Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Τα δώρα των μάγων στον μικρό Χριστό



Ανεκτίμητο κειμήλιο της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου Αγίου Όρους
«Και ελθόντες εις τον οίκίαν είδον το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού, και πεσόντες προσεκύνησαν αύτω και άνοίξαντες τους θησαυρούς αυτών προσήνεγκαν αύτω δώρα, χρυσόν και λίβανον και σμύρναν»

       Μεταξύ των ποικίλων θησαυρών και πολυτίμων κειμηλίων πού με πολλή ευλάβεια φυλάσσονται στην Ιερά Μονή του Αγίου Παύλου στο Αγιον Όρος, χωρίς αμφιβολία την πρώτη θέση καταλαμβάνουν τα Τίμια Δώρα πού προσέφεραν οι τρεις εξ Ανατολών Μάγοι στον ως Βρέφος ένανθρωπήσαντα Κύριο. Τα Δώρα αυτά ως γνωστόν είναι χρυσός, λίβανος και σμύρνα. Ό χρυσός βρίσκεται υπό την μορφή εικοσιοκτώ επιμελώς σκαλισμένων επιπέδων πλακιδίων, ποικίλων σχημάτων (παραλληλογράμμων, τραπεζοειδών, πολυγώνων κτλ.) και διαστάσεων περίπου 5 εκ. χ 7 εκ. Κάθε πλακίδιο έχει διαφορετικό σχέδιο πολύπλοκης καλλιτεχνικής μικροεπεξεργασίας. Ό λίβανος1 και ή σμύρνα2 διατηρούνται ως μείγμα υπό την μορφή εξήντα δύο περίπου σφαιρικών χανδρών μεγέθους μικρής ελιάς.


       Επειδή κυρίως ή πνευματική αλλά και ή υλική, ιστορική και αρχαιολογική αξία των Τιμίων Δώρων είναι ανυπολόγιστη, φυλάσσονται με ιδιαίτερη επιμέλεια στο θησαυροφυλάκιο της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου. Για λόγους ασφαλείας είναι κατανεμημένα σε διάφορες λειψανοθήκες, μόνο μέρος δε αυτών εκτίθεται εις προσκύνησιν των επισκεπτών της Ιεράς Μονής ή μεταφέρεται προς αγιασμό εκτός Αγίου Όρους στις κατά τόπους Ιερές Μητροπόλεις.
       Γράφει ό Ευαγγελιστής Λουκάς για την Παναγία ότι «διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής» (Λουκ. β' 19, 51). Πιστεύεται δε από τους θεολόγους ερμηνευτές ότι ένα μεγάλο μέρος από αυτά τα «ρήματα», τα λόγια και τα γεγονότα δηλαδή της ζωής του Κυρίου, ή Θεοτόκος τα εκμυστηρεύθηκε στον Άγιο Απόστολο Λουκά ό όποιος και τα συμπεριέλαβε στο Ευαγγέλιο του. Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι παράλληλα με τα άγια «ρήματα» του Κύριου, ή Ύπεραγία Θεοτόκος «διετήρει» και ότι άλλο σχετικό με την επίγεια ζωή του Κυρίου, και φυσικά, και τα Τίμια Δώρα.
       Σύμφωνα με την ίστορικοθρησκευτική μας παράδοση, προ της Κοιμήσεως της ή Παναγία Μητέρα του Κυρίου τα παρέδωσε μαζί με τα Αγια Σπάργανα του Χριστού, την Τίμια Έσθήτα και την Αγία Ζώνη της στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων οπού και παρέμειναν μέχρι το έτος 400 μ.Χ. περίπου. Κατά το έτος τούτο ό αυτοκράτωρ Άρκάδιος τα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη προς αγιασμό του λάου και προστασία και προβολή της Βασιλευούσης. Εκεί παρέμειναν μέχρι καί της αλώσεως της πόλεως από τους Φράγκους το έτος 1204 μ.Χ. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν για λόγους ασφαλείας μαζί με αλλά ιερά κειμήλια στη Νίκαια της Βιθυνίας, προσωρινή πρωτεύουσα του Βυζαντίου, όπου καί παρέμειναν για εξήντα περίπου χρόνια. Με την υποχώρηση των Σταυροφόρων επί αύτοκράτορος Μιχαήλ Παλαιολόγου επεστράφησαν στην Κωνσταντινούπολη μέχρι της ύποδουλώσεώς της στους Τούρκους το 1453 μ.Χ.
       Μετά την Άλωση ή ευλαβέστατη Μάρω, χριστιανή σύζυγος του σουλτάνου Μουράτ Β' (1421-1451) καί μητρυιά του Μωάμεθ Β' του Πορθητού, τα μετέφερε αυτοπροσώπως στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου στο Αγιον Όρος. Ή Μονή αυτή της ήταν γνωστή καθόσον ό πατέρας της Γεώργιος Βράγκοβιτς, δεσπότης της Σερβίας, έκτισε το καθολικό της εις τιμήν του Αγίου Μεγαλομάρτυρας Γεωργίου του Τροπαιοφόρου.
      Κατά την αγιορείτικη παράδοση, καθώς ή Μάρω ανήρχετο από τον αρσανά (λιμάνι) στην Μονή, ή Κυρία Θεοτόκος την εμπόδισε με υπερφυσικό τρόπο να πλησίαση στη Μονή καί έτσι να παραβίαση το άβατον του Αγίου Όρους. Αυτή υπήκουσε καί παρέδωσε ταπεινά τα Τίμια Δώρα στους ευλαβείς μοναχούς και πατέρες, οι όποιοι καί έστησαν στο σημείο εκείνο της θεομητορικής παρουσίας ένα Σταυρό πού σώζεται μέχρι σήμερα καί λέγεται «Σταυρός της Βασιλίσσης». Το σουλτανικό έγγραφο με τις σχετικές πληροφορίες παραδόσεως των Τιμίων Δώρων φυλάσσεται στο αρχείο της Μονής του Αγίου Παύλου.
      Ή αυθεντικότητα των Τιμίων Δώρων στηρίζεται κατά ένα μέρος στην προφορική παράδοση καί κατά το υπόλοιπο στην ιστορία. Εκείνο όμως πού ακράδαντα βεβαιώνει την αυθεντικότητα των Τιμίων Δώρων είναι ή άρρητη εύωδία πού ώρισμένα άπ' αυτά αδιαλείπτως καί ώρισμένα κατά καιρούς αναδίδουν καί ή πλούσια ιαματική καί θαυματουργική χάρις πού μέχρι τις μέρες μας αναβλύζουν.


1. κοινώς λιβάνι η λιβανωτός: αρωματική ελαιώδης ρητίνη του δένδρου βοσουελλίας της καρτερεί-ου, πού φύεται στις αμμώδεις εκτάσεις της Αραβίας, της Σομαλίας, των Ινδιών και του Λιβάνου. Χρησιμοποιήθηκε σαν θυμίαμα για κοσμική και λατρευτική χρήση από τα πανάρχαια χρόνια (Αιγύπτιοι, Βαβυλώνιοι, Εβραίοι).
2. κοινώς μύρον ή μύρρα: αρωματική υδατοδιαλυτή ρητίνη του φυτού μύρρας της κομμιοφόρου και άλλων συγγενών πού φύονται στην Αραβία και την Αιθιοπία.

Η τριλογία του μυστηρίου της σαρκώσεως του Ιησού Χριστού


Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη

Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ
κ. ΔΑΝΙΗΛ

«Θεός τό τεχθέν, ἡ δέ Μήτηρ Παρθένος. Τί μεῖζον ἄλλο καινόν εἶδεν ἡ κτίσις;»


        Διαλεγομένη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέ τόν σύγχρονον κόσμον κηρύττει τήν ὑπόθεσιν τῆς μεγάλης Δεσποτικῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων καί συγκαλεῖ ἅπαντες νά χαροῦν καί νά εὐφρανθοῦν, «ὅτι παιδίον ἐγενήθη ἡμῖν, υἱός, καί ἐδόθη ἡμῖν» (Ἡσαΐου θ' 6). Συγχρόνως ὅμως προσεύχεται κάμπτουσα τά γόνατα ἐνώπιον τοῦ Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος δίνει ζωή καί ὕπαρξι σ᾽ ὅλα τά ὄντα, οὐράνια καί ἐπίγεια νά μπορέσουμε «μαζί μέ ὁλόκληρο τόν λαό τοῦ Θεοῦ νά συλλάβουμε ποιό εἶναι τό πλᾶτος καί τό μῆκος, τό βάθος καί τό ὕψος τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας καί νά γνωρίσουμε τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού ξεπερνάει κάθε ἀνθρώπινη γνώσι». (Ἐφεσ. γ' 14-19).
       Ἐπειδή δέ οἱ Χριστιανοί ἑορτάζουμε τά λυτρωτικά καί σωτηριώδη γιά μᾶς γεγονότα τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας μέ ἔννοιες ἱερές καί σκέψεις θεοπρεπεῖς, σπουδάζουμε στούς μεγάλους διδασκάλους μας τούς ἱερούς Ἀποστόλους τούς αὐτόπτες καί ὑπηρέτες τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τούς λαβόντες «οὐρανίων μυστηρίων ἀποκάλυψιν» γιά νά μάθουμε ἀπ᾽ αὐτούς τήν «ἄγνωστη γνώσι» καί νά φωτισθοῦμε στήν διάνοιά μας. Ὁ θειότατος Ἀπόστολος Παῦλος ὁ οὐρανοβάμων θεολογῶν περί τό μυστήριον τῆς σαρκώσεως γράφει: «Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος ἄν καί ἦταν Θεός, δέν θεώρησε τήν ἰσότητά του μέ τόν Θεό ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς, ἀλλά τά ἀπαρνήθηκε ὅλα, πῆρε δούλου μορφή κι ἔγινε ἄνθρωπος». (Φιλιπ. β' 5-7) Σ᾽ αὐτά θά προσθέσουμε καί τούς λόγους τοῦ κορυφαίου τῶν Ἀποστόλων, τοῦ Πέτρου: «Ἔτσι μᾶς ἔχει δώσει τίς πιό πολύτιμες καί τίς πιό μεγάλες ὑποσχέσεις, μέ τίς ὁποῖες θά γίνετε μέτοχοι τῆς θείας φύσεως, καί θά ἀποφύγετε τήν φθορά πού προκαλοῦν οἱ κοσμικές ἐπιθυμίες». (Β' Πέτρ. α' 4)
       Ἐκ τούτων τῶν ἀποστολικῶν λόγων θά μπορούσαμε νά συνθέσουμε μιά τριλογία, τήν ἱερά τριλογία τοῦ μυστηρίου τῆς σαρκώσεως.


Α' Αὐταπάρνησις

Τό πρῶτο αὐτό στοιχεῖο τῆς θεολογικῆς τριλογίας τῆς σαρκώσεως ἀναφέρεται στήν ταπείνωσι ἤ κένωσι τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ.Ἀναφέρεται στήν προαιώνιο ὕπαρξί Του καί στήν κατάστασι τῆς δόξης Του πρίν σαρκωθεῖ καί ζήσει ἐπί τῆς γῆς ἄνθρωπος. Ὑπῆρχε μέ τήν μορφή τοῦ Θεοῦ. Ἦταν Θεός προαιώνιος, ἄναρχος καί δημιουργός τοῦ παντός κόσμου. Διαβάζουμε στό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν, ὅπου ὁμιλεῖ ὁ Υἱός ὡς προσωποποιημένη Σοφία: «Ἐγώ ἡ Σοφία... γεννήθηκα, ὅταν ἀκόμα δέν ὑπῆρχαν οἱ ἄβυσσοι, προτοῦ νά γίνουν οἱ πηγές οἱ νερομάνες. Πρίν νά θεμελιωθοῦνε τά βουνά καί πρίν ὑπάρξουν λόφοι, ἐγώ γεννήθηκα. Δέν εἶχε ἀκόμα κάνει τήν γῆ οὔτε τούς κάμπους οὔτε τόν πρῶτο κόκκο ἀπό τό σύνολο τοῦ σύμπαντος. Ἤμουν ἐκεῖ ὅταν στέριωνε τούς οὐρανούς, ὅταν χάραζε κύκλο τόν ὁρίζοντα στό πρόσωπο τοῦ ὠκεανοῦ· ὅταν ψηλά τά νέφη στέριωνε κι ὁρμητικά ἀναβρύζαν οἱ πηγές τῆς ἀβύσσου· ὅταν ἔβαζε ὅριο στή θάλασσα, ὥστε νά μή τό ξεπερνᾶνε τά νερά· ὅταν τῆς γῆς ἔβαζε τά θεμέλια. Τότε ἤμουν κοντά του σάν μικρό παιδί· κι ἤμουν καθημερινή του εὐχαρίστησι, ἐνῷ στήν παρουσία του χαιρόμουν ἀκατάπαυστα.» (η' 24-30) Στήν ἔνδοξη κατάστασι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ πρίν σαρκωθεῖ ἀναφέρονται οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἰωάννης καί Παῦλος. Γράφει ὁ ἀγαπημένος μαθητής καί θεολόγος: «Ἀπ᾽ ὅλα πρίν ὑπῆρχε ὁ Λόγος κι ὁ Λόγος ἦταν μέ τόν Θεό, κι ἦταν Θεός ὁ Λόγος. Ἀπό τήν ἀρχή ἦταν αὐτός μέ τόν Θεό. Τά πάντα δι᾽ αὐτοῦ δημιουργήθηκαν... Αὐτός ἦταν ἡ ζωή». (Ἰωάν. α' 1-4) Ὕμνησε τόν προαιώνιο Λόγο καί ὁ Παῦλος γράφων πρός Κολοσσαεῖς: «Αὐτός εἶναι εἰκόνα τοῦ ἀοράτου Θεοῦ, πρίν ἀπό κάθε πλάσμα γεννημένος. Γιατί τά πάντα δι᾽ αὐτοῦ ἦρθαν στήν ὕπαρξι... Ὑπάρχει αὐτός πρίν ἀπό καθετί κι αὐτός τά πάντα συγκρατεῖ, γιά νά μποροῦν νά ὑπάρχουν. Αὐτός ἡ κεφαλή τοῦ σώματος πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, αὐτός ἀρχή τῆς νέας ἀνθρωπότητας... Γιατί μέσα σ᾽ ἐκεῖνον ἔστερξε ἡ θεότητα ὁλάκερη νά κατοικήσει...» (α' 15-19) Γράφει δέ καί πρός Ἑβραίους: «Ὁ Θεός... σ᾽ αὐτούς ἐδῶ τούς ἐσχάτους καιρούς μίλησε σ᾽ ἐμᾶς μέσῳ τοῦ Υἱοῦ Του. Δι᾽ αὐτοῦ ὁ Θεός δημιούργησε τό σύμπαν καί τόν ὅρισε κληρονόμο τῶν πάντων. Αὐτός εἶναι ἡ ἀκτινοβολία τοῦ θεϊκοῦ μεγαλείου καί ἡ τέλεια ἔκφρασι τῆς θεϊκῆς ὑποστάσεως, κι αὐτός συγκρατεῖ τό σύμπαν μέ τήν θεϊκή δύναμι τοῦ λόγου Του.» (α' 2-3) Στήν προαιώνια ἔνδοξη κατάστασί Του ἀνεφέρθη πολλάκις ὁ Κύριος στούς τελευταίους λόγους τῆς ἐπιγείου ζωῆς Του ὅπως: «Τώρα λοιπόν ἐσύ, Πατέρα, δόξασέ με κοντά σου μέ τήν δόξα πού εἶχα κοντά σου προτοῦ νά γίνει ὁ κόσμος». (Ἰωάν. ιζ' 5)
Ὡστόσον ὅλα αὐτά τά μεγαλεῖα τά ἀρνήθηκε. Κι ἔγινε θνητός ἄνθρωπος ὁ ἀθάνατος. Μετέλαβε σαρκός καί αἵματος ὁ εἰπών στήν Σαμαρείτιδα ὅτι «ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα» (Ἰωάν. δ' 24).

