Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Θυμίσου τις αμαρτίες σου ...(Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)


Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο νά σώσει ἁμαρτωλούς, ἀπό τούς ὁποίους πρῶτος εἶμαι ἐγώ ( Α' Τιμ. 1, 15 ). Δέν εἶπε, ἤμουν, ἀλλά εἶμαι. Ἡ συγχώρηση δόθηκε ἀπό τόν Θεό. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅμως δέν ξεχνοῦσε, θυμόταν τά ἁμαρτήματα, πού του συγχώρησε ὁ Θεός. Αὐτά πού τοῦ ἐξάλειψε ὁ Κύριος, ὁ Παῦλος τά φανέρωνε, τά ἔκαμε θέαμα σέ ὅλους. Γιά νά καταλάβετε ὅμως γιατί ὁ Παὺλος θυμόταν τίς ἁμαρτίες πού τοῦ συγχωρήθηκαν ἀπό τόν Θεό, ἀκούσατε τόν Προφήτη πού λέγει: "δέν θά θυμηθῶ πιά τίς ἁμαρτίες σου. Σύ ὅμως θυμήσου" ( Ἠσ. 43, 25 ).
Ὁ Θεός ὀνομάζει τόν Παῦλο "σκεῦος ἐκλογῆς", ἐκλεκτό ὄργανό Του. Αὐτός ὅμως θεωρεῖ καί ἀποκαλεῖ τόν ἑαυτό του πρῶτο ἁμαρτωλό. Καί ἀφοῦ δέν λησμονοῦσε τίς ἁμαρτίες που τοῦ συγχωρήθηκαν, σκέψου πόσο θυμόταν τίς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ....Η θύμηση τῶν ἁμαρτημάτων συγκρατεῖ τή σκέψη, τήν κάνει νά νοιώθει ταπεινή, καί μέ τήν ταπεινοφροσύνη κερδίζει ὁ ἄνθρωπος τήν εὔνοια, τήν συμπάθεια τοῦ Θεοῦ.

Aσθένειες, πόνος και θλίψεις κατά τους Αγίους Πατέρες


"Οἱ Ἅγιοι τόν καιρό τῆς ἀσθένειας χαίρονταν, διότι εὔρισκαν εὐκαιρία γιά νά πλουτίσουν πνευματικά".
Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος
"Ὅταν τό σῶμα δοκιμάζεται, τότε ἡ ψυχή ἁγιάζεται".
Γέροντας Παΐσιος

" Ὅπως το κερί, αν δεν ζεσταθεί και μαλαχθει πολύ, δεν μπορεί νά δεχθεί τη σφραγίδα πού βάζουμε πάνω του, έτσι και ο άνθρωπος, αν δεν δοκιμαστεί με κόπους και ασθένειες, δεν μπορεί νά δεχθεί τη σφραγίδα της αρετής του Θεού.

 Γι' αυτό και ο Κύριος λέει στον θεσπέσιο Παύλο: "Αρκεί σοι ή χάρις μου ή γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται" (Β' Κορ. 12:9). Μα και ο ίδιος ο Παύλος καυχιέται με τα εξής λόγια: "Ήδιστα ούν μάλλον καυχήσομαι εν ταίς ασθενείαις μου, ινα επισκηνώση επ' εμέ ή δύναμις του Χριστού" Και αυτός μεν, λέγοντας "ασθένειες", εννοεί τις επιθέσεις των εχθρών του Σταυρού του Χριστού, πού συνεχώς γίνονταν και σ' αυτόν και σ' όλους τους τότε αγίους για νά μην υπερηφανεύονται, όπως λέει ο ίδιος, εξαιτίας των υπερβολικών αποκαλύψεων (Β' Κορ. 12:7), αλλά μάλλον νά μένουν με την ταπείνωση στην κατάσταση της τελειότητος, και με τούς συχνούς εξευτελισμούς νά διατηρούν τη δωρεά του Θεού με οσιότητα.
Εμείς όμως τώρα, όταν λέμε "ασθένειες", εννοούμε τούς πονηρούς λογισμούς και τις σωματικές αρρώστιες. Γιατί τότε, επειδή τα σώματα των αγίων πού αγωνίζονταν εναντίον της αμαρτίας, παραδίνονταν σε θανατηφόρα βασανιστήρια και σε διάφορες άλλες κακοπάθειες, ήταν πολύ ανώτερα από τα πάθη, πού μπήκαν λόγω της αμαρτίας στην ανθρώπινη φύση. Τώρα όμως, επειδή αυξάνεται με τη χάρη του Κυρίου ή ειρήνη των Εκκλησιών, πρέπει να δοκιμάζονται οι αγωνιστές της ευσέβειας στο σώμα με συνεχείς αρρώστιες και στην ψυχή με πονηρούς λογισμούς. και τούτο, για ν' απαλλάσσονται από κάθε κενοδοξία και υπερήφανη σκέψη, και να μπορέσουν, καθώς είπα, να δεχθούν μέσα στις καρδιές τους, με την πολλή ταπείνωση, τη σφραγίδα του θείου κάλλους, σύμφωνα με τον άγιο πού λέει: "Έσημειώθη έφ' ημάς το φως τον πρόσωπον σον, Κύριε" (Ψαλμ. 4:7).
Πρέπει λοιπόν με ευχαριστία να υπομένουμε το θέλημα του Κυρίου. Γιατί έτσι οι συνεχείς αρρώστιες και ο πόλεμος με τους δαιμονικούς λογισμούς θα μας λογαριαστούν σαν ένα δεύτερο μαρτύριο. Βλέπετε, αυτός πού έλεγε τότε στους άγιους εκείνους μάρτυρες, μέσῳ των άνομων αρχόντων, να αρνηθούν το Χριστό και να ποθήσουν την εγκόσμια δόξα, (δηλαδή ο διάβολος), ο ίδιος στέκεται και τώρα και λέει ακατάπαυστα στους δούλους του Θεού τα ίδια. Αυτός πού έκανε τότε να υποφέρουν τα σώματα των αγίων και κακοποιούσε υπερβολικά τους τιμημένους δασκάλους (του Ευαγγελίου), μέσῳ όσων υπηρετούσαν τα διαβολικά εκείνα φρονήματα, ο ίδιος φέρνει και τώρα στους ομολογητές της ευσέβειας τα διάφορα παθήματα, με πολλές ύβρεις και εξευτελισμούς. Γι' αυτό κι εμείς οφείλουμε ν' αντιμετωπίζουμε με σταθερότητα και υπομονή το μαρτύριο της συνειδήσεως μας ενώπιον του Θεού, όπως λέει (ο Δαβίδ): "Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον, και προσέσχε μοι" (Ψαλμ. 39:2) ".

Πόση δύναμη έχει το ιερό Πετραχήλι !!!


Στον καιρό της Τουρκοκρατίας γύριζαν πολλοί παπάδες, αλλά ένας παπάς γύριζε και μάζευε ονόματα και τα μνημόνευε στη Λειτουργία.
Και είπε ο καϊμακάμης, ο Τούρκος αστυνομικός: «Βρε, αυτός εγείρει τον κόσμο σε επανάσταση».
Τον πιάνει και τον βάζει μέσα. Και στον ύπνο του φανερώνονται όλοι αυτοί που μνημόνευε και λένε: «Άκουσε, ή βγάζεις τον παπά έξω, διότι αυτός μας μνημονεύει και μας παρηγορεί, ή θα σου πάρουμε το πρώτο παιδί».
Κι ο Τούρκος φοβήθηκε. Έπί Τουρκοκρατίας. «Άντε, παπά, πάνε στο καλό», λέει, «πάνε, εγώ θα χάσω το παιδί μου;»
Μεγάλη δύναμη έχει το πετραχήλι, παιδί μου, μεγάλη δύναμη. Όσο μπορείς περισσότερα ονόματα να μνημονεύεις.

Πηγή: Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, Έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου
 «Άγιος Εφραίμ» Κατουνάκια Αγίου Όρους, Α’ έκδοση 2000.

Η ανατροφή των παιδίων κατά τον Γέροντα Παίσιο

Γέροντα, το ξύλο βοηθάει τα παιδιά να διορθωθούν;

- Όσο γίνεται, οι γονείς να το αποφεύγουν. Να προσπαθούν με το καλό και με υπομονή να δώσουν στο παιδί να καταλάβη ότι αυτό που κάνει δεν είναι σωστό. Μόνον όταν είναι μικρό το παιδί και δεν καταλαβαίνη ότι αυτό που κάνει είναι επικίνδυνο, βοηθιέται, αν φάη κανένα σκαμπίλι, για να προσέχει άλλη φορά. Ο φόβος, μήπως φάη πάλι σκαμπίλι, γίνεται φρένο και το προστατεύει. Εγώ, όταν ήμουν μικρός, περισσότερο βοηθιόμουν από την μητέρα μου παρά από τον πατέρα μου. Και οι δυο με αγαπούσαν και ήθελαν το καλό μου. Καθένας όμως με βοηθούσε με το δικό του τρόπο. Ο πατέρας μου ήταν αυστηρός. Όταν κάναμε καμιά αταξία, μας έδινε σκαμπίλια. Εγώ πονούσα λίγο από το ξύλο, μαζευόμουν, όταν όμως περνούσε ο πόνος, ξεχνούσα και τον πόνο και τις συμβουλές του. Όχι ότι δεν με αγαπούσε ο πατέρας μου. Από αγάπη με έδερνε. Μια φορά, θυμάμαι – τριών ετών ήμουν – , που μου έδωσε ο πατέρας μου ένα σκαμπίλι, με τίναξε πέρα! Τι είχε γίνει; Δίπλα από το σπίτι μας ήταν ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο. Οι ιδιοκτήτες είχαν φύγει στην Αμερική και είχε ρημάξει. Στην αυλή είχε μια συκιά που τα κλαδιά της έβγαιναν στον δρόμο. Ήταν καλοκαίρι και ήταν γεμάτη σύκα. Εκεί που έπαιζα με τα άλλα παιδιά, ήρθε ένας γείτονας και με σήκωσε, για να του κόψω μερικά σύκα, γιατί δεν έφθανε μόνος του να τα κόψη. Του έκοψα πέντε έξι και μου έδωσε κι εμένα δύο. Όταν το έμαθε ο πατέρας μου, θύμωσε πάρα πολύ. Μου έδωσε ένα σκαμπίλι!… Εγώ έβαλα τα κλάματα. Η μάνα μου που ήταν μπροστά, γύρισε και του είπε: «Τι το χτυπάς το παιδί; Τι ήξερε αυτό; μικρό παιδί είναι. Πως μπορείς να το ακούς να κλαίη;». «Άμα έκλαιγε τότε που το σήκωσε ο άλλος, για να κόψη τα σύκα, δεν θα έκλαιγε τώρα, είπε ο πατέρας μου. Αλλά, φαίνεται, ήθελε να φάη και αυτό σύκα. Ας κλαίη λοιπόν τώρα». Που να τολμήσω να το ξανακάνω! Και η μητέρα μου έβλεπε τις αταξίες μου και στενοχωριόταν, αλλά είχε μια αρχοντιά. Όταν έκανα καμμιά αταξία, γύριζε το κεφάλι από την άλλη μεριά και έκανε πως δεν με βλέπει, για να μη με στενοχωρήση. Εμένα όμως αυτή η συμπεριφορά μου ράγιζε την καρδιά. «Κοίταξε, έλεγα μέσα μου, εγώ έκανα τέτοια αταξία και η μητέρα όχι μονάχα δεν με δέρνει, αλλά κάνει και πως δεν με βλέπει! Άλλη φορά δεν θα το ξανακάνω! Πώς να την ξαναστενοχωρήσω;». Με αυτήν την συμπεριφορά της η μητέρα μου με βοηθούσε περισσότερο, παρά αν μου έδινε ένα σκαμπίλι. Κι εγώ όμως δεν το εκμεταλλευόμουν, να πω: «Ε, τώρα δεν με βλέπει, ας κάνω μεγαλύτερη αταξία». Ενώ ο πατέρας μου, μόλις έκανα κάτι, τακ, σκαμπίλι. Βλέπεις, και οι δύο με αγαπούσαν, εκείνο όμως που με διόρθωνε περισσότερο ήταν η αρχοντική συμπεριφορά της μάνας μου.
- Γέροντα, μερικά παιδιά όμως είναι πολύ άτακτα. Φωνάζουν, τρέχουν, κάνουν ζημιές. Πώς να αποφύγουν οι γονείς το ξύλο;
- Κοίταξε, δεν φταίνε τα παιδιά. Τα παιδιά, για να μεγαλώσουν φυσιολογικά, θέλουν αυλή, για να μπορούν να παίξουν. Τώρα τα κακόμοιρα είναι κλεισμένα μέσα στις πολυκατοικίες και ζορίζονται. Δεν μπορούν να τρέξουν ελεύθερα, να παίξουν, να χαρούν. Δεν πρέπει να στενοχωριούνται οι γονείς, όταν το παιδάκι είναι ζωηρό. Ένα ζωηρό παιδί έχει δυνάμεις μέσα του και μπορεί να προκόψη πολύ στην ζωή του, αν τις αξιοποιήση.

