε στό νηπιαγωγεῖο, οὔτε στό σχολεῖο νά τά πᾶνε, ἄν δέν μεγαλώσουν καί δέν τό ζητήσουν μόνα τους καί γενικῶς τίποτε νά μήν προσφέρουν στά τέκνα τους ἄν τά ἴδια δέν συνειδητοποιήσουν ἀπολύτως κάτι καί δέν τό ζητήσουν μόνα τους… Ἀλήθεια, τί συμβαίνει μέ αὐτούς τούς γονεῖς; Εἶναι βέβαιο ὅτι στήν καρδιά τους ἔχει περάσει ἡ ἀπιστία. Δέν πιστεύουν στό μυστήριο καί τή μεγάλη του ὠφελιμότητα. Καί δέν εἶναι μόνο ὅσοι καλύπτουν τή σχέση τους μέ τόν πολιτικό γάμο, πού συνήθως ἐνεργοῦν μέ πράξεις πού εἶναι ἀντίθετες μέ τήν Χριστιανική ζωή, εἶναι, δυστυχῶς, καί κανονικά στεφανωμένοι σύζυγοι, πού ὅμως ἐπηρεασμένοι ἀπό ἀθεϊστικές ἰδεολογίες καί ἀπό ἕνα νέο τρόπο ζωῆς πού προβάλλεται κατά κόρον στά Μ.Μ.Ε., καταλήγουν στήν ἀπόφασή τους αὐτή μέ ἀποτέλεσμα νά ζημιώνονται τά ἴδια τους τά παιδιά καί φυσικά ὁλόκληρη ἡ οἰκογένεια…
Δέν ἀποκλείεται ὅμως ἡ στάση αὐτή σέ ὁρισμένες περιπτώσεις νά στηρίζεται καί σέ ἄγνοια, γι’ αὐτό εἶναι ἀνάγκη νά ἐπισημανθοῦν κάποιες ἀλήθειες πού διαφωτίζουν ὅσους ἀγνοοῦν τά πράγματα καί διαθέτουν ἁγνή καί εἰλικρινή διάθεση.
Ὅπως τονίσαμε, ἐξ άρχῆς ὑπῆρχε, ἀλλά κυρίως ἀπό τόν δ΄αἰ. εἶχε ἐπικρατήσει σέ ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία ὁ νηπιοβαπτισμός, δηλ. οἱ γονεῖς νά βαπτίζουν τά τέκνα τους ὅταν αὐτά βρίσκονται στήν νηπιακή ἡλικία. Βεβαίως τά νήπια δέν εἶναι σέ θέση νά ἐννοήσουν τί τούς προσφέρεται μέ τό ἅγιο βάπτισμα, ὥστε συνειδητά νά μετέχουν στό ἅγιο μυστήριο. Ὅμως εἶναι τό ἴδιο βέβαιο ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχει ἀντίσταση καί ἄρνηση. Φυσικά τό νήπιο δέν προβάλλει καμμία ἄρνηση στή χάρη τοῦ μυστηρίου, καί ἑπομένως ἡ χάρις ἐνεργεῖ καί φέρνει τά θαυμαστά ἀποτελέσματα πού προσφέρει τό Βάπτισμα.
Αὐτός πού ἐνδιέτριψε περισσότερο στό θέμα τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ὁποῖος ρωτάει τούς γονεῖς: «Νήπιον ἔστι σοι;» Σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός παιδάκι; Βάπτισέ το. «Μή λαβέτω καιρόν ἡ κακία». Πρόσεξε· μή τό ἀφήνεις ἀβάπτιστο. «Ἐκ βρέφους ἁγιασθήτω ἐξ ὀνύχων καθιερωθήτω τῷ Πνεύματι». Ἀπό τή βρεφική του ἡλικία ἄς ἁγιασθεῖ· ἀπό πολύ μικρό ἄς καθιερωθεῖ μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στρεφόμενος δ’ πρός ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κρατοῦσαν ἀκόμα τά εἰδωλολατρικά ἔθιμα, προσθέτει: «οὐδέ δεῖ σοι περιαμμάτων καί ἐπασμάτων, οἷς ὁ πονηρός συνεισέρχεται, κλέπτων εἰς ἑαυτόν ἀπό τοῦ Θεοῦ τό σέβας, ἐν τοῖς κουφοτέροις. Δός αὐτῷ τήν Τριάδα, τό μέγα καί καλόν φυλακτήριον». Δηλ. δέ σοῦ χρειάζονται τραγούδια καί ἐπωδές καί φυλαχτά (ἐννοεῖ ὁ ἅγιος, ὅσα ἀπό εἰδωλολατρικές συνήθειες εἶχαν εἰσβάλει σέ χριστιανικές οἰκογένειες), διότι μαζί μέ αὐτά μπαίνει ὁ πονηρός. Αὐτός ὁ πονηρός, κλέβει ἀπό τόν Θεό καί κάνει δικό του τό σεβασμό πού ἀνήκει στόν Κύριο. Αὐτά γίνονται ἀπό τούς ὀλιγόμυαλους καί κούφιους. Δῶσε στό παιδί σου τήν Τριάδα, πού εἶναι τό μεγάλο καί καλό φυλακτήριο.
Αὐτά τά τόσο σοφά λόγια κηρύττει σέ ὅλους τούς Χριστιανούς γονεῖς ὁ μεγάλος αὐτός Θεολόγος ἅγιος Γρηγόριος.
Ἄλλωστε στό ἔργο αὐτό τοῦ συνδέσμου τοῦ παιδιοῦ μέ τόν Θεό, ἔχουν ὁριστεῖ μαζί μέ τούς γονεῖς καί οἱ ἀνάδοχοι. Νά βοηθήσουν δηλ. τόν βαπτιζόμενο νά ἐξελιχθεῖ σ’ ἕναν καλό καί συνειδητοποιημένο Χριστιανό.
Ἐδῶ ἀκριβῶς στηρίζεται καί ὁ νηπιοβαπτισμός, στήν πίστη δηλ. τῶν γονέων καί τοῦ ἀναδόχου.
Εἶναι λοιπόν ἀνάγκη νά βαπτίζονται τά νήπια τῶν γονέων πού δέν ἔχουν ἀπορρίψει συνειδητά τήν Ὀρθόδοξη Χριστιανική πίστη. Εἶναι ἀνάγκη, διότι μεγάλα καί θαυμαστά εἶναι τά ἀποτελέσματα τοῦ ἁγίου βαπτίσματος σ’ αὐτόν πού λαμβάνει τή χάρη του μυστηρίου εἴτε συνειδητά, ὅταν εἶναι μεγάλος, εἴτε ἀσυνείδητα, ὅταν βρίσκεται στή νηπιακή του ἡλικία. Ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξη δογματική μας διδασκαλία, στό ἅγιο βάπτισμα συντελεῖται ἀναγέννησις, βαθειά καί ριζική ἀλλοίωσις καί μεταβολή τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς μας. Ἀναγέννησις, πραγματική παλιγγενεσία, τήν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας χαρακτήρισε ὡς «γέννησιν ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος».
Ἐάν αὐτή δέν συντελεσθεῖ κατά τό ἅγιο βάπτισμα, δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά εἰσέλθει στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Αὐτή ἀκριβῶς τήν ἀλήθεια ἐκφράζει καί ὁ ἱερός Κύριλλος Ἱεροσολύμων στήν τρίτη μυσταγωγική του κατήχηση, πού μέ πολύ πόνο διακηρύττει, ἐκφράζοντας τή φωνή τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι «εἴ τις μή λάβῃ βάπτισμα, σωτηρίαν οὐκ ἔχει». Ὅποιος δηλ. δέν λάβει τό ἅγιο βάπτισμα, δέν μπορεῖ νἀ σωθεῖ. Καί προσθέτει: Μπορεῖ κανένας νά εἶναι ἐκ φύσεως ἀγαθός, καλόγνωμος στίς ἐκδηλώσεις του καί τά καθημερινά του ἔργα. Ὅμως ἐάν δέν λάβει τή σφραγίδα τοῦ ὕδατος, δηλ. δέν βαπτισθεῖ, «οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».
Αλλά νά προσθέσουμε καί τοῦτο. Πόσα νήπια κινδυνεύουν ἀρκετές φορές εἴτε ἀπό ἀσθένειες εἴτε ἀπό ἀτυχήματα, νά φύγουν ἀπό τή ζωή ἀβάπτιστα; Πόσοι κίνδυνοι παραμονεύουν καθημερινῶς μικρούς καί μεγάλους; Τόσο ὑλικοί ὅσο καί πνευματικοί. Καί πόσο προσπαθεῖ ὁ διάβολος νά προσβάλει καί νά ρίξει τόν ἄνθρωπο στήν ἁμαρτία καί μάλιστα σέ θανάσιμα ἁμαρτήματα… Ὅλα αὐτά λοιπόν θά πρέπει μαζί μέ τούς γονεῖς νά τά γνωρίζει καί ὁ ἀνάδοχος καί νά προσπαθεῖ, ἀφοῦ πρῶτα ὁ ἴδιος ζεῖ τή ζωή τῆς πίστεως, νά μεταλαμπαδεύσει αὐτή τή ζωή τῆς χάριτος στό πνευματικό του τέκνο.
Ναί· καί θά τοῦ κάνει τά δῶρα του καί θά ἐνδιαφερθεῖ γιά τήν πρόοδό του στά μαθήματα καί γενικῶς στή ζωή καί θά βοηθήσει καί ὑλικῶς ἄν χρειασθεῖ καί ἄν ὑπάρχει ἐκ μέρους τοῦ ἀναδόχου καί οίκονομική δυνατότητα, ἀλλά κυρίως δέν θά πρέπει νά λησμονεῖ ποτέ μά ποτέ ὅτι ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων ὁ ἀνάδοχος εἶναι ὑπεύθυνος καί τελικῶς θά τοῦ ζητηθεῖ καί λόγος.
Νά δώσει ὁ Ἅγιος Θεός ὅσοι ἔχουν τήν εὐλογία νά εἶναι ἀνάδοχοι καί ὅσοι θά γίνουν ἀνάδοχοι νά συνειδητοποιήσουν τό μέγεθος τοῦ ἔργου τους, ὄχι βέβαια γιά νά ἀποθαρρυνθοῦν, ἀλλά γιά νά ξεκινήσουν καί νά ὁλοκληρώσουν σωστά τό μεγάλο αὐτό ἔργο τοῦ στηριγμοῦ καί τῆς χριστιανικῆς κατηχήσεως τῶν ψυχῶν πού τούς ἐμπιστεύονται οἱ γονεῖς καί ἡ Ἐκκλησία μας.

