Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Ιερά Πανήγυρις Μετακομιδής του Ιερού Λειψάνου Αγίου Κοσμά του Αιτωλού


Εις την Ιερά Μονή Αγίου Κοσμά του Αιτωλού τελείται η ετήσιος Πανήγυρις μετακομιδής του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, κατά το εξής πρόγραμμα:
Σάββατο 31 Μαΐου 2014 ώρα 6μ.μ. 
Μέγας πανηγυρικός εσπερινός με αρτοκλασία και θείο κήρυγμα.
Κυριακή 1 Ιουνίου 2014, 
7:00 έως 10:15 Αρχιερατική Θεία Λειτουργία με θείο κήρυγμα, ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.κ. ΚΟΣΜΑ.

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Εκδήλωση τιμής και μνήμης για την πτώση της Βασιλεύουσας

Εν Ιερά Πόλει Μεσολογγίου, τη 26η  Μαΐου 2014

ΔΕΛΤΙΟΝ  ΤΥΠΟΥ
«Εκδήλωση τιμής και μνήμης για την πτώση της Βασιλεύουσας»

Η Ιερά Μητρόπολη Αιτωλίας και Ακαρνανίας τιμώντας την 29η Μαΐου 1453 ημέρα της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως οργανώνει εκδήλωση τιμής και μνήμης στον αύλειο χώρο του Ιερού Καθεδρικού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου την Δευτέρα 2 Ιουνίου και ώρα 8:00 το απόγευμα.
Η εκδήλωση την οποία θα τιμήσει με την παρουσία του ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας, Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Κοσμάς θα περιλαμβάνει: α) ύμνους και επίκαιρα τραγούδια από την χορωδία του Συλλόγου Ιεροψαλτών περιοχής Μεσολογγίου «Αρχιδιάκονος Άνθιμος», β) ομιλία από τον Καθηγητή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης κ. Παναγιώτη Πουλή, με θέμα: «Εάλω η Πόλις: η πτώσις της Βασιλεύουσας» και γ) χορούς και τραγούδια της Πόλης από τον χορευτικό όμιλο Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου «Ο Άη Συμιός».

Εκ  του  Γραφείου  Τύπου  και  Επικοινωνίας της  Ιεράς  Μητροπόλεως




Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Πως έγινε η πρωτόγνωρη και μοναδική Ανάληψη του Χριστού;

Είχαν ήδη φτάσει στη μεσαία κορυφή του Όρους. Μπροστά τους απλωνόταν η πόλη των Ιεροσολύμων. Ήταν ακόμα ανοιχτή στο χώμα η οπή στην οποία στήθηκε ο Σταυρός. Ανοιχτή ήταν επίσης και η είσοδος στον Τάφο του Σωτήρα, αφού ήταν ακόμα πεσμένος στο χώμα ο μέγας λίθος με τον οποίον είχε σφραγισθεί. Τότε στρέφει ο Σωτήρας τα νώτα του προς την αχάριστη πόλη των Ιεροσολύμων και το βλέμμα του ατενίζει προς ανατολάς, όπως αναφέρει ο Δαυίδ με χαρά σε κάποιο ψαλμό του, «Ψάλλατε τω Θεώ τω επιβεβηκότι επί τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς» (Ψαλμ. 67:34). Και ενώ αποχαιρετάει τους μαθητές του, υψώνει τα άχραντα χέρια του και ευλογεί για τελευταία φορά –τα χέρια εκείνα με τα οποία ανάπλασε τον άνθρωπο που είχε δημιουργήσει στην αρχή, και τα οποία άπλωσε από φιλανθρωπία επάνω στον Σταυρό και συνένωσε «τα διεστώτα», δηλ. αυτά που βρίσκονταν σε διάσταση. Ενώ δεν χόρταιναν τα μάτια των μαθητών να βλέπουν το θεοειδές και γλυκύτατο εκείνο πρόσωπο του Κυρίου τους, ξαφνικά άρχισε Εκείνος να ανέρχεται στον ουρανό. Το βλέμμα τους έμεινε καρφωμένο στο παράδοξο και ακατανόητο εκείνο θέαμα της σωματικής Ανάληψης του Κυρίου, μέχρις ότου τον έκρυψε η φωτεινή νεφέλη.
Τι πρωτόγνωρη και μοναδική που ήταν η μεγαλοπρέπεια αυτής της Ανάληψης! Και ο Ηλίας είχε αναληφθεί στους ουρανούς, όπως αναφέρει η Γραφή, όμως η ανάληψή του έγινε με πύρινο άρμα και πύρινους ίππους, γιατί ήταν απλός άνθρωπος και χρειαζόταν βοήθεια για να αναληφθεί πάνω από την γη. Ο Χριστός όμως ήταν Θεάνθρωπος που αναλήφθηκε από μόνος του, με μόνη την παντοδυναμία του. Όσον αφορά στην νεφέλη εκείνη, επρόκειτο για το Άγιο Πνεύμα, όπως ακριβώς συνέβη και στην Μεταμόρφωση του Χριστού. Όπως η κάθοδός του και η Ενσάρκωσή του έγιναν «εκ Πνεύματος Αγίου», σύμφωνα με το μήνυμα του Γαβριήλ προς την Παρθένο («Πνεύμα Κυρίου επελεύσεται επί σε και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σε» Λουκ. 1:35), έτσι και τώρα «συνανέρχεται» (ανεβαίνει μαζί με το Άγιο Πνεύμα) γιατί Εκείνο τον παρακολουθεί και συνυπάρχει μαζί του ως ομοούσιό του, συμπροσκυνούμενο και συνδοξαζόμενο.

Γιατί διατηρήθηκαν τα αποτυπώματα των πληγών στο Αναστημένο Σώμα του Χριστού κατα την ένδοξή του Ανάληψη;;

Πως όμως φαίνονταν οι πληγές σ’ εκείνο το άφθαρτο σώμα; Ήταν θέμα οικονομίας αυτό που φαινόταν, και είχε σαν σκοπό να φανερώσει την άρρητη (ανέκφραστη) και υπερβολική αγάπη του Θεανθρώπου για τον άνθρωπο. Δηλαδή το ότι καταδέχτηκε όχι μόνο να δεχθεί πληγές, αλλά και μετά την Ανάστασή του να τις διατηρήσει με παράδοξο τρόπο επάνω σ’ εκείνο το αφθαρτοποιημένο σώμα, και να τις δείξει στην Ανάληψή του και στον κόσμο των Αγγέλων σαν τα σύμβολα του πάθους του και σαν τα ανεξίτηλα τεκμήρια της αγάπης του προς εμάς τους ανθρώπους. Επίσης, διατήρησε τις πληγές του άχραντου σώματός του για να μας πείσει να μην λησμονούμε ποτέ τα πάθη του, διότι όταν τα έχουμε ενώπιόν μας, η καρδιά μας θα πλημμυρίζει από ευγνωμοσύνη προς αυτόν και από ιερά συναισθήματα. Τίποτε άλλο, λέει ο ιερός Χρυσόστομος δεν είναι ικανό να γεννήσει μέσα μας τα σωτήρια αυτά αποτελέσματα όσο το να βλέπουμε τον Θεό να μεταφέρει τα ίχνη του Σταυρού μέχρι το θρόνο της μεγαλοσύνης του. Κατά τον ιερό Αυγουστίνο, ο Θεάνθρωπος διατήρησε τις πληγές του στους ουρανούς, για να μας δείξει, ότι και στην κατάσταση της δόξης του δεν θα μας λησμονήσει, όπως άλλωστε μας διαβεβαιώνει γι’ αυτό και ο κορυφαίος από τους προφήτες: «Ιδού επί των χειρών μου εζωγράφησά σου τα τείχη, και ενώπιόν μου ει δια παντός» (Ησ. 49:16), δηλαδή, ουδέποτε θα μας ξεχάσει, διότι θα μας έχει γραμμένους με ανεξίτηλα γράμματα επάνω στα χέρια του και θα μεσιτεύει για μας ενώπιον του Θεού Πατρός. Ίσως ακόμη και να διατήρησε τις πληγές για να μας διδάξει ότι μόνο με παθήματα και θλίψεις θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην βασιλεία των ουρανών. Αν ο ίδιος ο Θεάνθρωπος ανυψώθηκε με σταυρικό πάθος, και αν δοξάστηκε με επονείδιστο θάνατο, τότε πως εμείς θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην δόξα εκείνη χωρίς να βαδίσουμε στην στενή οδό της αρετής, και χωρίς να υπομείνουμε θλίψεις και πειρασμούς αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα; Αυτό είναι τελείως αδύνατο..