Β' Πρόσληψις

      Ὁ Θεός λοιπόν ἔγινε ἄνθρωπος. Προσέλαβε τήν πτωχή, ἄδοξη καί ἔρημη φύσι μας γιά νά τῆς δώσει τιμή, ἀξία, εὐπρέπεια, δόξα, ἀθανασία, ἐλευθερία, ἁγιασμό, νά τήν ἀνεβάσει εἰς τήν κατάστασιν τῆς θεότητος. Γιά νά τό ἐπιτύχει αὐτό ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνηνθρώπησε. «Ἐπειδή λοιπόν "τά παιδιά" αὐτά ἦταν ἄνθρωποι, ἔγινε κι ὁ Ἰησοῦς ἄνθρωπος... Ἔπρεπε λοιπόν νά γίνει σέ ὅλα ὅμοιος μέ τά ἀδέλφια του...» (Ἑβρ. β' 14, 17) Ὅπως τό προηγούμενο θέμα ἔτσι κι αὐτό τῆς προσλήψεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀπό τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπό τά σημαντικώτερα θέματα τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀφοῦ ἀναφέρεται ἀμέσως στήν ὑπόθεσι τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ σωτηρίας μας.
Σύμφωνα λοιπόν μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ προσέλαβε πλήρη, τελεία καί γνησία ἀνθρώπινη φύσι, ἀναμάρτητη, ἀπηλλαγμένη ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, γι αὐτό ἐξάλλου γεννήθηκε ἀπό Μητέρα Παρθένο, ἐκτός τῆς ἁμαρτίας. Εἶχε ψυχή καί σῶμα, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Δέν εἶχε ἁμαρτωλά πάθη, τά ὁποῖα καθιστοῦν τόν ἄνθρωπο ἄξιο κατακρίσεως καί τιμωρίας. Εἶχε δέ ὅλα τά ἀδιάβλητα πάθη, πεῖνα, δίψα, κόπωσι, ἱδρῶτα κλπ. γιά νά πιστοποιοῦν ὅτι ἄν καί διέφερε ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἀφοῦ ἦταν «ἅγιος, ἄκακος, ἀψεγάδιαστος, χωρίς καμμιά σχέσι μέ τήν ἀνθρώπινη ἁμαρτία» (Ἑβρ. ζ' 26) ἐν τούτοις ἦταν πραγματικός καί αὐθεντικός ἄνθρωπος.
      Ἐκεῖνο ὅμως μέ τό ὁποῖο ἐκορύφωσε τήν ἐνέργειά Του αὐτή ὁ Θεός Λόγος εἶναι, ὅτι προσέλαβε τήν ἀνθρωπίνη φύσι καί συμμερίσθηκε τήν θέσι καί ἦλθε στήν κατάστασι τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ὁ ἀναμάρτητος, ὁ μή ποιήσας ἁμαρτίαν. Αὐτούς τούς ἱερούς συλλογισμούς διαβάζουμε στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου κεφ. 5 στίχοι 5-11.

Γ' Μετάδοσις

Μέ τήν αὐταπάρνησί Του ὁ Θεός Λόγος καί τήν πρόσληψι τῆς φύσεώς μας μᾶς μετέδωσε τίς τελειότητες τῆς θείας φύσεως καί μᾶς μετέφερε στήν κατάστασι, στήν ὁποία ζεῖ καί ὑπάρχει ἡ μακαρία φύσις τῆς Τρισυποστάτου θεότητος. Ποιές εἶναι αὐτές οἱ τελειότητες: ἡ ἁγιότητα, ἡ σοφία, ἡ δικαιοσύνη, ἡ παντοδυναμία, ἡ ἐλευθερία, ἡ ἀθανασία, ἡ μακαριότης, ἡ ἀφθαρσία καί ὅλες οἱ φυσικές ἰδιότητες τῆς Παναγίας Τριάδος.
Ἡ συμμετοχή τοῦ ἀνθρώπου στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τῆς θείας οὐσίας ἀπετέλεσε τό θέμα τοῦ Ἡσυχασμοῦ κατά τόν 14ον αἰῶνα. Τοῦτο λέγομεν μόνο, ὅτι εἰς αὐτές μετέχουν οἱ σφόδρα κεκαθαρμένοι. Κοινωνοῦντες δέ τῶν φυσικῶν τελειοτήτων τοῦ Θεοῦ θεοῦνται, καί γίνονται θεοί κατά χάριν. Ἡ δέ κοινωνία αὐτή γίνεται κατά συγκατάβασιν Θεοῦ. Μᾶς τό ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά κοινωνοῦμεν μαζί Του καί νά ἑνούμεθα μετ᾽ Αὐτοῦ.Ὁ δέ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θεολογεῖ: «Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε γιά νά γίνωμε κοινωνοί τῆς θείας φύσεως καί μέτοχοι τῆς αἰωνιότητάς Του, καί νά φανοῦμε ὅμοιοι μέ Αὐτόν, θεούμενοι μέσῳ τῆς θείας Χάρης. Γιά τήν θέωση αὐτή συστάθηκαν καί ἐξακολουθοῦν νά ὑπάρχουν τά ὄντα, καί γι᾽ αὐτήν τά μή ὄντα καρποφόρησαν καί γέννησαν τά ὄντα.» (μβ' κεφ. τῆς Γ' ἑκατοντάδος τῶν θεολογικῶν).



«Ἡμεῖς δέ ἀκαταπαύστως βοῶμεν·
Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη,
ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.»

Ποιμαντορική εγκύκλιος Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας & Ακαρνανίας κκ ΚΟΣΜΑ

 ΚΟΣΜΑΣ
 ΧΑΡΙΤΙ ΘΕΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
 ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
AΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ



Προς το Χριστεπώνυμον Πλήρωμα
της καθ’ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως

Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,
«Ουκ ην τόπος εν τω καταλύματι» (Λουκ. β’, 7)
Σήμερα Χριστούγεννα, αυτή τη μεγάλη και αγία ημέρα τη «Μητρόπολη των εορτών», φέρουμε όλη την προσοχή μας στη Βηθλεέμ.Ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός ήλθε στη γη, σαν ξένος. Όχι μόνο διότι «εκένωσε εαυτόν μορφήν δούλου λαβών» (Φιλιπ. β , 7), και ήλθε απλούς, άγνωστος στη γη, αλλά και διότι αντιμετώπιζε μια συγκλονιστική μοναδικότητα.
Κανείς, μα κανείς, δε θέλησε να παραχωρήση τόπο στην επίτοκο Παρθένο Μαρία, για να γεννήση ως άνθρωπο, έστω με ανθρώπινες συνθήκες, το Χριστό μας. Κτύπησε τις πόρτες των σπιτιών ο γέρων προστάτης Ιωσήφ, κατέφυγε και στο πανδοχείο, αλλά κανείς δεν έδωσε κατάλυμα στον Κύριο.
Για όλους τους ανθρώπους υπήρχε χώρος. Για τον Πλάστη και Σωτήρα, για τον Παντοκράτορα Δημιουργό ούτε μια μικρή γωνιά. Κανένα πανδοχείο, κανένας φίλος, γνωστός η φιλάνθρωπος δεν βρέθηκε να προσφέρη φιλοξενία. Μοναδική στέγη το ακάθαρτο σπήλαιο και κατάλυμα: η φάτνη του σπηλαίου.
Εκεί η Παναγία μας «έτεκεν τον Υιόν Αυτής τον πρωτότοκον … εσπαργάνωσεν και ανέκλινεν Αυτόν εν τη φάτνη, διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι» (Λουκ. β’, 7). «Εις τα ίδια ήλθε και οι ίδιοι Αυτόν ου παρέλαβον» (Ιωάν. α’, 11).
Πτωχός, άγνωστος, ξένος ο Κύριος από τη Βηθλεέμ έως του Τάφου, για να γίνη ο άνθρωπος όχι «ξένος και πάροικος, αλλά συμπολίτης των αγίων και οικείος του Θεού» (Εφεσ. β’, 19).
Ταπεινώθηκε και δέχθηκε, από αγάπη για μας, την προσωπική του ξενία. Ποτέ όμως δε θέλει εμείς να μείνουμε ξένοι απ Αὐτόν. Ζητάει να του δώσουμε την καρδιά μας, να την κάνη κατοικητήριό του, να την καθάρη από τα πάθη μας, να την φωτίση, να την αναγεννήση, να την αγιάση.
«Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω» μας λέει, «εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη … εισελεύσομαι προς αυτόν» (Αποκ. γ’, 20). Το ομολογεί, το βεβαιώνει η ιστορική πραγματικότητα. Όσοι άνοιξαν την καρδιά τους, όσοι δέχθηκαν το Ευαγγέλιο του Χριστού μας, όσοι τον πίστεψαν, τον αγάπησαν ολόψυχα, όσοι έζησαν το θέλημά του, έγιναν φωτεινές, ολοκληρωμένες προσωπικότητες, άνθρωποι αρετών και ωφέλιμοι στην κοινωνία.
Δυστυχώς όμως υπήρξαν και υπάρχουν πολλοί οι οποίοι μιμούνται τους κατοίκους της Βηθλεέμ. Αρνούνται να ανοίξουν την καρδιά τους, για να καταλύση ο Χριστός. Δεν τον πιστεύουν, δεν τον θέλουν, δεν τον άγαπούν. Και όχι μόνο δεν τον δέχονται οι ίδιοι, αλλά αγωνίζονται, μάχονται με όλες τους τις δυνάμεις να τον αρνηθούν και οι άλλοι αδελφοί και μάλιστα οι νέοι και οι νέες.
Έχοντας υπ’ όψιν όλα αυτά κανείς με πόνο διερωτάται: «βρίσκομαι στην Ορθόδοξο Ελλάδα ή σε καμμιά αντιχριστιανική χώρα;» Εδώ, στην πατρίδα μας, την οποία ελευθέρωσε και διατήρησε το Φως της ορθοδόξου πίστεως του Χριστού μας, ακούγονται φωνές όπως εκείνες των κατοίκων της Βηθλεέμ.
Δεν έχουμε χώρο για Σένα, Χριστέ, στην οικογένεια, δεν υπάρχει κατάλυμα για Σένα στα εκπαιδευτήρια της χώρας. Δεν μπορούμε να Σε φιλοξενήσουμε στις δημόσιες υπηρεσίες. Δεν μπορείς να μείνεις μαζί μας. Θέλουν πολλοί να μείνη ξένος ο Χριστός από την προσωπική μας ζωή, από τους νόμους μας, από την παιδεία μας, από την πορεία του έθνους μας. Και, ενώ βλέπουν ότι όλο και περισσότερο χωρίς Χριστό διαλύονται άτομα, οικογένεια, κοινωνία, ενώ κατακερματίζεται, γηράσκει και αργοπεθαίνει η νεότης, ενώ χάθηκε η ειρήνη, η αγάπη, η ενότητα, που φέρει ο Χριστός και κυριαρχεί η αγωνία, ο φόβος, η ταραχή, η βία, η εγκληματικότητα, επιμένουν να αρνούνται την παρουσία του Χριστού.
Αγαπητοί,
σήμερα Χριστούγεννα, ας ερωτήσουμε τον εαυτό μας μήπως και μεις βλέπουμε ως ξένο το Χριστό μας; Μήπως του κλείνουμε την πόρτα της ψυχής μας; Μήπως ανεχόμαστε όλους εκείνους που αγωνίζονται να απομακρύνουν το Χριστό από τη ζωή μας, από την πατρίδα μας;Σήμερα Χριστούγεννα, εμπρός στη φάτνη του Σαρκωθέντος Θεού μας, κληρικοί και λαϊκοί αναλογιζόμενοι την ευθύνη μας ας θελήσουμε να δώσουμε «νουν, ψυχήν και καρδίαν» για να κατοική μέσα μας, όσο ζούμε, ο Χριστός μας.
Αυτά τα Χριστούγεννα τότε θα είναι τα σωτήρια για μας και για την πατρίδα μας.
Το εύχομαι ολόψυχα.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΚΟΣΜΑΣ

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Παράγγελμα του Μεγάλου Βασιλείου, προς τους Ιερείς


Σπούδασον, ώ ιερεύ, σαυτόν παραστήσαι εργάτην ανεπαίσχυντον, ορθοτομούντα τον λόγον της αληθείας.Μηδέποτε στής εις σύναξιν, έχθραν έχων κατά τινός, ίνα μή φυγαδεύσης τον Παράκλητον.
Εν ημέρα συνάξεως μή δικάζου, μή φιλονείκει, αλλά έν τή εκκλησία μένων προσεύχου και αναγίνωσκε μέχρι της ώρας, εν ή σε δεί τελέσθαι την θείαν μυσταγωγίαν · και ούτω παράστηθι εν κατανύξει και καθαρά καρδία τω αγίω θυσιαστηρίω μη περιβλέπων ένθεν κακείθεν, αλλά φρίκη και φόβω παριστάμενος τώ επουρανίω Βασιλεί.
Μη δια θεραπείαν ανθρωπίνην επισπεύσης τας ευχάς ή συντάμης, μηδέ λάβης πρόσωπον, αλλ' όρα προς μόνον τον προκείμενον Βασιλέα και τας περιεστώσας κύκλω, Δυνάμεις.
Άξιον σαυτόν ποίησον των ιερών κανόνων.Μή συλλειτουργεί οις απαγορεύουσι.Βλέπε τίνι παρέστηκας, πώς ιερουργείς και τίσι μεταδίδως.
Μη επιλάθη της δεσποτικής εντολής και της των αγίων Αποστόλων ·« Μή δότε », γάρ φήσι, « τα άγια τοίς κυσί, και τους μαργαρίτας μη βάλετε έμπροσθεν των χοίρων ».
Όρα μη παραδώς τον Υιόν του Θεού εις χείρας αναξίων.
Μη εντραπής τούς ενδόξους της γής, μηδ' αυτόν τον το διάδημα περικείμενον εν τή ώρα εκείνη.
Τοις δε της μεταλήψεως αξίοις μεταδίδου δωρεάν, ως και αυτός έλαβες.Οίς οι θείοι κανόνες ούκ επιτρέπουσι, μη μεταδίδου.Όρα μη έξ αμελείας, σής, μύς ή άλλο τι άψηται των θείων μυστηρίων, μηδέ νοτισθώσιν ή καπνισθώσιν ή χρισθώσιν υπό ανιέρων και αναξίων.
Ταύτα και τα τοιαύτα φυλάσσων σεαυτόν σώσεις και τους ακούοντάς σου.