Σήμερον ο Δεσπότης πρός τό βάπτισμα επείγεται, ίνα αναβιβάση πρός ύψος τό ανθρώπινον.


Υπεράγαθε Δοξάζομέν σε Δέσποτα φιλάνθρωπε, Παντοκράτορ, προαιώνιε Βασιλεύ. Δοξάζομέν σε τόν Κτίστην, καί Δημιουργόν τού παντός. Δοξάζομέν σε, Υίέ τού Θεού μονογενές, τόν απάτορα εκ Μητρός, καί αμήτορα εκ Πατρός, εν γάρ τή προλαβούση Εορτή νήπιόν σε είδομεν, εν δέ τή παρούση τέλειόν σε ορώμεν, τόν εκ τελείου τέλειον επιφανέντα Θεόν ημών, Σήμερον η χάρις τού Αγίου Πνεύματος, εν είδει περιστεράς, τοίς ύδασιν επεφοίτησε. Σήμερον ο άδυτος Ήλιος ανέτειλε, καί ο κόσμος τώ φωτί Κυρίου καταυγάζεται. Σήμερον η Σελήνη λαμπραίς ταίς ακτίσι τώ κόσμω συνεκλαμπρύνεται. Σήμερον οι φωτοειδείς αστέρες τή φαιδρότητι τής λάμψεως τήν οικουμένην καλλωπίζουσι. Σήμερον ο Άκτιστος υπό τού ιδίου πλάσματος βουλή χειροθετείται. Σήμερον ο Προφήτης καί Πρόδρομος τώ Δεσπότη προσέρχεται, αλλά τρόμω παρίσταται, ορών Θεού πρός ημάς συγκατάβασιν.  Σήμερον ο Παράδεισος ηνέωκται τοίς ανθρώποις, καί ο τής Δικαιοσύνης Ήλιος καταυγάζει ημίν. Σήμερον τό πικρόν ύδωρ, τό επί Μωϋσέως τώ λαώ, εις γλυκύτητα μεταποιείται τή τού Κυρίου παρουσία. Σήμερον τού παλαιού θρήνου απηλλάγημεν καί ως νέος Ισραήλ διεσώθημεν. Σήμερον τού σκότους ελυτρώθημεν, καί τώ φωτί τής θεογνωσίας καπαυγαζόμεθα. Σήμερον η πλάνη κατήργηται, καί οδόν ημίν σωτηρίας εργάζεται η τού Δεσπότου επέλευσις. Σήμερον ο Δεσπότης πρός τό βάπτισμα επείγεται, ίνα αναβιβάση πρός ύψος τό ανθρώπινον. Σήμερον ο ακλινής τώ ιδίω οικέτη υποκλίνεται, ίνα ημάς εκ τής δουλείας ελευθερώση. Ο Ιορδάνης εστράφη εις τά οπίσω, θεασάμενος τό πύρ τής θεότητος, σωματικώς κατερχόμενον, καί εισερχόμενον επ' αυτόν, ο Ιορδάνης εστράφη εις τά οπίσω, θεωρών τό Πνεύμα τό Άγιον, εν ε ίδει περιστεράς κατερχόμενον, καί περιϊπτάμενόν σοι, ο Ιορδάνης εστράφη εις τά όπίσω, ορών τόν Αόρατον οραθέντα, τόν Κτίστην σαρκωθέντα, τόν Δεσπότην εν δούλου μορφή, ο Ιορδάνης εστράφη εις τά οπίσω, καί τά όρη εσκίρτησαν, Θεόν εν σαρκί καθορώντα, καί νεφέλαι φωνήν έδωκαν, θαυμάζουσαι τόν παραγενόμενον, φώς εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, δεσποτικήν πανήγυριν σήμερον εν τώ Ιορδάνη ορώντες, αυτόν δέ τόν τής παρακοής θάνατον, καί τό τής πλάνης κέντρον, καί τόν τού, Άδου σύνδεσμον εν τώ Ιορδάνη βυθίσαντα, καί Βάπτισμα σωτηρίας τώ κόσμω δωρησάμενον.

Συνέντευξη του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικής κκ ΝΙΚΟΛΑΟΥ περί προσφοράς της Εκκλησίας στο γένος μας.


Συνέντευξη του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κκ Νικολάου στον δημοσιογράφο Αιμίλιο Πολυγένη.


Αιμ. Πολ.: Τον τελευταίο καιρό η Εκκλησία γίνεται αποδέκτης μιας επίμονης και σκληρής κριτικής. Τι βαθύτερο σημαίνει αυτό για σας;
Σεβ. Μ. Ν.: Τίποτε το ιδιαίτερο. Αυτό είναι περιοδικό φαινόμενο σύνηθες στην ιστορία της Εκκλησίας από το οποίο πάντοτε έβγαινε μόνον ωφελημένη και δυνατή. Για την Εκκλησία το πρόβλημα δεν είναι η πολεμική∙ το πρόβλημα είναι ο έπαινος και ο συμβιβασμός της. Προσωπικά νοιώθω δύσκολα με τη συνέπειά μας ως Εκκλη­σίας. Νομίζω ότι έχουμε αρκετά απομακρυνθεί από τη διδασκαλία του Ευαγ­γελίου και των Πατέρων μας. Σκοπός της Εκκλησίας είναι ο εξαγιασμός, η καλλιέρ­γεια των αρετών και της πίστεως, η προσέγγιση του Θεού, η σχέση και η κοινωνία μαζί Του.Αν θέλαμε να αποδώσουμε δίκαιο, θα έπρεπε εμείς οι άνθρωποι που αγα­πούμε την Εκκλησία να ομολογήσουμε ότι δεν είμαστε σε καλό δρόμο. Υπό αυτήν την έννοια, όσοι μιλούν επικριτικά για μας εν μέρει έχουν δίκιο, έστω και αν τα όσα λέγονται στηρίζονται και σε λάθος αντίληψη και συχνά αρνητικές προκαταλήψεις.