Μια ευλογημένη οικογένεια

1. Μακάριο το σπίτι, που κυβερνάει ο Χριστός.
2. Μακάριο το σπίτι, που καταστατικό του έχει το Ιερό Ευαγγέλιο.
3. Μακάριο το σπίτι, που όλοι προσεύχονται.
4. Μακάριο το σπίτι, που το ανδρόγυνο ζει με αμοιβαία αγάπη, ανοχή, συνχωρητικότητα και διαφυλάσσει, σαν κόρη οφθαλμού, το συζυγικό του σπίτι.
5. Μακάριο το σπίτι, που τα μέλη του ζουν με αλληλοσεβασμό, αλληλοκατανόηση και ο καθένας υποχωρεί για το χατήρι του άλλου, οπότε κανένα δυσάρεστο μεταξύ τους πρόβλημα.
6. Μακάριο το σπίτι, που τα μέλη του είναι πιστά παιδιά του Θεού και ζουν την πνευματική και μυστηριακή ζωή της Αγίας Του Εκκλησίας, οπότε δεν κινδυνεύουν να γίνουν θύματα της μαγείας.
7. Μακάριο το σπίτι, που τα μέλη του είναι πνευματικώς καλλιεργημένα και θρησκευτικώς κατηρτισμένα, οπότε δεν διατρέχουν το κίνδυνο να παρασυρθούν από τους αιρετικούς και τα κάθε όργανα του Αντίχριστου.
8. Μακάριο το σπίτι, που τα μέλη του ζουν με φρόνηση και αυτοκυριαρχία οπότε δεν κινδυνεύουν να πέσουν θύματα των εμπόρων των ναρκωτικών και του λευκού θανάτου.
9. Μακάριο το σπίτι, που τα μέλη του ζουν με σωφροσύνη, εγκράτεια και γενικά σύμφωνα με τους κανόνες της ηθικής.
10. Μακάριο το σπίτι, που βασιλεύει η Αγάπη και όπου αγάπη ευλογία και όπου ευλογία ο Χριστός και όπου ο Χριστός ευτυχία, χαρά, ειρήνη, γαλήνη

Ο δρόμος για τον Θεό βρίσκεται μέσα από την αγάπη για τους άλλους ανθρώπους

Στην έσχατη κρίση δεν θα ρωτηθώ πόσες θρησκευτικές διαλέξεις παρακολούθησα, πόσες μετάνοιες έκανα κατά την διάρκεια των προσευχών μου , πόσο αυστηρά νήστεψα.
Μα θα ρωτηθώ: Έδωσα τροφή στους πεινασμένους, ρούχα στους γυμνούς, φρόντισα τους αρρώστους επισκέφθηκα τους φυλακισμένους;
Αυτά είναι όλα που θα ρωτηθώ.
Ο δρόμος για τον Θεό βρίσκεται μέσα από την αγάπη για τους άλλους ανθρώπους και δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος»

H Γνωριμία μας με τον Θεό, του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου


Δεν χρειάζονται ούτε χρήματα, ούτε τίτλοι για να γνωρίσει κανείς τον Θεό.
Πόση χαρά είναι για μας ότι ο Κύριος όχι μόνο συγχωρεί τα αμαρτήματά μας, αλλά και δίνει στην ψυχή την γνώση Του, αρκεί μόνο να ταπεινωθεί. Κι ο τελευταίος φτωχός μπορεί να ταπεινωθεί και να γνωρίσει τον Θεό με το Άγιο Πνεύμα.Δεν χρειάζονται ούτε χρήματα, ούτε τίτλοι για να γνωρίσει κανείς τον Θεό, αλλά μονάχα η ταπείνωση. Ο Κύριος δίνεται δωρεάν, μόνο χάρη στο έλεος Του.  
Πριν δεν το ήξερα, αλλά τώρα βλέπω καθημερινά κάθε ώρα, κάθε λεπτό ολοφάνερα το έλεος του Θεού. Ο Θεός χαρίζει ειρήνη ακόμη και την ώρα του ύπνου και χωρίς τον Θεό δεν υπάρχει ειρήνη στην ψυχή.

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου 

O αγαθός χρυσοχόος - μια διδακτική ιστορία απο το Λειμωνάριο


Υπήρχε κάποιος χρυσοχόος πολύ ευφυής και άριστος τεχνίτης, προς τον οποίο ήλθε κάποιος πατρίκιος, δηλαδή ευγενής, και παράγγειλε να του κατασκευάσει ένα σταυρό με πολύτιμους λίθους, για να τον προσφέρει στον ναό.
Αφού έλαβε, λοιπόν, χρυσάφι αντί για χρήματα, σκέφτηκε και είπε στον εαυτό του ότι, αφού ο άρχοντας προσφέρει τόσα χρήματα στον ναό, γιατί να μην προσφέρει και ο ίδιος κάτι για δικό του όφελος, όπως η χήρα τα δύο λεπτά.
Έτσι υπολόγισε την τιμή της εργασίας του, η οποία άρμοζε, την πρόσθεσε και με τον σταυρό και τον τελείωσε.
Όταν ήλθε ο πατρίκιος και ζύγισε το χρυσάφι, προτού τοποθετηθούν οι πολύτιμοι λίθοι, το βρήκε περισσότερο απ’ όσο είχε δοθεί.
Όταν  άρχισε να τον ελέγχει με απειλές, μήπως έκανε δόλο και πρόσθεσε μέταλλα με το χρυσάφι που του έδωσε, ο νέος του είπε: « Ο Θεός που γνωρίζει τα ενδόμυχα της ψυχής, γνωρίζει ότι δόλο δεν έκανα, αλλά βλέποντας ότι εσύ προσφέρεις τόσα χρήματα στον Χριστό, σκέφτηκα να προσφέρω και εγώ τον μισθό του κόπου μου, ώστε να έχω και εγώ μισθό μαζί σου».
Θαυμάζοντας ο πατρίκιος την αγαθή προαίρεση του λέει: «Επειδή τέκνο έτσι έκρινες, για να έχεις και εσύ μερίδιο στον Χριστό, από σήμερα σε κάνε θετό υιό μου και κληρονόμο». Έτσι τον πήρε μαζί του και τον έκανε θετό υιό και κληρονόμο του.
Από αυτό λοιπόν, διδασκόμαστε την αγαθότητα του Θεού, ο οποίος λαμβάνοντας από εμάς με καλή προαίρεση, αποδίδει πλούσια την ανταπόδοση.
από το βιβλίο “Λειμωνάριον το Παλαιόν”,εκδόσεις: “Η Αγία Άννα”

Επιστροφή από την άλλη ζωή. Χειρουργείο θανάτου... Μια διδακτική αφήγηση

Θά παραθέσουμε τώρα μία  συνέντευξη, όπως τήν βρήκαμε σέ ένα ηχητικό ντοκουμέντο, κασέτα θαυμάτων, τής Παναγίας τής Μαλεβής .Είναι μία μαρτυρία, ότι ένας άλλος κόσμος μάς περιμένει, μέσα από μία διαδικασία, ελέγχου καί Κρίσεως...
Μιλάει η ασθενής.
"Ημουν πολύ καλά όταν μού παρουσιάσθηκε μία μικρή αιμορραγία. Μέ πίεσαν καί πήγα στόν γιατρό, τό είχα σάν αστείο εγώ, βρέθηκε όμως πράγματι ένα μικρό ινομύωμα. Ομως μετά, μού είπε ο γιατρός, ότι τό αίμα δέν είναι από τό ινομύωμα, αλλά προέρχεται από πολύποδα. Θά κάνεις μία απόξεση καί θά γίνεις καλά, μέ καθησύχασε ... Εκανα πράγματι τήν απόξεση κάναμε καί κάποιες άλλες αναλύσεις, βρέθηκαν σχετικά καλές, καί καταλήξαμε μέ τόν γιατρό, ότι άν ήθελα, μπορούσα καί νά μή κάνω τήν εγχείρηση.  Ομως, ένα βράδυ είδα στόν ύπνο μου ότι μέ είχαν στό χειρουργείο. Αυτό μέ έβαλε σέ σκέψεις, μήπως ήταν κάποια προειδοποίηση. Δούλευα τότε σέ μιά κλινική καί συζητώντας μέ μία συνάδελφο, μού είπε νά πάω νά εγχειρισθώ.  Παρακαλούσα τήν Παναγία μία βδομάδα νωρίτερα νά μέ βοηθήσει, καί νά μού δείξει άν πρέπει νά εγχειρισθώ ή όχι. Δυσκολεύθηκα αρκετά στήν προετοιμασία ναρκώσεως, τόσο, πού απορούσαν καί οι γιατροί βλέποντάς με άγρυπνη.
Οπως βρισκόμουν ξύπνια, ξαπλωμένη στό κρεββάτι, βλέπω μπροστά μου δυό άγνωστα πρόσωπα, όχι γιατρούς. Μού λένε,
-- Πάμε..
-- Πού θά πάμε, τούς λέω, θά γίνει εγχείρηση τώρα.
-- Πάμε, θά γίνει καί η εγχείριση...
Τήν ώρα όμως πού μού έλεγαν αυτά, ξεκίνησε από τό στόμα τους κάτι σάν μουσική, μέ λέξεις συνεχώς επαναλαμβανόμενες " η εγχείριση θά γίνει, η εγχείριση θά γίνει ..." Ητανε λέξεις ανακατεμένες μέ μουσική έτσι καθώς περπατούσαμε στόν διάδρομο. Φθάσαμε κάπου, καί ανεβαίνοντας τρία σκαλιά, τά μέτρησα, άνοιξε μία πόρτα καί μπήκαμε σέ ένα γραφείο. Ηταν καθισμένος εκεί ένας άνθρωπος.  Δέν μπορούσα νά διακρίνω τό πρόσωπό του, έβλεπα όμως τό σώμα καί τά χέρια του πάνω στό γραφείο. Δίπλα του υπήρχε ένα πακέτο, σάν μπλόκ λογιστικών αποδείξεων. Κρατούσε ανοιχτό ένα βιβλίο, μεγέθους Ευαγγελίου τό οποίο καί συμβουλεύτηκε, πρίν μέ ρωτήση,
- Είσαι παντρεμένη;
- Ναί.
- Εχεις παιδιά;
- Ναί.
- Πόσα παιδιά έχεις;
- Τρία.
- Ήσουν πιστή στό στεφάνι σου;
- Μάλιστα !
- Γιατί 3 παιδιά; Τού λέω πάλι κλαίγοντας,
- Τρία.
- Θέλω νά μού εξηγήσεις, μού λέει, γιατί μόνο τρία παιδιά; Είχες κάνει εκτρώσεις;
- Οχι. Εκανα μία, αλλά δέν γνώριζα ότι ήταν αμαρτία. Τό εξομολογήθηκα όμως σέ ιερέα... Μόλις είπα, ότι τό εξομολογήθηκα σέ ιερέα, υπέγραψε βιαστικά τό δελτίο αποδείξεων, έκοψε τό χαρτί καί τό έδωσε στόν δεξιό συνοδό μου.
- Πάμε, μού λένε οι συνοδοί μου.  Μπήκαμε σέ δεύτερο γραφείο. Μέ ρωτούν πάλι.
- Εκκλησιάζεσαι;
- Μάλιστα.
- Εξομολογείσαι;
- Ναί.
- Κοινωνάς;
-Μλιστα.
-Νηστεύεις; Λέω πάλι,
- Μάλιστα.
Υπέγραψε καί αυτός στίς αποδείξεις πού είχε μπροστά του, έκοψε τό χαρτί καί τό έδωσε στόν δεξιό συνοδό μου. Ξεκινήσαμε τώρα γιά τό τρίτο γραφείο. Εκεί, είδα διαφορετικά φώτα, άλλες διακοσμήσεις... Αρχισα νά σκέπτομαι μήπως έγινε η εγχείριση καί έχω πεθάνει καί βρίσκομαι στήν άλλη ζωή, γιατί έβλεπα άλλα πράγματα, άλλο κόσμο, έξω από τήν ζωή πού καθημερινά βλέπουμε. Προσπαθούσα νά καταλάβω άν ήμουνα σέ μέρος πού ήταν μέ τόν Θεό, ή μέ πήγαιναν γιά τήν Κόλαση.
Σηκώθηκε ξαφνικά ένας δυνατός αέρας, σάν σίφουνας, καί πρόσεξα ανάμεσα στά ανακατωμένα φύλλα τών δένδρων, πολύχρωμα μικρά σταυρουδάκια νά στριφογυρίζουν στόν αέρα. Η θέα τών Σταυρών μέ καθησύχασε. Μπήκαμε στό τρίτο γραφείο. Μέ ρωτούν πάλι,