Xρόνια σας πολλά !!!


Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

Ενα μικρό οδοιπορικό στον βίο και στην πολιτεία του αειμνήστου λευίτη ιερέως π Αποστόλου Φαφούτη (ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΗ)


Παπα-Άποστόλης : ο Μακαριστός γέροντας της πόλεως του Αγρινίου


        Ο Παπαποστόλης γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1871 στο Αγρίνιο, όπου και πέθανε τον Αύγουστο του 1960. Αφού τελείωσε την στοιχειώδη εκπαίδευση στο Αγρίνιο, διορίστηκε Γραμματοδιδάσκαλος και επί περίπου δύο χρόνια παρέμεινε στον Βλοχό Τριχωνίδας. Στη συνέχεια διορίστηκε υπογραμματέας του Ειρηνοδικείου Αγρινίου. Νυμφεύτηκε την Μαριγώ Μαρκοπούλου, που πρόωρα πέθανε. Τον Σεπτέμβριο του 1901 στο Θέρμο έλαβε από τον τότε Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας Παρθένιο τον πρώτο βαθμό της Ιερωσύνης, του Διακόνου. Τον Ιούνιο του 1903 χειροτονήθηκε στην Αθήνα ιερεύς και τοποθετήθηκε αμέσως ως εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Χριστόφορου Αγρινίου. Το 1924 ο τότε Μητροπολίτης, αφού εκτίμησε τη δράση και τις αρετές του π. Αποστόλου, του απένειμε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη και τον ανεκήρυξε Αρχιερατικό Επίτροπο Αγρινίου. Η δράση του μακαριστού Γέροντος επεκτάθηκε σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης ζωής. Τρέχει παντού για να ανακουφίσει και να ενθαρρύνει. Με την καλωσύνη του, καθώς και με τις άλλες αρετές γλυκαίνει τους πόνους των πληγωμένων καρδιών. Επισκέπτεται κατά τα χρόνια της κατοχής φυλακισμένους, παρηγορεί και νοσηλεύει τους ασθενείς, και σωματικά, μα κυρίως πνευματικά. Κανείς από τους παλαιοτέρους σε ηλικία, παρατηρεί ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Αχελώου κ. Ευθύμιος δεν θυμάμαι τον Παπαποστόλη με αδειανές τις τσέπες του. Ήταν πάντοτε γεμάτες. «Γιατί ήταν προέκταση της καρδιάς του, που ήταν πάντα γεμάτη αγάπη για όλους και τον καθένα ξεχωριστά». Πώς λοιπόν κατόρθωσε να επιβληθεί στην κοινωνία; Ποιο ήταν το μυστικό του Παπαποστόλη; θα μας το πει ο αείμνηστος π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος. «Ήταν η αγάπη του η πολλή και η καλωσύνη του η μεγάλη. Εχθρούς δεν είχε. Αγαπούσε όλους τους ανθρώπους. Κακό δεν έλεγε για κανένα. Γϊ αυτό ο δεσπότης του ο Ιερόθεος έλεγε ότι ο Παπαποστόλης και τον διάβολο ακόμα καλό τον λέγει».

      Αγαπούσε τους δυστυχισμένους, γράφει ο Παν. Κουτσούκης. Και συνεχίζει: "Το βάσανό τους το μάθαινε πρώτος αυτός. «Τόση ήταν η αγάπη του, ώστε γνώριζε τις στενοχώριες και τις χαρές κάθε οικογενείας και κάθε ενορίτη του». «'Εχαιρε μετά χαιρόντων, έκλαιε μετά κλαιόντων». Έγινε «τοις πάσι τα πάντα, ίνα τους πάντας κερδήση», μιμούμενος σε όλη του τη ζωή τον θεηγόρο Απόστολο Παύλο, γενόμενος κι αυτός με τη σειρά του Απόστολος και «σκεύος εκλογής». Αγαπούσε χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς υπολογισμούς. Αγαπούσε απλά όλους τους ανθρώπους. Όλους! Και τους εχθρούς του ακόμη. Ενώ ήταν κατώτερος στη γνώση και τη σοφία από πολλούς μορφωμένους της εποχής του, τους ξεπερνούσε όμως κατά πολύ στην αγάπη. Εξάλλου αυτό είναι εκείνο που σήμερα και πάντα θα καταξιώνει την ύπαρξη του. Δικό του έργο του και προσωπικός του μόχθος είναι και ο περικαλλής νέος Ιερός Ναός του Αγίου Χριστόφορου Αγρινίου. Του «Αφέντη του Αγίου», όπως έλεγε και ο ίδιος. Ένας νέος ναός, σύγχρονος και ευρύχωρος και το πιο σημαντικό, μέσα στην πόλη του Αγρινίου. Οι εργασίες άρχισαν το 1920 και τελείωσαν το 1937. Ένας πραγματικός άθλος, αν αναλογισθεί κανείς τις συνθήκες της εποχής. Η σχέση που είχε αναπτύξει με τον πολιούχο και προστάτη μας Αγιο Χριστόφορο έχει μείνει στη μνήμη όλων των πιστών του Αγρινίου και όχι μόνο. Ο ναός του Αγίου ήταν το δεύτερο σπίτι του π. Αποστόλου. Με τον «αφέντη» του Άγιο μιλούσε απλά ως οικείος, συζητούσε μαζί του, προσευχόταν σε αυτόν, του έθετε τα προβλήματα του (τα προβλήματα των συνανθρώπων του δηλαδή), έπαιρνε την ευλογία του και προχωρούσε. Κάποια χρονιά λίγο πριν του Αγίου Χριστόφορου - διηγούνται οι παλαιότεροι σε ηλικία Αγρινιώτες - φοβήθηκε μήπως λόγω των άσχημων καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, δεν πάνε οι πιστοί να προσκυνήσουν στη χάρη του Αγίου. Αυτό θα είχε ως συνέπεια να μην εξοικονομηθούν τα απαραίτητα χρήματα για τη συνέχεια των έργων. - Αγιε Χριστόφορε, τον άκουσαν να λέει τότε, δικός σου είναι ο ναός. Αν θέλεις να συνεχίσουμε, κάνε να μη βρέξει. Λόγια απλά.


Λόγια που επαναλαμβανόταν συνέχεια και που δείχνουν ακριβώς την οικειότητα του γέροντος και τη μεγάλη του εμπιστοσύνη στον αγαπημένο του Άγιο. Παράλληλα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δικό του έργο είναι και η δενδροφύτευση σε εκείνο το γυμνό βουνό με τα λίγα δέντρα, που έγινε αργότερα το αλσύλλιο του παλαιού Αγίου Χριστόφορου, η μοναδική πηγή οξυγόνου για όλο το Αγρίνιο ακόμη και σήμερα. Η Ακαδημία Αθηνών, εκτιμώσα την προσπάθεια και το μεγάλο έργο του π. Αποστόλου, τον βράβευσε και προσέφερε χρηματικό ποσό για το δάσος που δημιούργησε. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1944, ημέρα του Σταυρού, εμφανίστηκε και εδώ η σεβάσμια μορφή του Παπαποστόλη με τα σωτήρια όπλα της αγάπης και της πίστεως. Ο γέροντας ως επικεφαλής μιας επιτροπής Αγρινιωτών πατριωτών επεμβαίνει σωτήρια ανάμεσα στις αντάρτικες δυνάμεις του ΕΛΑΣ και στον ταγματάρχη Γ. Τολιόπουλο του τάγματος ασφαλείας της πόλεως μας και κατορθώνει να αποτρέψει την πόλη του Αγρινίου από «ένα φοβερό αιματοκύλισμα ενός αδελφικού αλληλοσπαραγμού». Γράφει ο θεολόγος και βιογράφος του π. Αποστόλου κ. Ανδρέας Κωστακιώτης: «Ο γέροντας· ήταν όλος απλότητα και ταπείνωση». Χαρακτηριστικό της ταπεινοφροσύνης του είναι και το ακόλουθο γεγονός. Όταν η δημοτική αρχή Αγρινίου έφτιαξε το πρόπλασμα της προτομής του, πότε δεν θέλησε να το δει, παρά τις παρακλήσεις πολλών. Διαμαρτυρόταν λέγοντας: «Εγώ δεν έκανα τίποτε, γιατί να γίνουν όλα αυτά; Τι χρειάζονται;». Λόγια ανθρώπου βαθιά ταπεινού. Το φρόνημα του ήταν απόλυτα τοποθετημένο, γεμάτο ειρήνη και γαλήνη, μέσα στο πλαίσιο της ομορφιάς και της χάριτος που δίνει η ταπείνωση. Πλήρης ημερών παρέδωσε την αγιασμένη του ψυχή στον θεό, αφού κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων και αφού παρεκάλεσε αυτούς που τον φρόντιζαν να δοθεί η μοναδική του περιουσία (ο σταυρός και τα παπούτσια του) στους φτωχούς. Ήταν 13 Αυγούστου του 1960 και ώρα 6.00 μ.μ. Ο λαός του Αγρινίου και ολόκληρης της Αιτωλοακαρνανίας θρηνούσε την απώλεια ενός πραγματικά αγίου.
      Να πώς χαρακτηρίζει τον Παπαποστόλη ο Κώστας Τριανταφυλίδης: "Ο Παπαποστόλης δεν ήταν ούτε σοφός ούτε ρήτορας. Κι όμως η ζωή του ήταν ολάκερη σοφία και το παράδειγμα του πιο εύγλωττο κι από την ευφραδέστερη ακόμα ρητορική. Ποιο ήταν άραγε το μυστικό του; Ήταν η αγάπη του Α και το Ω της θρησκείας μας. Αυτό που ή τόχεις - και είσαι γνήσιος Χριστιανός ή δεν τόχεις—και είσαι κύμβαλον αλαλάζον. Όταν ακούμε αγάπη, πάει ο νους μας σε ένα σωρό συναισθηματισμούς ή ακόμα γλυκερότητες και εγωπαθείς προσηλώσεις. Όχι τέτοια. Η αγάπη του Παπαποστόλη ήταν «όμορφη». Όμορφη και καθαρή σαν το κρυστάλλινο νερό. Κυλάει το νεράκι ανάμεσα από λογής χορταρικά. Σκύβεις του λόγου σου, ξεδιψάς, και ευλογείς το θεό για τα δωρήματα του. Τον θυμάμαι, που λες, κατέβαινε από το δρόμο της εκκλησίας του, σωστή βιβλική μορφή. Σταματούσε μπροστά σε όλους κι είχε για τον καθένα έναν καλό λόγο. Προπαντός στεκόταν μπροστά στα παιδάκια. Ασπαζόταν το καθένα χωριστά και του πρόσφερνε αντίδωρο ή ζαχαρωτά. Και δεν ξεχώριζε δικούς και ξένους, ενορίτες και μη. Αγαπούσε το μακρυνό με τον ίδιο ανυστερόβουλο αυθορμητισμό που αγαπούσε τον πλησίον. Και δεν κακολογούσε ποτέ και κανέναν ο Παπαποστόλης. Για κάθε παράπτωμα έβρισκε την ανθρώπινη εξήγηση και πρόστρεχε για να παραμυθήσει. Τι ανθρωπινός που ήταν μέσα στην αγάπη του! Γράμματα ήξερε λιγότερα-όμως θεοτικά. Γιατί υπάρχουν και τα άθεα γράμματα, αυτά που οδηγούν στην πανουργία και την καταστροφή. Τα θεοτικά, λοιπόν, και μια «έμφυτη πείρα» Που διέθετε, τον τοποθετούσαν ομορφότερα και ευστοχότερα στη ζωή. Κι ήταν ηγέτης: επιβλητικός άρχοντας του λαού και παρών στις κρίσιμες ώρες της ιστορίας του τόπου του. Είπαμε για την καθαρότητα και την παιδικότητα της καρδιάς. Αυτή την είχε και μάλιστα με το παραπάνω, ο Παπαποστόλης. Στεκόταν, λέει, μπροστά στον Άγιο και κουβέντιαζε μαζί του με θελκτικήν αφελότητα. Τον μάλωνε κι όλας:……".
Απόστολος Φαφούτης




--------------------------------------------------------------------------------------------------------
Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Το κείμενο προέρχεται από την απομανητοφώνηση της παρέμβασης του Σεβασμιωτάτου σε εκπομπή-αφιέρωμα του Ρ/Σ της Εκκλησίας της Ελλάδος για τον αείμνηστο παπ'-Αποστόλη.