Αιμ. Πολ.: Θεωρείτε ότι το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας αξιολογείται σωστά από τους φορείς της πολιτείας;
Σεβ. Μ. Ν.: Ασφαλώς, όχι. Αλλά η ευθύνη είναι κατά κύριο λόγο δική μας. Δεν έχουμε βοηθήσει την κοινωνία να μας καταλάβει. Ούτε η γλώσσα μας επιτρέπει να μας γνωρίσουν. Όσον όμως αφορά στο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, οι επικριτές της είτε το αποσιωπούν, είτε το αγνοούν, είτε το υποτιμούν.Θα ήθελα στο σημείο αυτό να κάνω μία απαραίτητη διευκρίνηση. Το κοινωνικό έργο δεν αποτελεί σκοπό της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν είναι κοινωνικός οργανισμός· είναι πνευματικός. Τα μοναστήρια και οι ναοί είναι πιο κοντά στον σκοπό και την απο­στολή της -έστω και αν υποθέσουμε ότι δεν προσφέρουν κοινωνικό έργο- παρά τα κοινωνικά ιδρύματα. Τα δεύτερα αποκτούν αξία όταν εξαγιάζουν τους διακονούντες και όχι όταν μόνον λύνουν το πρόβλημα των διακονουμένων.
Παρά ταύτα, οι μεγάλοι μας άγιοι καλλιέργησαν την κοινωνική προσφορά ως αποτέλεσμα έμπρακτης αγάπης προς τον αδελφό, στηριζόμενοι στα λόγια του Κυρίου «επείνασα και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και εποτίσατέ με, ξένος ήμην και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθενησα και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με... και εφ' όσον εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων εμοί εποιήσατε».Στη βάση αυτής της διδασκαλίας ο Απόστολος Παύλος έγραψε τον ύμνο της αγάπης, οι χριστιανοί της Καρχηδόνας εξάλειψαν με την αυτοθυσία τους την επιδημία της πανώλης, ο Μέγας Βασίλειος έκανε την Βασιλειάδα, και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσό­στομος είπε: «εάν πηγαίνοντας στην Εκκλησία συναντήσεις έναν φτωχό, πάρτον σπίτι σου· κάνεις το σπίτι σου ναό. Βάλτον να καθίσει στο τραπέζι σου· κάνεις το τραπέζι σου αγία Τράπεζα. Δώστου να φάει από το φαγητό σου· κάνεις το ψωμί και το κρασί σου θεία κοινωνία».



Αιμ. Πολ.: Πώς όμως όλο αυτό συμβαδίζει με την αμύθητη περιουσία που τελικά έχει;
Σεβ. Μ. Ν.: Όχι και αμύθητη. Αυτό είναι μεγάλος μύθος. Επιτρέψτε μου όμως να πω ότι η Εκκλησία δεν αντλεί την αξία της ούτε από την περιουσία της, ούτε από την κοινωνική δύναμη και επιρροή της, ούτε από το ότι είναι ΝΠΔΔ, ούτε καν από το παρελθόν της ούτε και από το παρόν της. Την αντλεί από τον ίδιο τον Θεό και την επιβεβαιώνει με τη διαχρονικότητά της. Η κατ' εξοχήν περίοδος της δόξας της ήταν η περίοδος των διωγμών. Ούτε περιουσία είχε ούτε αναγνώριση ούτε κρατική υποστήριξη.Η περιουσία της παρά ταύτα αποτελεί ιερό απόκτημα ανεξάρτητα από το μέγεθός της η από την αξιοποίησή της. Δεν είναι ιερή επειδή ανήκει στην Εκκλησία, αλλά επειδή αποτελεί καρπό προσφοράς πίστεως στον Θεό και εμπιστοσύνης προς τη διδασκαλία και το έργο της. Γι' αυτό και έχει την ευθύνη της διαχείρισής της. Της δωρήθηκε· δεν την απέκτησε ως εταιρεία. Η ευθύνη της είναι μεγάλη γιατί δεν είναι δική της. Η σχέση της Εκκλησίας με την περιουσία της δεν είναι σχέση κτητικότητας αλλά σχέση υπεύθυνης και ενώπιον του Θεού χρήσης. Αν κρατώντας την προσπαθεί να μη χάσει δύναμη, τότε δεν της χρειάζεται. Αν προσφέροντάς την δίνει έλεος και αγάπη, τότε καθώς μικραίνει η περιουσία της, αυξάνει ο θησαυρός της.

Αιμ. Πολ.: Αυτό όμως πώς θα μπορούσε να γίνει;
Σεβ. Μ. Ν.: Αυτό ήδη γίνεται. Η Εκκλησία έχει μερικά πολύτιμα στοιχεία που θα μπορούσε να τα προσφέρει στην πολιτεία, προκειμένου να βοηθήσει αποτελε­σματικά στην ανακούφιση πολλών συνανθρώπων μας. Και το κάνει.
Πρώτον∙ Έχει μία μοναδική διδασκαλία περί της αγάπης και της προσφοράς. Ποιός άλλος ως τώρα τόνισε ότι «μακάριόν εστι μάλλον διδόναι η λαμβάνειν»; η ότι «ο ελε­ών πτωχόν δανείζει Θεώ»; η ότι «ουκ εστιν άλλως σωθήναι ει μη δια του πλησίον»;
Δεύτερον∙ Διαθέτει το δίκτυο των ενοριών. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί άμεσα και εύκολα να κάνει μία «λογία», προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα για κάποιον συγκεκριμένο σκοπό. Αν προκύψει μία άμεση και επείγουσα ανάγκη σε κάποιον, ούτε ο Δήμαρχος μπορεί να εκταμιεύσει ούτε το κράτος να βοηθήσει. Τα παγκάρια και οι δίσκοι, που συχνά κατηγορούμε και ειρωνευόμαστε, αποτελούν τη μόνη απο­τελεσματική λύση.
Τρίτον∙ Εύκολα μπορεί να συνεγείρει ανθρώπους για εθελοντική προσφορά, διότι διαθέτει και το πνεύμα και τον μηχανισμό για κάτι τέτοιο.
Η Εκκλησία στην Ελλάδα, σε πρόσφατη αναφορά της Ιεράς Συνόδου διέθεσε φέτος 100 εκατ. Ευρώ για φιλανθρωπικούς σκοπούς και τρέφει με τα ενοριακά συσσίτιά της περίπου 35.000 ανθρώπους καθημερινά. Σε πρόσφατη δε αναφορά της Ιεράς Συνόδου, αναφέρεται ότι η Εκκλησία της Ελλάδος μέσω των ιερών Μητρο­πόλεων, των ενοριών και των ιερών μονών της συντηρεί περί τα 700 ιδρύματα.
Αυτό είναι λίγο; Μήπως το κάνει κανένας άλλος φορέας; Αυτό θα μπορούσε η πολιτεία να το αξιοποιήσει, προς μεγάλο όφελος των ενδεών κοινωνικών στρω­μάτων.