- Κάνεις βοήθειες ; ( ελεημοσύνες )
- Είμαι φτωχιά, αλλά ότι μπορώ κάνω...
- Επισκέπτεσαι ανάπηρους, φτωχούς, αρρώστους;
- Κάνω καί τήν νοσοκόμα, καί μού αρέσει νά περιποιούμαι αρρώστους, γι΄αυτό πάω...
Υπόγραψε κι΄αυτή τήν απόδειξι καί τήν έδωσε στούς συνοδούς μου. Πήγαμε στό τέταρτο γραφείο. Μέ ρωτάνε εκεί,
- Μήπως είσαι "αρπαώνης " ( Κυπριακή διάλεκτος, "γραπώνεις, αρπάζεις" ).Αυτή τήν λέξι όμως, προσωπικά, δέν τήν είχα ακούσει ποτέ μου. Τού λέω,
-Τί σημαίνει αυτό κύριε; Δέν τήν ξέρω αυτή τήν λέξη...
- " Αρπαώνεις, αρπαώνεις ; " μού λέει.
- Δηλαδή άν αρπάζω, άν κλέβω , θέλεις νά πείς;
- Ναί.
- Αμα είναι καί πεινάω, τού λέω, τά παίρνω. Αμα είναι, καί κάτι πού δέν τό έχω, αλλά τό βρίσκω διπλό, ( στήν δουλειά μου ή καί αλλού ), κι΄ αυτό τό παίρνω...
Μού τράβηξε μία γραμμή πάνω στό χαρτί, σάν κάτι νά σημείωσε, δέν τό υπόγραψε, (όπως υπόγραφαν οι άλλοι νωρίτερα ), έκοψε τό χαρτί καί τό έδωσε. Μπήκαμε στό πέμπτο γραφείο. Ερώτηση,
-Κατακρίνεις τόν αδελφό μου;
Τού λέω,
- Μέ συγχωρείτε κύριε, δέν ξέρω τόν αδελφό σας.
Θύμωσε, καί μού ξαναείπε,
- Τόν αδελφό σου, τόν συνάνθρωπό σου, τόν κατακρίνεις; Τού λέω,
- Ναί, κύριε, τόν κατακρίνω.
- Γιατί τόν κατακρίνεις;
- Γιατί, δέν μού αρέσουν οι πράξεις του...
- Τίς δικές σου πράξεις, τίς κατακρίνεις;
- Κύριε, νά σάς εξηγήσω...
- Οχι, μού λέει, πές μου γιατί κατακρίνεις;
- Κατακρίνω, τού λέω, προσπαθώντας νά δικαιολογηθώ ...
- Μέ τόν συνάδελφό σου πώς είσαι;
- Οχι καί καλά. Εκεί πού δουλεύω υπάρχουν παρεξηγήσεις καί φασαρίες. Ομως εξομολογούμαι τακτικά καί τά λέω στόν πνευματικό μου...Κοίταξε τό χαρτί, σημείωσε κάτι, καί δέν υπόγραψε τήν απόδειξη, (όπως δέν είχε υπογράψει κι΄ο άλλος στό προηγούμενο γραφείο ). Παρ΄ όλο πού είπα ότι τά εξομολογούμαι τακτικά σέ ιερέα, (αλλά τά ξανακάνω πάλι ...)
Τό " αρπαώνης-κλέβεις" , καί τίς κατακρίσεις, δέν τίς υπέγραφε... Βγήκαμε έξω καί βαδίζοντας γιά τό επόμενο, έκτο γραφείο, η μουσική καί τά λόγια πού συνεχώς άκουγα πρίν, ότι " η εγχείριση θά γίνει, η εγχείριση θά γίνει" τώρα άλλαξαν. Τώρα άκουγα, σέ γρήγορο πλέον ρυθμό " η εγχείριση τελείωσε, η εγχείριση τελείωσε ...". Μπήκαμε σέ νέο γραφείο. Δέν υπήρχε κανένας, μόνο μία μεγάλη πολυθρόνα καί κάθε λίγο έβλεπα, πότε ένα αστεράκι, πότε ένα πολύχρωμο σταυρουδάκι, νά εμφανίζεται πάνω στήν καρέκλα αυτή καί νά φεγγοβολάει μέ αστραπές... Από μία μικρή , χαμηλή πόρτα μπήκε ένα πρόσωπο, σάν κοπέλα, πολλή ωραίο, μέ μεγάλα μάτια ( μού θύμιζε άγγελο ), καί τό μόνο πού πρόσεξα ιδιαίτερα ήταν τά χρυσά περιβραχιόνια πού είχε στά χέρια του ( ενδεικτικό κάποιας εξουσίας ), μέ μία μεγάλη πέτρα επάνω τους πού έβγαζε αστραπές. Μπήκε μέ έναν σεμνό αέρα, κάθισε στήν καρέκλα, καί μέ κοίταξε ερευνητικά από τό πρόσωπο ώς τά πόδια. Άπλωσε τό χέρι καί ο συνοδός μου έδωσε τά χαρτιά πού μέ αφορούσαν. Εβλεπα τό πρόσωπο αυτό πολύ καθαρά, καθώς διάβαζε τά σημειώματα. Σταμάτησε ξαφνικά, καί στρεφόμενος πρός τήν πόρτα εξόδου είπε υπομονετικά, τρείς φορές, σάν κάποιον νά ρωτούσε απ΄ έξω...
- Νά τήν περάσω, νά τήν περάσω, νά τήν περάσω;
Δέν άκουσα τήν απάντηση. Γύρισε μόνο καί φώναξε, δείχνοντας τήν έξοδο.
- Πάρτε την πίσω, πάρτε την πίσω...
Ηταν στ΄ αυτιά μου ακόμη ο αντίλαλος τών λέξεων " πάρτε την πίσω, πάρτε την πίσω " , όταν ένοιωσα ένα χέρι στό μέτωπό μου. Ακουσα μιά φωνή.
- Μάμα, μάμα, τέλειωσε η εγχείρισή σου, τέλειωσε. Ηταν η κόρη μου, καί άρχισα νά συνέρχομαι. Γιατί δέν μ΄ αφήσατε, τούς έλεγα. Οι νοσοκόμες πέσαν επάνω μου, ζητούσαν νά μάθουν τί είχε συμβεί. Σέ όλη τήν διάρκεια τής εγχειρίσεως, μού έλεγαν, κάπου τρισήμιση ώρες, σέ ακούγαμε πού συνομιλούσες. Μέ ποιούς μιλούσες καί κουνούσες τά χέρια σου; Πές μας τί συνέβη; Μαζεύτηκαν 50 περίπου νοσοκόμες, όλο σχεδόν τό προσωπικό, καί ζητούσαν επίμονα νά τούς ειπώ. Τί έβλεπα, αυτές τίς ώρες στό χειρουργείο; Αν καί τά θυμάμαι όλα έντονα, ζήτησα στυλό καί χαρτί γιά νά μή τά ξεχάσω. Ηλθε ένας θεολόγος καί μού πήρε συνέντευξη. Σέ συζήτηση πού είχα μέ πνευματικούς ανθρώπους, μού είπαν ότι όλα αυτά, συμβαίνουν στίς ψυχές μετά θάνατο. Εκεί θά υπάρξει Κρίση. Γιά λόγους πού δέν γνωρίζουμε, μού είπαν, οι άγγελοι πού διακονούσαν σάν συνοδοί τήν ψυχή σου, πήραν τήν τελευταία στιγμή, εντολή από τόν Θεό νά μέ γυρίσουν στόν κόσμο, νά διορθωθώ καί νά μετανοήσω...
- " Πάρτε την πίσω...."
Ο πνευματικός μου, μού είπε.
Σύμφωνα μέ τήν Παράδοση τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, υπάρχουν 9 τελώνια , σταθμοί ελέγχου τών ψυχών πού πεθαίνουν. Πέρασες τά πέντε, μέ τά τελευταία τρία ανυπόγραφα. Ο έλεγχος στόν έκτο σταθμό υπήρξε απορριπτικός γιά τήν ψυχή σου. Είχες νά περάσεις καί τά υπόλοιπα. Είχες τά κατάλληλα έργα γιά νά περάσεις...
Απο το ιστολόγιο http://hristospanagia.blogspot.com

