Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Το ιστορικό της Ιεράς Κάρας του Αγίου Ανδρέου και οι 2 Ιεροί Ναόι του στην Πάτρα

      Μέχρι τον 4ο αιώνα το λείψανο του Αγίου βρισκόταν ακέραιο στην Πάτρα. Ζητήθηκε και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όταν αυτή έγινε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) αυτοκρατορίας. Ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος γιος του Μ. Κωνσταντίνου, ανέθεσε στον αξιωματικό του και κατόπιν μάρτυρα της πίστεώς μας Άγιο Αρτέμιο να μεταφέρει στην Πόλη το λείψανο του Αγίου Ανδρέου από την Πάτρα και του Ευαγγελιστού Λουκά από τη Θήβα. Η μεταφορά έγινε το 353 ή πιθανότερα το 357 και εναπετέθη στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Κατά τις υπάρχουσες μαρτυρίες, ο Μ. Κων/νος έκτισε το ναό των Αγίων Αποστόλων και κατασκεύασε 12 λάρνακες (θήκες), εις μνήμην των 12 Αποστόλων και σιγά – σιγά να συγκεντρώσει και να εναποθέσει εκεί τα λείψανά τους.
     Η Κάρα του Αγίου Ανδρέου ή τότε παρέμεινε στην Πάτρα, ή αργότερα τον 9ο αιώνα όταν αυτοκράτορας έγινε ο Βασίλειος ο Α΄ ο Μακεδών (867-886), δώρισε πίσω στην Πάτρα την Κάρα του Αγίου, κατόπιν μεσιτείας της Πατρινής αρχόντισσας Δανιηλίδος. Γεγονός πάντως είναι ότι η Κάρα από τον 9ο αιώνα ήταν στην Πάτρα, στον παράκτιο ναό του Αποστόλου.
    Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Βασίλειος ο Α΄πριν γίνει αυτοκράτορας, είχε επισκεφθεί την Πάτρα ως αξιωματούχος, στο Ναό του Αγίου Ανδρέου όταν πήγε να προσκηνύσει ένας γέροντας μοναχός με διορατικό χάρισμα, προέβλεψε ότι όταν θα γυρίσει στην Πόλη θα λάβει το μεγαλύτερο αξίωμα, δηλαδή το αυτοκρατορικό. Ίσως και αυτός να ήταν ένας από τους λόγους για την επιστροφή της Κάρας του Αγίου Ανδρέου στην Πάτρα. Στην Κων/πολη, μετά την κατάληψή της από τους Φράγκους το 1204, μετά την μεγαλύτερη λεηλασία που γνώρισε ποτέ χριστιανική πόλη από δήθεν χριστιανούς, μαζί με τους άλλους θησαυρούς, αρπάχτηκαν και τα λείψανα του Αποστόλου Ανδρέου, από τον Καρδινάλιο Πέτρο εκ Καπύης και μεταφέρθηκαν στην Γαέτα της Ιταλίας και στη συνέχεια στην πόλη Αμάλφη το έτος 1208 μ.Χ., όπως μαρτυρεί ο από την Αμάλγη διάκονος Ματθαίος.
     Η Αγία Κάρα του Αποστόλου παρέμεινε στην Πάτρα μέχρι το 1460, οπότε ερχόμενοι οριστικά οι Τούρκοι στην Πάτρα, ο τελευταίος Δεσπότης του Μορέως, Θωμάς ο Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου ηρωικού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, την μετέφερε στη Δύση και δύο χρόνια αργότερα το 1462, παρεδόθη στον Πάπα Πίο τον Β΄ και τοποθετήθηκε στο ναό του αδελφού του, Αγίου Πέτρου της Ρώμης. Από το 1962, η Ιερά Μητρόπολις Πατρών και ο Δήμος Πατρέων, κατέβαλαν πολλές προσπάθειες για να πεισθεί η Ρώμη και να επιστρέψει την Αγία Κάρα στον τόπο του μαρτυρίου του. Οι προσπάθειες τελεσφόρησαν και με την βοήθεια και του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, την 26η Σεπτεμβρίου του 1964, η Κάρα του Αγίου Ανδρέου, μετά από 504 χρόνια ξαναγύρισε στην Πάτρα, επί Μητροπολίτου Πατρών Κωνσταντίνου, μέσα σε ρίγη συγκινήσεως και Παλλαϊκής υποδοχής από τους κατοίκους όχι μόνο των Πατρών, αλλά και όλης της Αχαΐας. Σήμερα η Κάρα του Αποστόλου Ανδρέου φυλάσσεται σε νέα αργυρή εκλκλησιόσχημη λειψανοθήκη στον Νέο Ιερό Ναό.
    Εκτός από την Αγία Κάρα, στον Παλαιό ναό του Αγίου Ανδρέου φυλάσσεται ένα μικρό τεμάχιο δακτύλου του Αγίου, δωρηθέντος το 1847 στον ναό από τον Ρώσο αυλικό Μουράβιεφ, ο οποίος το είχε αποκτήσει κατά την επίσκεψή του στη σκήτη του Αγίου Ανδρέου του Αγίου Όρους.

ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΝΑΟΙ
Α. ΠΑΛΑΙΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ:
    Στη θέση όπου μαρτύρησε ο Απόστολος Ανδρέας από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια υπήρχε ναός προς τιμή του Αγίου. Ο ναός κτίσθηκε στο χώρο όπου υπήρχε το ιερό της Δήμητρας και δίπλα υπήρχε πηγή (μέχρι και σήμερα) που ονομαζόταν «πηγάδι του Αγίου Ανδρέου». Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, ο ναός, όπως και όλη η Ελλάδα, περιήλθε στους Φράγκους. Ήταν Μητροπολιτικός και οχυρωμένος στις τέσσαρες γωνίες με πύργους για την απόκρουση των πειρατών αλλά και διαφόρων άλλων επιδρομέων. Την εποχή των Παλαιολόγων ο ναός επανήλθε στους Ορθοδόξους. Κατά την επανάσταση του Ορλώφ, το 1770, πυρπολήθηκε και καταστράφηκε από τους Τουρκαλβανούς. Μάλιστα οι Τούρκοι σε όλη την υπόλοιπη περίοδο μέχρι την επανάσταση του 1821 δεν επέτρεψαν την ανοικοδόμησή του με σουλτανικό φιρμάνι για τιμωρία ώστε να μην επαναστατήσουν πάλι.
    Το 1836, με πρωτοβουλία 148 Πατρινών, επί βασιλείας του Όθωνος, άρχισε η ανέγερση του Ναού του Αγίου Ανδρέου και τελείωσε το έτος 1843. Ο Ναός εσωτερικά είναι περίφημη τρίκλιτη βασιλική, έργο του αρχιτέκτονα Λυσάνδρου Καυτάτζογλου. Είναι αγιογραφημένος με περίτεχνες και σπάνιες αγιογραφίες της Επτανησιακής Σχολής, οι περισσότερες είναι έργο του μεγάλου Κωνσταντινουπολίτη αγιογράφου και συγγραφέα Δ. Βυζάντιου. Το τέμπλο είναι έργο του 1885. 

Β. Ο ΝΕΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ:
    Οι κάτοικοι των Πατρών από ευλάβεια και ευγνωμοσύνη στον προστάτη και Πολιούχο τους, επιθυμούσαν την ανέγερση μεγαλοπρεπούς Ναού. Το έτος 1902, προκηρύχθηκε διεθνής διαγωνισμός για την εκπόνηση του αρχιτεκτονικού σχεδίου. Τα σχέδια υποβλήθηκαν στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Βερολίνου, η οποία πρόκρινε το σχέδιο του Γάλλου αρχιτέκτονα Ρομπέρ. Ο νέος Ναός θεμελιώθηκε την 1 Ιουνίου του 1908 από τον βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιο τον Α΄. Η ανοικοδόμηση του Ναού άρχισε με αργούς ρυθμούς, αφ’ ενός μεν λόγω του ότι πολλοί διαφωνούσαν με το σχέδιο, γιατί ήταν επηρεασμένο από τη Δυτική παράδοση, και αφ’ ετέρου λόγω του ότι οι πόλεμοι που επακολούθησαν συνετέλεσαν ώστε τα οικονομικά για ένα τόσο μεγάλο εγχείρημα να είναι περιορισμένα. Η ανύψωση του κεντρικού τρούλου άρχισε το 1934. Το έτος 1955 με νόμο της πολιτείας θεσπίσθηκε ειδικό τέλος στο ρεύμα για τους κατοίκους των Πατρών και έτσι δόθηκε η δυνατότητα συνεχίσεως του έργου. Την συνέχιση του έργου ανέλαβε ο Έλληνας αρχιτέκτονας – ναοδόμος Γεώργιος Νομικός που προσάρμοσε το αρχικό σχέδιο στη Βυζαντινή Ελληνική παράδοση.


   Ο Ναός εγκαινιάσθηκε επίσημα στις 26 Σεπτεμβρίου του 1974, δέκα ακριβώς χρόνια μετά την επανακομιδή της Τιμίας Κάρας του Αποστόλου, από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πατρών κ. Νικόδημο, προεξάρχοντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σεραφείμ, πολλών Ιεραρχών και εκπροσώπων όλων των Πατριαρχείων. Περίφημα είναι τα ψηφιδωτά που έχουν κατασκευασθεί μέχρι σήμερα και με πρωτότυπα θέματα, όπως το ψηφιδωτό πάνω από τις τρεις καμάρες του νοτίου, δυτικού και βορείου κλίτους. Το θέμα είναι ενιαίο και είναι ειλημμένο από τον προοιμιακού ψαλμού.      
     Ο κεντρικός πολυέλαιος είναι ξυλόγλυπτος, πραγματικό αριστούργημα. Το δάπεδο είναι κατασκευασμένο από μάρμαρο, με θαυμάσιες παραστάσεις. Οι αγιογραφίες του ναού είναι έργο του αγιογράφου Ι. Καρούσου. Είναι ο μεγαλύτερος ναός της Ελλάδος περίπου 2.000 τ.μ. και μαζί με τους γυναικωνίτες χωράει 8.000 περίπου άτομα. Επίσης ο προσκυνητής μπορεί να θαυμάσει τον θαυμάσιο βαρύ ασημένιο επιτάφιο που βρίσκεται στο βόρειο κλίτος. 
    Δεξιά όπως μπαίνομε στον παλαιό Ιερό Ναό, υπάρχει πηγή σε θολωτό σπήλαιο, στην οποία κατεβαίνει κανείς με 11 σκαλοπάτια. Η πηγή είναι πάρα πολύ παλιά και ήταν μέρος του μαντείου της Δήμητρας. Αυτό υπενθυμίζει και η επιγραφή που βρίσκεται χαραγμένη σε μαρμάρινη πλάκα:
«Νημερτές το δ’ ύδωρ/ Δημήτερος ήν ποτέ νούσοις.
Ένθα παγείς ξύλω Ανδρέας/ Πάτρας αμφιβέβηκεν».

(Ιαματικό είναι τούτο το νερό, που κάποτε της θεάς Δήμητρας ήταν, όπου ο Ανδρέας σε ξύλο προσηλώθηκε και προστατεύει την Πάτρα). Το επίγραμμα αυτό αποδίδεται στον Αρχιεπίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό. Δεν αποκλείεται όμως να είναι και παλαιότερο. Σήμερα η πηγή είναι αγίασμα και προσφέρεται σε βοήθεια αυτών που την ζητούν και επιτελεί με τη δύναμη του Αποστόλου Ανδρέου πολλά θαύματα.