       Ο παπα-Αποστόλης ήταν και εξακολουθεί να είναι μετά από 49 χρόνια η δεσπόζουσα μορφή στο Αγρίνιο, καθιερώθηκε στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Άφησε ισχυρά μνήμη σε όλους τους Αγρινιώτες.  Εγώ κατάγομαι από τα Γιάννενα, αλλά επισκεπτόμουν το Αγρίνιο από μικρός, λόγω μιας θείας μου που υπηρετούσε εκεί, και αργότερα τελείωσα τις γυμνασιακές μου σπουδές στην πόλη αυτή (1959-1963). Έτσι οι πληροφορίες μου για τον Παπαποστόλη προέρχονται από τρεις πηγές.
      Πρώτον, από την μικρή μου ηλικία, 8-10 ετών, που με πήγαν στον Παπαποστόλη να με ευλογήση. Μου έδωσε απλόχερα την ευλογία του και καραμέλλες. Ήταν ένας καλός στοργικός παπούλης, πολύ αγαπητός.
       Δεύτερον, όταν πήγα το 1959 στο Αγρίνιο, ως μαθητής στο Γυμνάσιο άκουγα γι’ αυτόν πολλά. Εκείνος εκοιμήθη έναν χρόνο μετά, ήτοι το 1960. Έτσι, προ του θανάτου τον πρόλαβα για λίγο και μετά τον θάνατό του άκουγα να μιλάη όλη η πόλη του Αγρινίου γι' αυτόν.
      Τρίτον, τον γνώρισα από τον Γέροντά μου Μητροπολίτη Εδέσσης κυρό Καλλίνικο που ήταν πολλά χρόνια Γραμματεύς και Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας και γνώριζε πολύ καλά τον Παπαποστόλη. Από εκείνον άκουγα πολλές ιστορίες γι' αυτόν, για την αγάπη του στον Θεό, την Εκκλησία, τον άγιο Χριστοφόρο και τον λαό.
Από όλα αυτά έχω αρίστη γνώμη για τον Παπαποστόλη. Ήταν καλοκάγαθος, αγωνιστής, ταπεινός και πανέξυπνος Κληρικός. Πολλά είναι τα στοιχεία που χαρακτήριζαν την προσωπικότητά του. Να αναφέρω μερικά από αυτά.
1. Ξεκίνησε ως έγγαμος Ιερεύς, αλλά 2-3 χρόνια μετά τον γάμο του πέθανε η πρεσβυτέρα του και εκείνος υπέμεινε καρτερικά την χηρεία. Δεν σκέφθηκε να σταματήση την Ιερωσύνη. Έκανε και κάτι περισσότερο. Δόθηκε εξ ολοκλήρου στον Θεό και τον άγιο Χριστοφόρο. Έκτισε με κόπο τον Ιερό Ναό του και καθιέρωσε την εορτή του. Έτσι μια δυσκολία την μετέτρεψε σε δράση, σε προσφορά, σε δημιουργικότητα. Μας δίδαξε ότι όλα υπερβαίνονται. Μας έδειξε πως οι πειρασμοί με την Χάρη του Θεού γίνονται ευλογίες.
2. Ήταν αφιλάργυρος. Δεν αγαπούσε τα χρήματα και δεν τα ιδιοποιούσε. Ο,τι είχε τα έδινε στους πτωχούς. Δεν ήθελε να βλέπη ανθρώπους να πεινάνε και να υποφέρουν. Πήγαινε σε κρεοπωλεία, αγόραζε κρέας και τους έλεγε να το στείλουν σε συγκεκριμένα σπίτια που είχαν ανάγκη.
Η αφιλαργυρία του εκτιμήθηκε από όλους. Περνούσε από τα καταστήματα και του έλεγαν: «Έλα μέσα, Παπαπαστόλη, και πάρε από το ταμείο ο,τι χρήματα θέλεις». Ήξεραν ότι δεν κρατούσε τίποτε για τον εαυτό του, αλλά όλα τα διοχέτευε στους πτωχούς.
3. Ήταν ενοποιητικό στοιχείο στην κοινωνία του Αγρινίου σε μια δύσκολη περίοδο, τότε που τα πάθη ήταν αναμμένα. Αγαπούσε όλους τους ανθρώπους, δεν τους χώριζε από πολιτικής πλευράς. Ήταν ένας εκκλησιαστικός ηγέτης και κατά την Γερμανική Κατοχή και κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο. Πήγαινε στους Γερμανούς για να ελευθερώση ανθρώπους και συμφιλίωνε τους Χριστιανούς που ήταν χωρισμένοι μεταξύ τους πολιτικά.    Απέτρεψε με δυναμισμό τους Γερμανούς να κάψουν το δασύλιο του αγίου Χριστοφόρου και απέτρεψε την αιματοχυσία κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, φθάνοντας στο σημείο να επισκεφθή με αυτοθυσία των αρχηγό των αριστερών, που πολιορκούσαν το Αγρίνιο.
4. Διακρινόταν από μια απλότητα στην ζωή του. Δεν έκανε τον έξυπνο, τον μεγάλο, αυτόν που κάτι είναι. Είχε ένα ανεπιτήδευτο τρόπο συμπεριφοράς. Ήταν ένας πατέρας. Διακρινόταν από ένα γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα. Δεν ήταν υποκριτής και μιλούσε αυθόρμητα, πηγαία, χωρίς ευσεβισμούς.
      Και τα τέσσερα αυτά γνωρίσματα ήταν στοιχεία ενός παραδοσιακού Ιερέα, με καθαρότητα σκέψης και καρδιάς, με θυσιαστικό ήθος και προσφορά, με αδολότητα συμπεριφοράς, με χιούμορ και πηγαία αγάπη. Σε μια εποχή που οι άνθρωποι χωρίζονταν πολιτικά σε δεξιούς και αριστερούς, εκείνος εξέφραζε το εκκλησιαστικό φρόνημα, έδειχνε ότι η Εκκλησία ανήκει σε όλους, όλοι οι βαπτισμένοι και αμαρτωλοί είναι δυνάμει μέλη της Εκκλησίας. Η Εκκλησία αγαπά όλους και ενδιαφέρεται για την σωτηρία τους. Είναι μια μάνα που ενδιαφέρεται στοργικά για όλα τα παιδιά της, ακόμη και τα πιο ατίθασα.
       Στο Αγρίνιο εργάσθηκαν πολλοί Κληρικοί. Ο Παπαποστόλης ήταν από τους κορυφαίους, χωρίς να κάνη ιδιαίτερα κηρύγματα και ομιλίες. Μιλούσε, όμως, πολύ δυνατά και καθαρά με το παράδειγμά του, την αγάπη του, την σιωπή του, το γέλιο του, την παρουσία του. Οι άγιοι είναι μια «σιωπώσα παραίνεση». Λέμε για μερικούς Κληρικούς ότι δοξάζουν τον Θεό που υπάρχουν. Αυτό μπορούμε να πούμε και για τον Παπαποστόλη. Υπήρξε και υπάρχει στις καρδιές των Αγρινιωτών, δεξιών και αριστερών, ευσεβών και αθέων, εκκλησιαστικών και μη και δοξάζουμε τον Θεό γι’ αυτό.
Το Αγρίνιο του ανταπέδωσε την αγάπη του. Στην κηδεία του υπήρξε κορμοσυρροή, σαν Μ. Παρασκευή και Ανάσταση. Αλλά και σήμερα τον θυμούνται όλοι οι κάτοικοι του Αγρινίου, όπου και αν ανήκουν πολιτικά η θρησκευτικά, με χαρά και συγκίνηση. Μερικές φορές δακρύζουν όταν αναφέρουν το όνομά του. Τον θεωρούν έναν άξιο λευίτη. Οι Αγρινιώτες του έχουν δώσει ένα σημαντικό και διακεκριμένο χώρο στην καρδιά τους και εκεί μέσα, στην καρδιά, έχουν πάντοτε αναμμένο ένα κανδηλάκι μνήμης και ένα θυμιατήρι με ευωδιαστό θυμίαμα αγάπης για τον αγαπητό τους Παπαποστόλη. Τον θεωρούν άγιο. Ο κόσμος έχει ευαισθησία και ξέρει να εκτιμά τον γνήσιο, τον αληθινό, τον ταπεινό που είναι όμως πολύ δυνατός. Πράγματι, δυνατός δεν είναι αυτός που έχει εξουσία, χρήματα, διασυνδέσεις για να επιβληθή, αλλά ο ταπεινός που ξέρει να αναπαύη τον άνθρωπο, που είναι πληγωμένος. Θυμάμαι από το Γεροντικό ένα παράδειγμα. Ρώτησαν έναν Γέροντα αν θα έπρεπε να ξυπνήσουν κάποιο μοναχό που κοιμόταν στον Ναό, κατά την Ιερά ακολουθία. Και αυτός είπε: «Εγώ θα προτιμούσα να έβαζα το κεφάλι του στα γόνατά μου για να ξεκουρασθή καλύτερα». Οι άνθρωποι σήμερα θέλουν να βρουν κάποιο Πατέρα, που θα αγαπά, θα θυσιάζεται, θα συγχωρή, θα καθαρίζη το δακρυσμένο μάτι από τον πόνο, θα εμπνέη. Τέτοιος ήταν ο Παπαστόλης.

Ας έχουμε την ευχή του.–

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Προεόρτια της του Χριστού επιφανείας


   
Σέ λίγες ἡμέρες θά ἑορτάσωμε τήν μεγάλην ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων. Τό γεγονός τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου θά ξαναφέρῃ ἡ Ἐκκλησία μπροστά στά μάτια τῆς ψυχῆς μας καί θά μᾶς καλέσῃ νά προσκυνήσωμε μαζί μέ τούς ποιμένας καί μέ τούς μάγους τόν γεννηθέντα βασιλέα καί νά ὑμνολογήσωμε μαζί μέ τίς στρατιές τῶν οὐρανίων ἀγγέλων τήν ἐνανθρώπησι τοῦ Θεοῦ τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀγάπης. Τό «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία», ὁ ἀγγελικός ὕμνος τῆς γεννήσεως (Λουκ. 2, 3), θά ἀντηχήσῃ καί πάλι στούς ναούς μας. Στό νεογέννητο βρέφος τῆς Βηθλεέμ θά ἰδοῦμε τόν τεχθέντα Σωτῆρά μας, τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό. Σ᾿ αὐτό τό βρέφος θά ἀντικρύσωμε τήν «λύτρωσιν» πού «ἀπέστειλεν ὁ Κύριος τῷ λαῷ αὐτοῦ» (Ψαλμ. 110, 9), γιατί μέσα στό βρεφικό του σῶμα δέν κρύβεται μόνον ὁ Θεός, ἀλλά καί τό πλήρωμα τῆς σωτηρίας μας, ἡ ἀνακαίνισις καί ἡ θέωσις τῆς φθαρτῆς μας φύσεως, ἡ καινή κτίσις· ὁ ἄνθρωπος πού γίνεται Θεός, αὐτό τό μυστήριο τῆς σωτηρίας καί τῆς λυτρώσεως ὅλων ἡμῶν.
    

 Ἀκριβῶς δέ λόγῳ τῆς θεολογικῆς της αὐτῆς σπουδαιότητος ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἀποτελεῖ μαζί μέ τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα τούς δύο μεγάλους πόλους γύρω ἀπό τούς ὁποίους στρέφεται τό λειτουργικό ἔτος. Τό Πάσχα εἶναι ἡ κορωνίς τῶν κινητῶν καί τά Χριστούγεννα τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν. Εἰδικά δέ ἡ ἑορτή τῶν Χριστούγεννων εἶναι ἡ «μητρόπολις» τῶν ἑορτῶν κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο (Εἰς τόν μακάριον Φιλογόνιον, 3), γιατί τό γεγονός πού ἑορτάζομε κατ᾿ αὐτή εἶναι ἡ προϋπόθεσις ὅλων τῶν ἄλλων σταθμῶν τῆς σωτηρίας μας. Ἄν δέν ἐγεννᾶτο ὁ Χριστός οὔτε θά ἐβαπτίζετο, οὔτε θά ἐδίδασκε καί θά ἐθαυματούργει, οὔτε θά ἔπασχε καί θά ἀνίστατο. Ἤδη μέ τήν γέννησι τοῦ Χριστοῦ ἡ σωτηρία τοῦ γένους μας ἔχει δυνάμει συντελεσθῆ. Ἡ θεία καί ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἔχουν ἑνωθῆ ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεός καί ἄνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός ἀποτελεῖ τήν ζῶσαν εἰκόνα καί τήν ἐγγύησι τῆς μελλοντικῆς ἐν Χριστῷ ἀνακεφαλαιώσεως τῶν πάντων.
       Θά περίμενε κανείς ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά ἡ ἑορτή τῶν Χριστούγεννων νά εἶναι καί ἡ χρονολογικῶς πρώτη ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ ἡμερολογίου. Ἡ ἑορτή ὅμως τοῦ Πάσχα καί ἡ καθ᾿ ἑβδομάδα ἐπανάληψίς της, ἡ Κυριακή, εἶναι κατά πολύ ἀρχαιοτέρα ἀπό τά Χριστούγεννα. Γιά πρώτη φορά κατά τά μέσα τοῦ Β´ αἰῶνος αἱρετικές γνωστικές παραφυάδες ἀρχίζουν νά ἑορτάζουν τά Χριστούγεννα μαζί μέ τήν Βάπτισι τοῦ Χριστοῦ τήν παλαιά ἡμερομηνία τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου, στάς 6 δηλαδή Ἰανουαρίου. Μέχρι τόν Δ´ αἰῶνα στήν Ἀνατολή συνεώρταζαν τήν ἡμέρα αὐτή τίς δύο αὐτές ἑορτές μέ τό ὄνομα «Ἐπιφάνεια» ἤ «Θεοφάνεια».
      Ἡ ἀκριβής ἡμέρα τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ δέν μᾶς εἶναι γνωστή ἀπό τά Εὐαγγέλια. Ἀπό ἐνδείξεις πού ἔχομε ἀπό τόν εὐαγγελιστή Λουκᾶ (ἀπογραφή, ταξείδι ἐπιτόκου γυναικός, παραμονή σέ σταῦλο ζώων, ποιμένες ἀγραυλοῦντες καί φυλάσσοντες τάς φυλακάς τῆς νυκτός), φαίνεται ὅτι ἡ γέννησίς Του δέν ἔγινε κατά τούς χειμερινούς μῆνες. Οἱ ὀπαδοί τοῦ Βασιλείδου τήν καθώριζαν στάς 20 Μαΐου ἤ στάς 19 ἤ στάς 20 Ἀπριλίου. Γιά πρώτη φορά γύρω στό 330 εἰσήχθη στήν Ρώμη ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων χωριστά ἀπό τήν ἑορτή τῶν Ἐπιφανείων τῆς 6ης Ἰανουαρίου. Ἡμέρα ἑορτασμοῦ της καθωρίσθη ἡ 25η Δεκεμβρίου, ὄχι γιατί κατ᾿ αὐτήν ὑπελόγισαν ὅτι ἐγεννήθη ὁ Χριστός, ἀλλά γιά τούς ἰδίους λόγους πού εἴδαμε ὅτι στην Ἀνατολή ὡρίσθη ἡ 6η Ἰανουαρίου. Ἡ 25η Δεκεμβρίου ἦταν κατά τό νέο τότε ἡμερολόγιο ἡ ἡμέρα τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου. Κατ᾿ αὐτην οἱ ἐθνικοί ἑώρταζαν τήν γενέθλιο ἡμέρα τοῦ ἀηττήτου ἡλίου, τήν αὔξηση δηλαδή τῆς ἡμέρας, τήν νίκη τοῦ φωτός κατά τοῦ σκότους. Στήν παγανιστική αὐτήν ἑορτή ἡ χριστιανική Ἐκκλησία πολύ σοφά ἀντέταξε τήν γέννησι τοῦ ἀληθινοῦ φωτός, τοῦ νοητοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης, τοῦ Χριστοῦ, πού ἀνέτειλεν ἐκ Παρθένου καί ἐφώτισε τήν ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου ἀνθρωπότητα. Ἦταν δέ τόσον ἐπιτυχής ὁ συνδυασμός αὐτός, ὥστε μέσα σέ λίγα χρόνια ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων διεδόθη σ᾿ ὁλοκληρο σχεδόν τόν χριστιανικό κόσμο. Ἀπό τήν Ρώμη διεδόθη στήν Δύσι· γύρω στά 376 τήν βρίσκομε στίς Ἐκκλησίες τῆς Ἀντιοχείας καί τῆς Καισαρείας Καππαδοκίας, γύρω στό 431 στά Ἱεροσόλυμα καί βαθμηδόν σ᾿ ὅλες τίς Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς, ἐκτός ἀπό τήν ἀρμενική.