Γιατί έγινε η Ανάληψη στο Όρος των Ελαιών;



Αφού λοιπόν επιβεβαίωσε ο Χριστός την εκ νεκρών Ανάστασή του στους μαθητές του με μελιστάλακτους λόγους, και φώτισε τον νου τους και θέρμανε την καρδιά τους με την παρουσία του, τους οδήγησε την 40ην ημέρα από την Ανάστασή του στο Όρος των Ελαιών, που βρίσκεται στα ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Έπρεπε σ’ αυτό το Όρος να γίνει η Ανάληψη, γιατί σ’ αυτό, σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, θα επανέλθει ο Κύριος σωματικά και με δόξα για να κρίνει τον κόσμο κατά την έσχατη ημέρα. Εκεί θα ελεηθούν με το μέγα έλεος οι δίκαιοι, και εκεί θα θρηνήσουν με τον αιώνιο και απαρηγόρητο θρήνο οι αμαρτωλοί. Τις δύο αυτές αντίθετες καταστάσεις των ανθρώπων δηλώνει η ονομασία του Όρους τούτου, γιατί οι κορυφές του ονομάζονται Όρος Ελαιών, ενώ οι πρόποδές του, κοιλάδα του Κλαυθμώνος. Το ίδιο προμήνυσε και ο χρησμός του προφήτη Ζαχαρία που ρητά δήλωσε «Ιδού ημέρα έρχεται Κυρίου, και στήσονται οι πόδες αυτού επί το Όρος των Ελαιών κατέναντι Ιερουσαλήμ εξ ανατολών» (Ζαχ. 14:4).

Γιατί έγινε η Ανάληψη μετά από 40 μέρες και όχι αμέσως μετά την Ανάσταση

Ο αρχηγός της ζωής, που έλυσε τα δεσμά του θανάτου με την Ανάστασή του, συναναστράφηκε με τους μαθητές του επί σαράντα ημέρες και επιβεβαίωσε σ’ αυτούς την Ανάστασή του με πολλές αποδείξεις. Δεν ανέβηκε στους ουρανούς την ίδια ημέρα που αναστήθηκε, γιατί κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε αμφιβολίες και ερωτηματικά. Διαφορετικά, πολλοί από τους άπιστους θα μπορούσαν να προβάλλουν το επιχείρημα ότι η Ανάσταση δεν ήταν παρά ένα ακόμη από τα όνειρα ευσεβών πόθων που γρήγορα έρχονται και πιο γρήγορα παρέρχονται. Για αυτό ακριβώς έμεινε ο Χριστός σαράντα ολόκληρες ημέρες στη γη, και εμφανίστηκε επανειλημμένα στους μαθητές του, και τους έδειξε τις ουλές από τα πληγές του, τους μίλησε για τις προφητείες που εκπλήρωσε με την ζωή και τα πάθη του ως άνθρωπος, και μάλιστα συνέφαγε μαζί τους.