Αιμ. Πολ.: Στο φόντο αυτού πώς βλέπετε την φορολόγηση της Εκκλησίας;
Σεβ. Μ. Ν.: Ακατανόητη και μικρονοϊκή. Η πολιτεία πληρώνει ένα σωρό χρή­ματα στην Εκκλησία για μισθοδοσίες. Το ΕΤΑΚ έχει ανάγκη; Η Εκκλησία ανταποδίδει, όπως προ­α­νέφερα 100 εκατ. ΕΥΡΩ σε χρήμα και πολύ περισσότερα σε είδος. Και έχει δώσει το 95% της περιουσίας που είχε το 1833. Δίνει διαρκώς τη ζωή της στον λαό μας.
Θα ήθελα να υποβάλω τρία απλά ερωτήματα;
Ερώτημα 1ο:
Αυτό όλο δεν αποτελεί οικειοθελή προσφορά στην κοινωνία πολύ μεγαλύτερη και ανώτερη από την όποια φορολογία;
Ερώτημα 2ο:
Αν η βαριά φορολόγηση εμποδίσει την Εκκλησία να λειτουργεί τα ιδρύματά της ή περιορίσει το κοινωνικό της έργο, ποιός θα περιθάλψει τους γέροντες, ποιός θα ταΐσει τους πεινασμένους, ποιός θα προνοήσει για τις ανάγκες που η ίδια η πολιτεία αδυνατεί να ικανοποιήσει;
Ερώτημα 3ο:
Αν πάρει το κράτος τα όσα χρήματα ζητάει από την Εκκλησία, τι θα τα κάνει; Στην καλύτερη περίπτωση θα πάνε σε άδηλη κατεύθυνση η σε τράπεζες. Αν μείνουν στην Εκκλησία, θα μοιραστούν στον λαό που τον απειλούν οι τράπεζες.
Με άλλα λόγια το ερώτημα δεν είναι αν η Εκκλησία θα δώσει ή δεν θα δώσει αλλά αν όσα έχει θα τα δώσει στο γεμάτο σκάνδαλα απρόσωπο «φτωχό κράτος» ή απ’ ευθείας στον γεμάτο προβλήματα και ανάγκες φτωχό λαό.
Για να σας διευκολύνω θα σας πω ένα παράδειγμα: Αν μία μεγάλη Μητρό­πολη πληρώσει για το ΕΤΑΚ 300.000 ΕΥΡΩ, τί είναι καλύτερο να το δώσει ως φορολογία στο κράτος ή από 10.000 ΕΥΡΩ σε 30 πολίτες που οι τράπεζες βγάζουν τα σπίτια τους σε πλειστηριασμό, προκειμένου οι δύστυχοι να πάρουν μια ανάσα;
Εγώ δεν συμφώνησα με την υποχώρηση της Εκκλησίας ή τουλάχιστον δεν την κατάλαβα. Η Εκκλησία δεν έπρεπε να διαπραγματευτεί τα δικαιώματά της αλλά να προστατεύσει τα δικαιώματα του απλού λαού, γιατί σε τελική ανάλυση η φορολόγηση της Εκκλησίας αποτελεί νομοθετημένη ασέβεια προς το πρόσωπο του μεγάλου Ευεργέτη μας Θεού και το τελευταίο χτύπημα του πονεμένου μας λαού!

Αιμ. Πολ.: Πάντως φαίνεται ότι υπάρχει μια ένταση και καχυποψία στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας μία έλλειψη εμπιστοσύνης, η οποία αν και συχνά πολιτικά συγκαλύπτεται στην ουσία υπάρχει.
Σεβ. Μ. Ν.: Παρά τη μακρόχρονη συμβίωσή μας, στη χώρα μας συνυπάρ­χουμε Εκκλησία και Πολιτεία χωρίς να γνωριζόμαστε και να καταλαβαινό­μα­στε. Δυστυχώς, μάλιστα τελευ­ταία, έχει τραυματιστεί η σχέση εμπιστοσύνης και συναλληλίας, με αποτέλεσμα τα προτεινόμενα οικονομικά μέτρα στην ουσία να αποτελούν εκφράσεις πολεμικής εναντίον της Εκκλησίας. Αν η ασκούμενη πολεμική, κριτική και προσπάθεια περιθωριοποίησης της Εκκλησίας αποτελούν βαθύτερο αίτημα για επιστροφή της στον δρόμο της αγιότητας και της συνέπειας στη διδασκαλία της, από τον οποίο ενδεχομένως έχει παρεκκλίνει, τότε αυτό το ομολογούμε ευγνώμονα ως ευεργεσία και κίνηση αφύπνισής μας. Αν όμως αποτελούν προσπάθεια περιφρόνησης του Θεού και βίαιης απομάκρυνσής Του από τη ζωή μας, τότε αυτό πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις. Στην περίπτωση αυτήν η Εκκλησία πρέπει να αντιδράσει και μάλιστα σθεναρά. Ενώ είναι έτοιμη να δώσει τα πάντα, δεν πρέπει να επιτρέψει κανέναν να της πάρει τίποτα. Αν δεν το κάνει προδίδει την αποστολή της και υβρίζει η ίδια τον Θεό.

Αιμ. Πολ.: Σας ευχαριστώ πολύ, Σεβασμιώτατε.
Σεβ. Μ. Ν.: Ο Θεός μαζί σας.


Αύριο το πρώι στον Ιερό Ναό της Γραμματικούς




Αυριο το πρωι στον Ιερό Ναό Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς, περί ώρα 6:00 θα τελεσθεί η ακολουθία του όρθρου, η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών, η ακολουθία του Εσπερινού των Θεοφανείων και η Θεία Λειτουργία του εν Αγίοις Πατρός ημών Μεγάλου Βασιλείου και μετά το πέρας αυτών η Ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού.
Προσκαλούνται οι ευσεβείς χριστιανοί

Η Δεσποτική εορτή των Θεοφανείων


      Τήν 6η Ἰανουαρίου ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τήν μεγάλη δεσποτική ἑόρτη τῶν «Θεοφανείων» ἤ «Ἐπιφανείων» ἤ «τά ἅγια Φῶτα». Τά προεόρτιά της ἄρχιζουν τήν ἑπομένη τῆς πρωτοχρονιᾶς, τήν 2α Ἰανουαρίου. Μέσα στήν προπαρασκευαστική αὐτή περίοδο εὑρίσκεται καί ἡ «Κυριακή πρό τῶν φώτων». Καί αὐτή ἐντάσσεται μέσα στή προεόρτιο λειτουργική ἑτοιμασία. Στά ἀναγνώσματα τῆς θείας λειτουργίας τῆς Κυριακῆς αὐτῆς ἀκοῦμε τήν «Ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ,Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» ἀπό τόν πρόλογο τοῦ Κατά Μάρκον Εὐαγγελίου, πού ἀφηγεῖται τήν ἐμφάνισι τοῦ Προδρόμου στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου, τό κήρυγμά του καί τήν προφητεία του περί τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἰωάννης ἐβάπτισεν «ἐν ὕδατι», ὁ «ἰσχυρότερός» του ὅμως, πού ἔρχεται «ὀπίσω» του, θά βαπτίσῃ τόν λαό «ἐν Πνεύματι ἁγίῳ» (Μάρκ. 1, 1-8).
     Στήν τετραήμερο προεόρτιο περίοδο, ἀπό τῆς 2ας μέχρι τῆς 5ηςἸανουαρίου στιβάζονται οἱ κανόνες, τά τριῴδια καί τά ἄλλα προεόρτια ἱερά ᾄσματα. Ἔχομε καί ἐδῶ τήν «Μεγάλη Ἑβδομάδα» τῶν Φώτων, ὅπως τήν εἴδαμε καί στά Χριστούγεννα, μέ τήν διαφορά ὅτι ὁ χρόνος τῆς προπαρασκευῆς ἐδῶ εἶναι μικρότερος, λόγῳ τῆς παρατάσεως τῶν μεθεόρτων τῶν Χριστουγέννων μέχρι τῆς 31ης Δεκεμβρίου καί τῆς ἑορτῆς τῆς Περιτομῆς τοῦ Χριστοῦ τῆς 1ης Ἰανουαρίου. Καί πάλι ἡ ἐπίδρασις τῶν ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος εἶναι ἔκδηλος, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς προσπαθείας παραλληλισμοῦ τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων πρός τό Πάσχα. Καί πάλι ἡ προπαρασκευή κορυφοῦται τήν παραμονή μέ τήν λαμπρά ἀκολουθία τῶν μεγάλων ὡρῶν καί τοῦ μεγάλου ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς.Τα μεθέορτα ἐξ ἄλλου παρατείνονται ἐπί ὀκτώ ἡμέρες μετά τήν ἑορτή, μέ τρεῖς ἡμέρες ἰδιαιτέρως ἐξαιρομένας, τήν ἑπομένη τῶν Θεοφανείων μέ τήν ἑορτή τῆς Συνάξεως τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ τοῦ Χριστοῦ, 7η Ἰανουαρίου, τήν «Κυριακή μετά τά Φῶτα», καί τήν τελευταία ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, τήν ἀπόδοσί της 14η Ἰανουαρίου, κατά τήν ὁποία ψάλλεται καί πάλι ὁλοκληρος ἡ ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς.