   
  Συγχρόνως μέ τήν διάδοσί της παρουσιάζεται καί μία προσπάθεια ἱστορικῆς της δικαιώσεως. Ὁ Πρόδρομος συνελήφθη ἕξ μῆνες πρό τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου (Λουκ. 1, 26). Μέ βάσι τήν 25η Δεκεμβρίου ὁ εὐαγγελισμός πρέπει νά ἔγινε πρίν ἀπό ἐννέα μῆνες, δηλαδή τήν 25η Μαρτίου καί ἡ σύλληψις τοῦ Προδρόμου τήν 23η Σεπτεμβρίου. Πατήρ τοῦ Προδρόμου ἦταν ὁ ἱερεύς Ζαχαρίας, πού μπῆκε στό ἱερό νά θυμιάσῃ καί εἶδε τόν ἄγγελο, πού τοῦ εὐαγγελίσθη τήν μέλλουσα σύλληψι τοῦ Βαπτιστοῦ (Λουκ. 1, 9-11). Ἐδῶ τά πράγματα πιέζονται λίγο γιά νά δώσουν τό ζητούμενο. Ὁ Ζαχαρίας γίνεται ἀρχιερεύς καί δέν μπαίνει στά ἅγια, ἀλλά στά ἅγια τῶν ἁγίων τοῦ ἰουδαϊκοῦ ναοῦ. Στά ἅγια τῶν ἁγίων ἔμπαινε ὁ ἀρχιερεύς μόνον μία φορά τό ἔτος, στήν ἑορτή τοῦ ἐξιλασμοῦ. Αὐτή τοποθετεῖται λίγο πρό τῆς 23ης τοῦ Σεπτεμβρίου. Ἔτσι καί ἀπό ἄλλο δρόμο ἐρχόμαστε στίς ἴδιες ἡμερομηνίες: 23η Σεπτεμβρίου σύλληψις τοῦ Προδρόμου, 25η Μαρτίου εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου «τῷ μηνί τῷ ἕκτῳ»· 24η Ἰουνίου γέννησις τοῦ Προδρόμου καί μετά ἀπό ἕξ μῆνες γέννησις τοῦ Χριστοῦ: 25η Δεκεμβρίου.
       Στήν λειτουργική διαμόρφωσι τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ἐπέδρασε ἡ προϋφισταμένη, καθώς εἴπαμε, ἑορτή τοῦ Πάσχα. Κατά τόν Δ´ αἰῶνα στά Ἱεροσόλυμα, καθώς μαρτυρεῖ ἡ προσκυνήτρια Αἰθερία στό Ὁδοιπορικό της, κατά μίμησι τοῦ Πάσχα ἐγίνετο νυκτερινή λειτουργία ἀπό τόν ἐπίσκοπο Ἱεροσολύμων στόν ναό τῆς Γεννήσεως στήν Βηθλεέμ. Μετά ἀπό αὐτήν ὅλος ὁ λαός μέ ἐπί κεφαλῆς τόν κλῆρο καί τόν ἐπίσκοπο κατηυθύνοντο ἐν λιτανείᾳ στά Ἱεροσόλυμα ψάλλλοντες τό «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Στό ναό τῆς Ἀναστάσεως ἐγίνετο ὕστερα ἀπό μικρά διακοπή ἡ Δευτέρα λειτουργία. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ ἐπίδρασις τοῦ Πάσχα ἐγίνετο ὅλο καί μεγαλυτέρα. Στήν σημερινή δέ μορφή τῶν ἀκολουθιῶν μποροῦμε εὔκολα νά διακρίνωμε τόν βαθμό καί τά στοιχεῖα τῶν ἐπιδράσεων αὐτῶν, ἰδίως στήν προεόρτιο περίοδο, τήν ὁποία καί διερχόμεθα.
       Πρῶτον προσετέθη στήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων μία προπαρασκευαστική Κυριακή· τήν ὠνόμασαν «Κυριακή τῶν ἁγίων Πατέρων». Πατέρες ἐννοοῦνται ὄχι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά οἱ κατά σάρκα πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ καί μάλιστα ὁ γενάρχης Ἀβραάμ. Ὕστερα τό θέμα τῆς Κυριακῆς αὐτῆς διεπλατύνθη καί περιέλαβε ὅλους τούς πρό Χριστοῦ δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, προγόνους ἤ μή τοῦ Χριστοῦ. Ὡς εὐαγγελική περικοπή ἀνεγινώσκετο, ὅπως καί μέχρι σήμερα, ἡ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ, πού περιέχεται στό πρῶτο κεφάλαιο τοῦ Κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, καί ὡς ἀπόστολος ἀπό τήν Πρός Ἑβραίους ἐπιστολή ἡ περικοπή πού ἀναφέρεται στά παθήματα τῶν «μαρτυρηθέντων διά τῆς πίστεως» ἀνδρῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Ἑβρ. 11, 9-10. 32-40). Ἡ διαπλάτυνσις αὐτή τοῦ ἑορτολογικοῦ περιεχομένου τῆς Κυριακῆς πρό τῶν Χριστουγέννων καί ἡ τάσις ἀναπτύξεως τῆς προπαρασκευαστικῆς περιόδου ἐπέφεραν βραδύτερον τήν διχοτόμησι, τρόπον τινά, τῆς Κυριακῆς αὐτῆς καί τήν μετάθεσι μέρους τοῦ θέματός της στήν πρό αὐτῆς Κυριακή. Ἔτσι οἱ Κυριακές τῶν ἁγίων Πατέρων ἔγιναν δύο καί, πρός διάκρισιν, ἡ μία ὠνομάσθη «Κυριακή πρό τῆς Χριστοῦ γεννήσεως», ἡ παλαιοτέρα, καί ἡ ἄλλη διετήρησε τό παλαιό ὄνομα «Κυριακή τῶν ἁγίων Πατέρων», πού γιά νά μή συγχέεται μέ τίς Κυριακές τῶν Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πῆρε τό ὄνομα «Κυριακή τῶν Προπατόρων». Γι᾿ αὐτήν ἐξελέγη ἡ εὐαγγελική περικοπή πού ὁμιλεῖ γιά τό μέγα δεῖπνο τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, στό ὁποῖο πολλοί ἀπό ἀνατολῶν καί δυσμῶν θά ἔλθουν καί θά ἀνακλιθοῦν μαζί μέ τόν Ἀβραάμ, ἐνῷ οἱ υἱοί τοῦ νυμφῶνος, οἱ Ἰσραηλῖται, θά ἐκβληθοῦν ἔξω (Λουκ. 14, 4. 24. πρβλ. Ματθ. 8, 11). Γιά νά ἐμπλουτισθῇ τό θέμα τῆς Κυριακῆς αὐτῆς μετετέθη σ᾿ αὐτήν καί ἡ μνήμη τοῦ προφήτου Δανιήλ καί τῶν τριῶν παίδων ἀπό τήν 17η Δεκεμβρίου. Ἀλλά καί γιά τήν πρό τῆς Κυριακῆς τῶν Προπατόρων Κυριακή, τήν τρίτη δηλαδή πρό τῶν Χριστουγέννων, ἀνεζητήθη ἀνάλογος προεόρτιος περικοπή καί ὡς τέτοια προεκρίθη ἐκ μεταθέσεως ἡ περικοπή τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λουκᾶ τῆς Ι´ Κυριακῆς, πού ὁμιλεῖ γιά τήν θεραπεία τῆς συγκυπτούσης, πού ἦταν «θυγάτηρ τοῦ Ἀβραάμ» (Λουκ. 13, 10-17). Ἔτσι ὅλος ὁ Δεκέμβριος μῆνας πῆρε προεόρτιο χαρακτῆρα. Εἶναι ἀφιερωμένος στήν Παλαιά Διαθήκη, στούς προφήτας καί στούς προπάτορας τοῦ Χριστοῦ, στήν περίοδο τῆς ἀναμονῆς τοῦ Μεσσίου. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς βλέπομε νά ἀναγράφεται στά ἑορτολόγια ἡ μνήμη τοῦ προφήτου Ναούμ τήν Ιη Δεκεμβρίου, τοῦ προφήτου Ἀββακούμ τήν 2α, τοῦ προφήτου Σοφονίου τήν 3η, τοῦ προφήτου Ἀγγαίου τήν 16η καί τοῦ προφήτου Δανιήλ καί τῶν τριῶν παίδων τήν 17η. Τοῦ Πάσχα προηγεῖτο νηστεία. Τά Χριστούγεννα κατ᾿ ἀρχάς ἀπέκτησαν μία ὀλιγοήμερο προπαρασκευαστική νηστεία, πού κατά Ζ´ αἰῶνα ἑλκυομένη ἀπό τό πρότυπο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἔγινε καί αὐτή τεσσαρακονθήμερος καί ἀρχίζει ἀπό τήν 15η Νοεμβρίου.
    

  Ἀλλά τό στοιχεῖο ἐκεῖνο πού ἔδωσε, ὅπως συνήθως, ἰδιαίτερο προπαρασκευαστικό καί προεόρτιο τόνο στήν πρό τῶν Χριστουγέννων περίοδο εἶναι οἱ ὕμνοι, πού παρεμβάλλονται στίς ἀκολουθίες τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ ὄρθρου καί τοῦ ἀποδείπνου τῶν ἡμερῶν αὐτῶν. Ἡ παρεμβολή γίνεται κατά ἕνα μεθοδικό καί κλιμακωτό ἀνοδικό σύστημα. Ἀπό τήν 21η Νοεμβρίου ἀρχίζουν νά ψάλλωνται οἱ καταβασίες τῶν Χριστουγέννων «Χριστός γεννᾶται δοξάσατε…» ἀπό τήν 26η προστίθεται καί τό προεόρτιο κοντάκιο «Ἡ Παρθένος σήμερον τόν προαιώνιον Λόγον…»· ἀπό τήν 30η Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ παρεμβολή καί ἄλλων προεορτίων τροπαρίων. Ἀπό τήν 20η Δεκεμβρίου τό προεόρτιο στοιχεῖο κυριαρχεῖ πιά στίς ἀκολουθίες· κανόνες, στιχηρά, καθίσματα, ἐξαποστειλάρια ἔχουν προεόρτιο χαρακτῆρα. Ἀπό αὐτά τά πιό ἀξιοπρόσεκτα ὑμνογραφήματα πού ψάλλονται κατά τήν περίοδο αὐτή εἶναι σειρά ἀποστίχων μέ ἀκροστιχίδα κατ᾿ ἀλφάβητον, ποίημα Ρωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ, πού κατανέμονται καθ᾿ ὁμάδας ὡς στιχηρά τῶν αἴνων, ὅλα τοῦ πλ. β´ ἤχου, καί προσόμοια τοῦ πρώτου τροπαρίου τῆς σειρᾶς αὐτῆς, πού χαρακτηριστικά μᾶς δίδει καί τό θέμα ὅλων τῶν ἄλλων:

«Αἱ ἀγγελικαί
προπορεύεσθε δυνάμεις·
οἱ ἐν Βηθλεέμ
ἑτοιμάσατε τήν φάτνην·
ὁ Λόγος γάρ γεννᾶται,
ἡ Σοφία προέρχεται·
δέχου ἀσπασμόν ἡ Ἐκκλησία·
εἰς τήν χαράν τῆς Θεοτόκου, λαοί εἴπωμεν·
Εὐλογημένος ὁ ἐλθών
Θεός ἡμῶν, δόξα σοι».