Ανελήφθης ἐν δόξῃ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν

Η ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως εἶναι τό ἐπισφράγισμα τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ καί τό θριαμβευτικόν ἐπιστέγασμα τῶν ὅσων ἔπραξεν ὁ Κύριος ὑπέρ τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως λέγει τό Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς: «Τήν ὑπέρ ὑμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς ἐπουρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλά μένων ἀδιάστατος καί βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ᾿ ὑμῶν καί οὐδείς καθ᾿ ὑμῶν». Ὁ Χριστός δηλαδή, πού εἶναι Θεός μας, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ, ὅταν συμφώνως πρός τό θεῖον σχέδιον συνεπλήρωσε καί ὡλοκλήρωσε τά ὅσα ὑπέρ ἡμῶν ἔπραξεν. Αὐτά ἥνωσαν τήν γῆν μέ τόν οὐρανόν, τούς ἀνθρώπους μέ τόν Θεόν. Ἡ Ἀνάληψις δέν ἐσήμαινε βεβαίως καί χωρισμόν τοῦ Κυρίου ἀπό τούς ἠγαπημένους Του Μαθητάς. Μέ αὐτούς ὁ Διδάσκαλος παρέμεινεν ἡνωμένος συμφώνως πρός τήν ὑπόσχεσίν Του: «Καί ἰδού ἐγώ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν» (Ματθ. 28, 20).
Τό ἔργον τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάληψίν Του εἰς τούς οὐρανούς συνέχισε καί συνεχίζει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτή, μέ τήν δύναμιν πού τῆς ἔδωκεν ὁ Ἱδρυτής της, διδάσκει, θαυματουργεῖ, ἁγιάζει καί σώζει τούς πιστούς. Οἱ πιστοί εἶναι διά τῆς Ἐκκλησίας καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἡνωμένοι μέ τόν Ἀρχηγόν των.
Διά τήν Ἐκκλησίαν Του ὡμίλησεν ὁ Κύριος εἰς τούς Ἀποστόλους, ὅταν ἐνεφανίζετο εἰς αὐτούς ἐπί τεσσαράκοντα ἡμέρας μετά τήν Ἀνάστασίν Του. Ὑπεσχέθη εἰς αὐτούς τήν ἐπιφοίτησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, παρήγγειλε νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιον εἰς ὅλην τήν κτίσιν, νά διαλαλήσουν τήν Ἀνάστασίν Του καί νά καλέσουν τούς ἀνθρώπους νά μετανοήσουν διά τά ἁμαρτωλά των ἔργα. Ἐκεῖνοι πού θά ἐπίστευον, θά ἐγίνοντο μέ τό Ἅγιον Βάπτισμα μέλη τῆς Ἐκκλησίας. «Καί ταῦτα εἰπών βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη (=ὑψώθη πρός τά ἐπάνω), καί νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτόν ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. Καί ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τόν οὐρανόν πορευομένου αὐτοῦ, καί ἰδού ἄνδρες δύο (δηλαδή ἄγγελοι) παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῇτι λευκῇ, οἵ καί εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν; Οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθείς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται (=θά ἔλθῃ κατά τόν ἴδιο τρόπον), ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτόν πορευόμενον εἰς τόν οὐρανόν. Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ ἀπό ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος…» (Πράξ. 1, 9-12).
Ἡ Ἐκκλησία, διά τήν ὁποίαν ὡμίλησεν ὁ Κύριος πρίν ἀπό τήν Ἀνάληψίν Του, ἀφ᾿ ἑνός καί ἡ σκηνή τῆς Ἀναλήψεως ἀφ᾿ ἑτέρου εἶναι τά δύο θέματα, πού παρουσιάζει ἡ εἰκών τῆς Ἀναλήψεως. Ἐπειδή εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν διατίθενται περισσότεροι στίχοι δι᾿ ὅσα ὁ Κύριος εἶπε περί τῆς Ἐκκλησίας καί ὀλιγώτεροι δι᾿ αὐτό τοῦτο τό γεγονός τῆς Ἀναλήψεως, ὁ βυζαντινός ἁγιογράφος, στηριζόμενος εἰς τήν βιβλικήν διήγησιν, διαθέτει καί ἀνάλογον χῶρον εἰς τήν περί ἧς ὁ λόγος εἰκόνα. Τό κύριον μέρος τῆς εἰκόνος καταλαμβάνουν οἱ Ἀπόστολοι μέ τήν Παναγίαν (τά μέλη δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ) καί μόλις ἕνα μικρόν τμῆμα εἰς τό ἄνω μέρος τῆς εἰκόνος καταλαμβάνει ὁ Ἀναληφθείς Κύριος.
Ἐπειδή ἡ Ἀνάληψις κατά τό ἁγιογραφικόν κείμενον ἔγινεν εἰς τό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν (εὑρίσκεται ἀνατολικῶς τῆς Ἱερουσαλήμ καί ἧτο κατάφυτον ἀπό ἐλαίας κατά τούς ἀρχαίους χρόνους), τό τοπίον τῆς εἰκόνος εἶναι ὀρεινόν μέ ἐλαιόδενδρα ἀνάμεσα εἰς τούς βράχους.
Ἀφοῦ εἴδομεν τάς πληροφορίας, τάς ὁποίας μᾶς δίδει ἡ Ἁγία Γραφή διά τήν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου καί πῶς εἰς γενικάς γραμμάς μεταφέρει αὐτάς διά νά τάς παρουσιάσῃ εἰς τήν σχετικήν εἰκόνα ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος, ἐρχόμεθα τώρα νά ἴδωμεν λεπτομερέστερον τά δύο τμήματα τῆς εἰκόνος.Περιγραφή τῆς εἰκόνος: α) Ὁ Ἀναληφθείς Κύριος. Εἰς τήν εἰκόνα τῆς Ἀναλήψεως ὁ Κύριος εἰκονίζεται μέσα εἰς «δόξαν», ἄλλοτε στρογγύλην, καί ἄλλοτε ἐλλειψοειδῆ, καθήμενος ἐπί οὐρανίου τόξου (εἰς ἄλλας εἰκόνας ἐπί θρόνου). Μέ τήν δεξιάν Του χεῖρα εὐλογεῖ καί μέ τήν ἀριστεράν κρατεῖ εἰλητάριον, τό ὁποῖον γράφει: «Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς». Τό εἰλητάριον εἶναι τό σύμβολον τοῦ διδασκάλου.
Τήν «δόξαν», ἐντός τῆς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ Κύριος, ὑποβαστάζουν δύο ἄγγελοι. Συμβολίζουν καί ἐκφράζουν τήν θείαν μεγαλειότητα καί ἐξουσίαν. (Ὁ Κύριος ὡς παντοδύναμος δέν εἶχεν ἀνάγκην τῶν ἀγγέλων διά νά ἀναληφθῇ εἰς τούς οὐρανούς). Εἰς μερικάς εἰκόνας τῆς Ἀναλήψεως οἱ ἄγγελοι δέν ὑποβαστάζουν τήν «δόξαν», ἀλλά ἐνατενίζουν τόν Κύριον εἰς στάσιν προσευχῆς. Ὅπως λέγουν τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς, ἀποροῦν καί θαυμάζουν, διότι ὁ Χριστός ἀνελήφθη ὄχι μόνον ὡς Θεός, ἀλλά καί ὡς ἄνθρωπος, δηλαδή μέ τό ἄφθαρτον καί δοξασμένον σῶμά Του.
Ἄλλοτε οἱ ἄγγελοι εἰκονίζονται σαλπίζοντες συμφώνως πρός τόν ψαλμικόν στίχον «ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος» (Ψαλμ. 46, 6). Ὁ στίχος αὐτός ἀναφέρεται αὐτούσιος εἰς τήν ὑμνολογίαν τῆς Ἀναλήψεως, διότι «ἡ εἰς οὐρανούς ἄνοδος διά τούτων (τῶν λέξεων) τοῦ Κυρίου σημαίνεται» (Μέγας Ἀθανάσιος).
β) Οἱ Ἀπόστολοι. Οἱ Ἀπόστολοι εἶναι χωρισμένοι εἰς δύο ὁμίλους ἔχοντες εἰς τό μέσον τήν Παναγίαν. Ὄπισθεν τῆς Παναγίας εὑρίσκονται δύο λευκοφοροῦντες ἄγγελοι, οἱ ὁποῖοι δείχνουν τόν Ἀναληφθέντα Κύριον. Ὡς ἀγγελιαφόροι τοῦ Θεοῦ διαβεβαιώνουν καί παρηγοροῦν τούς παρισταμένους διά τήν ἐπάνοδον τοῦ Κυρίου κατά τήν δευτέραν παρουσίαν.
Εἰς τό κείμενον τῆς Ἁγίας Γραφῆς τό ἀναφερόμενον εἰς τήν Ἀνάληψιν δέν ἀναφέρεται ὅτι παρευρέθη ἡ Θεοτόκος κατά τήν εἰς οὐρανούς ἄνοδον τοῦ Υἱοῦ Της. Περί αὐτοῦ μᾶς πληροφορεῖ ἡ Ἱερά Παράδοσις, ὅπως τήν βλέπομεν ἄλλωστε καί εἰς τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς. Ἀξία προσοχῆς εἶναι ἡ θέσις καί ἡ στάσις τῆς Θεοτόκου εἰς τήν εἰκόνα. Εὑρίσκεται ἀκριβῶς κάτωθεν τοῦ Υἱοῦ Της καί εἶναι ἔτσι ὁ ἄξων τῆς ὅλης συνθέσεως. Ἡ στάσις Της εἶναι στάσις προσευχῆς. Οἱ Ἀπόστολοι μέ τάς πρός τόν Κύριον ἐστραμμένας κεφαλάς των καί τάς χειρονομίας των ἔρχονται εἰς ἀντίθεσιν πρός τήν ἀτάραχον καί ἤρεμον μορφήν τῆς Παναγίας. Εἰς τήν εἰκόνα μας τό ὑποπόδιον, ἐπί τοῦ ὁποίου πατεῖ ἡ Θεοτόκος τονίζει ἀκόμη περισσότερον τήν ξεχωριστήν θέσιν Της μεταξύ τῶν εἰκονιζομένων Ἀποστόλων.
Ὁ ἁγιογράφος τῆς εἰκόνας τῆς Ἀναλήψεως ἠθέλησε μέ τούς Ἀποστόλους, πού περιστοιχίζουν τήν Παναγίαν, νά παρουσιάσῃ τήν Ἐκκλησίαν, εἰς τήν ὁποίαν ὁ Κύριος θά ἔστελνε κατά τήν Πεντηκοστήν τό Ἅγιον Πνεῦμα διά νά τήν ζωοποιήσῃ. Περί τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τούς Μαθητάς καί τῆς ἐπιδημίας του εἰς τόν κόσμον ὁμιλοῦν καί τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως, συνδέοντα ἔτσι τά δύο κοσμοϊστορικά καί κοσμοσωτήρια γεγονότα.
Τό πρόσωπον δεξιά τῆς Θεοτόκου, τό ὁποῖον βλέπει εἰς τόν οὐρανόν μέ τήν χεῖρα ἐμπρός εἰς τούς ὀφθαλμούς του, εἶναι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Κατά τήν Ἀνάληψιν ὁ Παῦλος δέν εἶχεν θέσιν μεταξύ τῶν Ἀποστόλων, διότι ἡ μεταστροφή του ἔγινεν ἀργότερον. Ἡ θέσις του εἰς τήν εἰκόνα εἶναι συμβολική. Θά γίνῃ καί αὐτός μέλος τῆς Ἐκκλησίας καί μάλιστα μέλος ἐκλεκτόν. Ὁ ὀρθόδοξος ἁγιογράφος ἀποσπᾷ τόν Παῦλον ἀπό τήν ἐποχήν του καί τόν συγκαταριθμεῖ μεταξύ τῶν Ἀποστόλων. Ἔτσι καί ἡ θέσις τοῦ Ἰούδα ἀνεπληρώθη καί ἡ παράστασις τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε δυναμική, ἐκφραστική καί συμβολική.
Αἱ ὑψωμέναι εἰς προσευχήν χεῖρες τῆς Παναγίας ὑπενθυμίζουν τόν ρόλον Της πλησίον τοῦ Υἱοῦ Της. Ἡμεῖς, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας, «ἄλλην γάρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοί πρός Θεόν… ἀεί μεσιτείαν». Παρακαλοῦμεν τόν Χριστόν νά μᾶς σώσῃ καί ἐλεήσῃ «ταῖς πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας».
Ἕνα ἀκόμη δεῖγμα τῆς σχέσεως Θεοτόκου καί Ἐκκλησίας εἶναι τό ἀλύγιστον τῆς στάσεως τῆς Παναγίας, πού βλέπομεν εἰς μερικάς εἰκόνας. Μέ τήν ἀκινησίαν Της αὐτήν φαίνεται νά ἐκφράζῃ τά ἀμετακίνητα δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀπό τό ἄλλο μέρος οἱ Ἀπόστολοι μέ τάς διαφόρους χειρονομίας των συμβολίζουν τάς διαφόρους γλώσσας καί τά ποικίλα μέσα, μέ τά ὁποῖα ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ σπείρεται εἰς τάς καρδίας τῶν ἀνθρώπων.
Κλείομεν τήν ἀνάλυσιν τῆς εἰκόνος τῆς Ἀναλήψεως μέ τούς λόγους τοῦ Ἁγίου πάπα Λέοντος Α´ (440-461): «Ἡ Ἀνάληψις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἰδική μας ἀνύψωσις καί ὅπου ἡ δόξα τῆς Κεφαλῆς προεπορεύθη, ἐκεῖ καλεῖται καί ἡ τοῦ Σώματος ἐλπίς»,τά μέλη δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Η Ανάληψη του Σωτήρος Χριστού