        Μέσα στό ἐξαίρετο αὐτό λειτουργικό πλαίσιο διαλάμπει ἡ μεγάλη δεσποτική ἑορτή τῶν Θεοφανείων τῆς 6ης Ἰανουαρίου. Ἡ ἀρχή της εἶναι ἀνάλογος πρός τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων. Τήν 6η Ἰανουαρίου ἑώρταζαν κατά τό παλαιό ἡμερολόγιο τό χειμερινό ἡλιοστάσιο οἱ ἐθνικοί τῆς Αἰγύπτου καί τῆς Ἀραβίας. Κατά τάς ἀρχάς τοῦ Γ´ αἰῶνος πρῶτοι οἱ αἱρετικοί ὀπαδοί τοῦ Βασιλείδου ἐπεχείρησαν τήν ἀντικατάστασι τῆς εἰδωλολατρικῆς αὐτῆς ἑορτῆς μέ τήν ἑορτή τοῦ βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ. Ὀλίγο ἀργότερα ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς καθώρισε τήν 6η Ἰανουαρίου ὡς ἡμέρα ἑορτῆς τῶν Ἐπιφανείων ἤ Θεοφανείων. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ γιά τήν «ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ» (Τίτ. 2, 13). Ἀλλοῦ τονίζει, ὅτι διά τοῦ Χριστοῦ «ἐπεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις» (Τίτ. 2, 11). Ὀ ἴδιος πάλι ὁμιλεῖ γιά τόν Θεό, πού «ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α´ Τιμοθ. 3, 16). Κάτω ἀπό τίς ἐκφράσεις αὐτές τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν ἀναγνωρίζει κανείς τούς τόσο γνωστούς στούς ἐθνικούς ὅρους «θεοφάνεια» καί «ἐπιφάνεια», πού ἐσήμαιναν τήν μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ἐμφάνισι τῆς θεότητος ἤ τοῦ Θεοῦ-αὐτοκράτορος σέ κάποια πόλι. Στήν ἐπιφάνεια τῶν ψευδῶν θεῶν καί τῶν αὐτοκρατόρων ἡ χριστιανική Ἐκκλησία ἀντέταξε τήν ἐπιφάνεια τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί βασιλέως Χριστοῦ, τήν ἀληθινή Θεοφάνεια. Ἀκριβῶς δέ πάλι στήν λατρεία τοῦ ἡλίου, πού νικᾷ κατά τό χειμερινό ἡλιοστάσιο τό σκότος τῆς νυκτός, ἀντιπαρέθεσε τήν λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ ἡλίου, τοῦ Χριστοῦ, πού ἀνέτειλε, κατά τόν προφήτη Ἠσαΐα, στόν ἐν σκότει καί σκιᾷ καθήμενο κόσμο· «Γῆ Ζαβουλών καί γῆ Νεφθαλείμ, ὁδόν θαλάσσης πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καί τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου, φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς» (Ἠσ. 8, 23. 9, 1). Αὐτήν ἐξ ἄλλου τήν προφητεία ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἐφαρμόζει ἀκριβῶς στήν ἔναρξι τῆς δημοσίας δράσεως τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἐπιφανείας Του μεταξύ τοῦ λαοῦ Του (Ματθ. 4, 12-17). Αὐτήν τήν περικοπή θά ἀκούσωμε νά διαβάζεται κατά τήν θεία λειτουργία τῶν Θεοφανείων.
      Ἡ ἔννοια ὅμως αὐτή τῆς θεοφανείας ἤ τῆς ἐπιφανείας τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν συνδεδεμένη πρός ἕνα μόνο ἱστορικό γεγονός τοῦ βίου Του. Εἴδαμε ὅτι ὁ Βασιλείδης καί οἱ ὀπαδοί του ἑώρταζαν τήν 6η Ἰανουαρίου τό ἐν Ἰορδάνη Βάπτισμα, κατά τό ὁποῖο, σύμφωνα πρός τήν αἱρετική των διδασκαλία, ἡ θεότης ἐνεσαρκώθη στόν Χριστό. Ἀλλά καί κατά τήν ὀρθόδοξο διδασκαλία τό βάπτισμα εἶναι ἡ ἀπαρχή, ἡ πρώτη δημοσία ἐμφάνισις καί ἀνάδειξις τοῦ Ἰησοῦ ὡς Μεσσίου καί Σωτῆρος. Κατ᾿ αὐτό ἀνεγνωρίσθη ἀπό τόν ἐκπρόσωπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόν προφήτη Ἰωάννη τόν πρόδρομο, πού εἶδε τό Πνεῦμα τό ἅγιον «καταβαῖνον καί μένον ἐπ᾿ αὐτόν» (Ἰω. 1, 32-34) καί πού ἤκουσε τήν φωνή τοῦ Πατρός «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ ηὐδόκησα» (Ματθ. 3, 17. Μάρκ. 1, 11. Λουκ. 3, 22), τήν βεβαίωσι τῆς υἱότητος. Κατά τό βάπτισμα ἐφάνη ὁ Υἱός – Θεός, ἀλλά καί ἀπεκαλύφθη ὁ Θεός – Τριάς, ὅπως χαρακτηριστικά ψάλλει καί ὁ ποιητής τοῦ ἀπολυτικίου τῆς ἑορτῆς: «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις». Ὁ Υἱός ἐβαπτίζετο, τοῦ Πατρός ἡ φωνή ἠκούετο καί τό ἅγιον Πνεῦμα κατήρχετο ἐν εἴδει περιστερᾶς. «Τριάδος ἡ φανέρωσις ἐν Ἰορδάνῃ γέγονεν», ὅπως πάλι ὑμνῳδεῖ ὁ ἱερός Κοσμᾶς στό τρίτο τροπάριο τῆς η´ ᾠδῆς τοῦ πρώτου κανόνος τῆς ἑορτῆς.
       Αλλά καί μέ τήν γέννησι τοῦ Χριστοῦ ἐπεφάνη ὁ Θεός στόν κόσμο. Καί αὐτή λοιπόν συνεωρτάζετο μέ τήν βάπτισι κατά τήν ἑορτή τῆς 6ης Ἰανουαρίου. Καί πάλι νέοι ὑπολογισμοί ἦλθαν νά δικαιώσουν τήν κατά τήν 6η Ἰανουαρίου γέννησι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τόν συνεορτασμό της τήν ἰδία ἡμέρα μέ τήν βάπτισι. Ὁ Χριστός, τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ἔπρεπε νά ἔχῃ τέλεια καί πλήρη ὅλα τά ἀφορῶντα καί στόν ἐπί γῆς βίο Του. Τέλεια ἑπομένως ἔπρεπε νά εἶναι καί τά ἔτη τῆς ἐπιγείου ζωῆς Του καί ὄχι ἐλλιπῆ. Ὑπελόγιζαν ὅτι ἀπέθανε ἐπί τοῦ σταυροῦ 6 Ἀπριλίου. Θά ἔπρεπε, κατά τούς ἀνωτέρω συλλογισμούς αὐτή νά ἦτο καί ἡ ἡμέρα τῆς συλλήψεώς Του ἀπό τήν Παρθένο Μαρία, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἑπομένως ἡ γέννησις Του μετά ἐννέα πλήρεις μῆνες θά ἔπρεπε νά συμπέσῃ πρός τήν 6η Ἰανουαρίου. Ἐβαπτίσθη «ἀρχόμενος ὡσεί ἐτῶν τριάκοντα» κατά τόν εὐαγγελιστή Λουκᾶ (Κεφ. 3, 23), δηλαδή πάλι κατά τήν 6η Ἰανουαρίου, ἐφ᾿ ὅσον ἡ τελειότης θά ἀπαιτοῦσε καί ἐδῶ πλήρη τόν ἀριθμό τῶν ἐτῶν ἀπό τῆς γεννήσεώς Του κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐνάρξεως τῆς δημοσίας Του δράσεως.
      Συναφῆ πρός τήν γέννησι τοῦ Χριστοῦ γεγονότα, διά τῶν ὁποίων ἐπεφάνη ἡ Θεότης τοῦ Χριστοῦ, ἦσαν καί ἡ προσκύνησις τῶν ποιμένων καί ἡ δωροφορία τῶν μάγων. Οἱ πρῶτοι ἦσαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ καί οἱ δεύτεροι αἱ ἀπαρχαί τῶν εἰδωλολατρῶν, πού ἀνεγνώρισαν καί προσεκύνησαν πρῶτοι τόν ἐπιφανέντα Υἱό τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ ἑορτασμός τῶν δύο αὐτῶν γεγονότων ἦλθε νά ἐμπλουτίσῃ τό θέμα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων. Τά ἑορταζόμενα γεγονότα ἔγιναν ἤδη τέσσαρα.