      Τίς ἡμέρες αὐτές ψάλλονται κατά τά ἀπόδειπνα καί τά προεόρτια τριῴδια καί οἱ κανόνες, ποιήματα Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ, πού ἐξαρτῶνται καί κατά τήν ἀκροστιχίδα καί κατά τό πρεριεχόμενο ἀπό τά ἀντίστοιχα τριῴδια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Ἡ πρό τῶν Χριστουγέννων ἑβδομάς παίρνει ἔτσι τόν χαρακτῆρα καί πλέκεται κατά τήν μίμησιν τῆς πρό τοῦ Πάσχα Μεγάλης Ἑβδομάδος. Ἡ μίμησις κορυφοῦται τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων μέ τήν ἀκολουθία τῶν μεγάλων ὡρῶν καί τοῦ ἑσπερινοῦ, πού ἔχουν ποιηθῆ κατά τό πρότυπο τῶν μεγάλων ὡρῶν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς καί τοῦ μεγάλου ἑσπερινοῦ τοῦ Πάσχα.

   
  Ἀπό τήν ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς πρό τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, πού ὅπως εἴδαμε εἶναι ἀφιερωμένη στούς προπάτορας τοῦ Χριστοῦ, ἀποσποῦμε τρία χαρακτηριστικά τροπάρια, τά δύο πρῶτα στιχηρά τῶν αἴνων τοῦ πλ. α´ ἤχου πρός τό «Χαίροις ἀσκητικῶν» καί τό δοξαστικό τοῦ πλ. δ´ ἤχου. Ὁ προεόρτιος τόνος τῆς χαρᾶς καί τῆς ἐλπίδος γιά την ἐπικειμένη γέννησι τοῦ Χριστοῦ συνδυάζεται ἄριστα μέ τό μνημόσυνο τῶν προφητῶν καί τῶν πρό τοῦ νόμου πατέρων.

«Ἆρόν σου τήν φωνήν ἀληθῶς,
Σιών Θεοῦ ἡ θεία πόλις, καί κήρυξον
Πατέρων τήν θείαν μνήμην
Σύν Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Ἰακώβ
τιμῶσα τόν ἀοίδιμον·
ἰδού σύν Ἰούδᾳ τε
καί Λευί μεγαλύνομεν,
Μωσῆν τόν μέγαν,
Ἀαρών τόν θεσπέσιον
καί γεραίρομεν
σύν Δαυίδ Ἰησοῦ, Σαμουήλ.
Πάντες τήν προεόρτιον
Χριστοῦ θείαν αἴνεσιν
ὕμνοις ἐνθέοις κροτοῦντες,
τῆς παρ᾿ αὐτοῦ ἀγαθότητος
τυχεῖν ἐξαιτοῦμεν
τοῦ παρέχοντος τῷ κόσμῳ
τό μέγα ἔλεος».

Αφιέρωμα στον μακαριστό Μητροπολίτη Δρυινουπόλεως Πωγωνιανής και Κονίτσης κυρό Σεβαστιανό



ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΡΥΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΠΩΓΩΝΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΚΟΝΙΤΣΗΣ
ΥΠΕΡΤΙΜΟΣ ΚΑΙ ΕΞΑΡΧΟΣ ΠΑΣΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ

1922 - 1994 (+)

ΜΙΑ ΖΩΗ ΑΓΩΝΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ

        Ο Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης, Υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Βορείου Ηπείρου, Σεβαστιανός (κατά κόσμον Σωτήριος Οικονομίδης) γεννήθηκε την 20η Ιουνίου 1922 στα Καλογρηανά Καρδίτσης.
        Μετά την αποπεράτωση των μαθημάτων του Δημοτικού Σχολείου της ιδιαιτέρας πατρίδος και του ημιγυμνασίου Φαρσάλων, εφοίτησεν στο Ιεροδιδασκαλείον Κορίνθου και μετά την κατάργηση του εγράφη στο Γυμνάσιον Καρδίτσης, από το οποίο έλαβε απολυτήριο το 1941. Φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από την οποία ανεκηρύχθη πτυχιούχος το 1949.
Κατόπιν εξεπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία επί 28 μήνες, υπηρετώντας στη Θρησκευτική Υπηρεσία του Στρατού. Το 1952 έγινε μέλος της αδελφότητας Θεολόγων "Η ΖΩΗ" και το 1960 μέλος της αδελφότητος Θεολόγων "Ο ΣΩΤΗΡ". Προσελήφθη αρχικά ως λαϊκός ιεροκήρυκας στην περιφέρεια Μεσσηνίας. Έπειτα εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη Αθηνών, μετονομασθείς σε Σεβαστιανός. Χειροτονήθηκε Διάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Λήμνου (κατόπιν Τρίκκης και Σταγών) Διονύσιο τον Αύγουστο του 1956.
       Τον Απρίλιο του 1957 διορίσθηκε ιεροκήρυκας της Ι. Μητροπόλεως Ιωαννίνων χειροτονηθείς σε πρεσβύτερο - Αρχιμανδρίτη την 26η Ιουνίου 1957 από τον τότε Μητροπολίτη Ιωαννίνων Δημήτριο. Δίδαξε ως καθηγητής στο ιεροδισκαλείον της Ιεράς Μονής Βελλάς και στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία Ιωαννίνων. Ως ιεροκήρυκας στην Ι. Μητρόπολη Ιωαννίνων τη δεκαετία 1957 - 1967 συνεργάστηκε με τους Μητροπολίτες κ. Δημήτριο και κ. Σεραφείμ (πρώην Αρχιεπίσκοπο Αθηνών).Τον Ιούνιο του 1967 εκλέγεται Μητροπολίτης της ιστορικής Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης. Αισθανόμενος την μεγάλη ευθύνη αυτής της κλήσεως, στον λόγο του τη στιγμή της χειροτονίας του σε επίσκοπο ανέφερε: "Οι καιροί είναι χαλεποί. Η πίστις των πολλών κλυδωνίζεται. Η αμαρτία αποθρασύνεται. Το κακόν κορυφούται. Χρειάζονται επομένως επίσκοποι ικανοί, με πίστιν, με αγιότητα, με αυταπάρνησην, με πύρινο ζήλον, με μόρφωσιν". Έτσι ο ίδιος ανέδειξε με το πολυτιμότατο έργο του την φτωχική επαρχία της Κονίτσης, που είναι μία από τις μικρότερες μητροπόλεις της Ελλάδος, προπύργιο του ακριτικού Ελληνισμού και προμαχώνα των Ελληνορθοδόξων ιδεωδών και οραμάτων. Το όνομα του Μητροπολίτου Σεβαστιανού έγινε πανελληνίως αλλά και παγκοσμίως γνωστό και για την μαχητικότητα του στη διεκδίκηση των δικαίων του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού.


Το Ποιμαντικό έργο του

Το ποιμαντικό του έργο στην Μητρόπολη Κονίτσης είναι πολυσχιδές και μεγάλο · αν μάλιστα συγκριθεί με τα πληθυσμιακά δεδομένα της Μητροπόλεως είναι τεράστιο:
  • α) Ο Μητροπολίτης Σεβαστιανός έκτισε τον περικαλλή Ιερό Ναό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού στην Κόνιτσα, που είναι ναός μοναδικός για ολόκληρη την Ήπειρο, αλλά και ο μεγαλύτερος ναός του Αγίου Κοσμά σ' όλη την Ελλάδα. Η μνήμη δε του Αγίου Κοσμά εορτάζεται κάθε χρόνο με ιδιαίτερη λαμπρότητα και έχει γίνει πανελλήνιο προσκύνημα.
  •  Επίσης επί της Αρχιερατείας του και με προσωπικό του ενδιαφέρον ανακαινίσθηκαν οι δύο ιστορικές Ιερές Μονές Στομίου (18ος αιώνας) και Μολυβδοσκεπάστου (7ος αιώνας, δίπλα ακριβώς στα Ελληνοαλβανικά σύνορα). 
  •  Ίδρυσε στην Κόνιτσα Γηροκομείο για την περίθαλψη απόρων γερόντων. 
  •  Δημιούργησε δύο οικοτροφεία στα οποία παλαιότερα φιλοξενούνταν δωρεάν άποροι μαθητές και μαθήτριες Γυμνασίου και Λυκείου από την ευρύτερη περιοχή της Κόνιτσας. Από το 1990 και εξής, φιλοξενούνται δωρεάν μαθητές και μαθήτριες (ελληνόφωνοι και αλβανόφωνοι) απ' ολόκληρη τη Βόρειο Ήπειρο. Για τους αλβανοφώνους αλλά και για τους μαθητές με δυσκολίες στα μαθήματα, γίνονται ιδιαίτερα μαθήματα από καθηγητές των σχετικών ειδικοτήτων. Το προσωπικό ενδιαφέρον του Μητροπολίτη για τα παιδιά αυτά (ελλαδίτες και βορειοηπειρώτες) εκτείνεται και μετά την αναχώρηση τους από την Κόνιτσα για σπουδές. Φρόντιζε να εξασφαλίσει διαμονή στον τόπο σπουδών πληρώνοντας προσωπικά του χρήματα για να μπορέσουν τα παιδιά απερίσπαστα να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Η ΣΦΕΒΑ είναι σε θέση να γνωρίζει τα μεγάλα ποσά που διέθετε ο Μητροπολίτης Σεβαστιανός για να ενισχύσει οικονομικά απόρους φοιτητές, μερικοί από τους οποίους είναι και μέλη της. 
  •  Αναδιοργάνωσε το πνευματικό κέντρο της Μητροπόλεως με τη λειτουργία Κατηχητικών Σχολείων, κατασκηνώσεων καθώς και με την ίδρυση τριών αιθουσών ομιλιών, κηρυγμάτων και εκδηλώσεων. Η προσωπικότητα του Μητροπολίτου Σεβαστιανού ήλκυσε στην Κόνιτσα κληρικούς, καθηγητές και επιστήμονες από άλλα μέρη της χώρας μας και από το εξωτερικό οι οποίοι με αυτοθυσία πρόσφεραν κοντά του τις υπηρεσίες τους.