Βίος και πολιτεία του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου

    Ο Άγιος Ανδρέας γεννήθηκε στην πόλη Βησθαϊδά της Παλαιστίνης. Ήταν αδελφός του Αποστόλου Πέτρου και γιος ενός φτωχού ψαρά που ονομαζόταν Ιωνάς. Και οι δύο γιοι του Ιωνά, ασκούσαν το επάγγελμα του ψαρά, βοηθώντας τον πατέρα τους. Κάποια στιγμή ο Άγιος Ανδρέας, έφυγε από το πατρικό σπίτι και έγινε μαθητής του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου. Μετά την σύλληψη του Αγίου Ιωάννη, ο Άγιος Ανδρέας επέστρεψε στην λίμνη Γεννησαρέτ και συνέχισε να ασκεί το επάγγελμα του, μέχρι την στιγμή που συνάντησε τον Ιησού. Ο Άγιος Ανδρέας ήταν ο πρώτος που κάλεσε ο Χριστός για μαθητή του και γι’ αυτό ονομάζεται Πρωτόκλητος. Μετά την ημέρα της Πεντηκοστής και αφού έλαβε, όπως και οι υπόλοιποι μαθητές, την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, ξεκίνησε να ταξιδεύει, να διδάσκει τον Λόγο του Κυρίου, να βαπτίζει Χριστιανούς, να χειροτονεί ιερείς και να ιδρύει εκκλησίες. Στα ταξίδια του αυτά, περιόδευσε στην Μικρά Ασία, στην Κωνσταντινούπολη, στην Θράκη, στην Μακεδονία, στην Θεσσαλία και έφτασε μέχρι την Πελοπόννησο στην Παλαιά Πάτρα.
     Στην αρχή των περιοδειών του, ο Άγιος Ανδρέας, βρέθηκε στην πόλη Αμινσό. Οι κάτοικοι της πόλης, κυρίως Εβραίοι και Έλληνες, ήταν φυσικά ειδωλολάτρες (μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε λίγο καιρό μετά την Ανάσταση του Χριστού). Ο Άγιος Ανδρέας φιλοξενήθηκε στο σπίτι ενός Εβραίου και την επόμενη ημέρα επισκέφθηκε την Εβραϊκή Συναγωγή της Αμινσού. Εκεί δίδαξε τον Λόγο του Κυρίου και πολλοί από τους παρευρισκομένους πίστεψαν στον Ιησού και βαπτίσθηκαν Χριστιανοί. Στην πόλη αυτή, ο Άγιος Ανδρέας, ξεκίνησε να κάνει θαύματα, θεραπεύοντας αρρώστους από διάφορες ασθένειες. Μετά την Αμινσό, σειρά είχε η Τραπεζούντα και κατόπιν η Βιθυνία, όπου ο Άγιος βάπτισε πολλούς Χριστιανούς, ίδρυσε εκκλησίες και χειροτόνησε ιερείς. Συνεχίζοντας, ο Άγιος Ανδρέας, το ιεραποστολικό του έργο, έφτασε στην πόλη Σινώπη. Φτάνοντας εκεί, πληροφορήθηκε ότι στην ίδια πόλη βρισκόταν ο απόστολος Ματθίας, ο οποίος όμως είχε φυλακιστεί από τους ειδωλολάτρες κατοίκους της Σινώπης. Ο Άγιος, μετέβη στην φυλακή και μετά από προσευχή, με θαυμαστό τρόπο, έσπασαν τα δεσμά του αποστόλου Ματθία και άνοιξε η πόρτα του κελιού στο οποίο κρατείτο. Όμως το θαύμα αυτό αντί να πείσει τους ειδωλολάτρες να αλλάξουν πίστη, έφερε το μίσος στην καρδιά τους. Μαινόμενοι οι κάτοικοι της Σινώπης, βασάνισαν τον Άγιο έως ότου νόμισαν ότι είχε ξεψυχήσει. Τότε μόνο σταμάτησαν τα βασανιστήρια και πέταξαν το σώμα του σε ένα σωρό κοπριάς, έξω από την πόλη. Κατά την διάρκεια, μάλιστα, των βασανιστηρίων, έκοψαν ένα δάκτυλο από το χέρι του Αγίου Ανδρέα. Όμως, η Θεία Χάρη του Χριστού, θεράπευσε τον Άγιο από τις πληγές του και στο σημείο του κομμένου δακτύλου, βγήκε νέο. Την επόμενη ημέρα, βλέποντας οι ειδωλολάτρες κάτοικοι της Σινώπης, την θαυματουργή ίαση του Αγίου Ανδρέα, ζήτησαν συγχώρεση και βαπτίσθηκαν Χριστιανοί
      Ο Άγιος έκανε πολλά θαύματα στην πόλη αυτή, μεταξύ των οποίων και η ανάσταση ενός παιδιού. Ο Άγιος Ανδρέας συνέχισε τις περιοδείες και την διδασκαλία του Θείου Λόγου, ώσπου κάποια στιγμή έφτασε στην πόλη της Αχαΐας την Παλαιά Πάτρα. Άρχοντας της πόλης, εκείνο τον καιρό, ήταν ο Αιγεάτης και γυναίκα του ήταν η Μαξιμίλλα. Ο Άγιος, φθάνοντας στην πόλη, άρχισε να διδάσκει την Χριστιανική πίστη και να κάνει θαύματα θεραπεύοντας διάφορους αρρώστους. Μεταξύ των αρρώστων που θεραπεύτηκαν ήταν και η Μαξιμίλλα. Ο Αιγεάτης, θέλοντας να δείξει την ευγνωμοσύνη του, πρόσφερε στον Άγιο χρυσάφι το οποίο όμως ο Άγιος δεν έκανε δεκτό, λέγοντας ότι δεν θεράπευσε την Μαξιμίλλα για την αμοιβή, αλλά για την χάρη του Ιησού Χριστού. Μετά από αυτό το περιστατικό, ο Άγιος συνέχισε τα θαύματα και την διδασκαλία του Θείου Λόγου στην Παλαιά Πάτρα. Κάποια στιγμή ο Αιγεάτης έφυγε για την Ρώμη και στην θέση του άφησε τον αδερφό του Στρατοκλή. Κατά την διάρκεια της απουσίας του Αιγεάτη, ο Άγιος θεράπευσε ένα δούλο του Στρατοκλή, ενώ τόσο η Μαξιμίλλα όσο και ο Στρατοκλής έγιναν Χριστιανοί. Όταν ο Αιγεάτης επέστρεψε στην πόλη, θέλησε η γυναίκα του να ξαναγίνει ειδωλολάτρισσα, πράγμα που η Μαξιμίλλα αρνιόταν πεισματικά. Τότε ο Αιγεάτης, έδωσε εντολή να συλλάβουν τον Άγιο Ανδρέα και να τον κλείσουν στην φυλακή. Εκεί επισκέφθηκαν τον Άγιο η Μαξιμίλλα και ο Στρατοκλής, δέχθηκαν την ευλογία του και ο Στρατοκλής χειροτονήθηκε Επίσκοπος Παλαιών Πατρών. Το μένος του Αιγεάτη βρήκε διέξοδο στην εντολή σταύρωσης του Αγίου. Κατά την διάρκεια της σταύρωσης του, ο λαός, που τον αγαπούσε πολύ, διαμαρτυρήθηκε και ο Αιγεάτης, φοβούμενος την οργή των κατοίκων της πόλης, έτρεξε να κατεβάσει τον Άγιο από το σταυρό. Ο Άγιος Ανδρέας, δεν του επέτρεψε να το κάνει αυτό και του είπε: «Καλύτερα είναι να σώσεις τον εαυτό σου από τα δεσμά της απιστίας, παρά εμένα από τον σταυρό». Ο Αιγεάτης μετανιώνοντας για το άδικο που είχε πράξει, έδωσε τέλος στην ζωή του πέφτοντας από ένα γκρεμό που ονομαζόταν Υψηλά Αλώνια.

    Το σώμα του Αγίου, ενταφίασαν ο Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα στο σημείο, όπου χτίστηκε, μετά από λίγο καιρό, η Επισκοπή Παλαιών Πατρών με έξοδα του Στρατοκλή. Ο δε Στρατοκλής παρέμεινε επίσκοπος έως το τέλος της ζωής του. Ο γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μετέφερε το λείψανο του Αγίου Ανδρέα στην Κωνσταντινούπολη. Για να εξευμενίσει τους κατοίκους της Πάτρας, που αντιδρούσαν σε αυτήν την μεταφορά, ανέλαβε να διεκπεραιώσει το έργο μεταφοράς νερού στην πόλη από το όρος Βωϊδά. Έτσι η Παλαιά Πάτρα απέκτησε πόσιμο νερό χάρη στον Άγιο Ανδρέα, που είναι πλέον Πολιούχος της Αχαϊκής πρωτεύουσας. Στον ναό του Αγίου Ανδρέα, που βρίσκεται στην σημερινή Πάτρα, μπορείτε να προσκυνήσετε τον σταυρό, σχήματος Χ, στον οποίο άφησε ο Άγιος την τελευταία του πνοή. Την μνήμη του Αγίου Ανδρέα, εορτάζουμε στις 30 Νοεμβρίου.

Απολυτίκιο του Αγίου Ανδρέα:
Ως των Αποστόλων πρωτόκλητος, και του κορυφαίου αυτάδελφος,
τον Δεσπότην των όλων Ανδρέα ικέτευε, ειρήνην τη οικουμένη δωρήσασθαι,
και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

Ιεροί Ναόι της Ιεράς μας Μητροπόλεως, που εορτάζουν επί τη μνήμη του Αγίου ενδόξου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου

Πανηγυρίζουν σήμερα  Δευτέρα 29 Νοεμβρίου και αύριο Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010 επί τη εορτή
του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου τού Πρωτοκλήτου, το ομώνυμο παρεκκλήσιο του Ιερού Ναού Αγίας Βαρβάρας Αγρινίου και οι Ιεροί Ναοί του Αποστόλου Ανδρέου που βρίσκονται: στόν Αγίο Ανδρέα Μακρυνείας και στήν Άνω Κανδήλα Ξηρομέρου.

Eoρτάζει και πανηγυρίζει ο Ιερός Ναός του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, στο ομώνυμο χωριό Άγιος Ανδρέας Μακρυνείας


Την προσεχή Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010, επί τη ιερά μνήμη τού Αγίου ενδόξου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, εορτάζει και πανηγυρίζει με κάθε εκκλησιαστική τάξη και μεγαλοπρέπεια, ο Ιερός Ναός του Αγίου Ανδρέα στο ομώνυμο χωριό Άγιος Ανδρέας Μακρυνείας.
Αφ εσπέρας Δευτέρας 29 Νοεμβρίου 2010 και ώρα 17:30μμ θα τελεσθεί ο Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός μετ Αρτοκλασίας, και το πρωί της εορτής και ώρα 07:00πμ θα τελεσθεί η Ακολουθία του Όρθρου και η Πανηγυρική Θεία Λειτουργία
Προκαλούνται άπαντες οι ευσεβείς Χριστιανοί

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Ο Γέροντας Παίσιος, στρατιώτης στην πόλη του Αγρινίου, του Παναγιώτου Καραγεώργου


    Ο Aείμνηστος και γνωστός σε όλους μας πατήρ Παΐσιος  (κατά κόσμο Αρσένιος Εζνεπίδης) γεννήθηκε το 1924 στα Φάρασα της Καππαδοκίας και ήταν το 8ο από τα 10 παιδιά της οικογένειας του Προδρόμου και της Ευλαμπίας (4 αγόρια και 6 κορίτσια). Λίγες μέρες μετά την γέννησή του βαπτίζεται από τον εφημέριο του χωριού του Ιερομόναχο Αρσένιο τον Καππαδόκη τον σύγχρονο Άγιο της Εκκλησίας μας, που του δίνει το όνομα του. Δικαιολογείται στους γονείς του παιδιού με τα λόγια
« Εσείς καλά θέλετε να αφήσετε άνθρωπο στο πόδι του παππού Χρήστου, εγώ δε θέλω να αφήσω καλόγερο στο πόδι μου:»
    Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, 40 ημερών βρέφος γίνεται προσφυγόπουλο «στην αγαπημένη μου μητέρα Ελλάδα» όπως έγραφε αργότερα σε κάποιο κείμενό του. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κόνιτσα και αυτός έμαθε την τέχνη του ξυλουργού. Καλείται στον στρατό και υπηρετεί επί 5 χρόνια στις τάξεις του ως διαβιβαστής της 9ης Μεραρχίας, μέχρι το Μάρτιο του 1950.
    Κατά το έτος 1948 ή 1949(δεν ενθυμούμαι) η 9η Μεραρχία εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στο Αγρίνιο.  Μετά την απόλυσή του από το στρατό παίρνει το δρόμο της μοναχικής ζωής, άλλωστε ο π.Παΐσιος ζούσε τον μοναχισμό από «τη γέννησή του» όπως έλεγε και δεν υποχωρούσε σε ‘κείνους που ήθελαν να τον κρατήσουν «στο κόσμο και τα του κόσμου» Ο Ηλίας Ξένος, ο μετέπειτα Ιερομόναχος Αρχιμανδρίτης πατήρ Σπυρίδων Νεοσκητιώτης του Αγίου Όρους μας είχε ανοίξει το δρόμο των τακτικών προσκυνηματικών επισκέψεων στο περιβόλι της Παναγίας. Κάθε ταξίδι στον Άθωνα προέβλεπε απαραίτητα την επίσκεψη στην «παναγούδα» στο καλύβι του Γέροντα Παϊσίου, που καθημερινά δεχόταν δεκάδες ανθρώπους, από την Ελλάδα και το εξωτερικό ακόμα, στο ¨υπαίθριο αρχονταρίκι του¨.
    Η πρώτη επίσκεψη ήταν σημαντική. Μια συντροφιά, νέων τότε Αγρινιωτών, μετά την ολονύκτια αγρυπνία στην Ιερά Μονή των Ιβήρων, την Παναγία «Πορταϊτισα» (15/28 Αυγούστου), πήραμε το ανηφορικό μονοπάτι, που καταλήγει στην πρωτεύουσα της μοναχικής πολιτείας, τις Καρυές. Προ του τέλους της διαδρομής, λίγο πριν την Ιερά Μονή του Κουτλουμουσίου, συναντήσαμε το κελί του γέροντος Παϊσίου. Κατάκοποι από το δρόμο και τον Αυγουστιάτικο ήλιο σταματήσαμε να ανασάνουμε στην πόρτα του φράχτη που περιέκλειε το κελί. Η πόρτα ήταν κλειστή και αναγκαστήκαμε να τραβήξουμε το σχοινί που έφθανε μέσα στο κελί.