      Ἀλλά καί πέμπτο γεγονός Θεοφανείας ἔχομε στήν ἀρχή τῆς δράσεως τοῦ Κυρίου. Τό πρῶτό Του θαῦμα στήν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, ὅπου κατά τόν γάμο μετέβαλε τό ὕδωρ σέ οἶνο. Καί σημειώνει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, πού ἀφηγεῖται τό περιστατικό: «Ταύτην ἐποίησεν ἀρχήν τῶν σημείων ὁ Ἰησοῦς ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας καί ἐφανέρωσε τήν δόξαν αὐτοῦ καί ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν οἱ μαθηταί αὐτοῦ» Ἡ φανέρωσις λοιπόν τῆς θεϊκῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ στούς μαθητάς Του, ἡ ἀρχή τῶν σημείων Του, τό θαῦμα τοῦ γάμου τῆς Κανᾶ, προσετέθη στά ἄλλα τέσσαρα ἑορταστικά θέματα.
      Ἐπικρατέστερα ὅμως ἦσαν τά δύο πρῶτα ἑορταστικά θέματα, ἡ γέννησις καί ἡ βάπτισις τοῦ Χριστοῦ, πού ὁ συνεορτασμός των κατά τήν 6η Ἰανουαρίου διετηρήθη ἐπί μακρόν στήν Ἀνατολή καί μέχρι σήμερα ἐξακολουθεῖ νά διατηρῆται στήν ἀρμενική Ἐκκλησία. Ὅταν κατά τόν Δ´ αἰῶνα εἰσήχθη ἀπό τήν Ρώμη καί στήν Ἀνατολή ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων τῆς 25ης Δεκεμβρίου καί βαθμηδόν ἐπεκράτησε καί σ᾿ αὐτή, τό ἑορτολογικό περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων διεσπάσθη. Κατά τά Χριστούγεννα ἑωρτάζετο ἡ γέννησις καί κατά τά Θεοφάνεια τό ἐν Ἰορδάνῃ Βάπτισμα. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι καί τό θέμα τῆς σημερινῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων.
     Ἡ ἀποσυμφόρησις αὐτή δέν ἔβλαψε, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ἦτο πρός ὄφελος τῆς μεγάλης ἑορτῆς. Ἡ μείωσις τῆς ἐπιφανείας της ἔδωσε τήν δυνατότητα τῆς ἀναπτύξεώς της εἰς βάθος. Τό βάπτισμα τοῦ Κυρίου, ἡ κατ᾿ αὐτό Θεοφάνεια, αἱ προτυπώσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἡ ἐπέκτασίς του καί αἱ συνέπειαί του στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἔδωσαν θαυμάσια καί πλούσια θέματα στούς ποιητάς τῶν εὐχῶν καί τῶν ὕμνων τῆς ἑορτῆς καί στούς ἱερούς ἐγκωμιαστάς της. Ἰδιαιτέρα λαμπρότητα τῆς δίδει ἡ ἀκολουθία τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ, πού σήμερα γιά τήν ἐξυπηρέτησι τῶν πιστῶν τελεῖται δύο φορές, τήν παραμονή καί μετά τήν λειτουργία τῆς ἑορτῆς. Εἶναι μία παραστατική ἐξεικόνισις τοῦ βαπτίσματος τοῦ Κυρίου. Πρῶτος, ἀπαρχή τοῦ νέου λαοῦ καί κεφαλή, βαπτίζεται ὁ Χριστός καί ἁγιάζει τήν κτίσι τῶν ὑδάτων γιά νά δημιουργηθῇ δι᾿ αὐτῶν ὁ νέος κόσμος, ἡ καινή κτίσις, οἱ νέοι ἄνθρωποι, οἱ Χριστοφόροι καί Θεοφόροι πιστοί. Κατά τήν παννυχίδα τῶν Θεοφανείων, μετά τόν ἁγιασμό τοῦ ὕδατος καί τήν μετάληψι καί τόν ραντισμό τῶν πιστῶν, ἐβαπτίζοντο σ᾿ αὐτό οἱ κατηχούμενοι. Ἦταν ἡ ἑορτή «τῶν Φώτων». Τοῦ «φωτισμοῦ», τοῦ βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ καί τῶν χριστιανῶν.
      Ἡ ὑμνογραφία τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων εἶναι ἀπαραμίλλου κάλλους. Σ᾿ αὐτήν περιλαμβάνονται ἔργα διασήμων ἀρχαίων ὑμνογράφων ἀπό τά λαμπρότερα τῆς ὑμνογραφίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀπό τήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου τῆς ἡμέρας τῆς ἑορτῆς ἀνθολογοῦμε τούς εἱρμούς τοῦ πρώτου κανόνος, ποίημα τοῦ Κοσμᾶ ἐπισκόπου Μαϊουμᾶ, τοῦ β´ ἤχου, πού ψάλλονται καί ὡς καταβασίαι στό τέλος τῶν ᾠδῶν. Σ᾿ αὐτές συνδυάζονται κατά ἕνα θαυμαστό τρόπο τά θέματα τῆς κάθε μιᾶς ᾠδῆς πρός τό θέμα τῆς ἑορτῆς: Ἡ διάβασις τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης καί ἡ διά τοῦ ὕδατος σωτηρία τοῦ λαοῦ· ὁ ἀπό τόν παντοδύναμο Θεό στηριγμός τῆς ταπεινῆς Ἄννης καί ἡ συντριβή τοῦ δράκοντος στό ὕδωρ τοῦ βαπτίσματος· ἡ προφητική φωνή τοῦ Ἀββακούμ καί ἡ φωνή τοῦ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ Βαπτιστοῦ· τό εἰρηνικό κήρυγμα τοῦ Ἠσαΐου καί τό σωτήριο γιά τόν Ἀδάμ ἔργο τοῦ εἰρηνοποιοῦ Χριστοῦ στόν Ἰορδάνη· ὁ θρῆνος «ἐν θλίψει» τοῦ Ἰωνᾶ καί τό κήρυγμα τῆς μετανοίας τοῦ Προδρόμου· ἡ δρόσος τῆς καμίνου τῆς Βαβυλῶνος τό ἄυλον πῦρ πού δέχθηκαν τά ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου καί ἡ ὑμνολογία τῆς Μητρός τοῦ βαπτισθέντος. Ὅλα αὐτά, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, τύπος καί ἀλήθεια, συμπλέκονται σέ μία ὑπερκοσμία συζυγία.