Ιεροδιάκονος Θεοδόσιος (†2012), μια αγιασμένη Αγιορείτικη μορφή


Κατά το έτος 1939 ένα δεκατριάχρονο αγνό, ήσυχο και σεμνό χωριατόπουλο από τα χωριά της Πελοποννήσου ήρθε στο Ίβηρίτικο Κελλί της Αγίας Άννης να γίνει μοναχός. Γέροντας τότε στο Κελλί ήτο ό εκ Πατρών ορμώμενος, αλλά με Στεμνιτσιώτικη καταγωγή, Μοναχός Θεοδόσιος με συνοδεία τους μονάχους Μόδεστο, Λάζαρο, Πολύκαρπο και τον αλησμόνητο Γεώργιο (Ζήτο).
Την εποχή εκείνη ήρχετο κατά καιρούς από την Ίβηρίτικη Σκήτη του Τίμιου Προδρόμου όπου διέμενε, χάριν πνευματικής φιλίας και συμπνευματισμού, ό μετά ταύτα καθηγούμενος της Ί. Μονής Αγίου Παύλου, Ιερομόναχος Ανδρέας, ό ενάρετος και άγιος εκείνος άνθρωπος. Ολίγων προ του Β' Παγκοσμίου πολέμου ό Γέρων Ανδρέας επέστρεψε στη Μονή της μετανοίας του όπου διηγούμενος τα της σκητιώτικης ζωής του, είπε στους παραδελφούς του Άγιοπαυλίτες πώς στο Κελλί της Αγίας Άννης προσήλθε να μονάσει ένας άγγελος. 
Με αυτόν τον άγγελο μας αξίωσε ό καλός Θεός να ζήσουμε μαζί 15 ολόκληρα χρόνια και σήμερα που επιτελούμε το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο του, όφειλετικά και εύγνωμόνως επιθυμούμε να αναφερθούμε στην όσια και αγγελική βιωτή του, αφού βεβαίως πρωτίστως σας ευχαριστήσουμε ολόψυχα όλους για την παρουσία και συμπροσευχή σας υπέρ μακάριας μνήμης και αιώνιας αναπαύσεως της ψυχής αυτού.Ό κατά κόσμο Θεόδωρος Κοΰζιος, τέκνο του Φωτίου και της Ελένης Κοΰζιου, γεννήθηκε το έτος 1926 στην Τοπόριστα -το σημερινό Θεόκτιστο- Γορτυνίας, όπου μαζί με τα άλλα δυο αδέλφια του, τον Γεώργιο και τον Παναγιώτη, τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Εκείνα τα χρόνια ένα θαυμαστό γεγονός, που συνέβη στον ίδιο, τον έκανε πιο ευλαβή και θεοφοβούμενο. 
Διερχόμενος έξω από το παρεκκλήσι του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου είδε  ένα μικρό κορίτσι να κόβει αχλάδια από μία αχλαδιά που ητο στην αυλή του παρεκκλησίου. Τότε φώναξε: «Έλα 'Αϊ Γιώργη και σε κλέβουν». Αμέσως άνοιξε ή πόρτα του Ναού και ξεπρόβαλε ένας πανέμορφος και λαμπρός νέος που κοίταξε διερευνητικά, αλλά και συγχρόνως γλυκά τον μικρό Θεόδωρο. Πάντα ένεθυμείτο την ομορφιά αυτού του νέου, που προφανώς δεν ητο άλλος από τον Άγιο Γεώργιο που εξαφανίστηκε πάραυτα.
Στο Άγιον Όρος ήλθε μαζί με άλλα παιδιά από το χωριό του, δυο εκ των όποιων -οι αυτάδελφοι Γεράσιμος και Ιωακείμ του Ίβηριτικού Κελλίου της Μεταμορφώσεως- ήσαν και συγγενείς του. Σε λίγο κηρύχτηκε ό πόλεμος του 1940 και ή εντολή της τότε Ελληνικής Κυβέρνησης ητο όλα τα ανήλικα παιδιά που διέμεναν στο Όρος, να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ό Θεόδωρος επειδή ητο αποφασισμένος όχι μόνο να ζήσει, αλλά και να πεθάνει στο Περιβόλι της Παναγίας, για να μη τον ανακαλύψουν οι αστυνομικοί, επί ένα ολόκληρο χρόνο έκρύπτετο στο υπόγειο του Κελίου.
Ή μοναχική του κουρά έγινε το 1944 (24/2) και έλαβε το όνομα του Γέροντος του, Θεοδόσιος. Το 1952 (19/5) χειροτονήθηκε διάκονος στο ναό του Κελίου από τον «γέρο Δεσπότη», όπως τον αποκαλούσε, Μιλητουπόλεως Ιερόθεο. Παρέμεινε διάκονος σε όλη του τη ζωή και δεν δέχτηκε να χειροτονηθεί ιερεύς «από ευλάβεια προς την Ιεροσύνη» όπως έλεγε γι' αυτόν ό ηγιασμένος Γέροντας Παΐσιος.
Από το 'Άγιον Όρος εξήλθε ελάχιστες φορές και σε μία από αυτές κατόπιν πολλής πιέσεως από τον παραδελφό του, πατέρα Γεώργιο, επισκέφτηκε το χωριό του να δει τους γονείς και τ' αδέλφια του. Μία άλλη φορά, κατόπιν δικής μας πιέσεως δέχτηκε να πάμε στους Αγίους Τόπους και το Όρος Σινά, όπου -αν και γέρων 75ετής-άνέβηκε με πολύ πόθο και ενθουσιασμό στην αγία Κορυφή.
Είπαμε στην αρχή του ταπεινού μας λόγου πώς ό μακάριος Γέρων Ανδρέας ό Άγιοπαυλίτης τον απεκάλεσε «άγγελο». Αν ήτο δυνατόν να ζούσε μέχρι σήμερα και μάλιστα να ζούσε μαζί με τον Γέροντα Θεοδόσιο για 15 ολόκληρα χρόνια όπως εμείς και έβλεπε το μακάριο και όσιακό του τέλος, ασφαλώς δεν θα μετάνιωνε γι' αυτόν τον χαρακτηρισμό του. Και να γιατί:
Ό Γέρων Θεοδόσιος ήτο άνθρωπος βαθειάς πίστεως. Πίστευε ακράδαντα στον Θεό και Τον αγαπούσε πραγματικά. Καρπός αυτής της πίστεως ήτο ό φόβος του Θεού που τον διακατείχε πάντοτε και ή ευλάβεια του στα θεια. Ή αγάπη του για την λατρεία του Θεού μέχρι τέλους αμείωτη. Όταν για έναν χρόνο μετά την τελευτή του Γέροντος Γεωργίου παρέμεινε μόνος, παρόλο που έκουράζετο υπέρμετρα με τις διάφορες δουλειές του Κελίου, έπ' ούδενί δεν άφηνε τις ακολουθίες και διάβαζε όλα τα γράμματα, τα όποια σχεδόν ήξερε απ' έξω.
Αυτός πού αγαπάει τον Θεό αληθινά -όπως όλοι γνωρίζουμε-άγαπάει και τον πλησίον πραγματικά. Γι' αυτό ήτο πάντα φιλόξενος, πάντα καταδεχτικός, πάντα εύπροσήγορος. Πρόθυμος να διακονήσει, να μαγειρεύει με επιμέλεια και ν' αναπαύσει όλους τούς γνωστούς και άγνωστους πού άρχοντα στο Κελλί. Ολίγων προ του θανάτου του βλέποντας ανθρώπους στο Κελλί, ρωτούσε αν έχουμε ετοιμασία, αν έχουμε μαγειρεύσει.
Εκεί όμως πού έδωσε εξετάσεις και πήρε άριστα ήτο ή υπομονή του, ή εργατικότητα του και προπαντός ή ταπείνωση του. Ήτο όντως άνθρωπος πολλής υπομονής και καρτερίας, ή δε εργατικότητα του μέχρι τα βαθειά του γεράματα μάς άφηνε άναυδους. Ότι άρχιζε, είτε  στο εργόχειρο στον τόρνο, είτε στις γεωργικές εργασίες το τελείωνε μόνος του. Ποτέ δεν μας ζήτησε βοήθεια. Με σιωπή προσευχόμενος και με σκυμμένο το κεφάλι ήργάζετο «από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός» και παρόλο που είχε σοβαρό πρόβλημα με την κοίλη του δεν το έβαζε κάτω. Πάλευε υπεράνθρωπα γιατί αγαπούσε και το Κελλί του, στο όποιο έζησε 73 ολόκληρα χρόνια, αλλά αγαπούσε και εμάς, τη συνοδεία του. 
Για την ταπείνωση του που ήτο πηγαία και αληθινή θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες πολλές. Μόνο τούτο θ' αναφέρουμε, χαρακτηριστικό του ταπεινού του φρονήματος: όταν έσκυβαν ακόμη και λαϊκοί να του φιλήσουν το χέρι, αυθόρμητα έκανε και εκείνος το ίδιο. Και αν σε κάτι είχε άλλην άποψη, υποχωρούσε αμέσως λέγοντας «ας είναι και έτσι». Αυτή ή ταπείνωση του τον έκανε πράο και ήσύχιο. Τον έκανε να θέλει να ζει πάντα στην αφάνεια. Μου είπε κάποτε: «Εγώ ούτε σε εργάτη δεν έκανα παρατήρηση». Εντύπωση μεγάλη έκανε στον Γέροντα Παΐσιο -ό όποιος και το διηγείτο- ή στάση του Γέροντος Θεοδοσίου μέσα στο Ταχυδρομείο στις Καρυές, όπου έστέκετο σε μία άκρη με το κομποσχοίνι στο χέρι παραχωρώντας τη σειρά του ακόμη και σε νεωτέρους. Τότε είναι που είπε πώς: «Ό Θεοδόσιος είναι κεκρυμμένος θησαυρός». Και σαν «κεκρυμμένος θησαυρός» δεν θα μπορούσε ασφαλώς να μην είχε εξορίσει από μέσα του τον θυμό, την άργολογία και την κατάκριση. Έλεγε ό μοναδικός και ανεπανάληπτος μακαριστός π. Γεώργιος: «Αυτός ό Θεοδόσιος μουγγός πάει στις Καρυές μουγγός και γυρίζει ένα νέο δεν μου φέρνει από εκεί». Ητο ολιγόλογος, και όταν άνοιγε το στόμα του με το γλυκύτατο εκείνο μειδίαμα ό λόγος του ητο πάντοτε «αλάτι ήρτυμένος».
Πολλά είδαμε στον Γέροντα Θεοδόσιο και πολλά ζήσαμε κοντά του. Πολλά ακούσαμε και όντως πολύ ωφεληθήκαμε, όπως και όλοι οι επισκέπτες του Κελίου μας. Απ' όλα, ένα γεγονός μάς εντυπωσίασε περισσότερο, και παρόλο πού μειώνει εμάς τούς νεωτέρους θα το διηγούμαι πάντοτε. Σε έναν παροξυσμό και διαφωνία για κάτι μεταξύ μας ήρθε ανάμεσα μας και έβαλε μετάνοια σαν να έφταιγε εκείνος, λέγοντας πώς: «μήπως πρέπει να φύγω εγώ από το Κελλί για να ησυχάσετε;» Ή στάση του αυτή όχι μόνο μάς συγκίνησε, αλλά και μάς έκανε πιο προσεκτικούς.
Θα μπορούσα να πω πολλά, όμως θα καταπαύσω τον λόγο γιατί δεν επιθυμούμε να σάς κουράσουμε.
 Οι περισσότεροι άλλωστε γνωρίζατε και συναναστραφήκατε τον μακάριο Γέροντα μας, «το παιδί της Παναγίας» όπως τον απεκάλεσε σε ομιλία του ό σεβαστός Καθηγούμενος της Μονής μας, π. Ναθαναήλ. Σας ευχαριστούμε και πάλι ολόψυχα όλους που υποβληθήκατε στον κόπο να έλθετε στο μνημόσυνο του. 
Και συ, Γέρων Θεοδόσιε, «μη εάσεις ημάς ορφανούς» τώρα που ή ολοφώτεινη ψυχή σου είναι μέσα στον παράδεισο, ενώπιων του θρόνου του Θεού «μη διαλείπης ημάς εποπτεύων». Εύχου να βαδίσουμε πάνω στα χνάρια που άφησες και συγχώρεσε μας για όσες φορές σε λυπήσαμε. 
Εμείς θα σε ευγνωμονούμε πάντοτε για το καλό παράδειγμα που μας άφησες και θα ευχαριστούμε από καρδίας τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό που μας έφερε μέσα στην στοργική πατρική αγκαλιά σου, όταν βρεθήκαμε απρόσμενα έμπερίστατοι, για λόγους πού Εκείνος μόνο γνωρίζει.
 Εύχου ακόμη να αξιωθούμε και εμείς οι περιλειπόμενοι της επουρανίου Βασιλείας «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος» και όπου «ήχος καθαρός έορταζόντων» και βοώντων άπαύστως αγγέλων και σεσωσμένων ανθρώπων: «Δόξα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Άγίω Πνεύματι νύν και άεί και εις τούς αιώνας των αιώνων αμήν.

Ιερομόναχος Άντίπας
Περιοδικό «ΠΡΩΤΑΤΟΝ» τεύχ. 129

Την προσεχή Κυριακή ξεκινούν οι Παρακλήσεις στη Μεγάλη Μάνα !!!



Πάντων τά αἰτήματα, Πανάχραντε Κόρη, πλήρωσον τῶν δούλων σου,
 τῶν εἰς Σέ ἐκ πίστεως, προσιόντων Σοί, καί τήν Σήν Ἄχραντε ἐπικαλουμένων, ἀρωγήν τέ καί ἀντίληψιν• ἐκ πάσης θλίψεως, καί ἀσθενειῶν καί κακώσεων, ψυχῆς ὁμοῦ καί σώματος, ἅπαντας ἠμᾶς ἐλευθέρωσον• ἴνα Σέ ὑμνῶμεν δοξάζοντες Χριστόν τόν Σόν Υἱόν, ὄν ἐκδυσώπει Πανύμνητε, 
σῶσαι τάς ψυχᾶς ἠμῶν.