Ακούστηκε κάποιος ήχος ¨κουδουνιού¨ τίποτα όμως, σιωπή βασίλευε παντού,  καμία κίνηση, καμία απόκριση.  Όλοι συμπεράναμε ότι ο γέροντας απουσίαζε ή ήταν κι αυτός στην αγρυπνία των Ιβήρων ή σε κάποια άλλη Μονή, αφού αυτό τα βράδυ της ¨Κοιμήσεως της Θεοτόκου¨ όλο το Όρος αγρυπνεί και φλέγεται από τις δεήσεις και προσευχές των μοναχών και πονεμένων λαϊκών.
    Βρήκαμε την λύση. Στην άκρη της πόρτας ήταν μια μεγάλη γυάλα που μέσα είχε χαρτιά γραμμένα και άγραφα και ένα στυλό κλεισμένα, ένα δε σημείωμα ενημέρωνε: «Γράψετε το πρόβλημά σας για να προσευχηθώ γι’ αυτό, γιατί περισσότερο θα σας βοηθήσω με την προσευχή μου παρά με την φλυαρία μου». Εκεί που ετοιμαζόμαστε να γράψει ο καθένας τον πόνο του, βλέπουμε να ανοίγει μια πόρτα του παλιού κελιού και να κάνει την εμφάνισή του ο γέροντας, που για πρώτη φορά τον βλέπαμε.
- Τι θέλετε βρε παλικάρια;
- Να σας δούμε λίγο γέροντα, απαντήσαμε.
Χωρίς άλλη απάντηση βλέπουμε πάνω στο σχοινί να τρέχει προς τα κάτω σαν πεταλούδα το κλειδί της πόρτας. Ανοίξαμε με χαρά και πήραμε τον ανήφορο για το κελί και τον γέροντα.. Με κατεβασμένο το κεφάλι βρεθήκαμε μπροστά του.Πήγαμε να του φιλήσουμε το χέρι, αλλά αυτός δεν το άφηνε και έλεγε: «Δεν είμαι παπάς να μου φιλήσετε το χέρι».
- Περάστε, κεραστείτε λουκούμι, πιέστε και νεράκι που τρέχει στο βαρέλι και καθίστε στις πολυθρόνες.  (κούτσουρα άλλα όρθια και άλλα πλαγιαστά) Κάναμε υπακοή , καθίσαμε και περιμέναμε, αλλά δεν μείναμε μόνοι μας, σε κάποια στιγμή άλλη μεγάλη παρέα από την Καβάλα κάνει την εμφάνισή της. Γέμισαν τα «καθίσματα» και πολλοί κάθισαν στο πράσινο χορτάρι.
 Ήρθε ο γέροντας, κάθισε στο μοναδικό ελεύθερο κούτσουρο, ενώ στα χέρια του έφερναν γύρω οι κόμποι του κομποσχοινιού του. Τα μάτια του μας συνέλαβαν όλους κι εμείς αμίλητοι κοιτούσαμε το πρόσωπό του που έλαμπε από κάποιο υπερκόσμιο φως. Άνοιξε ο ίδιος τη συζήτηση και έτσι λίγο πολύ όλοι πήραμε θάρρος και μιλήσαμε για όλα. Στις απορίες μας οι απαντήσεις του ήταν πειστικές
και δεν επιδέχονταν ερμηνείας.  Προς το τέλος ο γέροντας κάρφωσε τα μάτια του σε μένα και με ρώτησε:
Από πού είστε εσείς παλικάρια;
Από το Αγρίνιο γέροντα, του απαντώ.
Από το Αγρίνιο, γνωρίζετε και τον π. Σπυρίδωνα που είναι στην Νέα Σκήτη;
Μάλιστα γέροντα, είμαστε πνευματικά παιδιά του, μας έκανε κατηχητικό.
Από την πόλη σας έχω πολλές αναμνήσεις εκεί υπηρέτησα ως διαβιβαστής της 9ης Μεραρχίας, σε ένα κτίριο στην πλατεία. Την πλατεία Μπέλλου, παρεμβαίνω. Ναι την πλατεία Μπέλλου. Και πάλι τον διακόπτω. Νομίζω γέροντα, ότι είσαστε στο κτίριο που ο Γεώργιος Κοντόβας, στο υπόγειο, διατηρούσε εστιατόριο, στο ισόγειο είχε τα άλευρα ο Γεώργιος Καμποσιώρας και στον όροφο ήταν ο στρατός.Ναι απαντά ο γέροντας, έτσι είναι.
    Εγώ ήμουνα στο βάθος με τους ασυρμάτους και δεν έβγαινα στο μπαλκόνι που έβλεπε προς την πλατεία. Μια Κυριακή του καλοκαιριού, το βραδάκι ήρθαν συνάδελφοί μου και μου είπαν να βγω στο μπαλκόνι.  «Έβγα γιατί κάποιος δικός σας μιλάει από το ξενοδοχείο «ΙΛΙΟΝ ΠΑΛΛΑΣ» (το μετέπειτα ΑΚΡΟΠΟΛ) και πρέπει να τον ακούσεις» Εγώ αρνήθηκα γιατί δεν μπορούσα να αφήσω το καθήκον μου, αυτοί όμως επέμειναν και με πήραν «τραβώντας» στο μπαλκόνι, ενώ οι ίδιοι πήραν τη θέση μου στους ασυρμάτους.Πράγματι μιλούσε ο Ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας Αρχιμανδρίτης πατήρ Βενέδικτος Πετράκης, ενώ η πλατεία ήταν γεμάτη από κόσμο, πολλοί δε από αυτούς ήταν όρθιοι και άκουγαν το κήρυγμα από τα μεγάφωνα..  (Κάθε καλοκαίρι ο π.. Βενέδικτος μιλούσε στην κεντρική πλατεία τις περισσότερες φορές από το ξενοδοχείο Μ. ΒΡΕΤΑΝΙΑ, για κοινωνικά θέματα, από την ίδια θέση μιλούσε και ο τότε Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας ΙΕΡΟΘΕΟΣ).Εγω δεν γνώριζα τον πατέρα Βενέδικτο μέχρι τότε προσωπικά, ενώ είχα ακούσει πολλά για την πνευματική και Εθνική του δράση. Μετά το τέλος της ομιλίας κατέβηκα κάτω στο δρόμο και τον περίμενα στην πόρτα του ξενοδοχείου.
     Μαζί του τότε γνώρισα ως λαϊκό και τον Ήλία Ξένο που τώρα είναι, όπως ξέρετε, στην Νέα Σκήτη, Ιερομόναχος με το καλογερικό όνομα  «Σπυρίδων». Ήθελα άλλη μια φορά να έρθω στην περιοχή σας και να κάνω ένα μνημόσυνο στους συναδέλφους που σκοτώθηκαν σε ενέδρα στην Άνω Χώρα Ναυπακτίας.Να έρθετε στο Αγρίνιο και να σας πάμε εμείς, του πρότεινα.
 Δεν είναι τώρα τόσο εύκολο βρε παιδί.
Να έρθετε με τον π. Σπυρίδωνα του πρότεινα
Και αυτό δεν είναι εύκολο, απάντησε.
Μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση τα όσα επακολούθησαν στη συζήτηση αυτή. 
Ο γέροντας συνέχισε: Εκεί στο Αγρίνιο, στην αρχή της οδού Παπαστράτου υπήρχε ένα χρυσοχοείο την εποχή εκείνη, δεξιά όπως ανεβαίνουμε το δρόμο, δεν ξέρω αν υπάρχει σήμερα.
Ναι, του απάντησα είναι το κατάστημα του Δημήτριου Μπαρδάκη.
Δεν θυμάμαι όνομα, αλλά εκτός από τον καταστηματάρχη είχε και έναν βοηθό υπάλληλο κατά πολύ νεότερό του.
Ναι, πρέπει να ήταν ο Ελευθέριος Παντελίδης, που μετά άνοιξε δικό του κατάστημα πιο πάνω στον ίδιο δρόμο.
Ξέρεις, βρε παιδί, κάτι με βασανίζει με αυτόν τον άνθρωπο.Τότε που υπηρετούσα ως στρατιώτης στο Αγρίνιο, πήγα στο μαγαζί αυτό και από αυτόν τον υπάλληλο ζήτησα και αγόρασα ένα γυναικείο ρολόι για την αδερφή μου.Του το τόνισα πολλές φορές ότι το αγόρασα για την αδερφή μου. Δεν ξέρω αν το πίστεψε αυτό που του είπα ή έβαλα τον άνθρωπο σε κακό λογισμό! Σε παρακαλώ τώρα που θα πας στο Αγρίνιο να τον βρεις και να του πεις ότι ο Στρατιώτης τότε, που αγόρασε, το γυναικείο ρολόι, το ήθελε για την αδερφή του και όχι για άλλο πρόσωπο και δεν πρέπει να έχει κακό λογισμό, από την πράξη μου αυτή, να του το τονίσεις αυτό: για την αδερφή μου το πήρα.
    Τήρησα την εντολή του ευαίσθητου, στα πνευματικά θέματα γέροντος Παϊσίου, βρήκα τότε τον αείμνηστο Ελευθέριο Παντελίδη, του ανέφερα την ανησυχία του γέροντος για το γεγονός που συνέβη πριν 30 χρόνια περίπου και μου απάντησε:
«Τώρα που μου το λες, κάτι αρχίζω να θυμάμαι. Μου είχε κάνει τότε εντύπωση που ένας στρατιώτης,
που τον εξυπηρέτησα στην αγορά ενός γυναικείου ρολογιού, μου έλεγε συνέχεια και πολλές φορές μέχρι να φύγει από το μαγαζί: «το αγόρασα για την αδερφή μου, για την αδερφή μου το πήρα, μην βάλεις κακό λογισμό». Εγώ δεν είχα λόγο να αμφιβάλλω για τα όσα μου έλεγε ο στρατιώτης».
Στην πρώτη μετά από αυτά συνάντησή μου με τον π. Παϊσιο του ανέφερα ότι ο κυρ-Λευτέρης, άνθρωπος της εκκλησίας, όπως ήταν, δεν σκέφθηκε τίποτα το διαφορετικό, από την αλήθεια των λεγομένων Σας.
    Διέκρινα τότε στο πρόσωπο, του γέροντα την απόλυτη ικανοποίησή του, ότι έκλεισε για πάντα, ένα θέμα που τον απασχολούσε τόσα χρόνια.
Να έχουμε την ΕΥΧΗ ΤΟΥ..

πηγή: "Ρίζα" περιοδικό του Δραστήριου Συλλόγου των έν Αθήναις Αγρινιωτών Ο Άγιος Χριστόφορος"

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Tο Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Θεοβάδιστο όρος Σινά, φωτογραφικό λεύκωμα

    Εις τον τόπο ακριβώς αυτό όπου ο Μωυσής είδε το όραμα της Αγίας Βάτου ενώ ποίμαινε τα πρόβατα του Ιοθώρ, στους πρόποδες του ίδιου όρους στην κορυφή του οποίου ο Θεός του παρέδωσε αργότερα και το Νόμο, ευρίσκεται η Ιερά Μονή του Θεοβαδίστου Όρους Σινά, το αρχαιότερο εν λειτουργία Χριστιανικό μοναστικό καθίδρυμα με αδιάσπαστη ζωή δέκα επτά τουλάχιστον αιώνων, προ κάθε διαιρέσεως του Χριστιανικού Κόσμου, έχοντας μάλιστα κατά το παρελθόν παράλληλη επί αιώνες λειτουργία με τους αρχαίους Ελληνικούς και Αιγυπτιακούς ναούς και μαντεία, όλες τις φιλοσοφικές σχολές της ύστερης αρχαιότητας, τον Θεσμό των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων, όπως επίσης και με τη μεγάλη Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας. Από τους ελληνορωμαϊκούς χρόνους έως σήμερα διατηρείται εδώ αναλλοίωτος ο οικουμενικός ελληνορθόδοξος χαρακτήρας της Μονής, καθώς δεν έχει γνωρίσει ποτέ σοβαρή καταστροφή ή βίαιη αλλαγή στην ταυτότητα του έμψυχου δυναμικού της, γεγονός το οποίο αποδεικνύει το λάθος πού έχουν οι έστω και σπάνιες αναφορές σύμφωνα με τις οποίες Μονή έχει αποκλειστική σχέση με τη Ρουμανική, τη Ρωμαιοκαθολική, τη Ρωσική ή και με την Κοπτική παράδοση. Αν και η επίσημη ονομασία της είναι «Ιερά Μονή του Θεοβαδίστου Όρους Σινά», ανά τους αιώνες αναφέρεται και ως «Μονή του Αγίου Όρους Σινά», «Μονή της Παναγίας της Βάτου», «Μονή του Σωτήρος Χριστού», μεταγενέστερα δε και κατά κανόνα σήμερα: «Μονή της Αγίας Αικατερίνης».
    Από τις μορφές των πλέον των εκατόν εβδομήντα Σιναϊτών Αγίων διακρίνονται για την καθολική τους αποδοχή σε όλο τον χριστιανικό κόσμο, πέραν της Πολιούχου της Μονής Αγίας Αικατερίνης, οι Άγιοι: Ιωάννης ο συγγραφέας της περίφημης Κλίμακος, οι Αναστάσιοι, οι νηπτικοί Νείλος, Ησύχιος και Φιλόθεος, ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης, που διέδωσε τη νηπτική παράδοση στο Σλαβικό κόσμο. Τέλος την ευλάβεια της Αγίας Αικατερίνης μετέφερε στη Δύση ο Άγιος Συμεών ο Πεντάγλωσσος.  Με την Ιερά Μονή Σινά, ως Κιβωτού του Χριστιανικού Κόσμου, πέρα από τα σημαντικά προσκυνήματα της Αγίας Κορυφής και της Αγίας Βάτου, συνδέεται ο Περίφημος Σιναϊτικός Κώδικας, το πληρέστερο και αρχαιότερο χειρόγραφο για την παράδοση του κειμένου της Βίβλου και κυρίως Διαθήκης η οποία είναι πλήρης. Η Βιβλιοθήκη της Μονής αποτελεί την πλουσιότερη Χριστιανική μοναστηριακή Βιβλιοθήκη στον κόσμο, και δεύτερη μετά την αντίστοιχη του Βατικανού, τουλάχιστον ως προς τα ελληνικά χειρόγραφα και παλαιά έντυπα. Μεταξύ των φορητών εικόνων που φυλάσσονται εδώ, περιλαμβάνονται οι περισσότερες και οι παλαιότερες σωζόμενες που εικονίζουν το Χριστό, την Παναγία, και άλλους Αγίους. Παράλληλα διαθέτει μία από τις διεθνώς σημαντικότερες και πλουσιότερες συλλογές Χριστιανικών κειμηλίων.
    Στο πέρασμα των αιώνων όχι μόνον απλοί προσκυνητές, αλλά και μεγάλοι θρησκευτικοί και πολιτικοί ηγέτες Ανατολής και Δύσης, προστάτευσαν τη Μονή, όπως η Αγία Ελένη, Πάπες και Πατριάρχες, ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός, ο ιδρυτής του Ισλάμ Μωάμεθ, ο Σουλτάνος Σελίμ ο Α΄, η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, ο Μέγας Ναπολέων και άλλοι. Το ίδιο ενδιαφέρον εκδηλώνουν και σήμερα όλοι οι σύγχρονοι μεγάλοι ηγέτες.  Ο θρησκευτικός και ευρύτερα πνευματικός, πολιτιστικός της χαρακτήρας και η φιλανθρωπική της δραστηριότητα έχουν προσδώσει στην Ιερά Μονή Σινά ιδιαίτερη ακτινοβολία, καθώς αποτελεί σημείο αναφοράς των πιστών όχι μόνο του Χριστιανικού Κόσμου, αλλά και του Κόσμου των άλλων δύο μεγάλων θρησκειών της Βίβλου, του Ιουδαϊσμού, και του Μωαμεθανισμού.  Προσφάτως η Διεθνής κοινότητα δια της UNESCO, του πολιτιστικού φορέα του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, έχει εντάξει την Ιερά Μονή Σινά με όλα τα κινητά και ακίνητα μνημεία της, όπως επίσης και την ευρύτερή της περιοχή, στον κατάλογο των Μνημείων της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
    Οι Σιναΐτες Πατέρες, από την ύστερη αρχαιότητα έως σήμερα, διακονούν αδιάλειπτα μία παράδοση φιλανθρωπίας, ασκήσεως και προσευχής. Διαβιούν διακριτικά και ειρηνικά με τους Βεδουΐνους κατοίκους της περιοχής, τους προσκυνητές και τους επισκέπτες, αφιερωμένοι στην προστασία της μεγάλης Σιναϊτικής Παραδόσεως, των Προσκυνημάτων, των Μνημείων της και των Μετοχίων της στην Αίγυπτο και το διεθνή χώρο. Με τον τρόπο αυτό, δια μέσου των αιώνων, διατηρείται ο χώρος αυτός ως ένας ιερός βιβλικός τόπος, όπου μέχρι σήμερα το νόημα των γεγονότων της Νομοδοσίας και όλης της Παλαιάς Διαθήκης, φωτίζεται και ερμηνεύεται με την εποχή της Καινής Διαθήκης στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού, την τιμή προς τη Θεοτόκο, και όλους τους Αγίους, ιδίως δε προς την Αγία Αικατερίνα.

Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΗΜΕΡΑ

Η Ιερά Μονή του Θεοβαδίστου Όρους Σινά ευρισκομένη στην περιοχή του Νοτίου Σινά ως καθαρώς θρησκευτικό καθίδρυμα, είναι αφιερωμένη στην προστασία των ιερών Σιναϊτικών Προσκυνημάτων. Παράλληλα οι Σιναΐτες Πατέρες είναι αφιερωμένοι μεν στη διαφύλαξη της Σιναϊτικής Ιστορίας, των αξιών της μεγάλης Θρησκευτικής Παράδοσης της Μονής, με την εξ' ίσου μεγάλη Ελληνορωμαϊκή Πολιτιστική της Κληρονομιά, αλλά κυρίως καλλιεργούν την ανάπτυξη τελειότερου ελεύθερου ηθικού βίου με την εξάσκηση της Χριστιανική αρετής, που απορρέει από την πρώτη εντολή: "αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου...". Επίσης η προς τον πλησίον ενεργός και ανιδιοτελής αγάπη, όπως όρισε στους μαθητές του ο Χριστός με τη δεύτερη εντολή του, οδήγησε στη διάδοση του Ευαγγελικού κηρύγματος, και την ίδρυση σχολών, πτωχοκομείων, ορφανοτροφείων και κάθε άλλη κοινωνική φιλανθρωπία. Και τις δύο αυτές Χριστιανικές εντολές εφαρμόζουν οι Σιναΐτες έως σήμερα με θρησκευτική ευλάβεια ως βάση στην άσκηση και διακονία τους.
    Η Μονή Σινά μαζί με όλη την περιοχή του Ν.Σινά, που συνδέεται με την Αρχιεπισκοπή Σινά, Φαράν και Ραϊθώ, ακολουθεί τους Ιερούς Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων και πνευματικά είναι ενταγμένη στο σύνολο των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Σύμφωνα με τις αποφάσεις που την αφορούν, και οι οποίες έχουν κατά διαστήματα εκδοθεί από διάφορες Τοπικές Συνόδους και Ορθόδοξους Πατριάρχες, η Ιερά Μονή Σινά κατέχει το μοναδικό προνόμιο στη Ορθόδοξη Χριστιανοσύνη να είναι διοικητικά δια του Ηγουμένου της και Αρχιεπισκόπου Σινά «αδούλωτος, ασύδοτος, ακαταπάτητος, πάντη και παντός ελευθέρα, αυτοκέφαλος» καθώς δεν εξουσιάζεται από κανέναν Πατριάρχη, ούτε από Σύνοδο. Ο Αρχιεπίσκοπος Σινά έχει μεγαλύτερη πνευματική σχέση με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων από τον οποίο χειροτονείται και τον οποίο μνημονεύει. Η εν γένει λειτουργία της Σιναϊτικής Αδελφότητας είναι διατυπωμένη σε «Θεμελιώδεις Κανονισμούς» και διοικείται με δημοκρατικό τρόπο από τον Ηγούμενό της και Αρχιεπίσκοπο Σινά Φαράν και Ραϊθώ, την Ιερά των Πατέρων Σύναξη και όλη την εκάστοτε κατά καιρούς συνερχόμενη Σιναϊτική Αδελφότητα.
   Η Ιερά Μονή Σινά ως πνευματικός φορέας, έχει καθιερώσει ένα πνεύμα εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας κατά την συνεργασία της με τις διάφορες ανά τους αιώνες αρχές που έχουν διοικήσει την περιοχή του Σινά, οι οποίες επικύρωναν πάντοτε την αρχαιοπαράδοτη τάξη και παράδοση της Μονής, όπως αυτή διαμορφώθηκε σταδιακά στο πέρασμα των 17 αιώνων του βίου της.
Πηγή: Ιερά Μονή Θεοβαδίστου Όρους Σινά, Αγίας Αικατερίνης