Εἶπε δέ ὁ Κύριος πρός αὐτούς. Λήψεσθε δύναμιν ἐξ ὕψους, ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς καί ἔσεσθαί μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλήμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Ἐξήγαγε δέ αὐτούς ἔξω ἕως τήν Βηθανίαν καί ἐπάρας τάς χεῖρας αὑτοῦ, εὐλόγησεν αὐτούς. Καί ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτόν αὐτούς, διέστη ἀπ᾽ αὐτῶν καί ἀνεφέρετο εἰς τόν οὐρανόν... Βλεπόντων αὐτῶν ἐπῄρθη καί νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτόν ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. Καί ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τόν οὐρανόν, πορευομένου αὐτοῦ, καί ἰδού ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, οἵ καί εἶπον. Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν; Οὗτος ὁ Ἰησοῦς, ὁ ἀναληφθείς ἀφ᾽ ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται πάλιν, ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτόν πορευόμενον εἰς τόν οὐρανόν. Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ – μετά χαρᾶς μεγάλης - ἀπό ὄρους τοῦ καλουμένου Ἐλαιῶνος. Καί ἦσαν διαπαντός ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καί εὐλογοῦντες τόν Θεόν».

Μέ αὐτές τίς ἁδρές γραμμές ὁ ἱερός εὐαγγελιστής Λουκᾶς περιγράφει στό τέλος τοῦ Εὐαγγελίου του καί στήν ἀρχή τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, τήν τελευταία ἐμφάνισι τοῦ ἀναστάντος Κυρίου στούς μαθητάς Του (Λουκ. 24, 44-53. Πράξ. 1, 1-14). Ὅπως στά δύο αὐτά βιβλία τοῦ ἱεροῦ Λουκᾶ, ἔτσι ἡ ἀνάληψις τοῦ Κυρίου κατακλείει τήν ἱστορία τοῦ ἐπί τῆς γῆς βίου τοῦ Χριστοῦ καί ἀνοίγει τήν ἱστορία τῶν μαθητῶν – τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι μέ ἄλλα λόγια ὁ συνδετικός κρίκος, ἡ μετάβασις ἀπό τήν μία φάσι τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Θεοῦ στήν ἄλλη. Τό κλείσιμο τῆς πρώτης σκηνῆς καί τό ἄνοιγμα τῆς δευτέρας. Ἀκριβῶς δέ τήν τεσσαρακοστή ἀπό τήν Ἀνάστασι ἡμέρα, ἀφοῦ ὑμνήσαμε καί δοξολογήσαμε μαζί μέ τούς μαθητάς τήν δόξα τοῦ ἀναστάντος, ἀφοῦ ζήσαμε ἐπί 40 ἡμέρες στήν χαρούμενη ἀτμόσφαιρα τῆς παρουσίας Του, θά κληθοῦμε ἀπό τήν Ἐκκλησία νά παραστοῦμε νοητά στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιά νά ἀποχαιρετήσωμε τόν ἀπερχομένο Σωτῆρα.
Δέν ξεύρω ἄν βρεθήκατε ποτέ σέ ὥρα λατρείας κατά τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως ἤ καί σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη λειτουργική σύναξι μέσα στόν ὑπέρλαμπρο ναό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης, τήν Ἁγία Σοφία. Τόν μεγάλο τροῦλλό της κοσμεῖ ἕνα θαυμαστό μωσαϊκό τοῦ Θ’ αἰῶνος. Στό κέντρο μέσα σέ φωτεινή δόξα κάθεται ὁ Χριστός ὑποβασταζόμενος ἀπό δύο ἀγγέλους. Γύρω-γύρω μέσα σέ ἕνα καταπληκτικό γιά τήν μεγαλοπρέπειά του τοπίο οἱ δώδεκα ἀπόστολοι μέ τήν Θεοτόκο στήν μέση βλέπουν μέ θάμβος πρός τόν οὐρανό. Καί δύο λευκοφόροι ἄγγελοι τούς ἀπευθύνουν τούς λόγους τῶν Πράξεων: «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν;» (Πράξ. 1, 11). Νομίζεις πώς καί ὅλοι οἱ πιστοί κάτω ἀπό τόν μεγάλο θόλο βρίσκονται συναγμένοι μαζί μέ τούς ἀποστόλους καί ἀπολαμβάνουν τό ὑπερφυές θέαμα. Τόν Χριστό ἀναλαμβανόμενο, ἀλλά καί διαρκῶς μή χωριζόμενο. Διαρκῶς βλέποντα ἀπό τό βάθος τοῦ οὐρανοῦ μέσα στήν ἀστραφτερή ὁλόχρυση δόξα Του καί ἀδιάκοπα ἐπαίροντα τά χέρια Του καί εὐλογοῦντα τούς ἀποστόλους, τήν Ἐκκλησία Του. Καί στήν στάσι, στήν ἔκφρασι, στίς κινήσεις τῶν ἀποστόλων τοῦ ψηφιδωτοῦ διακρίνει κανείς ὅλα τά ἀνάμικτα αἰσθήματα πού ἔνοιωσαν ἐκεῖνοι κατά τήν μεγάλη ἐκείνη στιγμή, ἀλλά καί ὅλα τά αἰσθήματα πού πλημμυρίζουν τίς καρδιές τῶν πιστῶν πού βλέπουν τήν δόξα τοῦ ἀναλαμβανομένου. Γιατί ἀκριβῶς ἡ ἀνάληψις εἶναι τό γεγονός – καί ἡ ἑορτή – τῶν μεγάλων συναισθημάτων, τῆς ποικιλίας τῶν ἀντιθέσεων. Ἔτσι ἀκριβῶς τήν βλέπει καί ἡ Ἐκκλησία στήν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς.
Καί πρῶτα κυριαρχεῖ ὁ τόνος τῆς χαρᾶς, τῆς δόξης, τοῦ θριάμβου. Ὁ Κύριος τελειώνει τό ἔργο τῆς οἰκονομίας. Ὑψώνεται σάν νικητής καί θριαμβευτής ἐπάνω ἀπό τήν γῆ πού ἔσωσε, ὁ Πατήρ τόν ὑποδέχεται, οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι δοξολογοῦν τόν νικητή, τόν θριαμβευτή, τόν Σωτῆρα. Ἡ χαρά ὅμως αὐτή δέν εἶναι μόνο χαρά γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά καί χαρά γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ὁ Κύριος ἀνεβαίνοντας στούς οὐρανούς ἀνεβαίνει μαζί μέ τό σῶμά Του τό ἀνθρώπινο, μέ τήν θεωθεῖσαν σάρκα. Αὐτήν ἀνεβάζει στόν οὐρανό καί συγκαθίζει στά δεξιά τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. Καί ἔτσι γίνεται πρωτοπόρος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους στήν δόξα τοῦ οὐρανοῦ, ὅπως μέ τήν ἀνάστασί Του ἔγινε πρωτότοκος τῶν νεκρῶν. Στούς ὤμους Του πῆρε τήν πλανηθεῖσα ἀνθρωπίνη φύσι καί ἀναληφθείς τήν ἐθέωσε καί «Τῷ Πατρί προσήγαγε».
Εἶναι ἕνα μυστήριο ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως. Μυστήριο, πού τό ζῇ ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνο κατά τήν ἡμέρα πού τελοῦμε τήν ἀνάμνησί του, ἀλλά καθημερινῶς, σέ κάθε στιγμή τῆς ὑπάρξεώς της. Πού τό ζῇ καί κάθε πιστός στίς ὧρες πού στρέφει τά μάτια του στόν οὐρανό ἀναζητῶντας τόν Σωτῆρα του. Τόν βλέπει ἀνερχόμενον εἰς τόν οὐρανόν, καθήμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός στήν δόξα τῆς Θεότητος, ὅπως τόν εἶδε ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος (Πράξ. 7, 56). Αἰσθάνεται τά χέρια Του ἐπαιρόμενα νά τόν εὐλογοῦν καί τούς λόγους Του νά τόν καθησυχάζουν. Τόν ἀκούει νά τοῦ ὁμιλῇ γιά τήν παράκλησι, γιά τήν παρηγορία τοῦ Παρακλήτου καί γιά τήν ἐξ ὕψους βοήθεια καί νά τόν βεβαιώνῃ ὅτι πάντοτε εἶναι καί θά εἶναι μαζί του μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Παίρνει δύναμι καί θάρρος αἰσθανόμενος τήν διαρκῆ παρουσία Του, τήν θαλπωρή τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καί ἀποδύεται στόν ἀγῶνα τῆς ζωῆς, πατῶντας στήν γῆ, ἀλλά ζητῶντας τά ἄνω, φρονῶντας τά ἄνω, ἔχοντας τόν δείκτη τοῦ προσανατολισμοῦ του ἐστραμμένον πρός τόν οὐρανό, ὅπου ὁ Χριστός «ἐστι ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος», κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο (Κολοσ. 3, 1). Εἶναι ἤδη πολίτης τῶν οὐρανῶν, ἀφοῦ ἡ κεφαλή του, ὁ Χριστός, βρίσκεται στούς οὐρανούς.