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

Εξομολόγηση και Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Πριν εξομολογηθείς ψάξε…
Λέει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Όταν θέλεις να κοινωνήσεις, βρες μια εκκλησία που να τελεί την Θεία Ευχαριστία και είσελθε να κοινωνήσεις. Όταν όμως θες να μιλήσεις για την καρδιά σου, πρόσεχε, που και σε ποιόν θα πας.
Να ιδρώσεις πριν επιλέξεις το πρόσωπο που θα δει και θα ακούσει τις πιο εσώτερες παρθενικές φωνές σου.
Εγώ δεν είμαι άγιος, μα θα πω κάτι επιπλέον.
Εαν από μικρό παιδί κουβαλάς την πληγή της ενοχής, εάν βαστάς το μαρτύριο της ευαισθησίας, εαν τα μάτια σου δακρύζουν στην ομορφιά και την αγάπη, εαν ζητάς μια αγκαλιά να ξαποστάσεις τους εφιάλτες της ύπαρξης σου, πρόσεξε σε ποιον παπά θα εξομολογηθείς ή θα ζητήσεις συμβουλές.
Προσευχήσου, αναζήτησε, οχι τον σπουδαίο, το όνομα, τον «αγιορείτη», τον διορατικό, προορατικό και θαυματοποιό. Τίποτε απο αυτά. Έναν παπά που να ζεί τον Χριστό στην καρδιά και την ζωή του. Που σημαίνει, αγαπητικό και ταπεινό, αυτό που λεει το γεροντικό, να έχει καρδιά!!! Καρδιά ανθρώπου!!
Άκου τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, «μην αναζητάτε προγνώστας, μα ταπεινούς ανθρώπους της καρδιάς».
Πρόσεχε μη σε γεμίσουν ενοχές και μόνο για το οτι ζείς και αναπνέεις.
Μην προβάλουν πάνω σου τις δικές τους σκιές.
Ένας παππούλης, απο αυτούς που γνωρίζουν εμπειρικά και βιωματικά τον Θεό, για αυτό και έχουν αγάπη και ταπείνωση, μου είπε σχεδόν με δάκρυα στα μάτια «το ύφασμα σου, ήταν απο μετάξι. Στο τράβηξαν άτσαλα και βίαια και το έσκισαν. Τώρα θα προσπαθήσουμε να το ράψουμε. Μα η πληγή θα φαίνεται…»

Bίος, πολιτεία και θαυμαστά σημεία της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου