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΟΒΑΘΙΣΤΟ ΟΡΟΣ ΣΙΝΑ

















Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Κυκλοφόρησε το περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας & Ακαρνανίας ''Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός''


     Το αφιέρωμα έχει τίτλο «Μακάριοι οι ελεήμονες» και περιλαμβάνει αποσπάσματα από Λόγους περί ελεημοσύνης, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης και του αγίου Λουκά αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Το αφιέρωμα συμπληρώνεται: α) με μια ομιλία του Γραμματέως της Συνοδικής Επιτροπής Κοινωνικής Προνοίας και Ευποιίας, αρχιμ. Τιμοθέου Άνθη για το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας της Ελλάδος, β) ένα κείμενο του φιλολόγου και Γραμματέως της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Χριστοφόρου Μπαμπάνη, με τίτλο «Εκ του πλησίον εστί η ζωή και ο θάνατος σου» και γ) ένα κείμενο του αειμνήστου Φωτίου Κόντογλου για την φιλαργυρία.
    Στην ενότητα εορταστικά δημοσιεύονται τρία κείμενα. α) Μια ομιλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Κοσμά στην εορτή του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, β) ένα κείμενο του θεολόγου κ. Λάμπρου Σκόντζου με τίτλο: «Σταυρός υψούται σήμερον και κόσμος αγιάζεται» και γ) ένα άρθρο του θεολόγου κ. Σπυρίδωνος Λαπατά με τίτλο: «Τα επί μέρους θαύματα κατά την έκλειψη του ηλίου την ώρα της Σταυρώσεως».
Στη στήλη ερμηνευτικά δημοσιεύεται μια μελέτη του θεολόγου και φιλολόγου κ. Κώστα Δημόπουλου, με θέμα: «Κίνητρα και συμπεριφορές στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο».
Στη στήλη αγιολογία θα διαβάσετε ένα άρθρο του δασκάλου κ. Αθανασίου Πούλου για τον νεομάρτυρα άγιο Ιάκωβο και την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Δερβεκίστης.
Στην ενότητα διδαχές δημοσιεύεται ένα άρθρο της καθηγουμένης της Ιεράς Μονής Αγίου Κοσμά Θέρμου μοναχής Ευθυμίας, με τίτλο «Ο Άγιος Κοσμάς, ο πάπας και το άναλον άλας».
Στην ενότητα βιβλιοπαρουσίαση παρουσιάζεται το βιβλίο του Αριστείδη Ξ. Καβάγια με τίτλο «Ο Άγιος Αριστείδης».
Στη στήλη εις μνημόσυνον γίνεται αναφορά στον μακαριστό καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Εισοδίων της Θεοτόκου Μυρτιάς και ιεροκήρυκα της Ιεράς Μητροπόλεως αρχιμ. Αυγουστίνο Ανδριτσόπουλο.
     Το τεύχος ολοκληρώνεται με το μήνυμα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Κοσμά προς τους μαθητές και τις μαθήτριες για την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς και την επιστολή του Σεβασμιωτάτου προς την Ιερά Σύνοδο για την «Κάρτα του Πολίτη». Τέλος, όπως πάντα, παρατίθενται οι κυριότερες από τις δραστηριότητες και η επικαιρότητα της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας.
    Το περιοδικό «ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ» κυκλοφορεί σε 3000 αντίτυπα και αποστέλλεται ταχυδρομικώς σε όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Όποιος επιθυμεί να γίνει αποδέκτης του περιοδικού μπορεί να επικοινωνήσει με το Γραφείο Τύπου και Επικοινωνίας της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας στη διεύθυνση:

Αρχιεπ. Δαμασκηνού 10 – Τ.Κ. 302 00 – Μεσολόγγι
τηλ. 26310 22322 και 26310 22421 – fax: 2631028701

Πηγή : Περιοδικό Αγ Κοσμάς ο Αιτωλός

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Τα Τίμια Δώρα και η Θεία Λειτουργία

    Πρέπει να πιστέψετε ότι και τώρα, όταν τελούμε τη θεία Λειτουργία και κοινωνούμε, είναι εκείνο το δείπνο, ο Μυστικός Δείπνος, κατά τον οποίο ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς παρίστατο. Τίποτε μάλιστα δεν κάνει το σημερινό δείπνο υποδεέστερο εκείνου. Ούτε να σκεφτούμε ότι τάχα αυτό, το δικό μας σημερινό, το ετοιμάζει άνθρωπος, εκείνο δε ο Κύριος. Αλλά και εκείνο και αυτό ο ίδιος, ο Κύριος τα προσφέρει. Όταν λοιπόν δεις να σου προσφέρονται τα ιερά και τίμια δώρα, μη θεωρεί ότι αυτό το κάνει ο ιερέας, αλλά να βλέπεις, ότι του Θεού είναι το χέρι που προτείνεται ... Διότι εκείνος που έδωσε το μεγαλύτερο, δηλαδή που παρέδωσε τον εαυτό του για τη σωτηρία των ανθρώπων, πολύ περισσότερο δε θα απαξιώσει να σου μεταδώσει το Σώμα του.
    Ας ακούσουμε λοιπόν και ιερείς και πλήρωμα της Εκκλησίας ποια μεγάλη δωρεά αξιωθήκαμε. Να ακούσουμε και να τρομάξουμε. Μας έδωσε ο Κύριος να χορτάσουμε με τις αγίες σάρκες του, τον ίδιο τον εαυτό του μας έδωσε θυσιασμένο. Ποια θα είναι η απολογία μας, εάν, ενώ με τέτοια αγία τροφή τρεφόμαστε, σε τόσα πολλά και μεγάλα αμαρτάνουμε; Όταν, ενώ εσθίουμε (κοινωνούμε) Αμνό, γινόμαστε λύκοι; Όταν ενώ ενωνόμαστε με πρόβατο, και τους λέοντες ακόμη ξεπερνούμε;
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Γέροντας Παίσιος και μερικές διδακτικές διηγήσεις του

- Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί μπορούν να προσεύχονται;
- Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνον ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά, για να μετανοήσουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από μας βοήθεια. Γι' αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας. Μου λέει ο λογισμός ότι μόνον το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια. Γιατί, τι να τους κάνη ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει τον πατέρα του. Ε, τι να το κάνη αυτό ο πατέρας του; Οι άλλοι όμως υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες τους. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μια ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σ' αυτήν την ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήση και να βοηθήση έναν υπόδικο, έτσι και αν είναι κανείς «φίλος» με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήση στον Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρη τους υπόδικους νεκρούς από την μια «φυλακή» σε άλλη καλύτερη, από το ένα «κρατητήριο» σε ένα άλλο καλύτερο. Η ακόμη μπορεί να τους μεταφέρη και σε «δωμάτιο» η σε «διαμέρισμα».
Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.λπ. που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους. Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνη η τελική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχη πλέον δυνατότητα να βοηθηθούν.Ο Θεός θέλει να βοηθήση τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για την σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώση δικαίωμα στον διάβολο να πη: «Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε;». Όταν όμως εμείς προσευχώμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνη. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός, όταν κάνουμε προ­σευχή για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες. Γι' αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν την δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν την ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι. «Σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία»[6], λέει η Γραφή. Στον κόσμο μερικοί βαριούνται να βράσουν λίγο σιτάρι και πηγαίνουν στην εκκλησία σταφίδες, κουραμπιέδες, κουλουράκια, για να τα διαβάσουν οι ιερείς. Και βλέπεις, εκεί στο Άγιον Όρος κάτι γεροντάκια τα καημένα σε κάθε Θεία Λειτουργία κάνουν κόλλυβα και για τους κεκοιμημένους και για τον Άγιο που γιορτάζει, για να έχουν την ευλογία του.

- Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;
- Εμ, όταν μπαίνη κάποιος στην φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνη κάτι και γι' αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός -θέλω να πω, ότι φαινόταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στην πραγματικότητα να μην ήταν- και είχε και αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προσευχή, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για την ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη[7] σε φτωχούς για την σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί «ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του», ώστε να καμφθή ο Θεός και να τον ελεήση. Έτσι, ότι δεν έκανε εκείνος, το κάνουμε εμείς γι' αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμη και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.
Έχω υπ' όψιν μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευματικών ανθρώπων. Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: «Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιον γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιάσθηκε στον ύπνο μου. «Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσεις με ξέχασες και υποφέρω». Πράγματι, μου λέει, εδώ και είκοσι μέρες είχα ξεχασθή με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχόμουν».

- Όταν, Γέροντα, πεθάνη κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι' αυτόν, είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;
- Άμα κάνης κομποσχοίνι γι' αυτόν, βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάη μια αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνον επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους; Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν ανάγκη οι καημένοι και ζητούν βοήθεια και δεν έχουν κανέναν να προσευχηθή γι' αυτούς!
Μερικοί κάθε τόσο κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτόν τον τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στον Θεό. Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι' αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.

- Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχωνται γι' αυτούς βοηθιούνται από τις προσευχές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;
- Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχομαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω και γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους και εύχομαι για τους βασιλείς, για τους αρχιερείς κ.λπ. και στο τέλος λέω «και υπέρ ων τα ονόματα ουκ εμνημονεύθησαν». Αν καμία φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου. Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθή στον πόλεμο, τον είδα ολόκληρο μπροστά μου μετά την Θεία Λειτουργία, την ώρα του μνημοσύνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα ολόκληρο γραμμένο με τα ονόματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονευόταν στην Προσκομιδή με τους ηρωικώς πεσόντες. Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνον ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι.

Το καλύτερο μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους;

Το καλύτερο από όλα τα μνημόσυνα που μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους είναι η προσεκτική ζωή μας, ο αγώνας που θα κάνουμε, για να κόψουμε τα ελαττώματά μας και να λαμπικάρουμε την ψυχή μας. Γιατί η δική μας ελευθερία από τα υλικά πράγμα τα και από τα ψυχικά πάθη, έκτος από την δική μας ανακούφιση, έχει ως αποτέλεσμα και την ανακούφιση των κεκοιμημένων προπάππων όλης της γενιάς μας. Οι κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, όταν ένας απόγονός τους είναι κοντά στον Θεό. Αν εμείς δεν είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, τότε υποφέρουν οι κεκοιμημένοι γονείς μας, ο πάππους μας, ο προπάππος μας, όλες οι γενεές. «Δες τι απογόνους κάναμε!», λένε και στενοχωριούνται. Αν όμως είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, ευφραίνονται, γιατί και αυτοί έγιναν συνεργοί να γεννηθούμε και ο Θεός κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνεται να τους βοηθήση. Αυτό δηλαδή που θα δώση χαρά στους κεκοιμημένους είναι να αγωνισθούμε να ευαρεστήσουμε στον Θεό με την ζωή μας, ώστε να τους συναντήσουμε στον Παράδεισο και να ζήσουμε όλοι μαζί στην αιώνια ζωή.Επομένως, αξίζει τον κόπο να χτυπήσουμε τον παλαιό μας άνθρωπο, για να γίνη καινός και να μη βλάπτη πια ούτε τον εαυτό του ούτε άλλους ανθρώπους, αλλά να βοηθάη και τον εαυτό του και τους άλλους, είτε ζώντες είναι είτε κεκοιμημένοι.

Πρόσεξε την ψυχή σου... (μία διδακτική και ωφέλιμη ιστορία)


Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος είχε ένα γιο πονηρό. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για αλλαγή προς το καλύτερο, ο πατέρας καταδίκασε τον γιο του σε θάνατο. Του έδωσε ένα μήνα περιθώριο για να προετοιμαστεί. Πέρασε ο μήνας, και ο πατέρας ζήτησε να παρουσιασθεί ο γιος του. Προς μεγάλη του έκπληξη, παρατήρησε πως ο νεαρός ήταν αισθητά αλλαγμένος: το πρόσωπό του ήταν αδύνατο και χλωμό, και ολόκληρο το κορμί του έμοιαζε να είχε υποφέρει.
«-Πώς και σου συνέβη τέτοια μεταμόρφωση, γιέ μου;», ρώτησε ο πατέρας.
«-Πατέρα μου και κύριέ μου», απάντησε ο γιος, «πώς είναι δυνατόν να μην έχω αλλάξει, αφού η κάθε μέρα με έφερνε πιο κοντά στον θάνατο;».
«-Καλώς, παιδί μου», παρατήρησε ο βασιλιάς. «Επειδή προφανώς έχεις έρθει στα συγκαλά σου, θα σε συγχωρήσω. Όμως, θα χρειαστεί να τηρήσεις αυτή την διάθεση επιφυλακής της ψυχής σου, για την υπόλοιπη ζωή σου».
«-Πατέρα μου», απάντησε ο γιος, «αυτό είναι αδύνατο. Πώς θα μπορέσω να αντισταθώ στα αμέτρητα ξελογιάσματα και τους πειρασμούς;».
Ο βασιλιάς τότε διέταξε να του φέρουν ένα δοχείο γεμάτο λάδι, και είπε στον γιο του:  Πάρε αυτό το δοχείο, και μετάφερέ το στα χέρια σου, διασχίζοντας όλους τους δρόμους της πόλεως. Θα σε ακολουθούν δύο στρατιώτες με κοφτερά σπαθιά. Εάν χυθεί έστω και μία σταγόνα από το λάδι, θα σε αποκεφαλίσουν».
    Ο γιος υπάκουσε. Με ανάλαφρα, προσεκτικά βήματα, διέσχισε όλους τους δρόμους της πόλεως, με τους στρατιώτες να τον συνοδεύουν συνεχώς, και δεν του χύθηκε ούτε μία σταγόνα. Όταν επέστρεψε στο κάστρο, ο πατέρας τον ρώτησε: 
«-Γιέ μου, τι πρόσεξες καθώς τριγυρνούσες μέσα στους δρόμους της πόλεως;».
«-Δεν πρόσεξα τίποτε».
«-Τι εννοείς, ‘τίποτε’;», τον ρώτησε ο βασιλιάς. «Σήμερα ήταν μεγάλη γιορτή. Σίγουρα θα είδες τους πάγκους που ήταν φορτωμένοι με πολλές πραμάτειες, τόσες άμαξες, τόσους ανθρώπους, ζώα».
«-Δεν είδα τίποτε απ’ όλα αυτά», είπε ο γιος. «Όλη η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο λάδι μέσα στο δοχείο. Φοβήθηκα μην τυχόν μου χυθεί μια σταγόνα και έτσι χάσω τη ζωή μου».
«-Πολύ σωστή η παρατήρησή σου», είπε ο βασιλιάς. «Κράτα λοιπόν αυτό το μάθημα κατά νου, για την υπόλοιπη ζωή σου. Να τηρείς την ίδια επιφυλακή για την ψυχή μέσα σου, όπως έκανες σήμερα για το λάδι μέσα στο δοχείο. Να στρέφεις τους λογισμούς σου μακριά από εκείνα που γρήγορα παρέρχονται, και να τους προσηλώνεις σε εκείνα που είναι αιώνια. Θα είσαι ακολουθούμενος, όχι από οπλισμένους στρατιώτες, αλλά από τον θάνατο, στον οποίον η κάθε μέρα μας  φέρνει πιο κοντά. Να προσέχεις πάρα πολύ να φυλάς την ψυχή σου από όλους τους καταστροφικούς πειρασμούς».
Ο γιος υπάκουσε τον πατέρα, και έζησε έκτοτε ευτυχής.
«Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε»
(Α΄ Προς Κορινθίους 16, 13).