Φωτογραφικό λεύκωμα από την Αγια Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη


































Ο ΠατροΚοσμάς μιλάει στα παιδιά για το Χριστό, από τις εκδόσεις του Ιερού μας Ναού


 Ο Θεός στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας, δεν μας αφήνει μόνους. Πάντοτε δίνει το παρόν με πολλούς τρόπους, χωρίς εμείς να το καταλαβαίνουμε πολλές φορές. Απτό παράδειγμα της παρουσίας του Θεού της περίοδο της Τουρκοκρατίας στους Έλληνες ραγιάδες, ήταν η μορφή του Εθναποστόλου και Μάρτυρα Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Ο Πατροκοσμάς όπως έμεινε στην Ιστορία, δεν ηταν ένας από τους ισχυρούς της γης. Ηταν όμως η φωνή του Θεού στους ανθρώπους. Δεν ζητούσε τίποτα για τον  εαυτό του. Αυτό που λαχταρούσε ήταν ένα, ήθελε οι σκλαβωμένοι Έλληνες να κλέισουν μέσα στην καρδιά τους δύο λέξεις: Τον Χριστό και την Ελλάδα.
Το μικρό βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου, είναι μια προσπάθεια να αντιληφθούμε πως ακριβώς ο Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός μιλούσε στους σκλαβωμένους Ελληνες και ειδικότερα στα παιδιά. Τα λόγια του που ακόυστηκαν πριν 220 χρόνια,σου τα παραθέτουμε σε ελεύθερη απόδοση. Ευχή μας είναι, καθώς θα τα διαβάζεις να μιλήσουν στην καρδιά σου και όπως θα παίζεις με τις δραστηριότητες που υπάρχουν στις τελευταίες σελίδες αυτού του βιβλίου, έτσι να τα κάνεις πράξη στην ζωή σου.

Ευχαριστούμε θερμά τους:
Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη μας, Μητροπολίτη Αιτωλίας & Ακαρνανίας κκ ΚΟΣΜΑ
Τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μονεμβασίας & Σπάρτης κκ ΕΥΣΤΑΘΙΟ
Τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αρτης κκ ΙΓΝΑΤΙΟ
Τον Σεβασμιώτατο ΜητροπολίτηΒεροιας και Ναούσης κκ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝΑ
Τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κερκύρας και Παξών κκ ΝΕΚΤΑΡΙΟ


Τρίτη 29 Μαίου 1453, το αιώνιο πένθος του Ελληνισμού



Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως
Είναι βράδι της 28ης Μαΐου 1453. Μόλις έχει τελειώσει η δοξολογία μπροστά από την εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας φτιαγμένης από τον Απόστολο Λουκά, αφού όλοι έψαλλαν - ωΐμέ! - για τελευταία φορά τον Ακάθιστο Ύμνο, αναχωρούν για τις επάλξεις αυτοί πού θα υπερασπίζονταν τα Θεοφύλακτα Τείχη πού προστάτεψαν για 1000 χρόνια τη Πόλη των Κωνσταντίνων. Όλοι έλαβαν τη Θεία Ευχαριστία, κοινώνησαν μέσα στην Πορφυρογέννητο Ιουστινιανή της του Θεού Σοφίας την μεγάλη Εκκλησιά τη καρδιά του παγκόσμιου Χριστιανισμού! Το σύμβολο του μεσαιωνικού ελληνισμού! Ζήτησαν συγχώρεση ο ένας από τον άλλον χιλιάδες κόσμος όσο ορθόδοξοι και καθολικοί ιερείς τελούσαν τη Θεία Λειτουργία μέσα στο Ναό.
Ο αυτοκράτορας έγινε αντιληπτός μόλις για λίγα λεπτά από το θεοσεβούμενο πλήθος. Το βάρος της ευθύνης του να σώσει ένα έθνος, μιά τιμή, μιά χιλιόχρονη ιστορία, τη μνήμη των Κωνσταντίνων, τον ελληνικό πολιτισμό, όλα αυτά μαζί με το γρίφο της υπεράσπισης της πόλης και την επίλυση του σχεδίου άμυνας φορτώνουν τον έσχατο αυτοκράτορα με ''Ακάνθινο Στέφανο'' όμοιον με εκείνον του Χριστού...

Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν τη συναισθηματική φόρτιση αυτού του υπερήφανου λαού πού η ελπίδα του προς το Θεό του αποτρέπει φρικαλέες σκέψεις του τι πρόκειται να επακολουθήσει! Στη Πόλη βασιλεύει σιγή.. Μιά νεκρική σιγή πού παγώνει το αίμα όλων αυτών πού μέσα τους αρχίζει μιά αγωνία πού θα μετατραπεί σε επιθανάτιο ρόγχο...
Ο Αυτοκράτορας αφού έφυγε από την Αγία Σοφία κατευθύνεται στο ανάκτορο των Βλαχερνών πάνω στο άλογό του. Δεν υπάρχει χρόνος γιά χάσιμο. Το κεφάλι του πάει να σπάσει από τη τρομερή σκέψη. ''Είναι θέλημα θεού η Πόλη να τουρκέψει;''...Αφού φτάνει στο ανάκτορο, εκεί συγκεντρώνει την οικογένειά του και όλους όσους υπηρέτησαν πιστά το σπίτι του. Με πατρική στοργή τους αγκαλιάζει έναν έναν και τους ζητά να τον συγχωρέσουν. Αφού βαθειά συγκινημένοι τον χαιρετούν όλοι για τελευταία φορά ο ίδιος φεύγει με το άλογό του και ευσπευσμένα πάει στις επάλξεις για τη τελευταία επιθεώρηση των αμυντικών θέσεων. Είναι αργά τη νύχτα. Τα άγρυπνα μάτια των σκοπών χαμογελούν πού τον βλέπουν. Υπάρχει ακόμα ελπίδα πιστεύουν. Ο Θεός, ο Αυτοκράτορας, ο λαός, το Δίκαιο είναι μαζί τους!
Μεσάνυχτα, φρενετικά κτυπούν οι καμπάνες των εκκλησιών της Βασιλεύουσας, της Αγίας Σοφίας, των Αγίων Αποστόλων, ακούγονται όλες από τις εκκλησιές κατά μήκος του δρόμου του Επτάσκαλου. Ποιός άραγε μιά τέτοια στιγμή θα είχε ύπνο όταν πυκνά σύννεφα μαύρα έχουν κάνει τη νύχτα, τη τελευταία, σκοτάδι κόλασης με απαίσια όρνια να πλανώνται πάνω από την υπερήφανη Πόλη;