Στα μέσα του 9ου αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο εικονομάχος Θεόφιλος και σύζυγός του η εικονολάτρισσα Θεοδώρα, όταν η περίοδος της Εικονομαχίας, που για περισσότερο από 100 χρόνια ταλάνισε την αυτοκρατορία, βρισκόταν στην τελευταία φάση της, στην Καππαδοκία της Μικράς Ασίας, γεννήθηκε και έζησε την πρώτη της νεότητα η οσία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου. Πατέρας της οσίας ήταν ο πατρίκιος Φιλάρετος ο Καππαδόκης. Ήταν από την Καισαρεία της Καππαδοκίας, ευνοούμενος του αυτοκράτορα Θεόφιλου και έμπιστος της συζύγου του Θεοδώρας. Ήταν ο στρατιωτικός διοικητής του εξαιρετικής σημασίας θέματος της Καππαδοκίας. Μητέρα της η πατρικία Ζωή, γυναίκα όμορφη και σεβαστή σε όλη την Καισαρεία για τον ενάρετο βίο της. Το ανδρόγυνο είχε αποκτήσει δυο κόρες, την Καλλινίκη και την Ειρήνη. Η Καλλινίκη γεννήθηκε το 825 μ.Χ. Οφείλει το όμορφο όνομά της στις θριαμβευτικές νίκες που πέτυχε ο πατέρας της εναντίον των Σαρακηνών τη χρονιά που γεννήθηκε. Τρία χρόνια αργότερα, το 828, γεννήθηκε η Ειρήνη. Ο Φιλάρετος όμως έχασε τη γυναίκα του, όταν εκείνη ήταν ακόμη πολύ νέα. Έτσι, η ανατροφή των δύο κορών τους ανατέθηκε στην πατρικία Σοφία, τη μεγαλύτερη αδερφή του στρατηγού.
 Η Ειρήνη υποψήφια σύζυγος του αυτοκράτοραΤην άνοιξη του 839 μ.Χ., ο Φιλάρετος φιλοξένησε στο ανάκτορό του το νεαρό καίσαρα Βάρδα, αδερφό της Αυγούστας Θεοδώρας, ο οποίος είχε μεταβεί στην Καισαρεία για κρατική υπόθεση, απεσταλμένος του αυτοκράτορα Θεόφιλου. Εκεί γνώρισε τη δεκατετράχρονη Καλλινίκη, γοητεύτηκε από την καλλονή της και τη ζήτησε σε γάμο. Λίγους μήνες αργότερα, ολόκληρη η Καππαδοκία παρέστη στους υπέρλαμπρους γάμους της Καλλινίκης και του Βάρδα, όπου ο ίδιος ο αυτοκράτορας Θεόφιλος συμμετείχε ως παραγαμπρός του γυναικαδερφού του.
Το χειμώνα του 843, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, χήρα πια και επίτροπος του γιου της Μιχαήλ Γ΄, κάλεσε τον πατρίκιο Φιλάρετο στην Κωνσταντινούπολη. Είχε αποφασίσει να θέσει οριστικό τέλος στην Εικονομαχία και γι’ αυτό το εγχείρημα χρειαζόταν τη βοήθεια και του στρατού και των ιερέων. Εμπιστεύτηκε λοιπόν το Φιλάρετο και τον Ομολογητή Μάξιμο (μετέπειτα Πατριάρχη). Όταν επιτεύχθηκε ο σκοπός της και οι ιερές εικόνες αναστηλώθηκαν (19 Φεβρουαρίου 843 μ.Χ.), ζήτησε από το Φιλάρετο να φέρει στην Κωνσταντινούπολη την όμορφη θυγατέρα του, προκειμένου να την παντρέψει με το γιο της Μιχαήλ. Έψαχνε κατάλληλη νύφη, η οποία θα συνέτιζε το νεαρό αυτοκράτορα από τα ξέφρενα γλέντια και θεωρούσε ότι η φημισμένη για την ενάρετη ζωή της καλλονή θα εξυπηρετούσε το σκοπό της. Ο Φιλάρετος μήνυσε αμέσως στην αδερφή του να στείλει την Ειρήνη, που τότε ήταν 15 χρονών, στη Βασιλεύουσα με τη συνοδεία του πατρικίου στρατηγού Νικηφόρου, αδερφού της μακαρίτισσας συζύγου του. Τα νέα ότι η Ειρήνη θα παντρευόταν τον αυτοκράτορα και θα φορούσε το στέμμα της αυτοκρατορίας διαδόθηκαν σαν αστραπή σε όλη την Καππαδοκία.
H μόνη που έμεινε παγερά αδιάφορη σε όλη αυτήν την αναστάτωση ήταν και η άμεσα ενδιαφερόμενη: η Ειρήνη. Από πολύ νωρίς είχε ποθήσει το μοναχικό βίο και οι λόγοι που δέχτηκε με χαρά αυτό το ταξίδι προς τη Βασιλεύουσα απείχαν πολύ από αυτό που όλοι νόμιζαν: Ταξίδευε στην Πόλη για να αποχαιρετήσει την πολυαγαπημένη της αδερφή, την οποία δεν είχε ξαναδεί από την ημέρα των λαμπρών γάμων της (είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε) και για να αποσπάσει την ευχή του πατέρα της, ώστε να αποσυρθεί στη μονή που τόσο διακαώς ποθούσε.
Η Ειρήνη και οι συνοδοί της έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη ένα ανοιξιάτικο πρωινό, για να πληροφορηθούν εκεί ότι μόλις πριν λίγες μέρες είχαν τελεστεί οι γάμοι του αυτοκράτορα με την Ευδοκία τη Δεκαπολίτισσα. Ο πατέρας της, η αδερφή της, ο θείος της με δυσκολία έκρυβαν την απογοήτευσή τους. Η Ειρήνη αντίθετα αισθανόταν αγαλλίαση για την τροπή των γεγονότων και περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία να μιλήσει του πατέρα της και να πάρει την ευχή του, καθώς δεν ήθελε να τον λυπήσει με κρυφή της αναχώρηση.
Η ευκαιρία δεν άργησε να παρουσιαστεί. Ο Φιλάρετος γνώρισε σε μια αποστολή του στην Αδριανούπολη το γιο του Έπαρχου της πόλης Νικήτα, πατρίκιο Φωτεινό. Ο Φιλάρετος θεώρησε ότι ήταν ο πιο κατάλληλος για να ευτυχίσει στο πλευρό του η Ειρήνη και αμέσως μίλησε στον πατέρα του νέου. Οι δύο πατεράδες έδωσαν λόγο να αρραβωνιάσουν τα παιδιά τους. Η Ειρήνη όμως, όταν ο πατέρας της ανακοίνωσε τους προαποφασισμένους αρραβώνες της, τον πληροφόρησε για την αμετάκλητη απόφασή της να λάβει το μοναχικό σχήμα. Ακολούθησε έντονη συναισθηματική σύγκρουση πατέρα και κόρης, έπειτα από την οποία η ευαίσθητη Ειρήνη ασθένησε σοβαρά και κινδύνεψε ακόμη και η ζωή της. Όταν η υγεία της αποκαταστάθηκε, ο πατρίκιος Φιλάρετος, συνειδητοποιώντας ότι η Ειρήνη είχε λάβει μια απόφαση ζωής, την οδήγησε ο ίδιος στη γυναικεία κοινοβιακή μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ & Γαβριήλ του Χρυσοβαλάντου, η οποία βρισκόταν στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης.
Στη μονή αυτή, σε ηλικία περίπου 15 ετών, η Ειρήνη εκάρη μοναχή και έξι χρόνια αργότερα Ηγουμένη της μονής Χρυσοβαλάντου. Οι συναξαριστές αναφέρουν πολλά θαύματα τα οποία επιτέλεσε η Ειρήνη ως Ηγουμένη, τρία όμως από αυτά θεωρήθηκαν ιδιαίτερα σημαντικά, ώστε επηρέασαν άμεσα την ορθόδοξη αγιογραφία.Η Ειρήνη έδινε πολλή μεγάλη σημασία στην εξομολόγηση. Κάθε πρωί προσκαλούσε τις αδελφές στον ιερό ναό των Αρχαγγέλων και τις εξομολογούσε, ενώ πολλές φορές πήγαιναν και λαϊκοί να την επισκεφθούν και να ζητήσουν την καθοδήγησή της. Η Ειρήνη ζήτησε στην προσευχή της το διορατικό χάρισμα, για να γνωρίζει τι κρύβει ο εξομολογούμενος στην καρδιά του.
Eνα πρωί λοιπόν, όταν η Ειρήνη έμπαινε στο ναό για να προσκυνήσει και να αρχίσει το ποιμαντικό έργο της, βλέπει μπροστά της έναν άγγελο και τον ακούει να της απευθύνει τον εξής χαιρετισμό: «Χαίρε δούλη του Υψίστου, Ειρήνη. Εκείνος μ’ έστειλε να σε διακονώ χάρις εκείνων που μέλλουν δια μέσου εσού να σωθούν. Έχω διαταγή, σύμφωνα με την αίτησή σου, να βρίσκομαι πάντα πλησίον σου και να σου αποκαλύπτω τα μυστικά που κρύβουν οι ανθρώπινες καρδιές».Από εκείνη τη στιγμή ο άγγελος ήταν πάντα πλάι της και της φανέρωνε μύχιες σκέψεις των ανθρώπων που κατέφευγαν στη συμβουλή της. Μάλιστα, με τόση λεπτότητα διόρθωνε τα σφάλματα και συμβούλευε, που όλοι, μοναχές και λαϊκοί, από όλες τις κοινωνικές τάξεις της Πόλης, την αποζητούσαν συνεχώς, ώστε να διδαχθούν και να διορθωθούν. Για τον Άγγελο τούτο που την καθοδηγούσε (σύμφωνα με μαρτυρίες του τότε, και τους βιογράφους της), λέγεται ότι είναι ο 'Αρχων Φιλάρετος ένας Αρχάγγελος από τις τάξεις των Σεραφείμ.
Το δεύτερο θαύμα, η συναξαριστική παράδοση μας το μεταφέρει ως εξής: Τις έναστρες νύχτες, η οσία Ειρήνη στεκόταν έξω από το κελί της και προσευχόταν. Μία από τις βραδιές αυτές, κάποια αδελφή αγρυπνούσε έξω από το κελί της και είδε το εξής παράδοξο: Τα δύο πανύψηλα κυπαρίσσια, τα οποία ορθώνονταν αριστερά και δεξιά στην είσοδο του Καθολικού, λύγιζαν μπροστά στην προσευχόμενη αγία σαν να την προσκυνούσαν και η ίδια η Ειρήνη δεν πάταγε στη γη αλλά αιωρούνταν περίπου ένα μέτρο πάνω από το έδαφος. Όταν η οσία ολοκλήρωσε την προσευχή της, σταύρωσε τα δυο κυπαρίσσια και εκείνα επανήλθαν στη φυσιολογική τους θέση. Η μοναχή κατάπληκτη, με ανάμειχτα συναισθήματα φόβου και θαυμασμού, συγκρατήθηκε και δεν είπε τίποτα στην υπόλοιπη αδελφότητα. Το επόμενο βράδυ παραφύλαξε πάλι έξω από το κελί της και το ίδιο παράδοξο γεγονός επαναλήφθηκε˙ και ξανά το ίδιο, το τρίτο κατά σειρά βράδυ. Την επόμενη νύχτα, η μοναχή, χωρίς να την αντιληφθεί η Ηγουμένη της, έτρεξε στα λυγισμένα κυπαρίσσια, έδεσε από ένα λευκό μαντήλι στις κορυφές τους και επέστρεψε στο κελί της.
Tο επόμενο πρωί, η ήρεμη ατμόσφαιρα του κοινοβίου αναστατώθηκε, όταν οι μοναχές είδαν τα δεμένα μαντήλια και κατάπληκτες ρωτούσαν η μια την άλλη ποιος ήταν αυτός που έδεσε τόσο ψηλά δέντρα, για ποιο λόγο το έπραξε και προπάντων με ποιο τρόπο. Η αδελφή που υπήρξε μάρτυρας στα θαυμάσια αυτά περιστατικά αποκάλυψε όλη την αλήθεια και τότε όλες έκλαιγαν από χαρά και συγκίνηση και παραπονιόντουσαν γιατί δεν τις ξύπνησε να δουν και εκείνες το θαύμα της Ηγουμένης τους. Πάνω στην ώρα κατέφθασε και η Ειρήνη. Όταν κατάλαβε τι συνέβη και πώς μαθεύτηκε ένα μυστικό που εκείνη κρατούσε επτασφράγιστο για χρόνια ολόκληρα, επέπληξε αυστηρά την αδελφή που το μαρτύρησε με τα παρακάτω λόγια: «Αν με έβλεπες να αμαρτάνω σαν άνθρωπος, θα εφανέρωνες την αμαρτία μου»; Έθεσε λοιπόν βαρύ επιτίμιο για όποια τολμούσε να φανερώσει οτιδήποτε παράδοξο έβλεπε, όσο ήταν η ίδια εν ζωή. Έτσι, πολλά από τα θαύματα της αγίας εξαφανίστηκαν στη σιωπή της συνοδεί
Kάποια χρονιά, ξημερώνοντας η γιορτή του μεγάλου Βασιλείου και μετά την τέλεση του εσπερινού, η αγία ξαγρυπνούσε προσευχόμενη. Πλησίαζε η ώρα του όρθρου και τότε η Ειρήνη ακούει κάποια φωνή να της λέει: «Υποδέξου το ναυτικό που σου φέρνει τα εσπεριδοειδή και φάε να ευφρανθεί η ψυχή σου». Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας, η αγία λέει στην πορτάρισσα να ανοίξει την πόρτα της μονής και να οδηγήσει τον άνθρωπο που περιμένει εκεί στον ξενώνα, όπου θα πήγαινε και η ίδια να τον συναντήσει.Πράγματι, η οσία Ειρήνη του Χρυσοβαλάντου συνάντησε τον άνθρωπο και τον ακούει να της εξιστορεί την εξής θαυμάσια ιστορία: Ήταν ναυτικός, πλοιοκτήτης ενός καραβιού, από την Πάτμο. Απέπλευσε με το πλοίο του από το βόρειο τμήμα του νησιού για την Πόλη και βρισκόταν λίγα μέτρα από τη στεριά, όταν βλέπει εκείνος και οι ναύτες κάποιον σεβάσμιο γέροντα να τους φωνάζει να σταματήσουν. Αυτό όμως ήταν αδύνατο, καθώς ο ισχυρός άνεμος έσπρωχνε το πλοίο στο ανοιχτό πέλαγος. Τότε ο γέροντας φωνάζει με όλη τη δύναμή του και προστάζει το πλοίο να σταματήσει. Το καράβι ακινητοποιείται και ο ίδιος αρχίζει να βαδίζει πάνω στα ύδατα. Μπροστά στους κατάπληκτους ναύτες, επιβιβάζεται στο πλοίο και δίνει στον καπετάνιο τρία μήλα και του λέει: «Όταν πας στη Βασιλεύουσα, δώσε τα στον Πατριάρχη και πες του πως του τα στέλνει ο Πανάγαθος Θεός με τον δούλο Του Ιωάννη, από τον Παράδεισο». Έπειτα δίνει στο ναύκληρο άλλα τρία μήλα προσθέτοντας: «Αυτά να τα πας της Ειρήνης, της Ηγουμένης του Χρυσοβαλάντου και να της πεις: φάγε από τους καρπούς του Παραδείσου που η αγνή ψυχή σου επεθύμησε». Λέγοντας αυτά, ο γέροντας ευλόγησε το πλήρωμα και το πλοίο ξεκίνησε και πάλι το ταξίδι του, ενώ ο ίδιος εξαφανίστηκε.
Ολοκληρώνοντας τη διήγησή του, ο ναυτικός προσκύνησε την Ειρήνη και της πρόσφερε τα μήλα. Η αγία τα δέχτηκε με δάκρυα ευλάβειας και ευγνωμοσύνης ευχαριστώντας τον άγιο ευαγγελιστή και απόστολο Ιωάννη. Στο κελί της γονάτισε και ευχαρίστησε τον Χριστό για αυτό το δείγμα της εύνοιάς Του προς τη δούλη Του.Η αγία Ειρήνη, με την έμφυτη ευφυΐα της και τη χάρη του αγίου Πνεύματος, εννόησε ότι το θείο αυτό δώρο ήταν ουράνια πρόσκληση. Όταν έφτασε η μεγάλη Τεσσαρακοστή, έκοψε το ένα μήλο σε λεπτά κομματάκια και έτρωγε ένα κομμάτι κάθε μέρα, απέχοντας από οποιαδήποτε άλλη τροφή, ακόμη και από το νερό. Τη Μεγάλη Πέμπτη, ύστερα από τη θεία λειτουργία και αφού όλες οι μοναχές κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων, η Ειρήνη έκοψε και το δεύτερο μήλο και έδωσε σε κάθε αδελφή από ένα κομμάτι. Τότε τους αποκάλυψε και την ιστορία του θείου δώρου. Το τρίτο μήλο η Ειρήνη το φύλαξε για τις τελευταίες μέρες της επίγειας ζωής της.
Τη Μεγάλη Παρασκευή, οι αδελφές έψαλαν τα άγια Πάθη και η Ειρήνη, μόνη της μέσα στο ιερό βήμα, γονατισμένη, είχε παραδοθεί σε προσευχή. Δίπλα της βρισκόταν μόνο ο άγγελος-οδηγός της, που τόσες φορές την είχε διακονήσει: «Γίνου έτοιμη» της είπε απλά και εκείνη κατάλαβε ότι πλησίαζε η ώρα να εγκαταλείψει τα επίγεια.Το σύντομο διάστημα από το ουράνιο αυτό μήνυμα μέχρι και την οσιακή της κοίμηση, η αγία προετοίμαζε την ακολουθία της για το μεγάλο γεγονός. Στον ιερό ναό τον Αρχαγγέλων τις δίδασκε για το μυστήριο του θανάτου, τη μελλοντική κρίση και την αιωνιότητα. Ο θάνατος είναι δύσκολο για κάθε ανθρώπινο πλάσμα και όσο πλησίαζε η ώρα, τόσο η ψυχή της αγίας ένιωθε την επιθανάτια αγωνία.
Τακτοποίησε τις υποθέσεις του μοναστηριού και υπέδειξε την άξια διάδοχό της. Μια εβδομάδα πριν τη μεγάλη ημέρα, νήστεψε τρώγοντας μόνο από το παραδεισένιο μήλο και καθημερινά κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Ξημέρωσε τέλος η Κυριακή, όπου για τελευταία φορά η Ειρήνη παρακολούθησε τη θεία λειτουργία, απάγγειλε το σύμβολο της πίστης (το πιστεύω), κοινώνησε, αγκάλιασε τις αδελφές και τους ζήτησε συγγνώμη και τέλος γονάτισε μπροστά στην Ωραία Πύλη, ύψωσε τα χέρια της και προσευχήθηκε για τελευταία φορά με αυτά τα λόγια: «Δέσποτα, Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος. Συ ο Ποιμήν ο Καλός που με το Πανάγιο και Πολύτιμο Αίμα Σου μας ελύτρωσες από τα δεσμά της αμαρτίας, άκουσε την τελυταία δέησι της ταπεινής Σου δούλης. Στην κραταιά Σου χείρα παραδίδω σήμερα το μικρό τούτο ποίμνιο. Σκέπασε το με τη θεία σκέπη Σου και διαφύλαξέ το από τις επιθέσεις του αοράτου εχθρού. Διότι Συ είσαι ο αγιασμός μας και η απολύτρωσις και Σε θα δοξάζουμε αιωνίως. Αμήν».
Στη συνέχεια, σιωπηλά και ήρεμα, αποσύρθηκε στο κελί της και πλάγιασε στην ασκητική της κλίνη. Οι μοναχές της, με ευλαβική σιωπή, την περικύκλωσαν και την έβλεπαν να χαμογελά. Με αυτό το ουράνιο χαμόγελο, το οποίο αποδείκνυε την απόλυτη μακαριότητα και γαλήνη της ψυχής της, παρέδωσε το πνεύμα της η οσία Ειρήνη, Ηγουμένη της μονής Χρυσοβαλάντου, σε ηλικία 104 χρόνων.
Η οσιακή της κοίμηση διαδώθηκε σε όλη τη Βασιλεύουσα αστραπιαία και χιλιάδες κόσμου συνέρευσαν στο μοναστήρι, για να προλάβουν να προσκυνήσουν το ιερό σκήνωμα της πνευματικής τους μητέρας. Επικεφαλής ήταν ο πατριάρχης, ο οποίος με το πλήθος του λαού από όλες τις κοινωνικές τάξεις και των αρχιερέων και λοιπών κληρικών συνόδευσαν τη μακαριστή Ηγουμένη στην τελευταία της κατοικία, στο παρεκκλήσι του μεγαλομάρτυρος αγίου Θεοδώρου.