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

21 Nοεμβρίου, εορτάζουν οι Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις

Δέσποτα Παντοκράτωρ, ὁ καταξιώσας ἡμᾶς διελθεῖν τὸ μῆκος τῆς ἡμέρας ταύτης, πρόσδεξαι τὰς ἐσπερινὰς ἡμῶν δεήσεις καὶ κατάπεμψον τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους Σου ἐπὶ πάντας ἡμᾶς τοὺς δεομένους Σου. Τοίχισον ἡμᾶς τοῖς Ἁγίοις Ἀγγέλοις Σου, περιχαράκωσων ἡμᾶς τῇ ἀληθείᾳ Σου, φρούρησον ἡμᾶς τῇ δυνάμει Σου, φύλαξον ὑπὸ τὴν σκέπην Σου τὸν (κατὰ ξηράν, θάλασσαν καὶ ἀέραν) Στρατὸν καὶ ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, παράσχου δὲ ἡμῖν καὶ τὴν ἐπερχομένην νύκτα εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον, καὶ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν. Πρεσβείαις τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.

Θεὲ καὶ Κύριε τῶν δυνάμεων καὶ πάσης Κτίσεως δημιουργέ, ὁ ἐκχέων πρὸς ἀναπνοὰς τὸν ἀέρα, καὶ τούτου τὴν δύναμιν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἀνθρώπου ὑποτάξας, εὐδόκησον ὅπως οὗτος οὔριος γένηται καὶ εὐνοϊκὸς διὰ τὰ ἑλληνικὰ πτερά, ἵνα δι᾿ αὐτῶν μεταφέρηται ἀνὰ τὸν κόσμον ἄπαντα ἡ Σὴ ἀγάπη καὶ εἰρήνη. Ἀμήν.

Σήμερον ο θεοχώρητος ναός, η Θεοτόκος εν Ναώ Κυρίου προσάγεται, καί Ζαχαρίας ταύτην υποδέχεται

Χαίρει ο ουρανός καί η γή, τόν ουρανόν τόν νοητόν πορευόμενον, ορώντες εις θείον οίκον, ανατραφήναι σεπτώς, τήν Παρθένον μόνην καί αμώμητον, πρός ήν εκπληττόμενος, Ζαχαρίας εβόησε, Πύλη Κυρίου, τού Ναού υπανοίγω σοι, πύλας χαίρουσα, εν αυτώ περιχόρευε, έγνων γάρ καί πεπίστευκα, ως ήδη η λύτρωσις, επιδημήσει προδήλως, τού Ισραήλ καί τεχθήσεται, εκ σού Θεός Λόγος, ο δωρούμενoς τώ κόσμω, τό μέγα έλεος.

Σήμερον τω Ναώ προσάγεται η πανάμωμος Παρθένος

Του κ. ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ
Θεολόγου -καθηγητού

    Η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου είναι μια σημαντική θεομητορική εορτή, την οποία εορτάζουν με σεβασμό και λαμπρότητα οι ορθόδοξοι πιστοί σε όλο τον κόσμο. Καθιερώθηκε γύρω στον 6ο αιώνα στην Ιερουσαλήμ με βάση την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας. Ο άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων (634-638) κάνει λόγο στα γραπτά του για την εορτή αυτή. Στην Κωνσταντινούπολη καθιερώθηκε γύρω στα τέλη του Ζ΄ ή τις αρχές του Η΄ αιώνα. Κατ’ αυτήν εορτάζεται το γεγονός της εισόδου της Παναγίας μας στο Ναό του Σολομώντος, όταν ήταν τριών ετών.
    Βεβαίως δεν υπάρχουν βιβλικές μαρτυρίες για το γεγονός αυτό. Πληροφορίες αντλούμε από την παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία διέσωσε πάμπολλα γεγονότα, τα οποία δεν ιστορούνται στα Ιερά Ευαγγέλια. Επί τη ευκαιρία θα θέλαμε να τονίσουμε για μια ακόμα φορά πως τα Ευαγγέλια δεν είναι ιστορικά κείμενα με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά είναι κατά κύριο λόγο ιεραποστολικά κείμενα, τα οποία γράφηκαν για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες ιεραποστολικές και ποιμαντικές ανάγκες της αρχαίας Εκκλησίας. Έτσι, λοιπόν, έμεινε έξω από τις ευαγγελικές διηγήσεις το μεγαλύτερο μέρος της επί γης παρουσίας του Κυρίου και της ζωής των άλλων ιερών προσώπων, που σχετίζονται με το έργο της σωτηρίας. Αντίθετα, μέρος αυτών των πληροφοριών διέσωσε η Ιερά Παράδοση, η οποία είναι, όπως γνωρίζουμε, ισόκυρη με την αγία Γραφή.
    Σύμφωνα, λοιπόν, με την Ιερά Παράδοση, οι γονείς της Θεοτόκου Ιωακείμ και ʼννα ήταν άνθρωποι ευσεβείς και δίκαιοι. Ανήκαν στη μικρή εκείνη μερίδα των πιστών και ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι περίμεναν εναγωνίως την έλευση του Μεσσία. Πάσχιζαν οι ευλαβείς αυτοί άνθρωποι να αποκτήσουν παιδιά, ελπίζοντας πως από τους απογόνους τους θα γεννιόταν ο Μεσσίας. Οι γονείς της Θεοτόκου ζούσαν με την προσδοκία της τεκνογονίας, όμως δυστυχώς, ήταν άτεκνοι. Είκοσι ολόκληρα χρόνια επιχειρούσαν να τεκνοποιήσουν χωρίς αποτέλεσμα. Το όνειδος της ατεκνίας και η κατάσταση της μοναξιάς δημιουργούσαν στην ψυχή τους αφόρητη πικρία. Όμως δεν έχασαν την πίστη τους στο Θεό ούτε στιγμή. Είχαν την πεποίθηση πως ο Θεός είναι ο χορηγός όλων των αγαθών και κύρια της τεκνογονίας. Η ζωή τους κυλούσε με προσευχή, νηστεία και έντονη προσδοκία, ότι ο Θεός θα άκουγε τις ικεσίες τους και θα τους ελεούσε εν τέλει.
    Πράγματι, ο Θεός εισάκουσε τις προσευχές τους. Αγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στην Αγία ʼννα και της ανήγγειλε το ευχάριστο γεγονός, ότι θα γίνει μητέρα. Το γηραιό ζευγάρι απέκτησε επί τέλους κλήρα. Η ευσεβής γηραιά ʼννα γέννησε ένα χαριτωμένο κορίτσι, το οποίο ονόμασαν Μαρία (εβραϊκά Μαριάμ), που σημαίνει Κυρία. Την ανέλπιστη χαρά τους εξέφρασαν με αίνους και ευχαριστίες στο Θεό. Θεώρησαν το νεογέννητο βρέφος ως δικό Του δώρο και γι’ αυτό, από την πρώτη στιγμή, το αφιέρωσαν με όλη τους την ψυχή σ’ Αυτόν
    Η μικρή Μαρία από βρέφος ήταν στολισμένη με χάριτες και ιδιότητες λογικά ανεξήγητες. Φάνηκε από τότε πως ήταν ξεχωρισμένη από το Θεό να υπηρετήσει το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. Η σύνεση, η πραότητα, η ταπείνωση και η υπακοή Της κατέπλησσε τους γονείς Της και τον κοινωνικό τους περίγυρο. Όταν η Μαρία έγινε τριών ετών, οι ευσεβείς γονείς της αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν την υπόσχεσή τους προς το Θεό, να Του προσφέρουν ως δώρο την αγαπημένη τους θυγατέρα. ʼλλωστε, όπως λέει η παράδοση, βρισκόταν σε τέτοια προχωρημένη ηλικία και οι δυο τους, ώστε δεν μπορούσαν πια να φροντίσουν τη μικρή Μαρία. Έτσι όδευσαν προς το Ναό του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ. Εκεί συνάντησαν το συγγενή τους ιερέα Ζαχαρία, πατέρα του Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος ήταν άτεκνος και αυτός ως τότε. Υπηρετούσε με φόβο Θεού το ιερό και προσευχόταν αδιάκοπα να τον ελεήσει ο Θεός και να αποκτήσει και αυτός παιδί με την αγαπημένη του σύζυγο Ελισάβετ.
    Η άφιξή τους στον περικαλλή Ναό γέμισε την ψυχή τους με κατάνυξη και ευλάβεια. Πατούσαν τον ιερό χώρο, όπου η παρουσία του Κυρίου ήταν αισθητή. Οι Ιουδαίοι πίστευαν πως ο Ναός ήταν η κατοικία του Θεού και θρόνος του τα Αγια των Αγίων, γι’ αυτό το διαμέρισμα εκείνο θεωρείτο χώρος δέους και τρόμου. Κανένας δεν έμπαινε εκεί, παρά μονάχα ο αρχιερέας του έτους μια φορά το χρόνο, την ημέρα του Εξιλασμού, για να θυμιάσει, ανυπόδητος, ασκεπής και με ένα λιτό χιτώνα.
Ο ιερέας Ζαχαρίας τους υποδέχτηκε σε κάποια από τις μεγάλες πύλες της μεγάλης αυλής. Ο λαός δεν επιτρεπόταν να εισέλθει στο Ναό. Μόνο ο αρχιερέας, οι ιερείς και λευίτες εισέρχονταν στον πρόναο και τα ʼγια, για να προσφέρουν τις καθιερωμένες από το Μωυσή θυσίες και να επιτελέσουν τις τελετουργίες. Ο λαός στεκόταν στην ευρύχωρη αυλή και στις απειράριθμες παρακείμενες στοές, όπου παρακολουθούσε τις θυσίες, τις προσευχές και τις άλλες διάφορες τελετές των ιερέων.
    Με έκπληξη και θαυμασμό παρατήρησαν πως η μικρή Μαρία όχι μόνο δεν έφερε κάποια αντίσταση, όπως ήταν φυσικό, να αποχωριστεί τους γονείς της, αλλά με χαρά ακολούθησε τον σεβάσμιο Ζαχαρία στο Ναό του Κυρίου. Η χάρις του Θεού είχε σκεπάσει κάθε φυσική Της αντίδραση, την είχε καταστήσει ήδη πολύτιμο σκεύος εκλογής. Η παμπάλαια χριστιανική παράδοση αναφέρει πως ο γέρων Ζαχαρίας, κατά θείαν έμπνευση, οδήγησε τη Μαρία στα ʼγια των Αγίων. Εκεί, στο ιερότατο, θεοσκότεινο και απρόσιτο διαμέρισμα του Ναού εισήλθε για να περάσει τα παιδικά Της χρόνια αμόλυντη από την ανθρώπινη αμαρτία, ως πολύτιμος θησαυρός σε ασφαλές θησαυροφυλάκιο!
     Οι συνθήκες ζωής στο χώρο εκείνο ήταν λίαν δυσμενείς για ένα κοινό θνητό. Όπως είπαμε, βασίλευε πυκνό σκοτάδι και η είσοδος οποιουδήποτε ήταν αυστηρά απαγορευμένη, για τη χορήγηση τροφής. Όμως η μικρή Μαρία δεν ήταν μια οποιαδήποτε κοινή θνητή. Είχε κληθεί από τη γαστέρα της μητέρας Της να γίνει η μητέρα του Θεού. Ο αφιλόξενος χώρος του άδυτου του Ναού μεταβλήθηκε για χάρη Της σε παραδείσιο περιβάλλον. Ουράνιο άκτιστο φως, που μόνο Αυτή έβλεπε, φώτιζε άπλετα και εκτυφλωτικά το χώρο. ʼγγελοι του Θεού βρίσκονταν αδιάκοπα κοντά Της και της κρατούσαν συντροφιά. ʼλλοι άγγελοι της κουβαλούσαν μυστική ουράνια τροφή και άλλοι την υπηρετούσαν.
     Αυτό κράτησε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, μέχρι την ηλικία των δεκαπέντε χρόνων Της. Τότε ο Ζαχαρίας μαζί με άλλους σεβάσμιους και ευλαβείς ιερείς του Ναού αποφάσισαν να βγάλουν τη Μαρία από τα Αγια των Αγίων και να την οδηγήσουν στον κόσμο. Για προστασία την αρραβώνιασαν με τον ευσεβή και μεστό ηλικίας Ιωσήφ, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, διατελούσε σε χηρεία και είχε την προστασία παιδιών του από την πρώτη γυναίκα του. Εγκαταστάθηκαν στην όμορφη και ήσυχη κώμη Ναζαρέτ, όπου εκεί λίγο καιρό αργότερα έγινε ο άγιος Ευαγγελισμός Της.
      Η μεγάλη και παγκόσμια θεομητορική εορτή των Εισοδίων εορτάζεται λαμπρά από την Εκκλησία μας. Οι ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα. Μεγάλοι υμνογράφοι, όπως ο Γεώργιος Νικομηδίας, Λέων ο Μάγιστρος, Ιωσήφ ο Υμνογράφος, Σέργιος ο Αγιοπολίτης και ο Βασίλειος ο Πηγορίτης συνέθεσαν ύμνους μεγάλης ποιητικής και θεολογικής αξίας. «Χαίρει ο ουρανός και η γη τον ουρανόν τον νοητόν πορευόμενον ορώντες εις θείον οίκον ανατραφήναι σεπτώς» αναφέρει ένας ύμνος. Οι πιστοί κατακλύζουμε τους ναούς και τιμούμε την Αειπάρθενο, η Οποία έγινε αιτία της σωτηρίας μας και μας σκεπάζει κάτω από τις αέναες προσευχές Της στον Υιό Της και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό.

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Η αξία του Σαρανταλείτουργου στη ζωή της Εκκλησίας μας, μία διδακτική ιστορία

Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων στο περιβόλι της Παναγίας, έχει καταχωρισμένο ατά χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, πού συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.

Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε: Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει νά κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;
Ό ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης: Δώσε εντολή νά σόι κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ' ένα εξωκλήσι.  'Έτσι κι έγινε. Ό κυρ-Δημήτρης - αυτό ήταν το όνομά του - άφησε εντολή στο γιο του νά κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο. Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη.

   Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε νά κάνει το σαρανταλείτουργο, πού ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των άγίων Αποστόλων. Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε νά γίνει ήμέρα Κυριακή. Το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει νά επιστρέψει ατό σπίτι του.
Η πρεσβυτέρα του πρότεινε νά βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη νά τελέσει την τελευταία λειτουργία. τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε νά βγάλει το δόντι. Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.
    Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό νά του τα δώσει την επόμενη μέρα.  Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για νά προσευχηθεί. 'Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε νά φέρνει ατό νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ' το μυαλό του ή ακόλουθη σκέψη: "Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ή τα καθιέρωσε ή εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;"
    Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. "Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του νά βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, πού μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία.  Αυτός οπωσδήποτε θα εΙναι ο παράδεισος!",  μονολόγησε. ""Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!" Εξετάζόντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ' τα διαμάντια και το χρυσάφι. "Η αμορφία του ήταν ανέκφραστη. Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε - τι χαρά! - βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.  Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή. Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα.  Καταλαβαίνω πώς δεν είμαι άξιος γι' αυτόν τον τόπο. 'Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες;  Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
    Ή φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, πού της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε νά καταταχθώ σ' αυτό το μέρος. "Ήταν μάλιστα νά μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, πού το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- έβγαλε απόψε το δόντι του - κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.  'Ύστερα απ' αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες.  Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες ατό Θεό. το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των άγίων Απόστολων. ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά:
    Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. 'Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο. Αυτό το είπε για νά Μην τον λυπήσει.  Ο επισκέπτης τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα.  Όταν έφτασε στο σημείο πού ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό. Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος πού εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά.  Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου !!!

Λόγος στη Θεομήτωρα, του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου

    Ὅταν ἡ ψυχή κατέχεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε, ὤ, πῶς εἶναι ὅλα εὐχάριστα, ἀγαπημένα καί χαρούμενα. Αὐτή ἡ ἀγάπη ὅμως συνεπάγεται θλίψη· κι ὅσο βαθύτερη εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο μεγαλύτερη εἶναι κι ἡ θλίψη. Ἡ Θεοτόκος δέν ἁμάρτησε ποτέ, οὔτε κἄν μέ τό λογισμό, καί δέν ἔχασε ποτέ τή Χάρη, ἀλλά κι Αὐτή εἶχε μεγάλες θλίψεις. Ὅταν στεκόταν δίπλα στό Σταυρό, τότε ἦταν ἡ θλίψη Της ἀπέραντη σάν τόν ὠκεανό κι οἱ πόνοι τῆς ψυχῆς Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτεροι ἀπό τόν πόνο τοῦ Ἀδάμ μετά τήν ἔξωση ἀπό τόν Παράδεισο, γιατί κι ἡ ἀγάπη Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Ἀδάμ στόν Παράδεισο. Κι ἄν ἐπέζησε, ἐπέζησε μόνο μέ τή Θεία δύναμη, μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Κυρίου, γιατί ἦταν θέλημά Του νά δῆ τήν Ἀνάσταση κι ὕστερα, μετά τήν Ἀνάληψή Του, νά παραμείνη παρηγοριά καί χαρά τῶν Ἀποστόλων καί τοῦ νέου χριστιανικοῦ λαοῦ.
    Ἐμεῖς δέν φτάνουμε στήν πληρότητα τῆς ἀγάπης τῆς Θεοτόκου, καί γι᾽ αὐτό δέν μποροῦμε νά ἐννοήσωμε πλήρως τό βάθος τῆς θλίψεώς Της. Ἡ ἀγάπη Της ἦταν τέλεια. Ἀγαποῦσε ἄπειρα τό Θεό καί Υἱό Της, ἀλλ᾽ ἀγαποῦσε καί τό λαό μέ μεγάλη ἀγάπη. Καί τί αἰσθανόταν τάχα, ὅταν ἐκεῖνοι, πού τόσο πολύ ἀγαποῦσε ἡ Ἴδια καί πού τόσο πολύ ποθοῦσε τή σωτηρία τους, σταύρωναν τόν ἀγαπημένο Υἱό Της; Αὐτό δέν μποροῦμε νά τό συλλάβωμε, γιατί ἡ ἀγάπη μας γιά τό Θεό καί τούς ἀνθρώπους εἶναι λίγη. Κι ὅμως ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας ὑπῆρξε ἀπέραντη καί ἀκατάληπτη, ἔτσι ἀπέραντος ἦταν κι ὁ πόνος Της πού παραμένει ἀκατάληπτος γιά μᾶς.
    Ἄσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πές σ᾽ ἐμᾶς τά παιδιά Σου, πῶς ἀγαποῦσες τόν Υἱό Σου καί Θεό, ὅταν ζοῦσες στή γῆ; Πῶς χαιρόταν τό πνεῦμα Σου γιά τό Θεό καί Σωτῆρα Σου; Πῶς ἀντίκρυζες τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου Του; Πῶς σκεφτόσουν ὅτι Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος, πού Τόν διακονοῦν μέ φόβο καί ἀγάπη ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν; Πές μας, τί ἔνοιωθε ἡ ψυχή Σου, ὅταν κρατοῦσες στά χέρια Σου τό Θαυμαστό Νήπιο; Πῶς τό ἀνέτρεφες; Πῶς πονοῦσε ἡ ψυχή Σου, ὅταν μαζί μέ τόν Ἰωσήφ Τόν ἀναζητοῦσες τρεῖς μέρες στήν Ἱερουσαλήμ; Ποιάν ἀγωνία ἔζησες, ὅταν ὁ Κύριος παραδόθηκε στήν σταύρωση καί πέθανε στό Σταυρό; Πές μας, ποιά χαρά αἰσθάνθηκες γιά τήν Ἀνάσταση ἤ πῶς σπαρταροῦσε ἡ ψυχή Σου ἀπό τόν πόθο τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάληψη;
    Οἱ ψυχές μας λαχταροῦν νά γνωρίσουν τή ζωή Σου μέ τόν Κύριο στή γῆ· ἀλλά Σύ δέν εὐδόκησες νά τά παραδώσης ὅλ᾽ αὐτά στή Γραφή, ἀλλά σκέπασες τό μυστήριό Σου μέ σιγή.Πολλά θαύματα καί ἐλέη εἶδα ἀπό τόν Κύριο καί τή Θεοτόκο, ἀλλά μοῦ εἶναι τελείως ἀδύνατο ν᾽ ἀνταποδώσω κάπως αὐτή τήν ἀγάπη.Τί ν᾽ ἀναταποδώσω ἐγώ στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, πού δέν μέ περιφρόνησε ἐνῶ ἤμουν βυθισμένος στήν ἁμαρτία, ἀλλά μ᾽ ἐπισκέφθηκε σπλαγχνικά καί μέ συνέτισε; Δέν Τήν εἶδα, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νά Τήν ἀναγνωρίσω ἀπό τά γεμάτα χάρη λόγια Tης καί τό πνεῦμα μου χαίρεται κι ἡ ψυχή μου παρασύρεται τόσο ἀπό τήν ἀγάπη πρός Αὐτήν, ὥστε καί μόνη ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός Tης γλυκαίνη τήν καρδιά μου. Ὅταν ἤμουν νεαρός ὑποτακτικός, προσευχόμουν μιά φορά μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καί μπῆκε τότε στήν καρδιά μου ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ κι ἄρχισε ἀπό μόνη της νά προφέρεται ἐκεῖ.
    Μιά ἄλλη φορά ἄκουγα στήν ἐκκλησία τήν ἀνάγνωση τῶν προφητειῶν τοῦ Ἡσαΐα, καί στίς λέξεις «Λούσασθε καί καθαροί γίνεσθε» (Ἡσ. α ́ 16) σκέφτηκα: «Μήπως ἡ Παναγία ἁμάρτησε ποτέ, ἔστω καί μέ τό λογισμό;». Καί, ὤ τοῦ θαύματος! Μέσα στήν καρδιά μου μιά φωνή ἑνωμένη μέ τήν προσευχή πρόφερε ρητῶς: «Ἡ Θεοτόκος ποτέ δέν ἁμάρτησε, οὔτε κἄν μέ τήν σκέψη». Ἔτσι τό Ἅγιο Πνεῦμα μαρτυροῦσε στήν καρδιά μου γιά τήν ἁγνότητά Της. Ἐν τούτοις κατά τόν ἐπίγειο βίο Tης δέν εἶχε ἀκόμα τήν πληρότητα τῆς γνώσεως καί ὑπέπεσε σ᾽ ὁρισμένα ἀναμάρτητα λάθη ἀτέλειας. Αὐτό φαίνεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο· ὅταν ἐπέστρεφε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ, δέν ἤξερε πού εἶναι ὁ Υἱός Της καί Τόν ἀναζητοῦσε τρεῖς μέρες μέ τόν Ἰωσήφ (Λουκ. β ́ 44-46). Ἡ ψυχή μου γεμίζει ἀπό φόβο καί τρόμο, ὅταν ἀναλογίζωμαι τή δόξα τῆς Θεομήτορος.Εἶναι ἐνδεής ὁ νοῦς μου καί φτωχή κι ἀδύναμη ἡ καρδιά μου, ἀλλά ἡ ψυχή μου χαίρεται καί παρασύρομαι στό νά γράψω ἔστω καί λίγα λόγια γι᾽ Αὐτήν.
    Ἡ ψυχή μου φοβᾶται νά τό ἀποτολμήση, ἀλλά ἡ ἀγάπη μέ πιέζει νά μήν κρύψω τίς εὐεργεσίες τῆς εὐσπλαγχνίας Tης.Ἡ Θεοτόκος δέν παρέδωσε στή Γραφή οὔτε τίς σκέψεις Tης οὔτε τήν ἀγάπη Tης γιά τόν Υἱό καί Θεό Tης οὔτε τίς θλίψεις τῆς ψυχῆς Tης, κατά τήν ὥρα τῆς σταυρώσεως, γιατί οὔτε καί τότε θά μπορούσαμε νά τά συλλάβωμε. Ἡ ἀγάπη Tης γιά τό Θεό ἦταν ἰσχυρότερη καί φλογερότερη ἀπό τήν ἀγάπη τῶν Χερουβείμ καί τῶν Σεραφείμ κι ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν Ἀγγέλων καί Ἀρχαγγέλων ἐκπλήσσονται μ᾽ Αὐτήν. Παρ᾽ ὅλο ὅμως πού ἡ ζωή τῆς Θεοτόκου σκεπαζόταν, θά λέγαμε, ἀπό τήν ἅγια σιγή, ὁ Κύριος ὅμως φανέρωσε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πώς ἡ Παναγία μας ἀγκαλιάζει μέ τήν ἀγάπη Tης ὅλο τόν κόσμο καί βλέπει μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅλους τούς λαούς τῆς γῆς καί, ὅπως καί ὁ Υἱός Tης, ἔτσι κι Ἐκείνη σπλαγχνίζεται καί ἐλεεῖ τούς πάντες. Ὤ, καί νά γνωρίζαμε πόσο ἀγαπᾶ ἡ Παναγία ὅλους, ὅσους τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, καί πόσο λυπᾶται καί στενοχωριέται γιά κείνους πού δέν μετανοοῦν! Αὐτό τό δοκίμασα μέ τήν πείρα μου.
    Δέν ψεύδωμαι, λέω τήν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πώς γνωρίζω πνευματικά τήν Ἄχραντη Παρθένο. Δέν Τήν εἶδα, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νά γνωρίσω Αὐτήν καί τήν ἀγάπη Tης γιά μᾶς. Χωρίς τήν εὐσπλαγχνία Tης ἡ ψυχή θά εἶχε χαθῆ ἀπό πολύν καιρό. Ἐκείνη ὅμως εὐδόκησε νά μ᾽ ἐπισκεφθῆ καί νά μέ νουθετήση, γιά νά μήν ἁμαρτάνω. Μοῦ εἶπε: «Δέν μ᾽ ἀρέσει νά βλέπω τά ἔργα σου». Τά λόγια Της ἦταν εὐχάριστα, ἤρεμα, μέ πραότητα καί συγκίνησαν τήν ψυχή. Πέρασαν πάνω ἀπό σαράντα χρόνια, μά ἡ ψυχή μου δέν μπορεῖ νά λησμονήση ἐκείνη τή γλυκειά φωνή καί δέν ξέρω πῶς νά εὐχαριστήσω τήν ἀγαθή καί σπλαγχνική Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ἀληθινά, Αὐτή εἶναι ἡ βοήθειά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μόνο τ᾽ ὄνομά Της χαροποιεῖ τήν ψυχή. Ἀλλά κι ὅλος ὁ οὐρανός κι ὅλη ἡ γῆ χαίρονται μέ τήν ἀγάπη Tης. Ἀξιοθαύμαστο κι ἀκατανόητο πράγμα. Ζῆ στούς οὐρανούς καί βλέπει ἀδιάκοπα τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν λησμονεῖ κι ἐμᾶς τούς φτωχούς κι ἀγκαλιάζει μέ τήν εὐσπλαγχνία Της ὅλη τή γῆ κι ὅλους τούς λαούς.
   Κι Αὐτή τήν Ἄχραντη Μητέρα Του ὁ Κύριος τήν ἔδωσε σ᾽ ἐμᾶς. Αὐτή εἶναι ἡ χαρά καί ἡ ἐλπίδα μας. Αὐτή εἶναι ἡ πνευματική μας Μητέρα καί βρίσκεται κοντά μας κατά τή φύση σάν ἄνθρωπος καί κάθε χριστιανική ψυχή ἑλκύεται ἀπό τήν ἀγάπη πρός Αὐτήν.