Μητροπολίτης Σεβαστιανός και Βόρειος Ήπειρος

         Ο Μητροπολίτης Σεβαστιανός από την πρώτη μέρα της παρουσίας του στην Μητρόπολη της Κονίτσης υποσχέθηκε ότι θ' αγωνιστεί με όλες του τις δυνάμεις για την αποκατάσταση των δικαίων του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Στον ενθρονιστήριο λόγο του (29-6-1967) ανέφερε επί λέξει: "...Κατά την στιγμήν αυτή καθ' ην το πρώτον ανέρχομαι τον θρόνο τούτον, η σκέψις μου στρέφεται... προς τους αλύτρωτους αδελφούς μας της Βορείου Ηπείρου, τους στενάζοντας υπό τον ζυγόν της πικράς δουλείας, διά να τους διαβεβαιώσωμεν ότι όχι μόνο αι προσευχές μας θα τους συνοδεύουν καθημερινώς, αλλά και παν το δυνατόν θα πράξωμεν, όπως λυτρωθούν των δεσμών της δουλείας...". Την υπόσχεση αυτή υπηρέτησε με κάθε μέσο, παρά τις δυσκολίες, τις ύβρεις, την εντονότατη και σκληρή πολεμική που δέχτηκε.
Ο Σεβαστιανός είναι ο Ιεράρχης του οποίου το όνομα συνδέθηκε άμεσα με το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα. "Σύμβολο του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου" τον είχε χαρακτηρίσει σε επιστολή της η ΟΜΟΝΟΙΑ Αργυροκάστρου (1991).
  •  Ήταν ο άνθρωπος που νεκρανάστησε το Βορειοηπειρωτικό. Τότε που κανένας δε μίλαγε για Βόρειο Ήπειρο, μόνο ο Μητροπολίτης Σεβαστιανός, οργώνοντας κυριολεκτικά την Ελλάδα, ενημέρωνε και διαμαρτύρονταν για το δράμα των ξεχασμένων Ελλήνων. Ακόμα επισκέφθηκε το Αμερικανικό Κογκρέσο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καταγγέλλοντας τις αλβανικές θηριωδίες. 
  •  Ίδρυσε το 1982 και στη συνέχεια οργάνωσε και ενίσχυσε οικονομικά τη μοναδική φοιτητική οργάνωση για το βορειοηπειρωτικό - τη Συντονιστική Φοιτητική Ένωση Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (ΣΦΕΒΑ). Και κάτι σημαντικότερο: ήταν η ψυχή της, ο εμπνευστής της, ο εμψυχωτής της. Ήταν αυτός που με το λόγο του αλλά και με την ψυχική του δύναμη, το αγωνιστικό του φρόνημα, το ακέραιο ήθος του, με ολόκληρη τη ζωή του άνδρωσε τη ΣΦΕΒΑ, εμψυχώνοντας τα μέλη της. Στο Σεβαστιανό κυρίως οφείλεται το ότι οι φοιτητές και οι νέοι της ΣΦΕΒΑ θυσίασαν και θυσιάζουν χρόνο, διασκέδαση, διακοπές, μαθήματα για τον ιερό αγώνα του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. 
  •  Το 1987 ίδρυσε τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Βορειοηπειρωτικού Αγώνα (ΠΑΣΥΒΑ) με έδρα την Κόνιτσα, σύνδεσμο στον οποίο συμμετέχουν εξέχοντες επιστήμονες και στελέχη του διπλωματικού χώρου. Ο ΠΑΣΥΒΑ διοργάνωσε στην Κόνιτσα δύο (2) επιστημονικά συνέδρια (1987 & 1990) των οποίων έχουν ήδη εκδοθεί οι τόμοι των πρακτικών τους. 
  •  Περίπου δεκαπέντε (15) είναι οι εκδόσεις του Μητροπολίτου για το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα, πολλές απ' τις οποίες έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά και Αλβανικά. Επίσης εξέδιδε την εφημερίδα "Βορειοηπειρωτικό Βήμα", επίσημο όργανο του ΠΑΣΥΒΑ, του οποίου και προήδρευε. 
  •  Για το βορειοηπειρωτικό ζήτημα ο Μητροπολίτης Σεβαστιανός θεσμοθέτησε ετήσιες εκδηλώσεις στην μητρόπολη:  Αγρυπνία δίπλα στα ελληνοαλβανικά σύνορα, στην Ιερά Μονή Μολυβδοσκεπάστου στις 15 Αυγούστου.  Ανάσταση στο τελευταίο ακριτικό χωριό Μαυρόπουλο απέναντι από την Δρόπολη Αργυροκάστρου. Η τελετή της Αναστάσεως καθιερώθηκε στα χρόνια του Χότζα κατόπιν αιτήσεως των Βορειοηπειρωτών, οι οποίοι παρακολουθούσαν μέσα από τις γρύλλιες των παραθύρων, ενώ ο αντίλαλος του ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ έφτανε σ' αυτούς με ισχυρά μεγάφωνα. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η διοργάνωση "τριήμερου πένθους και προσευχής" στη Μητρόπολή του στα μέσα Φεβρουαρίου. Οι εκδηλώσεις κορυφώνονταν την Κυριακή στο Δελβινάκι Ηπείρου όπου μετά την αρχιερατική Θεία Λειτουργία, ψαλλόταν επιμνημόσυνος δέηση στο τάφο του Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως Βασιλείου (υπουργού της κυβέρνησης Αυτονομίας το 1914) και ακολουθούσε ομιλία του Μητροπολίτου Σεβαστιανού στον ίδιο χώρο. Τέλος στο συνοριακό φυλάκιο της Κακαβιάς απηύθυνε μήνυμα φιλίας και συνεργασίας προς τον Αλβανικό λαό αλλά και διαμαρτυρίας προς την κυβέρνησή του. Στις εκδηλώσεις συμμετείχαν χιλιάδες λαού από όλη την Ελλάδα. Να αναφερθεί ιδιαίτερα, ότι ο εθνικός αγώνας του Μητροπολίτου Σεβαστιανού είχε βαθιά πνευματικό χαρακτήρα, καθώς πίστευε ακλόνητα στη δύναμη της προσευχής: γι' αυτό και ανέθεσε στον αγιορείτη μοναχό π. Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη τη σύνθεση παράκλησης προς τους αγίους της Βορείου Ηπείρου υπέρ των Βορειοηπειρωτών. 
  •  Η Μητρόπολη Κονίτσης την εποχή του Χότζα ήταν το καταφύγιο φυγάδων, βορειοηπειρωτών και αλβανών. Δεν υπήρχε φυγάς ανεξαρτήτου εθνικότητας και θρησκεύματος που να μην φιλοξενήθηκε στη Μητρόπολη, που να μην άκουσε λόγο παρηγοριάς, αγάπης και ελπίδας.
2) Αλλά και με την πτώση των ηλεκτροφόρων συρματοπλεγμάτων (1990) στην Αλβανία, συνέχισε πιο εντατικά τον αγώνα, εντοπίζοντας τον κυρίως στην προσπάθεια για παραμονή των βορειοηπειρωτών στις πατρογονικές τους εστίες.
  •  Αυτός πρώτος επεσήμαινε ότι η ανάληψη της εξουσίας από τον Μπερίσα θα σήμαινε συνέχιση των διωγμών του Ελληνισμού. Όταν στην Ελλάδα επικρατούσε ευφορία για την άνοδο του Μπερίσα, όταν οι πολιτικοί φορείς ενίσχυαν το κόμμα του Μπερίσα, τότε πρώτος ο Μητροπολίτης Σεβαστιανός επεσήμαινε: "Οι Αλβανοί πολιτικοί είναι το ίδιο μισέλληνες, είτε δεξιοί είναι είτε αριστεροί". Οι πολιτικοί στην Ελλάδα το κατάλαβαν αυτό πολύ αργότερα.
  •  Οργάνωσε αποστολές εκατοντάδων τόνων ανθρωπιστικής βοήθειας στη Βόρειο Ήπειρο. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ανθρωπιστική βοήθεια της Μητροπόλεως Κονίτσης απεστέλλετο αδιακρίτως και σε ελληνικά αλλά και σε αλβανόφωνα και μουσουλμανικά χωριά. 
  •  Σημαντικότατη ήταν η προσφορά της μικρής Μητροπόλεως Κονίτσης στους Βορειοηπειρώτες με την αποστολή ιερέων για την εξυπηρέτηση τω θρησκευτικών τους αναγκών, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια πριν χειροτονηθούν βορειοηπειρώτες και αλβανοί ιερείς. 
  •  Ο Μητροπολίτης Σεβαστιανός ενίσχυε οικονομικά εκκλησιαστικές επιτροπές της Βορείου Ηπείρου για την ανοικοδόμηση ναών, συντηρούσε φροντιστήρια ελληνικής γλώσσας μισθοδοτώντας δασκάλους, αλλά και γενικότερα ποτέ δεν πέρασε από την Μητρόπολη του Βορειοηπειρώτης ή Αλβανός που να μην πήρε κάποια μικρή ή μεγαλύτερη οικονομική ενίσχυση. 
  •  Έχει γίνει αναφορά στη φιλοξενία παιδιών από τη Βόρειο Ήπειρο σε οικοτροφεία στην Κόνιτσα. Εδώ να σημειωθεί το προσωπικό του ενδιαφέρον για εγγραφή των παιδιών σε Πανεπιστήμια (ιδιαίτερα στην Θεολογική Σχολή) και η πληρωμή των τροφείων τους στην πόλη που σπουδάζουν. 
  •  Ύψιστη όμως είναι και η προσφορά του Μητροπολίτου Σεβαστιανού με την ίδρυση του Ραδιοφωνικού Σταθμού "Ράδιο Δρυϊνούπολη". Μέσω τριών ισχυρών πομπών το μήνυμα ορθοδοξίας και του ελληνισμού φτάνει στις περιοχές της Δρόπολης, Αργυροκάστρου, Τεπελενίου, Πρεμετής, Πωγωνίου, Αγίων Σαράντα, Βούρκου, Χειμάρρας στη Βόρειο Ήπειρο, αλλά και στο Ελληνικό έδαφος, σε ολόκληρη την Ήπειρο και τα Επτάνησα.
Με εκπομπές στα ελληνικά αλλά και αλβανικά για την ορθόδοξη πίστη, ελληνική ιστορία, την ιστορία του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου, αλλά και μαθήματα ελληνικής γλώσσας, υπήρχε καθημερινή επικοινωνία του Σεβασμιωτάτου με το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου που ζει σήμερα στον τόπο του. Η σοβαρότητα του σταθμού, το πλούσιο πρόγραμμα, η αγάπη των βορειοηπειρωτών προς αυτόν αλλά και η ακροαματικότητα του έχουν εξοργίσει τους Αλβανούς και τους "συμμάχους" τους στην Ευρώπη και πιέζουν να τον κλείσουν.

΄Ολος αυτός ο αγώνας έγινε μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Την δύναμη ,όμως ,ο Μητροπολίτης Σεβαστιανός την αντλούσε από την πίστη του στο Θεό, την ηρεμία και προπαντώς από την αφοσίωσή του στην αλήθεια και το δίκαιο, που διακονούσε με ευλάβεια και υπευθυνότητα. Το ταπεινό φρόνημά του και το ανιδιοτελές του αγώνα του τον εξύψωσαν στα μάτια του λαού και κέρδισε την εμπιστοσύνη του.Έλεγε χαρακτηριστικά στη Διαθήκη του. "Ευγνωμονώ εξ όλης ψυχής και καρδίας τον Άγιον Θεόν, διότι, καίτοι ανάξιον όντα από πάσης απόψεως, με ετίμησε ποικιλοτρόπως, αξιώσας με μάλιστα και του ανωτάτου αξιώματος της Αρχιερωσύνης. Ας είναι ευλογημένον και δοξασμένον το Πανάγιον Όνομά Του εις τους αιώνας των αιώνων". Και λίγο παρακάτω έγραφε :"Τώρα, ασφαλώς, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, όλοι , υποθέτω, θα αντελήφθησαν την αγνότητα των προθέσεών μου". Η φωτισμένη μορφή και το απαράμιλλο έργο του αδάμαστου επισκόπου τον κρατούν ζωντανό στη μνήμη της Εκκλησίας και στις καρδιές όλων. Προπορεύεται νοερά ο σεμνός ιεράρχης και φωτίζει τον δρόμο μας.
       Σε μία Ελλάδα που συνεχώς αλλοτριώνεται από τις μικρότητες της, αλλά και φτωχαίνει από τις απουσίες των μεγάλων, είναι αναγκαία η απόδοση ευγνωμοσύνης στα πρόσωπα των και επιβεβλημένος ο αναβαπτισμός στα ακατάλυτα και αιώνια πρότυπά των.

ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ
του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης
Αιωνία η μνήμη !!!

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

Η απιστία εναντίον στην Εκκλησία και τον Χριστό και το μίσος κατά των κληρικών.

Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη
πρ Φλωρίνης κκ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ



        Ζοῦμε, ἀγαπητοί μου, σὲ δύσκολη ἐ­ποχή, σὲ ἄπιστα χρόνια. Ἡ ἀπιστία κυριαρχεῖ. Ἄλλοτε, δὲν τολμοῦσε ἄνθρωπος δημοσίως νὰ βλαστημήσῃ τὰ θεῖα, κανείς. Ἂν καμμιὰ φορὰ κάποιος τὸ τολμοῦσε, χίλια χέρια σηκώνονταν νὰ τὸν χτυπήσουν, δὲν μποροῦσε νὰ σταθῇ. Κι ἂν καμμιὰ φορὰ παρουσιαζόταν κανένας καὶ ἔλεγε ὅτι δὲν ὑ­πάρχει Θεός, Χριστός, Παναγιά, δὲν ὑπάρχει κόλασις καὶ παράδεισος, τοῦ ἔκλειναν τὴν πόρτα· καὶ ἡ γυναίκα του ἀκόμα τὸν ἔδιωχνε. Ὅπως σήμερα ἀποφεύγουν ἕναν ἄρρωστο μὲ ἀρρώστια μεταδοτική, ἔτσι ἀπέφευ­γαν τότε τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ τὴ χειρότερη ἀσθένεια, τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία. Στὰ χρόνια ἐκεῖνα βλάστημος καὶ ἄθεος δὲν ἦταν ἀνεκτός.