Ο Άγιος Παντελεήμων ο ιαματικός

Tον καιρό που τα μαύρα σύννεφα της ειδωλολατρείας σκέπαζαν απειλητικά όλη την οικουμένη, στα τέλη δηλαδή του τρίτου αιώνα μετά Χριστόν, γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας ο Άγιος μεγαλομάρτυρας Παντελεήμων. Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο φοβερός διώκτης των Χριστιανών, ο Μαξιμιανός.Ο πατέρας του λεγόταν Ευστόργιος και ήταν ειδωλολάτρης αξιωματούχος, μέλος της συγκλήτου. Η μητέρα του λεγόταν Ευβούλη και ήταν θερμή Χριστιανή. Το όνομα που έδωσαν στο παιδί τους ήταν Παντολέον.Ο Παντολέον ήταν πολύ έξυπνος, ευγενικός, επιμελής, ταπεινός και πράος, γεμάτος αρετή, παρ' όλο που ακόμη δεν είχε βαπτιστή Χριστιανός. Όταν μεγάλωσε, ο πατέρας του τον παρέδωσε σ'ένα φημισμένο γιατρό, τον Ευφρόσυνο , για να του διδάξει την ιατρική επιστήμη. Σε λίγο καιρό ο Παντολέον ξεπέρασε όλους τους συνομήλικους του στη μόρφωση και όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το χαρακτήρα του. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, μαθαίνοντας για την αρετή και την εξυπνάδα του, τον προόριζε για να γίνει γιατρός στο παλάτι, ο γιατρός των ανακτόρων.Τον ίδιο καιρό ο γέροντας ιερέας της Νικομήδειας Ερμόλαος, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα κάλεσε στο σπίτι που κρυβόταν τον Παντολέοντα για να τον γνωρίσει. Αφού συνομίλησαν για πολλή ώρα, ο Ερμόλαος κατενθουσιάστηκε από τις αρετές που κοσμούσαν τον νέο και αποφάσισε να του γνωρίσει την πίστη στο Χριστό. Έτσι αναπτύχθηκε ανάμεσα τους μια άριστη πνευματική σχέση. Ο Παντολέον επισκεπτόταν καθημερινά τον Άγιο Ερμόλαο και απολάμβανε τους Χριστιανικούς του λόγους. Στερεωνόταν έτσι σιγά σιγά στην αληθινή πίστη.Ένα εντυπωσιακό γεγονός κάνει τον Παντολέοντα να πάρει τη σοβαρή και γενναία απόφαση να δεχθεί το Άγιο Βάπτισμα, να γίνει Χριστιανός. Ενώ περπατούσε στο δρόμο συνάντησε ένα παιδί που το δάγκωσε μια οχιά και πέθανε. Λέει λοιπόν στον εαυτό του: Θα προσευχηθώ στο Χριστό να αναστήσει αυτό το παιδί και αν πράγματι το παιδί αναστηθεί, εγώ πια δεν υπάρχει λόγος να καθυστερώ τη βάπτισή μου, θα γίνω Χριστιανός, θα πιστέψω ότι ο Χριστός είναι ο Θεός ο αληθινός, ο Σωτήρας του κόσμου. Αυτά σκέφτηκε και προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο.Αμέσως το παιδί ζωντάνεψε και το φίδι απέθανε.Γεμάτος χαρά ο Παντολέον τρέχει στο γέροντα Ερμόλαο, του διηγείται το θαύμα και του ζητά να τον βαπτίσει. Και ο Ερμόλαος, επειδή γνώριζε ποιος οδηγείται στην τελειότητα, γεμάτος συγκίνηση οδήγησε στο φωτισμό του θείου βαπτίσματος τον Παντολέοντα.Απο τότε ο Παντολέον έγινε ανάργυρος ιατρός.Θεράπευε με τη δύναμη του Ιησού Χριστού τους ασθενείς, χωρίς να παίρνει καθόλου χρήματα. Ακόμη, όταν εύρισκε φτωχούς τους βοηθούσε ποικιλότροπα, δίνοντας τους χρήματα και άλλα αναγκαία είδη. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά θαύματα του Αγίου ήταν η θεραπεία ενός τυφλού, με τη δύναμη και πάλι του παντοδύναμου Θεού μας, του Χριστού.Οι θαυμαστές θεραπείες του Αγίου προκάλεσαν το θαυμασμό των κατοίκων της Νικομήδειας, αλλά και το μίσος και το φθόνο των άλλων ιατρών της πόλης. Οι τελευταίοι κατάγγειλαν τον Παντολέοντα στον Αυτοκράτορα Μαξιμιανό, το φοβερό αυτό διώκτη του Χριστιανισμού.Ο Μαξιμιανός κάλεσε τον Άγιο στα ανάκτορα για να ζητήσει εξηγήσεις. Ο Άγιος ομολόγησε με θάρρος ότι είναι Χριστιανός. Ο αυτοκράτορας στην αρχή προσπάθησε να τον πείσει με διάφορες κολακείες και υποσχέσεις να αρνηθεί το Χριστό και να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Παντολέον όμως έμεινε πιστός και ακλόνητος. Δεν αρνήθηκε. Δεν πρόδωσε το Χριστό.Ο αυτοκράτορας εξαγριωμένος, διέταξε φοβερά βασανιστήρια, για να κλονίσει τον Άγιο και να τον εξαναγκάσει να θυσιάσει στα είδωλα.Οι στρατιώτες του αυτοκράτορα, άρχισαν να του ξέουν τη σάρκα με μαχαίρια και να καίνε τις πληγές με λαμπάδες. Ο Χριστός, όμως,ήλθε σε βοήθεια του Αγίου και του θεράπευσε τις πληγές, φωτίζοντάς τον με αστραπές. Στη συνέχεια έβαλαν τον Παντολέοντα μέσα σε ένα καζάνι που έβραζε. Με τη βοήθεια όμως και πάλι του Θεού ο Άγιος έμεινε σώος και αβλαβής και η φωτιά θαυματουργικά έσβησε. Ακολούθως βύθισαν τον Άγιο στα βάθη της θάλασσας, αφού έδεσαν στο λαιμό του μια τεράστια πέτρα. Ο Χριστός, όμως, έκανε την πέτρα πιο ελαφριά από φύλλο και έδωσε στον Παντολέων τη δύναμη να περπατά πάνω στα νερά. Έτσι σώος και αβλαβής, βγήκε στη στεριά. Στη συνέχεια έρριξαν τον Άγιο σε πεινασμένα άγρια θηρία. Όμως τα ζώα, αντί να τον κατασπαράξουν, έγλειφαν ήρεμα και ειρηνικά με τη γλώσσα τους τα πόδια του, κουνόντας τις ουρές τους.Έκπληκτος αλλά και εξαγριωμένος ο ηγέμονας, διατάσσει τον αποκεφαλισμό του Αγίου. Θαυματουργικός το ξίφος λυγίζει και αντί αίμα τρέχει γάλα. Λίγο πριν από το μαρτυρικό δια αποκεφαλισμού θάνατο του Αγίου, ακούσθηκε φωνή απ' τον ουρανό. Ήταν η φωνή του Θεού που του έδωσε το όνομα Παντελεήμων, που σημαίνει τον Άγιο που όλους τους βοηθά και τους ελεεί ακόμη και τους εχθρούς του.Το Τίμιο Σώμα του Αγίου τάφηκε με τιμές από τους Χριστιανούς. Η εκκλησία μας τιμά την μνήμη του την 27 η Ιουλίου.

Ιεροί Ναοί και Ιερές Μονές που πανηγύρισαν τη μνήμη του Αγίου Παντελεήμονος του ιαματικού, στην Ιερά μας Μητρόπολη

Επί τη εορτή του Αγίου Παντελεήμονος του ιαματικού, εορταζαν και πανηγύριζαν στην Ιερά μας Μητρόπολη, οι Ιεροί Ναοί του Αγίου Παντελεήμονος : Στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου (εδώ θα τελεσθηκε η Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας ), στην Κυψέλη Αγρινίου , στην πόλη της Βόνιτσας  και στα Σιταράλωνα Θέρμου.
Επίσης εόρταζε η Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος στη Σταμνά Μεσολογγίου όπου και τελέσθηκε η Ακολουθία του Εσπερινού και η Πανηγυρική Θεία Λειτουργία το πρωί της εορτής

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Η εορτή της Αγίας Παρασκευής στο Τριχώνιο Μακρυνείας

Την προσεχή Κυριακή 26 Ιουλίου, εορτάζει και πανηγυρίζει  ο Ιερός Ναός της Αγίας Παρασκευής της Αθληφόρου, στο χωριό Τριχώνιο Μακρυνείας.
Αφ΄εσπέρας Σαββάτου 25 Ιουλίου, θα τελεσθεί Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός μετ Αρτοκλασίας και Θείου Κυρήγματος ενώ το πρωί της εορτής, θα τελεσθεί η ακολουθία του Όρθρου και εν συνεχεία  Πανηγυρική Θεία Λειτουργίας μετά Θείου Κηρύγματος
Προσκαλούνται άπαντες οι ευσεβείς χριστιανοί