Tα εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου, Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμά


Ἐάν τό δένδρο ἀναγνωρίζεται ἀπό τόν καρπό, καί τό καλό δένδρο παράγει ἐπίσης καλόν καρπό (Ματθ. 7, 16. Λουκ. 6, 44), ἡ μητέρα τῆς αὐτοαγαθότητος, ἡ γεννήτρια τῆς ἀΐδιας καλλονῆς, πῶς δέν θά ὑπερεῖχε ἀσυγκρίτως κατά τήν καλοκαγαθία ἀπό κάθε ἀγαθό ἐγκόσμιο καί ὑπερκόσμιο; Διότι ἡ δύναμις πού ἐκαλλιέργησε τά πάντα, ἡ συναΐδια καί ἀπαράλλακτη εἰκών τῆς ἀγαθότητος, ὁ προαιώνιος καί ὑπερούσιος καί ὑπεράγαθος Λόγος, ἀπό ἀνέκφραστη φιλανθρωπία κι᾽ εὐσπλαγχνία γιά χάρι μας ἠθέλησε νά περιβληθῆ τήν ἰδική μας εἰκόνα, γιά νά ἀνακαλέση τήν φύσι πού εἶχε συρθῆ κάτω στούς μυχούς τοῦ ἅδη καί νά τήν ἀνακαινίση, διότι εἶχε παλαιωθῆ, καί νά τήν ἀναβιβάση πρός τό ὑπερουράνιο ὕψος τῆς βασιλείας καί θεότητός του. Γιά νά ἑνωθῆ λοιπόν μέ αὐτήν καθ᾽ ὑπόσταση, ἐπειδή ἐχρειαζόταν σαρκικό πρόσλημα καί σάρκα νέα συγχρόνως καί ἰδική μας, ὥστε νά μᾶς ἀνανεώση ἀπό ἐμᾶς τούς ἴδιους, ἐπί πλέον δέ ἐχρειαζόταν καί κυοφορία καί γέννα σάν τή δική μας, τροφή μετά τή γέννα καί κατάλληλη ἀγωγή, γινόμενος πρός χάριν μας καθ᾽ ὅλα σάν ἐμᾶς, εὑρίσκει γιά ὅλα πρέπουσα ὑπηρέτρια καί χορηγό ἀμόλυντης φύσεως ἀπό τόν ἑαυτό της αὐτήν τήν ἀειπάρθενη, ἡ ὁποία ὑμνεῖται ἀπό μᾶς καί τῆς ὁποίας σήμερα ἑορτάζομε τήν παράδοξη εἴσοδο στά ἅγια τῶν ἁγίων. Διότι αὐτήν προορίζει πρίν ἀπό τούς αἰῶνες ὁ Θεός γιά τή σωτηρία καί ἀποκατάσταση τοῦ γένους, καί τήν ἐκλέγει ἀνάμεσα ἀπό ὅλους, ὄχι ἁπλῶς τούς πολλούς, ἀλλά τούς ἀπό τούς αἰῶνες ἐκλεγμένους καί θαυμαστούς καί περιβοήτους γιά τήν εὐσέβεια καί σύνεσι, καθώς καί γιά τά κοινωφελῆ καί θεοφιλῆ συγχρόνως ἤθη καί λόγια καί ἔργα.

2. Διότι στήν ἀρχή ἐσηκώθηκε ἐναντίον μας ὁ νοητός καί ἀρχέκακος ὄφις καί μᾶς κατέρριψε στά βάραθρα τοῦ ἅδη. Κι᾽ ὑπάρχουν πολλοί λόγοι, γιά τούς ὁποίους ἐσηκώθηκε ἐναντίον μας καί ὑπεδούλωσε τή φύσι μας· φθόνος καί ζηλοτυπία καί μῖσος, ἀδικία καί δόλος καί σοφιστεία, καί μαζί μέ τά τέτοια, ἡ θανατηφόρος δύναμις πού ἔχει μέσα του, τήν ὁποία πρῶτος ἐγέννησε καί μόνος του, ἀφοῦ πρῶτος αὐτός ἀποστάτησε ἀπό τήν ἀληθινή ζωή. Πραγματικά στήν ἀρχή ἐφθόνησε τόν Ἀδάμ, ὅταν τόν εἶδε νά ζῆ στόν τόπο τῆς ἄφθαρτης τρυφῆς καί νά περιλάμπεται μέ θεοειδῆ δόξα καί νά ὁδηγῆται ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό, ἀπό ὅπου αὐτός ἀπερρίφθηκε δικαίως καί ἀπό φθόνο ἐξεμάνη ἐναντίον του μέ τή χειρότερη μανία, ὥστε νά θελήση καί νά τόν θανατώση ἀκόμη. Ὁ φθόνος εἶναι πατέρας ὄχι τοῦ μίσους μόνο ἀλλά καί τοῦ φόνου, τόν ὁποῖο ἐπέφερε σ᾽ ἐμᾶς ἀναμιγνύοντάς τον μέ δόλο ὁ δολερός καί ἀληθινά μισάνθρωπος ὄφις. Διότι καταλήφθηκε ἀπό ἔρωτα πρός τήν τυραννία σέ βάρος του ἐντελῶς ἄδικα, γιά καταστροφή τοῦ πλασθέντος κατ᾽ εἰκόνα καί ὁμοίωσι Θεοῦ· ἐπειδή ὅμως δέν ἐτόλμησε νά ἐπιτεθῆ κατά πρόσωπο, ἐχρησιμοποίησε τόν δόλο καί τήν πονηρία. Ἀφοῦ ἐπλησίασε διά τοῦ αἰσθητοῦ ὄφεως ὡς φίλος καί καλός σύμβουλος ὁ φοβερός καί πραγματικά ἐχθρός καί ἐπίβουλος, κατορθώνει, φεῦ!, κρυφά νά ἐπιτύχη καί μέ τή ἀντίθεη συμβουλή χύνει σάν δηλητήριο στό ἄνθρωπο τήν θανατηφόρα δύναμί του.

3. Ἐάν λοιπόν ὁ Ἀδάμ, κρατώντας δυνατά τότε τήν θεία ἐντολή, ἀπέρριπτε τήν ἐχθρική πονηρά συμβουλή, θά ἐφαινόταν νικητής κατά τοῦ ἀντιπάλου καί ἀνώτερος τῆς θανατηφόρας φθορᾶς, καταντροπιάζοντας τόν μανιακό καί δόλιο προσβολέα. Ἐπειδή ὅμως ἐκεῖνος ὑποκύπτοντας ἑκούσιως, πού δέν ἔπρεπε ποτέ νά τό κάμη, ἐνικήθηκε καί ἀχρειώθηκε, κι᾽ ἔτσι, ἀφοῦ ἦταν ρίζα τοῦ γένους, μᾶς ἀνέδειξε καταλλήλους θνητούς βλαστούς, ἐχρειαζόταν ὁπωσδήποτε, ἄν ἔπρεπε νά ἀνταποδώσωμε τήν ἧττα, νά κερδίσωμε τή νίκη, ν᾽ ἀπορρίψωμε μέ ψυχή καί σῶμα τό θανατηφόρο δηλητήριο καί ν᾽ ἀπολαύσωμε ζωή, καί μάλιστα ζωή αἰώνια καί ἀπαθῆ. Ἐχρειαζόταν λοιπόν τό γένος μας νέα ρίζα, δηλαδή νέο Ἀδάμ, ὄχι μόνο ἀναμάρτητο, ἀλλά κι᾽ ἐντελῶς ἀνεξαπάτητο καί ἀήττητο, πού ἐπί πλέον μπορεῖ καί νά συγχωρῆ τίς ἁμαρτίες καί νά καθιστᾶ ἀθώους τούς ἐνόχους, πού ὄχι μόνο ζῆ ἀλλά καί ζωοποιεῖ, ὥστε νά μεταδίδη ζωή καί ἄφεσι ἁμαρτιῶν καί στούς προσκολλωμένους σ᾽ αὐτόν καί συγγενεῖς κατά τό γένος, ἀναζωογονώντας ὄχι μόνο τούς μεταγενεστέρους, ἀλλά καί τούς πρίν ἀπό αὐτόν ἀποθανόντας.

4. Γι᾽ αὐτό ὁ Παῦλος, ἡ μεγάλη σάλπιγγα τοῦ Πνεύματος, βοᾶ λέγοντας, «ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἔγινε ὡς ζωντανή ψυχή, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ἔγινε ὡς πνεῦμα ζωοποιό» (Α´ Κορ. 15, 45). Ἀναμάρτητος δέ καί ζωοποιός καί ἱκανός νά συγχωρῆ ἁμαρτίες δέν εἶναι κανείς πλήν τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως ὁ νέος Ἀδάμ ἦταν ἀναγκαῖο νά εἶναι ὄχι μόνο ἄνθρωπος ἀλλά καί Θεός, νά εἶναι κυριολεκτικῶς ζωή καί σοφία, δικαιοσύνη καί ἀγάπη, εὐσπλαγχνία καί κάθε ἄλλο ἀγαθό, ὥστε νά διενεργήση τήν ἀνακαίνισι καί ἀναζώωσι τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ μέ ἔλεος καί σοφία καί δικαιοσύνη. Ὁ νοητός καί ἀρχέκακος ὄφις, χρησιμοποιώντας τά ἀντίθετα ἀπό αὐτά προεκάλεσε σ᾽ ἐμᾶς τήν παλαίωσι καί τή νέκρωσι.

5. Ὅπως λοιπόν στήν ἀρχή ὁ ἀνθρωποκτόνος ἀπό φθόνο καί μῖσος ξεσηκώθηκε ἐναντίον μας, ἔτσι ὁ ἀρχηγός τῆς ζωῆς ἐκινήθηκε ὑπέρ ἡμῶν ἀπό ὑπερβολή φιλανθρωπίας καί ἀγαθότητος. Διότι ἀγάπησε δικαίως τή σωτηρία τοῦ πλάσματός του, πού ἦταν νά τό φέρη πάλι στήν ἐξουσία καί νά τό ξανασώση, ὅπως ἐκεῖνος ὁ ἀρχέκακος ἀδίκως ἀγάπησε τήν ἀπώλεια τοῦ πλάσματος τοῦ Θεοῦ, πού ἦταν νά τό ὑποτάξη στόν ἑαυτό του καί νά τοῦ ἐπιβάλλεται τυραννικῶς. Ὅπως δέ αὐτός διέπραξε τή νίκη του καί τήν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου μέ ἀδικία καί δόλο, μέ ἀπάτη καί σοφιστεία, ἔτσι ὁ ἐλευθερωτής μέ δικαιοσύνη καί σοφία καί ἀλήθεια ἐπραγματοποίησε τήν τελική ἧττα τοῦ ἀρχεκάκου καί τήν ἀνακαίνισι τοῦ πλάσματός του. Ἀλλά ἡ ἀνάπτυξις τοῦ θέματος περί τῆς σοφίας πού ὑπάρχει σ᾽ αὐτήν τή θεία οἰκονομία δέν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ.

6. Ἦταν δέ θέμα ἀκριβοῦς δικαιοσύνης καί ἡ ἴδια ἡ ἡττηθεῖσα καί ὑποδουλωθεῖσα ἑκουσίως φύσις νά ξαναπαλαίση γιά τή νίκη καί ν᾽ ἀπωθήση τή δουλεία ἑκουσίως. Γι᾽ αὐτό ὁ Θεός εὐδόκησε ν᾽ ἀναλάβη ἀπό ἐμᾶς τή φύσι μας ἑνούμενος μέ αὐτήν παραδόξως καθ᾽ ὑπόστασι. Ἦταν δέ ἀδύνατο ἡ ὑψίστη ἐκείνη καί ὑπεράνω τοῦ νοῦ καθαρότης νά ἑνωθῆ μέ μολυσμένη φύσι διότι ἕνα μόνο πρᾶγμα εἶναι ἀδύνατο στόν Θεό τό νά συνέλθη σέ ἕνωσι μέ ἀκάθαρτο, πρίν τοῦτο καθαρισθῆ. Γι᾽ αὐτό καί ἐχρειαζόταν κατ᾽ ἀνάγκη μιά τελείως ἀμόλυντη καί καθαρωτάτη παρθένος γιά κυοφορία καί γέννησι ἐκείνου πού εἶναι καί ἐραστής της καί δοτήρ τῆς καθαρότητος ἡ ὁποία καί προωρίσθηκε καί ἀποτελέσθηκε κι᾽ ἐφανερώθηκε, καί τό σχετικό μέ αὐτήν μυστήριο ἐτελέσθηκε, μέ πολλά παράδοξα γεγονότα πού κατά καιρούς συνῆλθαν σέ ἕνα.

7. Γι᾽ αὐτό καί τά γεγονότα πού συνετέλεσαν σ᾽ αὐτό ἑορτάζονται ἀπό ἐμᾶς σήμερα, ἀφοῦ ἀπό τό ἀποτέλεσμα ἀντιληφθήκαμε κυρίως τό μεγαλεῖο τῶν γεγονότων πού ὡδήγησαν πρός τό τόσο μεγάλο τέλος. Διότι αὐτός πού εἶναι ἐκ Θεοῦ καί πρός τόν Θεόν καί Θεός, καί Λόγος καί Υἱός τοῦ ὑψίστου Πατρός, συνάναρχος καί συναΐδιος, γίνεται υἱός ἀνθρώπου, αὐτῆς τῆς Ἀειπάρθενης. «Ὁ Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερα εἶναι ὁ ἴδιος, καθώς καί στούς αἰῶνες» (Ἑβρ. 13, 8), ἄτρεπτος κατά τήν θεότητα, ἄμεμπτος κατά τήν ἀνθρωπότητα. «Αὐτός μόνος», ὅπως ἤδη προεμαρτύρησε ὁ Ἠσαΐας (Ἠσ. 53, 9), «δέν διέπραξε ἁμαρτία καί δέν εὑρέθηκε δόλος στό στόμα του». Καί ὄχι μόνο τοῦτο, ἀλλά καί αὐτός μόνος δέν συνελήφθηκε μέ ἀνομίες, οὔτε ἐγεννήθηκε μέ ἁμαρτίες, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Δαβίδ στούς ψαλμούς γιά τόν ἑαυτό του καί γιά κάθε ἄνθρωπο ὥστε νά εἶναι καί κατά τό πρόσλημμα τελείως καθαρός καί ἀμόλυντος καί νά μή χρειάζεται οὔτε κατ᾽ αὐτό καθάρσια μέσα γιά τόν ἑαυτό του• γιά νά εἶναι ἔτσι δυνατό, διαβιβάζοντας σ᾽ ἐμᾶς γιά χάρι μας δικαίως μαζί καί πανσόφως τόσο τήν κάθαρσι ὅσο καί τό πάθος, νά δεχθῆ καί τόν θάνατο καί τήν ἀνάστασι. Πραγματικά ἡ κατά τήν σάρκα ὁρμή πρός γένεσι, πού εἶναι ἀκουσία καί ἀπειθής στόν νόμο τοῦ νοός, ἄν καί ἀπό μερικούς δουλαγωγεῖται βιαίως, ἀπό μερικούς δέ σωφρόνως ἀφήνεται μόνο γιά παιδοποιΐα, πάντως φέρει τά σύμβολα τῆς ἀπό τήν ἀρχή καταδίκης, καθώς εἶναι καί λέγεται φθορά καί ὁπωσδήποτε γιά τήν φθορά γεννᾶ, καί εἶναι ἐμπαθής κίνησις τοῦ ἀνθρώπου πού δέν ἐκράτησε τήν τιμή, τήν ὁποία ἡ φύσις μας ἐπῆρε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ὡμοιώθηκε μέ τά κτήνη.

8. Γι᾽ αὐτό ὄχι μόνο ἦλθε ὁ Θεός ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους ἀλλά καί ἦλθε ἀπό παρθένο ἁγνή καί ἁγία, μᾶλλον δέ πανυπέραγνη καί ὑπεραγία, ἀφοῦ εἶναι παρθένος ὄχι μόνο ὑπερτέρα μολυσμοῦ σαρκός, ἀλλά καί ἀνωτέρα ἀπό μολυσμένους σαρκικούς λογισμούς. Τήν σύλληψί της ἐπέφερε ἐπέλευσι παναγίου Πνεύματος, ὄχι ὀρέξεως σαρκός, προεκάλεσε εὐαγγελισμός καί πίστις στήν ἐνανθρώπησι τοῦ Θεοῦ πού νικᾶ κάθε λόγο ὡς ἐξαίσια καί ὑπέρ λόγο, ἀλλά δέν προέλαβε συγκατάθεσις καί πεῖρα ἐμπαθοῦς. Διότι συνέλαβε κι᾽ ἐγέννησε, ἐνῶ εἶχε ἐντελῶς ἀπομακρυσμένη τέτοια ἐπιθυμία μέ τήν προσευχή καί τήν πνευματική θυμηδία (διότι εἶπε ἡ παρθένος πρός τόν εὐαγγελιστή ἄγγελο, «ἰδού ἡ δούλη τοῦ Κυρίου ἄς γίνη σ᾽ ἐμένα σύμφωνα μέ τά λόγια σου» (Λουκ. 1, 38). Γιά νά εὑρεθῆ λοιπόν παρθένος ἱκανή γι᾽ αὐτό, ὁ Θεός προορίζει πρό αἰώνων καί ἐκλέγει ἀνάμεσα στούς ἐκλεγμένους ἀπό αἰῶνες αὐτήν τήν ὑμνουμένη τώρα ἀπό ἐμᾶς ἀειπάρθενη κόρη.