      Τώρα ὅμως τελευταῖα τὸ κακὸ προχώρησε. Ὄχι μόνο αὐτοὶ ποὺ πᾶνε στὰ σχολειὰ καὶ στὰ πανεπιστήμια καὶ μαθαίνουν μερικὰ γράμματα καὶ κάνουν τὸ σοφὸ καὶ γυρίζουν στὸ χωριὸ καὶ κάθονται στὸ καφενεῖο διπλοπόδι μὲ τὸ τσιγάρο στὸ στόμα καὶ τρῶνε τὸν ἱδρῶτα τοῦ γεωργοῦ ἄκοπα, ὄχι μόνο αὐτοὶ λένε ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός, ἀλλ᾽ ἀκόμα καὶ στὰ βουνὰ καὶ στὰ λαγκάδια, ἁπλοϊκοὶ χωριάτες καὶ βοσκοὶ καὶ μικρὰ παιδιὰ καὶ γριὲς γυναῖκες ἀ­κοῦς νὰ λένε ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Εἶναι χρόνια ἄπιστα καὶ ἄθεα.
     Καὶ ὄχι μόνο ἀρνοῦνται τὴν πίστι, ἀλλὰ καὶ ὡρισμένοι στὶς ἡμέρες μας μισοῦν τὴν Ἐκ­κλη­σία τοῦ Χριστοῦ. Μοιάζουν μὲ λυσσασμένο σκυλί. Ὅπως τὸ σκυλὶ ὅταν λυσσάξῃ δὲν γνωρίζει κανένα ἀλ­λὰ δαγκώνει ἀκόμα καὶ τὸ ἀφεντικό του, ἔτσι κι αὐτοί, λυσ­σασμένα σκυλιὰ τοῦ αἰῶνος μας, μισοῦν θανασίμως τὴν Ἐκ­κλησία. Ἂν ἦταν δυ­νατὸν θὰ γκρέμιζαν τοὺς ναοὺς καὶ θὰ ἔσφαζαν τοὺς κληρικοὺς καὶ ῥα­σοφόρους. Μήπως δὲν τὰ εἴ­δαμε αὐτὰ ἐπὶ τῶν ἡμε­ρῶν μας, εἴτε στὴν Κωσταντινούπολι εἴτε στὴ Βόρειο Ἤπειρο ἀπὸ τὸν Ἐμβὲρ Χότζα εἴτε στὴν Κύπρο ἀπὸ τὸν Ἀττίλα εἴτε στὴ Σερβία καὶ τὸ Κόσσοβο; Καὶ ὅλα αὐτὰ ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς δι­εθνοῦς ὑποκριτικῆς κοινωνίας, ποὺ ἀ­πὸ τὴ μιὰ κόπτεται γιὰ δημοκρατικὰ δικαιώματα κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ξέρει νὰ νίπτῃ τὰς χεῖ­ρας καὶ νὰ ἀμνηστεύῃ τὰ ἐγκλήματα.
     Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο οἱ ἄθεοι τῶν ξένων κρα­τῶν, ἐκεῖνοι ποὺ γκρέμισαν ἐκκλησιὲς καὶ ἀ­παγόρευαν νὰ βαπτίζουν τὰ παιδιὰ καὶ ὑποχρέωναν τοὺς Χριστιανοὺς ἀκόμα καὶ νὰ ἀλ­λάξουν τὰ ὀνόματά τους. Εἶναι καὶ μερικοὶ δικοί μας ἐδῶ, ποὺ μισοῦν τὴν Ἐκκλησία καὶ θέ­λουν νὰ ἐφαρμόσουν καὶ στὴν πατρίδα μας τέτοια ἄθεα καθεστῶτα.
     Κι ἅμα τοὺς ρωτήσῃς, Γιατί μισεῖτε τὴν Ἐκ­κλησία, τί κακὸ σᾶς ἔκανε; ἀπαντοῦν, ὅτι τάχα ἡ Ἐκκλησία συμμάχησε μὲ τὸ κατεστημένο, ὅτι οἱ παπᾶδες καὶ οἱ δεσποτάδες ὑ­πο­στηρίζουν τοὺς πλουσίους, τὸ κεφάλαιο…
Αὐτὸ εἶναι ψέμα. Δὲν ξέρω τί γίνεται σὲ ἄλ­λα δόγματα καὶ ἄλλες θρησκεῖες, ἀλλ᾽ ἐὰν ἐξ­ετάσουμε τὴ δική μας πίστι θὰ δοῦμε, ὅτι αὐ­τὸς ποὺ ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία μας, ὁ Κύρι­ος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἔζησε πτωχὸς στὸν κό­σμο καὶ στηλίτευσε τὴ φιλαργυρία. Κανένας ἄλλος δὲν ἤλεγξε τὸν πλουτισμό, τὴν πλε­ονεξία, τὴν ἀδικία, ὅπως ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ εἶ­πε, ὅτι δυὸ πράγματα δὲν συμβιβάζον­ται· ἡ ἀγάπη τοῦ χρήματος καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸ ν᾽ ἀ­γαπᾷς τὰ λεπτὰ καὶ ν᾽ ἀγαπᾷς τὸ Θεό (βλ. Ματθ. 6,24). Αὐτὰ τὰ πράγματα εἶνε ἀσυμ­βίβαστα. Ὅπως δυὸ πόδια δὲ χωρᾶνε σ᾽ ἕνα παπούτσι, ἔτσι μέσα στὴν ἴδια καρδιὰ δὲ μπορεῖς νὰ βάλῃς τὴν ἀγάπη τοῦ χρήματος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. «Οὐ δύνασθε Θε­ῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ»· «κανείς δὲν μπορεῖ νὰ ἔ­χῃ δύο κυρίους· διότι ἢ τὸν ἕνα θὰ μισή­σῃ καὶ θ᾽ ἀγαπήσῃ τὸν ἄλλο, ἢ θὰ προσηλωθῇ στὸν ἕνα καὶ θὰ περιφρονήσῃ τὸν ἄλλο» (Ματθ. 6,24). Τὰ εἶπε καθαρὰ ὁ Χριστός.
       Θὰ πῇς ἴσως τὸ ἑξῆς. ―Ὁ Χριστὸς βέβαια εἶναι καλός. Πιστεύω ἐγὼ στὸ Χριστό.Ἀλλὰ οἱ παπᾶδες ἐκμεταλλεύονται τὴ θρησκεία καὶ θησαυρίζουν…Δὲν ξέρω, ἐπαναλαμβάνω, τί γί­νεται ἀλλοῦ στὸν κόσμο.Ἀλλὰ ἐδῶ στὴν πατρίδα μας οἱ παπᾶδες εἶναι ὅλοι φτωχοί, φτωχαδάκια. Πόσους παπᾶδες ἔχει ἡ Ἑλλάς; Ὀ­κτὼ χιλιάδες περίπου; Πηγαίνετε παντοῦ καὶ ἐρευνῆστε· στὴν Ἤπειρο, στὴ Μακεδονία, στὸ Μοριὰ καὶ στὰ νησιά· ὅπου νὰ πᾶτε, θὰ δῆτε ὅτι οἱ παπᾶ­δες δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀριστοκρατία. Γεννήθηκαν σὲ σπίτια φτωχά, μέσα σὲ ταπει­νὲς οἰκογένειες. Κανένα πλούσιο σπίτι, κανένας ὑψηλὸς ἀξιωματοῦχος, κανένας βαθύπλουτος ἐφοπλιστὴς δὲν κάνει τὸ παιδί του παπᾶ. Ψάξτε νὰ δῆτε. Ἂν βρῆτε κάπου κληρι­κὸ νὰ εἶναι παιδὶ δικαστικοῦ, εἰσαγγελέως, ἀ­νωτέρου ἀξιωματικοῦ ἢ ἄλλου μεγάλου, θὰ εἶ­ναι ἐξαίρεσις, ποὺ δὲν καταργεῖ ἀλλ᾽ ἐπιβεβαιώνει τὸν κανόνα. Ὁ κλῆρος μας εἶναι «ὀ­στοῦν ἐκ τῶν ὀστέων καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς» τοῦ λαοῦ.
―Καλὰ τὰ παπαδάκια, θὰ πῆτε, ἀλλὰ οἱ δεσποτάδες;
      Δὲν ξέρω τί κάνουν οἱ ἄλλοι δεσποτάδες, ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μου νὰ τολμήσω νὰ πῶ κάτι γιὰ τὴ μητρόπολί μου, ποὺ μὲ γνωρίζει τόσα χρόνια. Μπορεῖ κανεὶς νὰ πῇ ὅ­τι ὁ ἐπίσκοπός της ἀγαπᾷ τὰ λεπτά; Ἂν ψάξετε τὶς τσέπες μου, χρήματα δὲ θὰ βρῆτε. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἐγ­κα­ταστάθηκα ἔχω κάνει ἀμέτρητες λειτουργίες σὲ ὅλες τὶς ἐνορίες· ἀπὸ που­θενὰ δὲν πῆ­ρα χρήματα, οὔτε ἕνα καφὲ δὲν ζήτησα. Δωρε­ὰν λειτουργῶ καὶ διδάσκω. Ἔκανα ἑ­κατοντάδες χειροτονίες· δραχμή δὲν πῆρα. Καὶ τὸ μισθό μου τὸν δίνω ὅλο. Ὅ­ταν πεθάνω, δὲ θὰ βροῦν τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα ῥάσο καὶ μερικὰ βιβλία. Καὶ δὲν εἶμαι ὁ μόνος ἀσφαλῶς.
Δὲν στέκονται λοιπὸν οἱ κατηγορίες ἐναν­τίον τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλος εἶναι ὁ λόγος ποὺ τὴ μισοῦν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὅ,τι τὸ χαλινάρι, ποὺ δὲν ἀφήνει τὸ ἄλογο νὰ πέ­σῃ στὸ γκρεμό, ὅ,τι τὸ φρένο, ποὺ ἀποτρέπει τὸ αὐτοκίνητο ἀπὸ τὸ δυστύχημα. Ἀλλ᾽ ὅπως τὸ λυσ­σασμένο ἄλογο δαγκώνει τὸ χαλινάρι του, ἔ­τσι καὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ θέλουν νὰ ζοῦν χωρὶς χαλινάρι, κατὰ τὰ κέφια τους, ἐπιτίθεν­ται μὲ μῖσος κατὰ τῆς Ἐκκλησίας.Ἀλλὰ καὶ γι᾽ αὐτοὺς ἀκόμα ποὺ τὴν μισοῦν ἡ Ἐκκλησία μας προσεύχεται.
     Ἐμεῖς δὲν τοὺς μισοῦμε· τοὺς ἀγαποῦμε κι αὐτοὺς καὶ προσ­ευχόμεθα καὶ γι᾽ αὐτοὺς καὶ παρακαλοῦμε τὸ Θεό. Κανένα δὲν μισεῖ ἡ Ἐκκλησία· ὅπως ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸ σταυρό, ποὺ ἐνῷ τὸν καρφώνανε προσηύχετο γιὰ τοὺς σταυρωτάς του.* * *Ἀλλὰ προσοχή. Ἐνῷἡ Ἐκκλησία κανένα δὲ μισεῖ, πρέπει ὅμως νὰ ποῦμε ὅτι αὐτοὶ ποὺ μισοῦν τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς κληρικούς, αὐ­τοὶ ποὺ ὑβρίζουν Θεὸ καὶ Παναγία, οἱ ἐ­χθροὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ διῶκτες τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θά ᾽χουν καλὸ τέλος· τὸ λέει τὸ εὐ­αγγέλιο σήμερα.
     Τί εἶνε σήμερα; Σήμερα, Κυριακὴ μετὰ τὰ Χριστούγεννα, μνημονεύουμε ὅτι ἕνας βασιλιᾶς κακοῦργος, ὁ Ἡρῴδης, – τί ἔκανε; Πῆρε μαχαίρι καὶ ἔσφαξε πόσους; 14.000 βρέφη! Ὅ­πως ὁ χασάπης σφάζει τ᾽ ἀρνάκια, ἔτσι αὐτὸς ἔσφαξε 14.000 παιδάκια.Γιατί; Ἤλπιζε, ὅτι μεταξὺ τῶν παιδιῶν θὰ ἦταν καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Καὶ αὐτὰ μὲν σὰν ἀγγελούδια πῆγαν ἐπάνω στὸν οὐρανὸ καὶ ψάλλουν τὸ Ἀλληλού­ια. Ὁ Ἡ­ρῴδης ὅμως τί ἔγινε; Ἐμένα ρωτᾶτε; Διαβάστε νὰ δῆτε τί λέει ἡ ἱστορία. Ἀρρώστη­σε, ἔπεσε κατάκοιτος στὸ κρεβάτι, γέμισε πλη­γὲς ποὺ ἔτρεχαν πύον, σάπισε, βρώμισε, σκου­λήκιασε· ἔτσι πέθανε καὶ παρέδωσε τὴν ψυχή του. Καὶ μόνο αὐτός;
      Ὑπάρχει καὶ ἄλλο παράδειγμα· ὁ Ἰουλια­νὸς ὁ Παραβάτης. Αὐτὸς ἔζησε με­τὰ τριακόσια χρόνια. Κατεδίωξε τὴν Ἐκκλησία, ἤθελε νὰ ἐπανα­φέρῃ τὴν εἰδωλολατρία, νὰ σβήσῃ τὸ ὄ­νομα τοῦ Χριστοῦ νὰ μὴν ἀκούγεται. Τὸ τέλος του ποιό ἦταν; Ἔκανε πόλεμο, καὶ πάνω στὴ μάχη ἕνα βέλος, μία σαΐτα, τὸν χτύπησε στὸ στῆ­θος. Γέμισε τότε τὴ φούχτα του αἷμα καί, τὴν ὥρα ποὺ ξεψυχοῦσε πλέον, τὸ σκόρπισε στὸν ἀέρα καὶ εἶπε· «Νενίκηκάς με, Ναζωραῖε»· Χριστέ, μὲ νίκησες.
Κανείς δὲ μπορεῖ νὰ νικήσῃ τὸ Χριστό, ὄχι. Ὅποιος ἀντιτίθεται ―σημειῶστε το―, ὅ,τι κι ἂν εἶνε, μικρὸς ἢ μεγάλος, ἄνθρωπος ἢ σύστη­μα, ὅποιος πάει κόντρα μὲ τὸ Χριστό, θὰ γίνῃ στάχτη. Ὑπάρχει Θεός, ὑπάρχει Χριστός!Βουλῶστε τ᾽ αὐτιά σας, ἀδελφοί μου. Μὴν ἀ­κοῦτε τί λέει ὁ ἕνας κι ὁ ἄλλος. Κρατῆστε τὴν πίστι στὸ Χριστό, τὴν πίστι τῶν πατέρων μας, βαθειὰ στὴν ψυχή σας. Καμμιά δύναμις νὰ μὴ μπορέσῃ νὰ τὴν ξερριζώσῃ.
      Αὐτὰ εἶχα νὰ σᾶς πῶ καὶ αὐτὰ νὰ πιστεύετε. Ν᾽ ἀκοῦτε τὴν Ἐκκλησία μας. Κι ὅταν πλησιάσῃ τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας, νὰ μὴν εἶναι ὅ­πως τὸ τέλος τοῦ Ἡρῴδου, ποὺ ἀποδοκιμάστηκε ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Θεό, ἀλλὰ τὸ τέλος μας νὰ εἶναι ὅπως τοῦ λῃστοῦ, ποὺ ἐπάνω στὸ σταυρὸ εἶπε «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος



(Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου, εις τόν ιερό ναό Ἁγ. Νικολάου Ὑδρούσης - Φλωρίνης 29-12-1976 ἡμέρα Τετάρτη)

Φωτογραφικό λεύκωμα από την Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου Ζακύνθου




































Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

Απολυτίκιον Αγίου Διονυσίου, αρχιεπισκόπου Αιγίνης



Απολυτίκιο


«Τῆς Ζακύνθου τόν γόνον καί Αἰγίνης τόν πρόεδρον, τόν φρουρόν τῆς Μονῆς τῶν Στροφάδων, Διονύσιον ἅπαντες, τιμήσωμεν συμφώνως οἱ πιστοί, βοῶντες πρός αὐτόν εἰλικρινῶς. Σαῖς λιταῖς τούς τήν σήν μνήμην ἐπιτελοῦντας, σῶσον καί βοώντας σοί, δόξα τῷ σέ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δωρησαμένω σέ ἠμίν, πρέσβυν ἀκοίμητον».

Ο Άγιος της συγνώμης μέσα απο την ποίηση







Το κλίμα το Ζακυνθινό, στον κόσμο δεν υπάρχει,
και Άγιο προστάτη του, για προκοπή του να ΄χει.

Αιώνες ο καλόγερος, φυλάει το νησί μας,
και πολεμάει το κακό, μεσ΄ τη συνείδησή μας,

Όπου κι αν πάμε μακριά, είναι το καύχημα μας,
το Τζάντε μας, οι εκκλησιές, και τα καμπαναριά μας.

Σαν άνθρωποι του τραγουδιού, τση μάντσιας, τση παρόλας,
είμαστε λίγο δύστροποι, και κάποιοι τση πιστόλας.

Είμαστε λίγο εγωιστές, καθένας το εγώ του,
το ποιος θα κάτσει δίπλα μου, είναι το δύσκολό του.

Πιο πάνω όμως απ΄ αυτά, είναι ο Άγιος μας,
κάθε πρωί και στη δουλειά, κάνουμε το σταυρό μας.

Την πίστη μας τη νιώθουμε, και λίγο ας βλαστημάμε,
το μετανιώνουμε βαθιά, όταν τον προσκυνάμε.

Όποιος ποτέ δεν άκουσε, δεν το καταλαβαίνει,
στο ξύπνημα της Κυριακής, τον Άγιο να σημαίνει.

Μέσα σου νιώθεις Ζάκυνθος, έχει το γνώρισμά της,
ο Άγιος Διονύσιος, φύλακας και προστάτης.

Παράδειγμα και δύναμη, ψυχής και καλοσύνης,
θαυματουργός και λυτρωτής, Επίσκοπος Αιγίνης.

Συγχώρεσε και νίκησε, τον πόνο το δικό του,
φονιά κακό που σκότωσε, τον άτυχο αδελφό του.

Στο ένα χέρι το σταυρό, το άλλο επι της κόμης,
κοιτάει ψηλά προς το Θεό, ο Άγιος της Συγνώμης.

Γιορτάζει όλο το νησί, της 17 Δεκέμβρη,
και εμείς σταυρό στη χάρη του, καλά για να μας εύρει