Βίος και πολιτεία της Αγίας Παρασκευής της αθληφόρου

Αγία Παρασκευή ή Παρασκευή η Οσιομάρτυς ή Παρασκευή η Παρθενομάρτυς ή Παρασκευή Αθληφόρος είναι Αγία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και θεωρείται προστάτιδα των ματιών κάθε ανθρώπου. Έζησε στη Ρώμη κατά το 2ο αιώνα και υπέστη μαρτυρικό θάνατο επί ημερών Αυτοκράτορος Μάρκου Αυρηλίου. 
H Αγία Παρασκευή γεννήθηκε σε ένα προάστιο της Ρώμης επί Αυτοκρατορίας Αδριανού. Γονείς της ήταν ο Αγαθόνικος και η Πολιτεία, που ήσαν θεοσεβούμενοι Χριστιανοί και οικονομικά εύποροι. Για πολλά χρόνια δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδί και τελικά απέκτησαν την Παρασκευή, μετά από πολλά χρόνια θερμής προσευχής. Η Αγία Παρασκευή μάλιστα γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή και έτσι αποφάσισαν να της δώσουν το όνομα της ημέρας που γεννήθηκε. Η ανατροφή της από μικρή ηλικία έγινε με βάση Χριστιανικά πρότυπα. Έτσι από μικρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς το λόγο του ευαγγελίου και ξεχώριζε για τον ενάρετο βίο της. Παρότι το παρουσιαστικό της ήταν ιδιαίτερα θελκτικό και πολλοί εύποροι της εποχής είχαν ζητήσει την όμορφη Παρασκευή σε γάμο, αυτή αρνείτο, προτιμούσε την διακονία των γονιών της και των γειτόνων της, την προσήλωση στην προσευχή και τη μελέτη των Γραφών. Με το πέρασμα μάλιστα των ετών απέκτησε και σημαντική βιβλική κατάρτιση.
Σε ηλικία 20 ετών, η Αγία Παρασκευή έχασε τον πατέρα της. Αυτό στάθηκε σημαντικός παράγοντας στην εξέλιξη της πορείας της διότι πλέον ήταν μόνη και με αρκετά χρήματα ώστε να πραγματοποιήσει φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο που ποθούσε. Έτσι εκποιεί όλη της την περιουσία σε φτωχούς και αφιερώνει το χρόνο της στην ανακούφιση των ασθενών. Δίνεται ολοκληρωτικά στην ιεραποστολή, διδάσκει σε σπίτια γυναίκες, μικρά παιδιά, διακονεί αδυνάτους, σπεύδει για τις ανάγκες τις εκκλησίας της Ρώμης. Μάλιστα με τον καιρό επέκτεινε τη δράση και σε γειτονικά χωρία και εκκλησίες. Πλησίαζε ιδίως νέες γυναίκες, προκαλούσε συζητήσεις, ομιλούσε για το Χριστό, το παράδειγμά Του. Γρήγορα όμως έφτασε στα αυτιά του Αυτοκράτορα Αντωνίνου οι δραστηριότητες της Παρασκευής, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ενώπιόν του. Η σεμνή και όμορφη εμφάνιση της στον Αυτοκράτορα μάλιστα λέγεται πως τον εντυπωσίασε. Αλλά και η σύνεσή της, το θάρρος της και η διαύγεια πνεύματος έγιναν αντιληπτά από τον Αντωνίνο, ο οποίος δεν ήθελε να εφαρμόσει τα μέτρα του Ρωμαϊκού νόμου σε βάρος της, όπως ορίζονταν για τους Χριστιανούς. Δοκίμασε πολλές μεθόδους ιδιαίτερα κολακευτικές για γυναίκα, αλλά τελικά έμεινε αμετακίνητη στη θέση της.
Η Παρασκευή τελικά συνελήφθη και οδηγήθηκε σε τιμωρία βασανισμού μέχρι να ομολογήσει την αποστροφή της από το χριστιανισμό. Αρχικά της έθεσαν μια πυρακτωμένη περικεφαλαία στην κεφαλή της. Εν συνεχεία και αφού δε λύγισε, ρίχτηκε στην απομόνωση. Μια οπισθοχώρηση άλλωστε θα σήμαινε μεγάλη νίκη του Αυτοκράτορος και πλήγμα ιδιαίτερα στο γυναικείο Χριστιανικό πληθυσμό που θα έβλεπε τη θερμότερη εκπρόσωπό της να αλλαξοπιστεί. Αυτή όμως αντί να λυγίσει, θεώρησε εξαιρετικό χρόνο την απομόνωση για προσευχή. Μάλιστα το βράδυ άγγελος Κυρίου ενεφανίσθη ενώπιόν της και την ελευθέρωσε από τα δεσμά της. Η Παρασκευή ενώπιον του Αυτοκράτορα πλέον πάλι, έμεινε σταθερή, ο Αντωνίνος κατάλαβε πλέον το μάταιο της προσπάθειάς του και διέταξε σε βασανισμό μέχρι θανάτου. Έτσι την οδήγησαν ενώπιον ενός καζανιού που περιείχε καυτό λάδι. Όμως εδώ αναφέρεται από τον βιογράφο της μέγα σημείο. Πως ενώ εισήχθη στο θερμό λάδι, παρέμενε ανέπαφη. Όταν το άκουσε ο Αντωνίνος δεν πίστεψε σε κάτι τέτοιο και θέλησε ο ίδιος να διαπιστώσει το αληθές, όμως πλησιάζοντας το λέβητα τα μάτια του βλάφτηκαν, όταν η Παρασκευή του έριξε λίγο λάδι στα μάτια, με αποτέλεσμα να τυφλωθεί. Η Παρασκευή όμως με θαυματουργικό τρόπο θεράπευσε τα μάτια του. Έτσι μέχρι και σήμερα θεωρείται προστάτης των ματιών. Μετά το γεγονός ο Αντωνίνος άφησε ελεύθερη την Παρασκευή. Μάλιστα από το γεγονός αυτό και έπειτα ο Αντωνίνος διατήρησε θετική για τη εποχή στάση για τους χριστιανούς και για αυτό του δόθηκε το προσωνύμιο «Ευσεβής». Έτσι η Παρασκευή επέστρεψε στο έργο της κάτι που έδωσε πολύ δύναμη στη χριστιανική κοινότητα, ιδίως δε στις γυναίκες που στο πρόσωπό της έβλεπαν ένα σπουδαίο στήριγμα.
Όμως σύντομα τον Αντωνίνο διαδέχθηκε ο Μάρκος Αυρήλιος. Μέσα στους πρώτους χριστιανούς που συνέλαβε ήταν και η Παρασκευή. Ο ίδιος, έδωσε εντολή σε δύο έπαρχους να τη βασανίσουν. Ο ένας ονομαζόταν Ασκληπιός, ήταν αυτός που την έριξε σε χώρο που φυλάσσονταν φίδια, τα οποία όμως πέθαναν όταν την πλησίασαν. Ο Ασκληπιός ταράχτηκε, πιθανώς να γνώριζε και αυτά που οι χριστιανοί μεταξύ τους συζητούσαν ή ακόμα να ήξερε τα λεγόμενα για την ίδια τη Παρασκευή. Μετά τα γενόμενα ανέλαβε δράση ο έτερος έπαρχος ονόματι Ταράσιος. Αυτός όμως της απέκοψε την κεφαλήν και έτσι βρήκε τέλος η ζωή της Αγίας και μεγαλομάρτυρος Παρασκευής. Χριστιανοί περιμάζεψαν το λείψανό της και εν καιρώ το τοποθέτησαν στη βάση του θυσιαστηρίου, όπου τα χαριτόβρυτα Λέιψανά είναι πηγή θείων δωρεών σε όλους όσους την επικαλούνται με πίστη και πραότητα. Η μνήμη της εορτάζεται στις 26 Ιουλίου.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ: Ἦχος α!
Τήν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασαμένη φερώνυμε, τήν
ὁμώνυμόν σου πίστιν, εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευή ἀθληφόρε·
ὅθεν προχέεις ἰάματα, καί πρεσβεύεις ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν

Πανηγυρίζει ο Ιερός Ναός του Αγίου Παντελεήμονα στην Κυψέλη Αγρινίου

Την 27ην Ιουλίου ε.ε πανηγυρίζει μετά πάσης Θρησκευτικής Λαμπρότητος και Μεγαλοπρεπείας ο Ιερός Ναός του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος Κυψέλης - Σφήνας του Δήμου Αγρινίου.Θα θεωρίσωμεν τιμήν μας, την παρουσία σας εις τας λατρευτικάς εκδηλώσεις, του Ιερού Ημών Ναού, αι οποίαι θα τελεσθούν σύμφωνα προς το παρακάτω πρόγραμμα.
Το Σάββατο και ώρα 19:30μμ θα τελεσθεί ο Μέγας Αρχιερατικός Πανηγυρικός Εσπερινός μετ' αρτοκλασίας και Λιτανευσεως της Ιεράς Εικόνος. Ανήμερα της εορτής και περί ώραν 07:00 πρωινήν, θα τελεσθεί η Ακολουθία του Όρθρου και εν συνεχεία Πανηγυρική Θεία Λειτουργία επί τη ετησίω μνήμη του Μεγαλομάρτυρος  Παντελεήμονος μετά Θείου Κηρύγματος
Το απόγευμα της ιδίας ημέρας θα τελεσθεί η Ακολουθία της Ιεράς Παρακλήσεως του Αγίου
Δια το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον
π Αναστάσιος Σπυρόπουλος
Εφημέριος Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονος
Κυψέλης Αγρινίου

Ιεροί Ναοί και Ιερές Μονές εντός της Ιεράς μας Μητροπόλεως που πανηγυρίζουν τη μνήμη της Αγίας Παρασκευής

Το προσεχές Σάββατο 25 Ιουλίου 2015 και ανήμερα της εορτής Κυριακή 26 Ιουλίου 2015 επί τη χαρμοσύνω εορτή της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Παρασκευής της Αθληφόρου, εορτάζουν και πανηγυρίζουν με κάθε εκκλησιαστική λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια στην Ιερά μας Μητρόπολη οι Ιεροί Ναοί της Αγίας Παρασκευής :
 Στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου (εδώ ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας θα τελέσει την Αρχιερατική Θεία Λειτουργία ανήμερα της εορτής), στην πόλη του Αγρινίου, στην Αμφιλοχία, στα Μούσουρα Μεσολογγίου, στη Λυσιμαχία Αγρινίου, στο Παναιτώλιο του Δήμου Αγρινίου, στο Τριχώνιο Μακρυνείας, στο Ζελίχοβο Αγρινίου, στα Προσήλια Αγρινίου, στην Πάλαιρο Βονίτσης, στο χωριό Ρουπακιάς Βάλτου, στον Αβαρίκο, Καλούδι και Καλλιθέα Θέρμου, στα Στριγανιά Αγρινίου.
Επίσης εορτάζει η Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευή Μάνδρας Θέρμου και η Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής Σαρδηνίων Αμφιλοχίας

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Η τελευταία ημέρα της ζωής του Αγίου Παισίου του Αγιορείτου


Ο Γέροντας Παίσιος τελικά προσβλήθηκε από καρκίνο, και νοσηλεύθηκε σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης! Στο νοσοκομείο φρόντισαν το Γέροντα όσο μπορούσαν καλύτερα. Ο καρκίνος, όμως, προχώρησε τόσο, πού το τέλος ήταν πολύ ορατό.Η αναχώρησή του για τους ουρανούς ήταν ζήτημα χρόνου. Γι΄αύτη την αναχώρηση, για την οποία προετοιμαζόταν σε όλη του τη ζωή, ήθελε να αφιερώσει και τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Σουρωτής. Ο μακαριστός Χριστόφορος Οικονόμου ήταν κοντά του και σε γράμμα του περιγράφει την αναχώρηση του Γέροντα από το Νοσοκομείο:
      Σήμερα έφυγε και ο π. Παΐσιος από το νοσοκομείο. Είχε πολύ κόσμο και μας είπαν ότι θα έβγαινε στο σαλόνι για να ευλογήσει. Τελικά, εκείνη την ώρα έφευγε από το νοσοκομείο. Ο κόσμος, οι γυναίκες, νοσοκόμες, γιατροί, άρρωστοι, συνωστίζονταν όλοι γύρω του. Ψήλωσε το χέρι του και από την πόρτα χαιρέτησε τους άρρωστους στους διπλανούς θαλάμους. Ένας άρρωστος στο διάδρομο πού είχε ορρούς στο χέρι πήγε να του φιλήσει το χέρι, αλλά ο π. Παΐσιος φίλησε το χέρι του ασθενούς. Μπροστά από το ανσανσέρ ψήλωσε το χέρι του και μας ευλόγησε όλους. Μπήκε στο ανσανσέρ να κατέβει κάτω στο δρόμο. Όλοι τρέξαμε από τις σκάλες να τον δούμε για τελευταία φορά. Χαιρετούσε τον κόσμο. Βγήκε έξω από το νοσοκομείο. Ο κόσμος τον περιτριγύρισε γύρω από το αυτοκίνητο, ενώ λεπτές νιφάδες χιονιού έπεφταν. Η νοσοκόμα φώναζε να τον αφήσει ο κόσμος να μπει μέσα στο αυτοκίνητο, γιατί έκανε πολλή ψύχρα και ο άνθρωπος δεν μπορούσε. Μπήκε, τελικά, στο αυτοκίνητο, αφού έκανε το σταυρό του. Όλοι προσπαθούσαν να τον αγγίξουν· έπιαναν το χέρι του, άγγιζαν το τζάμι τοΰ αυτοκινήτου. Ξεκίνησε τελικά το αυτοκίνητο, αλλά προχωρούσε πολύ σιγά, λόγω της μεγάλης κυκλοφορίας. Γιάτραινες, νοσοκόμες, νοσοκόμοι, γιατροί, κατέβηκαν κάτω και όπως ήταν μέσα στο αυτοκίνητο άγγιζαν το τζάμι του αυτοκινήτου πού προχωρούσε αργά-αργά για να τον χαιρετήσουν. Το αυτοκίνητο πέρασε από το δρόμο πού βρίσκεται μπροστά από το σπίτι μου». Και συνεχίζει ο Χριστόφορος:
«Τί ήταν το πέρασμα αυτού του ανθρώπου! Ο κόσμος τον ακολουθούσε σαν να ήταν ο Μεσσίας. Σκηνή σαν την Βαϊφόρο, μόνο πού αντί για γαϊίδουράκι τώρα ήταν ένα αυτοκινητάκι! Όλος ο κόσμος, οι περισσότερες γυναίκες, ήσαν συγκινημένοι, άλλες δάκρυζαν. Αλλά και ο ίδιος ήταν συγκινημένος με την αγάπη πού του έδειχνε ο κόσμος. Σαν να έλεγε πώς θα την ξεπληρώσει με πολλή προσευχή για τους συνανθρώπους του». Και επιλέγει ο Χριστόφορος:
«Αλλά μήπως είναι λίγα πού χρωστούμε η γενιά μας, στις ευχές και προσευχές αυτού του ανθρώπου. Ένας άγιος ανάμεσά μας. Η ενσάρκωση της εκπλήρωσης των Ευαγγελικών λόγων».
Ο Γέροντας Παΐσιος άφησε την τελευταία του πνοή στις 12 Ιουλίου 1994.

Πηγή: Από το τέλος του Γέροντα Παΐσιου Αγιορείτη, Περιοδικό «Παρά την Λίμνην», Μηνιαία έκδοση Εκκλησίας Αγίου Δημητρίου Παραλιμνίου, περίοδος β΄, έτος ιη΄, αρ. 7, Ιούλιος 2008