9. Καί βλέπετε ἀπό ποῦ ἄρχισε ἡ ἐκλογή. Ἀνάμεσα στά παιδιά τοῦ Ἀδάμ ἐξελέγη ἀπό τόν Θεό ὁ θαυμάσιος Σήθ, πού μέ τήν εὐκοσμία τῶν ἠθῶν, τήν εὐταξία τῶν αἰσθήσεων καί τήν εὐπρέπεια τῶν ἀρετῶν ἐδείκνυε τόν ἑαυτό του ἔμψυχο οὐρανό κι᾽ ἐπέτυχε γι᾽ αὐτό τήν ἐκλογή, ἀπό τήν ὁποία ἐπρόκειτο νά βλαστήση αὐτή ἡ παρθένος ὡς θεοπρεπές ὄχημα τοῦ ὑπερουρανίου Θεοῦ καί ν᾽ ἀνακαλέση τούς ἀνθρώπους πρός οὐράνια υἱοθεσία.

10. Γι᾽ αὐτό ὅλοι οἱ ἀπό τοῦ Σήθ (Γεν. 4, 26) ὠνομάζονταν υἱοί Θεοῦ, διότι ἀπό αὐτήν τήν γενεά ἐπρόκειτο ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ νά γίνη υἱός ἀνθρώπου, ἐφ᾽ ὅσον ἄλλωστε καί ὁ Σήθ γλωσσικῶς σημαίνει ἀνάστασις, μᾶλλον δέ ἐξανάστασις, ἡ ὁποία εἶναι κυρίως ὁ Κύριος πού ἐπαγγέλεται καί χαρίζει ἀθάνατη ζωή στούς πιστεύοντας σ᾽ αὐτόν. Καί πόσο ταιριαστός εἶναι ὁ τύπος! «Ὁ μέν Σήθ ἔγινε γιά τήν Εὔα, ὅπως λέγει αὐτή, στή θέσι τοῦ Ἄβελ», τόν ὁποῖο ἐφόνευσε ἀπό φθόνο ὁ Καϊν (Γεν. 4, 25)· ὁ δέ τόκος τῆς παρθένου Χριστός ἔγινε στή φύσι ἀντί γιά τόν Ἀδάμ, τόν ὁποῖο ἐθανάτωσε ἀπό φθόνο ὁ ἀρχηγός καί προστάτης τῆς κακίας. Ἀλλά ὁ μέν Σήθ δέν ἀνέστησε τόν Ἄβελ, ἀφοῦ ἦταν ἁπλῶς τύπος τῆς ἀναστάσεως• ὁ δέ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἀνέστησε τόν Ἀδάμ, διότι αὐτός εἶναι ἡ ἀληθινή τῶν ἀνθρώπων ζωή καί ἀνάστασις, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας καί οἱ ἀπόγονοι τοῦ Σήθ ἀξιώθηκαν τήν θεία υἱοθεσία κατά τήν ἐλπίδα τους, ὀνομαζόμενοι υἱοί τοῦ Θεοῦ. Ὅτι δέ ὠνομάζονταν υἱοί τοῦ Θεοῦ ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἐλπίδος εἶναι φανερό ἀπό τόν πρῶτο ὀνομασθέντα πού διαδέχθηκε τήν ἐκλογή. Ἦταν δέ αὐτός ὁ Ἐνώς τοῦ Σήθ, ὁ ὁποῖος κατά τό γεγραμμένο ἀπό τόν Μωυσῆ «πρῶτος ἤλπισε νά καλῆται μέ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ» (Γεν. 4, 26). Βλέπετε σαφῶς ὅτι ἐπέτυχε τό θεῖο ὄνομα σύμφωνα μέ τήν ἐλπίδα;

11. Ἀφοῦ λοιπόν ἄρχισε ἀπό τά ἴδια τά παιδιά τοῦ Ἀδάμ ἡ ἐκλογή γι᾽ αὐτήν πού κατά τήν πρόγνωσί του θά ἐγινόταν μητέρα τοῦ Θεοῦ καί ἐπετελεῖτο διά μέσου τῶν κατά καιρούς γενεῶν, κατέβηκε μέχρι τοῦ βασιλέως καί προφήτου Δαβίδ καί τῶν διαδόχων τοῦ θρόνου καί τοῦ γένους του. Ἐπειδή δέ ὁ καιρός ἐκαλοῦσε τώρα τήν ἀποτελείωσι τῆς θείας αὐτῆς ἐκλογῆς, ἐξελέγησαν ἀπό τόν Θεό ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα ἀπό τόν οἶκο καί τή γενεά τοῦ Δαβίδ, πού ἦσαν μέν ἄτεκνοι, συνεζοῦσαν δέ σωφρόνως καί ἦσαν ἀνώτεροι στήν ἀρετή ἀπό ὅλους ὅσοι ἀνάγουν στό Δαβίδ τήν εὐγένεια τοῦ γένους καί τοῦ ἤθους. Αὐτό τό ζεῦγος ἐζητοῦσε διά τῆς ἀσκήσεως καί προσευχῆς τήν λῆξι τῆς ἀτεκνίας των ἀπό τόν Θεό, καί ὑποσχόταν νά ἀναθέσουν σ᾽ αὐτόν ἀπό βρέφος αὐτό πού θά ἐγεννοῦσαν. Τότε παρέχεται ἡ ὑπόσχεσις καί δίδεται παιδί, ἡ τωρινή Θεομήτωρ, ὥστε ἡ πανάρετη κόρη νά γεννηθῆ ἀπό πολυαρέτους γονεῖς καί ἡ πάναγνη ἀπό ἐξαιρετικά σώφρονες, καί νά λάβη ὡς καρπό ἡ σωφροσύνη, συνερχομένη μέ τήν προσευχή καί τήν ἄσκησι, τό νά γίνη γεννήτρια τῆς παρθενίας, καί μάλιστα παρθενίας πού προβάλλει ἀφθόρως κατά τήν σάρκα τόν προαιωνίως γεννημένον ἀπό παρθένον Πατέρα κατά τήν θεότητα. Τί πτερά ἐκείνης τῆς προσευχῆς! Τί παρρησία, πού εὑρῆκε ἑνώπιον τοῦ Κυρίου!

12. Ἀλλά ἐπειδή βέβαια ἐκεῖνοι ἐπέτυχαν ἔτσι τά ζητούμενα μέ τήν προσευχή τους καί εἶδαν τήν πρός αὐτούς θεία ἐπαγγελία νά ἐκπληρώνεται ἐμπράκτως, σπεύδοντας καί αὐτοί νά ἐκπληρώσουν τήν πρός τό Θεό ὑπόσχεσι ὡς φιλαλήθεις καί θεοφιλεῖς καί φιλόθεοι συγχρόνως, εὐθύς μετά τόν ἀπογαλακτισμό ὁδηγοῦν τήν ἀληθινά ἱερά καί θεόπαιδα καί τώρα θεομήτορα παρθένο στό ἱερό τοῦ Θεοῦ καί στόν ἱεράρχη πού εὑρισκόταν σ᾽ αὐτό. Αὐτή δέ, γεμάτη θεία χάρι καί τέλειο νοῦ ἀκόμη καί σ᾽ αὐτή τήν ἡλικία, ἀντιλαμβανόταν ἀπό τότε, καί μάλιστα καλύτερα ἀπό τούς ἄλλους τά τελούμενα σ᾽ αὐτήν, καί ἔδειξε μέ ὅποιον τρόπο μποροῦσε ὅτι δέν ὁδηγεῖται, ἀλλά αὐτή μόνη της μέ ἐλεύθερη γνώμη προσέρχεται στό Θεό, σάν νά εἶναι ἀπό ἑαυτοῦ της πτερωμένη πρός τόν ἱερό καί θεῖο ἔρωτα και νά θεωρῆ ἀγαπητή καί νά ἀναγνωρίζη ὡς ἀξία της τήν εἴσοδο καί κατοικία στά ἅγια τῶν ἁγίων.

13. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀρχιερεύς τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἀντιλήφθηκε τότε ὅτι ἡ κόρη εἶχε ἔνοικη τήν θεοειδῆ χάρι παραπάνω ἀπό ὅλους, ἔπρεπε νά τήν ἀξιώση τό ἀνώτερο ἀπό ὅλους, νά τήν εἰσαγάγη στά ἅγια τῶν ἁγίων καί νά πείση αὐτό πού γινόταν ὅλους τούς τότε ἀνθρώπους ν᾽ ἀγαποῦν, μέ τήν σύμπραξι καί ἀπόφασι τοῦ Θεοῦ μαζί, πού ἔστελλε ἀπό ἄνω δι᾽ ἀγγέλου ἀπόρρητη τροφή στήν παρθένο ἐκεῖ. Μέ αὐτήν τήν τροφή ἐδυνάμωνε καλύτερα τή φύσι της καί συντηροῦσε καί τελειοποιοῦσε τόν ἑαυτό της κατά τό σῶμα καθαρώτερα καί ἀνώτερα ἀπό τίς ἀσώματες δυνάμεις, ἔχοντας ὡς ὑπηρέτες τούς οὐρανίους νόες, διότι δέν εἰσήχθηκε ἁπλῶς καί μόνο στά ἅγια τῶν ἁγίων, ἀλλά καί κατά κάποιον τρόπο παραλήφθηκε ἀπό τόν Θεό σέ συνοίκησι μέ αὐτόν γιά ὄχι ὀλίγα ἔτη• ὥστε ἔτσι στόν κατάλληλο καιρό ν᾽ ἀνοιχθοῦν οἱ οὐράνιες μονές καί νά δοθοῦν γιά ἀΐδια κατοίκια σέ ὅσους πιστεύουν στήν παράδοξη γέννα της.

14. Ἔτσι λοιπόν καί γι᾽ αὐτούς τούς λόγους ἀπετέθη δικαίως σήμερα στά ἅγια ἄδυτα σάν θησαυρός τοῦ Θεοῦ ἡ κόρη πού ἐξελέγη ἀνάμεσα στούς ἐκλεκτούς ἀπό αἰῶνες, πού ἀναδείχθηκε ἁγία τῶν ἁγίων, πού ἔχει τό σῶμα καθαρώτερο καί θειότερο ἀκόμη καί ἀπό τά διά τῆς ἀρετῆς κεκαθαρμένα πνεύματα, ὥστε νά μή εἶναι δεκτικό μόνο τοῦ τύπου τῶν θείων λόγων, ἀλλά καί τοῦ ἰδίου τοῦ ἐνυποστάτου καί μονογενοῦς Λόγου τοῦ προανάρχου Πατρός• σάν θησαυρός πού ὁ Λόγος θά τόν χρησιμοποιοῦσε στόν καιρό του, ὅπως καί ἔγινε, γιά πλουτισμό καί ὑπερκόσμιο καί συγχρόνως παγκόσμιο κόσμημα. Κι᾽ ἔτσι καί γι᾽ αὐτόν τόν λόγο δοξάζει τή μητέρα του καί πρίν ἀπό τή γέννησι καί μετά τή γέννησι. Ἐμεῖς δέ, κατανοώντας τή σημασία τῆς σωτηρίας πού μᾶς ἑτοιμάσθηκε δι᾽ αὐτῆς ἀποδίδουμε μέ ὅλη τή δύναμί μας τήν εὐχαριστία καί τόν ὕμνο. Πραγματικά, ἄν ἡ εὐγνώμων γυναῖκα πού ἀναφέρεται στό εὐαγγέλιο, μόλις ἄκουσε γιά λίγο τούς σωτηριώδεις λόγους τοῦ Κυρίου, ἀπέδωσε τόν μακαρισμό καί τήν εὐχαριστία στή μητέρα τούτου, ὑψώνοντας τή φωνή της ἀπό τόν ὄχλο καί λέγοντας πρός τόν Χριστό, «καλότυχη εἶναι ἡ κοιλία πού σ᾽ ἐβάστασε καί οἱ μαστοί πού ἐθήλασες» (Λουκ. 11, 27) ἐμεῖς πού ἔχουμε κοντά μας γραμμένα ὅλα τά λόγια τῆς αἰώνιας ζωῆς, καί ὄχι μόνο τά λόγια, ἀλλά καί τά θαύματα καί τά παθήματα καί τήν δι᾽ αὐτῶν ἔγερσι τῆς φύσεως μας ἀπό τούς νεκρούς καί ἀνάληψί της ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό, καί τήν δι᾽ αὐτῶν ἐπηγγελμένη σ᾽ ἐμᾶς ἀθάνατη ζωή καί ἀμετάτρεπτη σωτηρία, πῶς δέν θ᾽ ἀνυμνήσωμε καί μακαρίσωμε ἀδιαλείπτως τήν μητέρα τοῦ χορηγοῦ τῆς σωτηρίας, τοῦ δοτῆρος τῆς ζωῆς, ἑορτάζοντας τώρα καί τήν σύλληψι αὐτῆς καί τήν γέννησι καί τήν μετοίκησι στά ἅγια τῶν ἁγίων;

15. Ἀλλά ἄς μετοικίσωμε κι᾽ ἐμεῖς τούς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί, ἀπό τή γῆ στά ἄνω· ἄς μεταφερθοῦμε ἀπό τήν σάρκα ἐπάνω στό πνεῦμα· ἄς μεταθέσωμε τόν πόθο ἀπό τά πρόσκαιρα στά μόνιμα· ἄς καταφρονήσωμε τίς σαρκικές ἡδονές, πού ἔχουν εὑρεθῆ ὡς δέλεαρ κατά τῆς ψυχῆς καί παρέρχονται γρήγορα· ἄς ἐπιθυμήσωμε τά πνευματικά χαρίσματα πού μένουν ἄφθαρτα· ἄς ὑψώσωμε ἀπό τήν κάτω τύρβη τή στάσι καί τήν διάνοιά μας· ἄς τήν ἀνεβάσωμε στά οὐράνια ἄδυτα, ἐκεῖνα τά ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπου τώρα κατοικεῖ ἡ Θεοτόκος.

16. Διότι ἔτσι θά εἰσέλθουν σ᾽ αὐτήν ἐπωφελῶς γιά μᾶς μέ θεάρεστη παρρησία καί τά ἄσματά μας καί οἱ δεήσεις μας πρός αὐτήν κι ἔτσι ἐκτός ἀπό τά παρόντα μέ τή μεσιτεία της θά γίνωμε κληρονόμοι καί τῶν μελλόντων καί μενόντων ἀγαθῶν, μέ τή χάρι καί φιλανθρωπία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας πού ἐγεννήθηκε ἀπό αὐτήν γιά μᾶς, στόν ὁποῖο πρέπει δόξα, τιμή καί προσκύνησις, μαζί μέ τόν ἄναρχο Πατέρα του καί τό συναΐδιο καί ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.