Η Οθωμανική επίθεση ξεκινάει μετά τα μεσάνυχτα. Είναι πιά η 29η Μαΐου 1453. Κύματα γενίτσαρων πού το ένα ακολουθεί το άλλο επιτίθονται μεπολεμικές κραυγές, ήχους ταμπούρλων, σαλπίγγων, πίπιζων, πού γεμίζουν με το θόρυβό τους τον αέρα τού πέπλου της σκοτεινής νύχτας. Ο στρατός του Μεχμέτη (όπως ήθελε να τον αποκαλούν οι έλληνες) είναι πάνω κάτω 250 χιλιάδες διοικούμενος από τον Ζαγανός Πασά. Άντρας με πείρα στα πολεμικά και βαθύς γνώστης των βυζαντινών όπλων, συγγενής, γυναικάδελφος του Μεχμέτη. Στον στρατό αυτό βρίσκονται αποβράσματα μισθοφόρων χριστιανών ευρωπαίων, γενουατών, 25 χιλιάδων ελλήνων της Θράκης πού ο Μεχμέτης τους έταξε αξιώματα και μάλαμα και κάθε λογής λιμάρικη ψυχή, για φαΐ, για πιοτό, για βιασμό και φόνο...Προσελκύονταν από τη μεγάλη λεία πού ήταν η μεγάλη πρωτεύουσα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, καθόλοκληρίαν ΕΛΛΗΝΙΚΟ! Όλοι αυτοί μαζί με τους ατάκτους δολοφόνους τυχοδιώκτες επιτέθηκαν στη οχυρωματική γραμμή των σιδηρόφρακτων σκληρών επαγγελματιών πού ήσαν υπό τας διαταγάς του Ιωάννη Ιουστινιάνη (γενοβέζου ευγενούς από τη Χίο, πιστού συμμάχου του αυτοκράτορα και φιλέλληνος) όλοι κι όλοι καμμιά εκατοστή, όχι παραπάνω. Όλοι οι αμυνόμενοι της Πόλης πού μπορούσαν να κρατήσουν όπλο ήσαν 5 χιλιάδες ψυχές άντε με τους βοηθητικούς 7 χιλιάδες. Όλοι μεγάλοι στην ηλικία ενώ οι εχθροί όλοι νέοι λίγο πάραπάνω από τα είκοσι. Η μάχη κράτησε δύο ώρες έως τις τρείς τη νύχτα...Το σώμα των ατάκτων υποχώρησε σε πλήρη διάλυση πατώντας ο ένας τον άλλον ''τούρλου μπούγδου'', αφήνοντας μεγάλο αριθμό νεκρών και τραυματιών.
Δίχως παύση έρχεται η σειρά να επιτεθεί η στρατιά της Ανατολίας (Αναντολού Ασκερί) υπό τον Ισχάκ Πασά. Αυτοί προσπαθούν να γκρεμίσουν τους πασσαλοφράκτες. Πολεμούν με λύσσα αποφασισμένοι να σπάσουν την γραμμή των αμυνομένων. Η αποδυνάμωση των επιτιθέμενων βοήθησε τους αμυνόμενους. Με τις σπάθες τους και τους κεφαλοθραύστες τους κομματιάζουν εύκολα τον εχθρό και εκτοξεύουν βλήμματα στη πολυάριθμη μάζα χωρίς καν να σκοπεύσουν. Μιά ομάδα πολεμιστών του Ισχάκ Πασά ρίπτεται σε ένα ρήγμα των τειχών και προς στιγμήν φαίνεται να εισβάλλουν στη Πόλη. Αλλά ο αυτοκράτορας και οι άντρες του τους ορμούν και τους σφάζουν γρήγορα. Η δεύτερη τουρκική επίθεση επίσης απέτυχε.
Κατόπιν έρχονται οι γενίτσαροι. Είναι ειρωνικό ότι γεννήθηκαν έλληνες ορθόδοξοι. Ήσαν πειθαρχημένοι, επαγγελματίες, άγριοι πολεμιστές, τέλεια εκπαιδευμένοι και έτοιμοι να πεθάνουν για το Σουλτάνο τους. Πρίν την έναρξη των εχθροπραξιών, της τελευταίας ημέρας για τη Πόλη, ο Μεχμέτης ζήτησε από το στρατό του, ''Σήμερα δεν θέλω να πολεμήσετε για μένα. Θέλω να ΠΕΘΑΝΕΤΕ γιά μένα''!!! Οι γενίτσαροι όρμηξαν με μένος ανοίγοντας δρόμο από τα στιβαγμένα νεκρά κορμιά χριστιανών και μουσουλμάνων επιτίθοντας στους εξαντλημένους υπερασπιστές της Πόλης. Με τεράστια προσπάθεια οι έλληνες, οι ενετοί, οι γενουάτες και άλλοι ιταλοί σύμμαχοι απέκρουσαν στέλνοντας πίσω τον εχθρό.
Τότε μιά ομάδα εχθρών απροσδόκητα μπήκε στη Πόλη από μιά αφύλακτη μικρή πύλη εξόδου (είχε ανοιχθεί το προηγούμενο βράδι από προδότες πού είχε διαφθείρει ο Μεχμέτης). Η πύλη αυτή γνωστή ως ''Κερκόπορτα'' βρισκόταν στα τείχη των Βλαχερνών. Μάχη ξέσπασε σώμα με σώμα στη μικρή αυτή πύλη.
Ο Καρατζά Πασάς και οι ευρωπαίοι μισθοφόροι του περιβάλλουν το εξωτερικό τείχος της Πόλης στο Χρυσό Κέρας (Κεράτιο Κόλπο) στο χείλος του νερού. Περισσότεροι γενίτσαροι προσεγγίζουν τα τείχη των Βλαχερνών. Τα υπολείμματα των ενετών περικυκλώνονται από τους στρατιώτες της Ανατολίας πού επιτίθονται από το εξωτερικό τείχος και από αυτούς πού βρίσκονται ήδη στο ''Παρατείχιον''. Ένας θανατηφόρος οθωμανικός μύδρος από κανόνι με ακρίβεια κτυπά τους βυζαντινούς και οι έλληνες κόβονται στα δύο ενώ οι Χιώτες-Ρόδιοι και τα απομεινάρια των ενετών έχουν αμφότεροι διαλυθεί. Το βυζαντινό πύρ αυτή τη στιγμή διαλύει δύο αύτανδρες οθωμανικές μονάδες γενιτσάρων στα τείχη των Βλαχερνών, αποτρέποντας τους να μπούν στη Πόλη. Οι έλληνες υπό τη διοίκηση του ενετού Φιλίππο Κονταρίνι, η Παπική μονάδα του Καρδιναλίου Ισιδώρου και οι γενοβέζοι του Ιωάννη Ιουστινιάνη, όλοι μαζί επιτίθονται και διαλύουν τους γενιτσάρους στο Νέο Αυτοκρατορικό Ανάκτορο χωρίς όμως να μπορέσουν να τους απωθήσουν έξω. Οι Γενίτσαροι του τείχους των Βλαχερνών απωθούνται από τους εναπομείναντες Χιώτες-Ροδίους, όμως οι έλληνες σπρώχνονται προς τα πίσω και μιά μονάδα γενιτσάρων εισβάλλει στη Πόλη. Πολυάριθμα στίφη της Ανατολίας πιέζουν τους ενετούς να βγούν έξω από το ''Παρατείχιον'' και να εγκλωβιστούν σε έναν από τους πύργους της Πόλης. Ο Θεόφιλος Παλαιολόγος σκοτώνεται, αφήνοντας τον Τρεβιζάνο μόνο του επικεφαλής των Ενετών...
Λίγο προτού χαράξει η μέρα, ένα βέλος τρυπάει τον σιδερένιο θώρακα του Ιουστινιάνη και τον πληγώνει στο στήθος. Κλονισμένος από το τραύμα του και φυσικά εξαντλημένος η μαχητική του διάθεση κατέρρευσε...Παρόλες τις παρακλήσεις του αυτοκράτορα να μην εγκαταλείψει τη θέση του, ο Ιουστινιάνης έδωσε διαταγή στους στρατιώτες του να τον πάρουν έξω από το πεδίο μάχης. Οι άλλοι στρατιώτες του πού πολεμούσαν στη περιοχή βλέποντας το στρατηγό τους να μεταφέρεται λαβωμένος, υποπτεύτηκαν ότι είχε σπάσει η γραμμή άμυνας και σπεύδουν και αυτοί στη πύλη για να φύγουν μαζί του. Ο αυτοκράτορας και οι έλληνες μένουν μόνοι τους. Τότε οι οθωμανοί διοικητές βλέποντας αυτό διατάσσουν χιλιάδες γενίτσαρους να επιτεθούν στην αποδυναμωμένη αυτή πλέον άμυνα. Οι γενίτσαροι ορμούν και σπάνε το πασσαλοφράκτη στριμώχνωντας τους έλληνες στο τείχος.
Στο μεταξύ εισβάλλουν περισσότεροι στη Κερκόπορτα, όπου οι αμυνόμενοι δεν μπόρεσαν να εξουδετερώσουν τους πρώτους εισβολείς. Σύντομα οι πρώτες εχθρικές σημαίες κυματίζουν στα τείχη. Ο αυτοκράτορας και οι διοικητές του προσπαθούν απεγνωσμένα να συναθροίσουν τους στρατιώτες τους και να ωθήσουν πίσω τον εχθρό. Μάταια όμως, ήταν πιά πολύ αργά. Κύματα γενιτσάρων, ακολουθούμενοι από άλλες τακτικές μονάδες του Οθωμανικού στρατού ρίπτονται στις ανοιχτές πύλες της Πόλης γεμάτες από τρομοκρατημένους υπερασπιστές πού τρέχουν αλαφιασμένοι για να σωθούν και από σωρούς πτωμάτων σφαγμένων χριστιανών στρατιωτών.
Τότε ο αυτοκράτορας αντιλαμβανόμενος ότι τα πάντα έχουν χαθεί γυμνώνεται από τα αυτοκρατορικά του διακριτικά και σαν απλός στρατιώτης με το αίμα και τον ιδρώτα να ρέει ποτάμι από το μέτωπο και το σώμα του ακολουθούμενος από τον εξάδελφό του Θεόφιλο Παλαιολόγο, τον άρχοντα Βρανά, τον Καστιλιανό (ισπανό) Δον Φρανσίσκο Ντε Τολέδο, τον Κατακουζηνό, τον Ματθαίο Σγουρομάλη και τον Ιωάννη Δαλματό - και οι επτά τους κρατώντας τα ξίφη τους - επιτίθονται στα μιλιούνια των εχθρών, χτυπώντας ζερβά δεξά σε μιά ύστατη πράξη ηρωϊκου θάρρους. Κανείς δεν τους ξαναείδε πιά....
Πάνε από τότε 558 χρόνια... Η ροή ενός έθνους είναι αναλώσιμη, η γλώσσα και η Ιστορία του ποτέ! Εμείς και ελληνικά μιλάμε και η Αγιά Σοφιά υπάρχει!