Ὠδή α´
 «Βυθοῦ ἀνεκάλυψε πυθμένα
καί διά ξηρᾶς οἰκείους ἕλκει
ἐν αὐτῷ καταλύψας ἀντιπάλους
ὁ κραταιός ἐν πολέμοις Κύριος ὅτι δεδόξασται».

Ὠδή γ´
«Ἰσχύν ὁ διδούς
τοῖς βασιλεῦσιν ἡμῶν Κύριος
καί κέρας χριστῶν αὐτοῦ ὑψῶν
Παρθένου ἀποτίκτεται,
μολεῖ δέ πρός τό βάπτισμα,
διό, πιστοί, βοήσωμεν·
Οὐκ ἔστιν ἅγιος, ὡς ὁ Θεός ἡμῶν
Καί οὐκ ἔστι δίκαιος πλήν σου, Κύριε».

Ὠδή δ´
 «Ἀκήκοε, Κύριε,
φωνῆς σου ὅν εἶπας·
Φωνή βοῶντος ἐν ἐρήμῳ,
ὅτε ἐβρόντησας πολλῶν ἐπί ὑδάτων
τῷ σῷ μαρτυρούμενος Υἱῷ·
ὅλος γεγονώς τοῦ παρόντος
Πνεύματος δέ ἐβόησε·
Σύ εἶ Χριστός
Θεοῦ σοφία καί δύναμις».

Ὠδή ε´
«Ἰησοῦς ὁ ζωῆς ἀρχηγός
λῦσαι τό κατάκριμα ἥκει
Ἀδάμ τοῦ πρωτοπλάστου·
καθαρσίων δέ ὡς Θεός μή δεόμενος,
τῷ πεσόντι καθαίρεται ἐν τῷ Ἰορδάνῃ·
ἐν ᾧ τήν ἔχθραν κτείνας,
ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν
εἰρήνην χαρίζεται».

Ὠδή ς´
 «Ἡ φωνή τοῦ Λόγου,
ὁ λύχνος τοῦ φωτός, ὁ ἑωσφόρος,
ὁ τοῦ ἡλίου Πρόδρομος,
ἐν τῇ ἐρήμῳ
μετανοεῖτε, πᾶσι βοᾷ τοῖς λαοῖς,
καί προκαθαίρεσθε,
ἰδού γάρ πάρεστι Χριστός,
ἐκ φθορᾶς τόν κόσμον λυτρούμενος».



         Θεολογικώτερα εἶναι τά στιχηρά τῶν αἴνων, ἰδιόμελα τοῦ α´ ἤχου, ποίημα Γερμανοῦ τοῦ Α´ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Ἀπό αὐτά διαλέγομε τό πρῶτο καί τό τέταρτο. Τό πρῶτο ἀναφέρεται στήν ἐπιφάνεια τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί στό φῶς πού ἔλαμψε στόν κόσμο διά τῆς παρουσίας Του. Στό ἄλλο ἡ ἐπιφάνεια τοῦ ἀληθινοῦ φωτός συνδυάζεται πρός τό βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ, τόν ἁγιασμό τοῦ ὕδατος καί στήν θεολογική ἔννοια τοῦ βαπτίσματος τῶν χριστιανῶν καί κατακλείεται μέ μία δοξολογική ἀποστροφή πρός τόν Θεό γιά τά θαυμάσιά Του ἔργα.


«Φῶς ἐκ φωτός
ἔλαμψε τῷ κόσμῳ
Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν,
ὁ ἐπιφανείς Θεός·
τοῦτον, λαοί, προσκυνήσωμεν»

«Τό ἀληθινόν φῶς ἐπεφάνη
καί πᾶσι τόν φωτισμόν δωρεῖται.
Βαπτίζεται Χριστός μεθ᾿ ἡμῶν
ὁ πάσης ἐπέκεινα καθαρότητος.
Ἐνίησι τόν ἁγιασμόν τῷ ὕδατι
καί ψυχῶν τοῦτο καθάρσιον γίνεται.
Ἐπίγειον τό φαινόμενον
καί ὑπέρ τούς οὐρανούς τό νοούμενον·
διά λουτροῦ σωτηρία,
δι᾿ ὕδατος τό Πνεῦμα,
διά καταδύσεως
ἡ πρός Θεόν ἡμῶν ἄνοδος γίνεται.
Θαυμάσια τά ἔργα σου,
Κύριε, δόξα σοι».

Καί κατακλείομε μέ τό τόσο γνωστό θριαμβευτικό ἀπολυτίκιο τῶν Θεοφανείων τοῦ α´ ἤχου.
Ἡ φανέρωσις τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἡ Θεοφάνεια, ἔγινε κατά τό βάπτισμα τοῦ ἐπιφανέντος Χριστοῦ καί φωτίσαντος τόν κόσμον. Ὁ Υἱός ἐβαπτίζετο στόν Ἰορδάνη, ἡ φωνή τοῦ Πατρός ἐμαρτύρει ὀνομάζουσα «Υἱόν ἀγαπητόν» τόν Χριστό, τό Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς ἐπεσφράγιζε τοῦ λόγου τό ἀσφαλές. Καί τά τρία ὀνόματα τῆς μεγάλης ἑορτῆς - «Ἐπιφάνεια» - «Θεοφάνεια» -«Φῶτα» - ὑποδηλώνονται στό ὡραῖο αὐτό τροπάριο.

«Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε,
ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις·
τοῦ γάρ Γεννήτορος ἡ φώνη προσεμαρτύρει σοι,
ἀγαπητόν σε Υἱόν ὀνομάζουσα·
καί τό πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς
ἐβεβαίου τοῦ λόγου τό ἀσφαλές.
Ὁ ἐπιφανείς, Χριστέ ὁ Θεός,
Καί τόν κόσμον φωτίσας,
δόξα σοι».

Θεοφάνεια, η παρουσία της Αγίας Τριάδος



Σήμερον η κτίσις φωτίζεται, σήμερον τα πάντα ευφραίνονται, τα ουράνια και τα επίγεια».
Σήμερα, ο αναμάρτητος σπεύδει να βαπτισθεί, ο Δεσπότης ζητεί ο δούλος του να του γίνει βαπτιστής, «ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον» περιβάλλεται «ρείθρα τού Ιορδάνου».
Κατεβαίνει ο Ιησούς στον Ιορδάνη κι εκείνος στρέφεται προς τα πίσω «ευθύς ανεβαίνει από του ύδατος» γιατί δεν έχει αμαρτίες να εξομολογηθεί. Οι ουρανοί σχίζονται και το άγιο Πνεύμα κατεβαίνει στην κεφαλή του Λυτρωτή ενώ ταυτόχρονα η παντοκρατορική φωνή ακούγεται από τον ουρανό να λέγει: «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα».
Δικαιολογημένα όμως προβάλλεται το ερώτημα: Γιατί ο Χριστός, αφού ήταν αναμάρτητος βαπτίστηκε;