Αγιά Σοφιά, το αιώνιο σύμβολο του χριστιανισμού

Ιστορικό της Αγια - Σοφιάς
Ο Μέγας Κωνσταντίνος αρχικά, στην τοποθεσία αυτή, έχτισε έναν σχετικά μικρό ναό. Αργότερα αυτόν τον ναό, τον μεγάλωσε ο γιος του Κώνστας (εγκαινιάστηκε το 360 μ.Χ.). Ύστερα όμως από αρκετά χρόνια, ο λαό εξοργισμένος για την εξορία του Αγίου Ιεράρχου, Ιωάννου του Χρυσοστόμου, έκαψε το ναό (404 μ.Χ.). Τον ξανάκτισε (413/415 μ.Χ.) ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β', αλλά πάλι κάηκε, αυτή την φορά από τους στασιαστές, κατά τη «Στάση του Νίκα» (532 μ.Χ.).
Μόλις αποκαταστάθηκε η τάξης, αμέσως ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565 μ.Χ.) αποφάσισε να χτίσει νέο, αλλά ασύγκριτα πιο ευρύχωρο και μεγαλοπρεπέστερο ναό. Γι’ αυτό τον λόγο ανέθεσε στον μαθηματικό Ανθέμιο τον Τραλλιανό, και τον αρχιτέκτονα Ισίδωρο το Μιλίσιο, τα σχέδια του ναού αφιερωμένο στην «Του Θεού Σοφία». Ακόμα, αναγκάστηκε ν’ απαλλοτριώσει και ν' αποζημιώσει όλα τα γύρω οικοδομήματα.

Συγκέντρωσε ότι πιο πολύτιμα και σπάνια υλικά βρήκε, απ' όλη την -τότε γνωστή ως- οικουμένη: Πράσινα μάρμαρα από την Κάρυστο, ροδόχροα με λευκές φλέβες από τη Φρυγία, ανοιχτόμαυρα με γαλάζιες φλέβες από το Βόσπορο, κόκκινα με λευκά στίγματα από τη Θήβα της Αιγύπτου, και μάρμαρα με διάφορους άλλους χρωματισμούς από διάφορες περιοχές.Αλλά και το διακοσμητικό υλικό ήταν πρώτης τάξης: οι πολύτιμες πέτρες, το χρυσάφι, και το ασήμι κρατούσαν την πρώτη θέση.

Κτίσιμο και περιγραφή του ναού
Οι εργασίες του ναού, ξεκίνησαν στις 23 Φεβρουαρίου 532 και τελείωσαν στις 27 Δεκεμβρίου 537 (δηλαδή, 5 χρόνια, 10 μήνες και 4 ημέρες , οπότε και έγιναν τα εγκαίνια της Αγίας Σοφίας. Για το χτίσιμο εργάστηκαν 10.000 εργάτες και τεχνίτες, ενώ ο ίδιος ο Ιουστινιανός επέβλεπε την πορεία των εργασιών και το συνολικά κόστος για το χτίσιμο, έφτασε τα 360 εκατομμύρια χρυσές δραχμές. «Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντι με τοιούτον έργο επιτελέσας. Νεκίκηκά σε, Σολομών!» αναφώνησε –κατά την παράδοση– με ασυγκράτητο ενθουσιασμό ο Ιουστινιανός όταν πρωτοαντίκρυσε το επιβλητικό εσωτερικό με το άπλετο φωτισμό. Από τα 100 παράθυρα και τα 1.000 καντήλια το φως ν' αντανακλά στους 107 κίονες από λευκά και πολύχρωμα μάρμαρα με εξαιρετικά κιόκρανα και μαζί με τον πλούσιο διάκοσμο, φαντασθείτε, τι θαυμαστή! τι εκπληκτική! τι απερίγραπτη! υπερκόσμια ατμόσφαιρα παρουσίαζε! Προσθέστε τώρα και 525 κληρικούς που ορίστηκαν να υπηρετούν την «Μεγάλη Εκκλησιά» και ψάξτε να βρείτε κοσμητικά επίθετα για να περιγράψουν αυτό το «θαύμα»!!! Οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν το ναό επίγειο ουρανό ή δεύτερο στερέωμα «αγγέλων την των χειρών του Θεού ποίησιν».