Επτά είναι, οι σκοποί, τους οποίους επεδίωκε ο Χριστός με τη βάπτιση του.
  • Ο πρώτος: Βαπτίστηκε ο Χριστός για να καθαρίσει την ανθρώπινη φύση που ολόκληρη την είχε φορέσει με τη σάρκα Του, την «εκ Μαρίας της Παρθένoυ». «Ο μεν γαρ Χριστός αυτοκάθαρσις ην και ουκ εδείτο καθάρσεως, άλλα σοι-δηλαδή προς χάριν όλων των ανθρώπωνκαθαίρεται» λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος και ο ιερός Υμνογράφος επαναλαμβάνει «καθαρσίων δε ως Θεός μη δεομένος τω πεσόντι καθαίρεται εν τω Ιορδάνη».
  • Ο δεύτερος: Βαπτίστηκε ο Χριστός για να συντρίψει τη δύναμη των δαιμόνων και του αρχηγού τους, πράγμα που έγινε βέβαια σύμφωνα με το Δαυϊτικό λόγιο: «Συ συνέτριψας τας κεφαλάς των δρακόντων επί του ύδατος, συ συνέθλασας την κεφαλήν τού δράκοντος». Υπέροχα ερμηνεύει την αλήθεια αυτή η βυζαντινή αγιογραφία: Παρουσιάζει δηλαδή το Χριστό μέσα στα νερά του Ιορδάνη και κάτω από τα νερά δεμένους με αλυσίδες τους δαίμονες με μορφή ανθρώπινη και ψαλίδες του κάβουρα στο κεφάλι.
  • Ο τρίτος: Βαπτίστηκε ο Χριστός για να καταχώσει την αμαρτία κάτω από τα νερά και για να θάψει το νεκρό από την αμαρτία άνθρωπο μέσα σ’ αυτά, ώστε μόνο το καλό να επικρατεί και μόνον ο ανακαινισμένος άνθρωπος να ευδοκιμεί. Στον κατακλυσμό του Νώε ετάφησαν οι άνθρωποι «υπό τα ύδατα» αλλά στο δεύτερο κατακλυσμό, στη Βάπτιση δηλαδή τού Χριστού ετάφησαν οι αμαρτίες των ανθρώπων κάτω απ’ αυτά.
  • Ο τέταρτος: Βαπτίστηκε ο Χριστός για να αγιάσει τον Bαπτιστή. Γι’ αυτό και ο Βαπτιστής είναι ο μεγαλύτερος προφήτης και ο «μείζων εν γεννητοίς γυναικών», κατά τον Ευαγγελιστή, γιατί αξιώθηκε να βαπτίσει τον Κύριο Ιησού και αντί να μεταδώσει αυτός χάρη και ευλογία στο βαπτιζόμενο, αξιώθηκε να λάβει αυτός αγιότητα από τον βαπτισθέντα.
  • Ο πέμπτος: Βαπτίστηκε ο Χριστός για να εκπληρώσει το Νόμο, για να τηρήσει δηλαδή κι’ εκείνος τα εντάλματα του Πατέρα Του μέχρι κεραίας. Αυτό εξ άλλου είπε και στον Πρόδρομο όταν εκείνος δίσταζε να τον βαπτίσει «άφες άρτι, ούτω γάρ πρέπον ημίν εστί πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην».
  • Ο έκτος: Βαπτίστηκε ο Χριστός για να φανερώσει στον Πρόδρομο και Βαπτιστή και σ’ όλους όσοι θα παρευρισκόταν εκεί το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, για να αποκαλύψει δηλαδή την μία θεότητα με τις τρεις της Υποστάσεις, τον Πατέρα στον ουρανό «βοώντα και λέγοντα» «ούτός εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ω ηυδόκησα», το άγιο Πνεύμα «εν είδει περιστεράς κατερχόμενον και μένον επ’ αυτόν» και τον Υιό και Λόγο τού Θεού βαπτιζόμενο στον ιερό ποταμό. Πολύ όμορφα ο άγιος Κοσμάς ο Μελωδός αναφέρεται στην εμφάνιση, κατά τη Βάπτιση, της Αγίας Τριάδος « Τριάδος η φανέρωσις, λέγει, εν Ιορδάνη γέγονεν, αύτη γάρ υπέρθεος φύσις ο Πατήρ εφώνησεν ούτος ο βαπτιζόμενος Υιός ο αγαπητός μου το Πνεύμα το άγιον συμπαρήν τω ομοίω ον ευλογούσι λαοί, και υπερυψούσιν εις πάντας τους αιώνας».
  • Ο έβδομος: Bαπτίστηκε ο Χριστός, για να γίνει το πρότυπο το ιδικό μας, για να μάς υποδείξει δηλαδή ότι πρέπει κι’ εμείς να βαπτιζόμαστε, αλλά όχι το βάπτισμα του Ιωάννη του Βαπτιστή, που ήταν βάπτισμα μετανοίας, αλλά το βάπτισμα του Χριστού που είναι βάπτισμα «αφέσεως αμαρτιών», βάπτισμα «ύδατος και πνεύματος». Εξ’ άλλου ο ίδιος ο Χριστός είπε ότι «εάν μη τις γεννηθεί εξ ύδατος και πνεύματος ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν των ουρανών», και πολύ δικαιολογημένα γιατί κατά τον σοφό Κλήμη: «Βαπτιζόμενοι, φωτιζόμεθα φωτιζόμενοι υιοθετούμεθα υιοθετούμενοι τελειούμεθα, τελειούμενοι απαθανατιζόμεθα».
Ώστε λοιπόν επτά ήταν οι σκοποί που επεδίωκε ο Χριστός με το Βάπτισμα. Ας τους ακούσομε και πάλι όπως συνοπτικά τους εκθέτει ο κλασσικός δογματικός της Εκκλησίας μας, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Βαπτίζεται δε ο Χριστός, ουχ ως αυτός χρήζων καθάρσεως, αλλά την εμήν οικειούμενος κάθαρσιν, ίνα συντρίψη τας κεφαλάς των δρακόντων επί του υδατος, ίνα κλύση την αμαρτίαν και πάντα τον παλαιόν Αδάμ ενθάψη τω ύδατι, ίνα αγιάση τον Βαπτιστήν, ίνα πληρώση τον νόμον, ίνα το της Τριάδος αποκαλύψη μυστήριον, ίνα τύπος και υπογραμμός ημίν προς το βαπτίζεσθαι γένηται».
Και βέβαια βαπτιστήκαμε κι’ εμείς στο όνομα της Αγίας Τριάδος και απαλλαχθήκαμε από το προπατορικό αμάρτημα και τις προσωπικές μας αμαρτίες. Αλλ’ αλίμονο! Όλοι μας μολύναμε τον πάλλευκο χιτώνα της ψυχής μας, πέσαμε στην αμαρτία, χάσαμε τη χάρη τού αγίου Πνεύματος και περιπέσαμε στη δυστυχία. Γι’ αυτό κλαίμε τις αμαρτίες μας.
Ας τις εξομολογούμεθα στον πνευματικό μας και να είμαστε βέβαιοι ότι τα δάκρυά μας θα μεταστραφούν σε χαρά και η ευτυχία θα πλημμυρίσει τις ψυχές μας και μάλιστα σήμερα που «η κτίσις φωτίζεται και τα πάντα ευφραίνονται, τα ουράνια άμα και τα επίγεια».

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

Θ. Λειτουργία στον Άγιο Ανδρέα της Πάτρας θα τελέσει στις 10 Γενάρη 2010 ο μητροπολίτης Λευκάδος και Ιθάκης κ. Θεόφιλος


       «Την Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λευκάδος και Ιθάκης κ. Θεόφιλος θα τελέσει στον Ιερό Ναό Αγίου Ανδρέου Πατρών (πολιούχος) Θεία Λειτουργία για τους αποδήμους Λευκαδίους και Ιθακησίους, που διαμένουν στην Πάτρα και τα περίχωρα αυτής. Ο Όρθρος θα αρχίσει στις 7.15 π.μ. και η Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στις 8.45 π.μ. Μετά την Θεία Λειτουργία θα ευλογήσει την πρωτοχρονιάτικη Βασιλόπιτα του Συλλόγου Λευκαδίων Πάτρας «Η Φανερωμένη» στο ξενοδοχείο «ΠΑΤΡΑ ΠΑΛΛΑΣ».
Προσκαλείσθε άπαντες και παρακαλείσθε να ενημερώσετε και άλλους γνωστούς σας, Λευκαδίους ή Ιθακησίους των Πατρών, προκειμένου να συμμετάσχουν σε αυτήν την λειτουργική σύναξη, που τελεί ειδικά γι’ αυτούς ο Ποιμενάρχης μας».

(Εκ του γραφείου Τύπου και εθιμοτυπίας της  Ιεράς Μητροπόλεως Λευκάδος και Ιθάκης)