Ο Ιουστινιανός, για να γιορτάσει όλος ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης τα εγκαίνια του ναού της Αγίας Σοφίας, διέταξε και σφάξανε χίλια βοοειδή, δέκα χιλιάδες αρνιά, εξακόσιες αίγες, χίλια χοιρίδια και είκοσι χιλιάδες όρνιθες και όλα αυτά, παρασκευάστηκαν και μοιράστηκαν στον κόσμο που πανηγύριζε.Σχετικά με την εξυπηρέτηση των ναών αναφέρεται ότι μόνο η Αγία Σοφία, επί Ιουστινιανού, είχε χίλιους κληρικούς. Τον έβδομο αιώνα είχαν περιοριστεί σε εξακόσιους και η Νεαρά του Ηρακλείου αναφέρει:

Πρεσβυτέρους 80
Διακόνους 150
Διακόνισσες 40
Υποδιακόνους 70
Αναγνώστες 160
Ψάλτες 25
Θυρωρούς 75
Μπορεί λοιπόν να σχηματίσει κανείς μια ιδέα του πλήθους που εξυπηρετούσε τις εκκλησίες, αν αναλογισθεί ότι τον ενδέκατο αιώνα μόνο στην Αντιόχεια υπήρχαν 1.200 εκκλησίες και 360 μοναστήρια. (Πάνου Ζαμβακέλλη: Εισαγωγή στη Βυζαντινή ζωγραφική).
Η Αγία Σοφία είναι ορθογώνιο οικοδόμημα 78,16 μέτρων μήκους και 71,82 πλάτους. Ο τρούλος, σε ύψος 54 μέτρων, γεννά το αίσθημα ότι αιωρείται. Στηρίζεται πάνω σε τέσσερις πεσσούς που σχηματίζουν τετράγωνο και συνδέονται μεταξύ τους με τόξα. Η διάμετρός του είναι 31 μέτρα και έχει στη βάση του 40 παράθυρα. Οι πεσσοί κρύβονται πίσω από δύο κιονοστοιχίες που χωρίζουν το ναό σε τρία κλίτη, με αποτέλεσμα να φαίνονται μόνο τα γιγάντια τόξα.
Ο γυναικωνίτης βρίσκετε στον δεύτερο όροφο του ναού. Ο εσωνάρθηκας με το κύριο μέρος του ναού επικοινωνεί με 9 πύλες, απ' αυτές οι τρεις μεσαίες ονομάζονται βασιλικές, ενώ η μεσαία είναι πιο πλατειά και πιο ψηλή.

Μπροστά στον εξωνάρθηκα υπήρχε μία μεγάλη αυλή, εκεί βρισκόταν η φιάλη του εξαγνισμού μια καρκινική (= φράση που διαβάζεται και αντίστροφα) επιγραφή που έγραφε: «ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ». Δυστυχώς δεν σώζεται σήμερα. Ο τρούλος της Αγίας Σοφίας κατέρρευσε το Μάη του 558, και ξανακτίσθηκε από τον Ισίδωρο, συνώνυμο ανιψιό, του αρχιτέκτονα της. Αργότερα πάλι, το 867 συγκεκριμένα, ράγισε ο τρούλος μετά από σεισμούς, και τον επισκεύασε ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β'. Όμως την μεγαλύτεροι συμφορά συνολικά που βρήκε την Αγία Σοφία, ήταν το 1204 όταν οι Φράγκοι κυρίεψαν και λεηλάτησαν την Πόλη.
Σήμερα η Αγία Σοφία έχει συληθεί και ως ένα βαθμό παραμορφωθεί. Εξωτερικά έχουν προστεθεί τέσσερις μιναρέδες και εσωτερικά έχουν καλυφθεί τα μωσαϊκά με σοβά. Το 1935 μετατράπηκε σε μουσείο.

Ψηφιδωτά
Το Αμερικάνικο Βυζαντινό Ινστιτούτο το 1930 ανέλαβε την εργασία για την αποκάλυψη των ψηφιδωτών, σπουδαιότερα απ’ αυτά είναι:

α) «Ένθρονος Θεοτόκος» να κρατά αγκαλιά τον Χριστό, και οι αυτοκράτορες Ιουστινιανός και Μέγας Κωνσταντίνος αριστερά και δεξιά να της προσφέρουν ο ένας το ναό και ο άλλος την Πόλη. Είναι ψηφιδωτό του 10ου αιώνα και βρίσκετε στο τύμπανο του τόξου της Νότιας Πύλης του νάρθηκα.
β) «Ένθρονος Χριστός» να προσκυνείται από τον αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ (886-912). Αριστερά, μέσα σε στηθάριο, βρίσκετε δεομένη η Θεοτόκος και δεξιά άγγελος Κυρίου. Βρίσκετε στο τύμπανο του τόξου της Κεντρικής Πύλης του εσωνάρθηκα. Είναι ψηφιδωτό του 10ου ή 11ου αιώνα (υποθέση του γράφοντος).

γ) «Ένθρονος Χριστός» με τους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο Θ΄ το Μονομάχο (1042-1055) και Ζωή (1028-1055) να προσφέρουν δώρα, που προφανώς αποθανατίζει τις δωρεές του Μονομάχου, οι οποίες σύμφωνα με τον ιστορικό Σκυλίτζης, εξασφάλισαν την καθημερινή τέλεση της λειτουργίας που γινόταν μόνο Σάββατα, Κυριακές και μεγάλες εορτές, από έλλειψη προσόδων. Η εικόνα βρίσκετε στο νότιο υπερώο (γυναικωνίτη) και είναι ψηφιδωτό του 1044 (11ου αι.). Στα κεφάλια των μορφών αυτού του ψηφιδωτού (Εικ. 2), τα οποία αντικατέστησαν τα κεφάλια παλαιότερου ψηφιδωτού που παρίστανε την αυτοκράτειρα Ζωή και τον πρώτο της σύζυγο Ρωμανό Γ΄ Ανάργυρο εκατέρωθεν του Χριστού σε ανάμνηση προγενέστερης δωρεάς στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, παρατηρείτε και η ζωγραφική τεχνοτροπία που χαρακτηρίζει την τέχνη της περιόδου μεταξύ των ετών 1040 και 1070.


δ) «Θεοτόκος βρεφοκρατούσα» ανάμεσα στους αυτοκράτορες Ιωάννη Β΄ τον Κομνηνό (1118-1143) και Ειρήνη την Ουγγαρέζα με ξανθά μαλλιά και φωτεινά μάτια (Εικ. 3) να προσφέρουν δώρα, βρίσκετε στο υπερώο (γυναικωνίτη) και είναι ψηφιδωτό περίπου του 1118 (12ου αι.).
ε) Παράσταση της «Δεήσεως» (Εικ. 4) βρίσκετε όπως και τα δύο προηγούμενα ψηφιδωτά (γ΄ και δ΄) στο υπερώο (γυναικωνίτη) και είναι ψηφιδωτό του 1261 (13ου αι.), για το οποίο μάλιστα πιστεύεται ότι ήταν αφιέρωμα στη μεγάλη εκκλησία του αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγου μετά την ανάκτηση της Πόλης.

Μεγάλος ακόμα αριθμός ψηφιδωτών απομένει ν’ αποκαλυφθεί. Στα σφαιρικά τρίγωνα υπήρχαν Σεραφείμ και στον τρούλο σταυρός, που περιβαλλόταν με στεφάνι. Στη κόγχη του ιερού παράσταση με την Παναγία να κρατά τον Χριστό, και οι δύο Αρχάγγελοι κοντά της (χρονολογείται περί το 867).
Στα τύμπανα των πλαγίων τόξων υπήρχαν ολόσωμες μορφές αγίων, προφητών κ.λπ. σήμερα σώζονται του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και των Αγίων Ιγνατίων, νεοτέρου και του Θεοφόρου.

Επίλογος
Στα 1000 χρόνια -μέχρι την άλωση της Πόλης (29 Μαΐου 1453) από τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή- ο ναός της Αγίας Σοφίας γνώρισε πολλές δόξες. Εκεί γινόταν τα επινίκια μετά την θριαμβευτική επιστροφή τον αυτοκρατόρων από πολέμους, εκεί στέφθηκαν αυτοκράτορες, εκείνο το έδαφος της πάτησαν οι Πατριάρχες Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο θρυλικός Γρηγόριος Ε' και τόσοι... τόσοι πολλοί άλλοι. Σήμερα αν και κατέχετε η Αγια-Σοφιά από τους τούρκους, αν και ως ένα βαθμό έχει παραμορφωθεί με τους μιναρέδες κ.λπ. αφού οι τούρκοι την μετέτρεψαν σε τζαμί αρχικά και την λειτουργούν ως μουσείο σήμερα, δεν έπαψε να είναι για τους Ορθοδόξους, Έλληνες και μη, η «Μεγάλη Εκκλησιά» μας. Οι προσκυνητές, επισκεπτόμενοι την Αγια-Σοφιά ως τουρίστες σκύβουν και φιλούν το χώμα της, που πάτησαν πλήθος Αγίων Πατέρων και Ιερέων, ευσεβέστατων αυτοκρατόρων και εκατομμυρίων λαού που λειτουργήθηκαν σ' αυτό το κόσμημα, νιώθοντας μέσα τους την φωνή του λαϊκού θρύλου «...πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα ’ναι».